Οι καμπάνες ηχούν χαρμόσυνα για την Εύα

0
2073

ΕύαΟ πόνος ήταν η τιμωρία των Πρωτόπλαστων, επειδή παράκουσαν τις εντολές του Γιαχβέ. Αν δεν το είχαν κάνει τότε τα δόντια μας δεν θα πονούσαν ποτέ ούτε θα γεννούσαμε με ωδίνες τα παιδιά μας και το ψωμί θα φύτρωνε στα δέντρα.

Όμως ήταν η Εύα που είπε στον πειθήνιο Αδάμ:
«Αδάμ, ας κάνουμε κάτι διαφορετικό. Βαρέθηκα να ζω στον Παράδεισο.»
«Μα, Εύα», της είπε ο Αδάμ, «εδώ τα έχουμε όλα.»
«Αρχίδια έχουμε», απάντησε εκείνη. «Ζωή τη λες αυτή; Θέλω περιπέτεια, θέλω πάθος, θέλω να ζήσω!»

Ο Αδάμ της χάιδεψε το κεφάλι σαν να ‘τανε κουτάβι και πήγε να παίξει με τα λιοντάρια και τους λογιστές.
(Σε περίπτωση που δεν το ξέρατε ο Θεός έφτιαξε τους λογιστές πριν από τον Αδάμ, πριν ακόμα κι απ’ τους αγγέλους.)

~~

Τότε εμφανίστηκε ο Εωσφόρος, ντυμένος χύμα, με μακριά μαλλιά, τατουάζ και το βλέμμα της κόμπρας.

«Κούκλα», της είπε, «θες να περάσεις καλά;»

Αλλά δεν ήξερε ότι είχε μόλις υπογράψει τη θανατική του καταδίκη. Πηδιόντουσαν για 29 μέρες και 29 νύχτες.

Ο Εωσφόρος ήταν έτοιμος να παραδοθεί ψυχή τε και σώματι στον Δημιουργό του -ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δεν ήταν ο Γιαχβέ.

«Ας κάνουμε ένα διάλειμμα», της είπε, «να φάμε ένα μήλο».

«Εντάξει», είπε η Εύα, «αλλά μετά θα σε στείλω στην κόλαση». (σημ: Κόλαση, εκείνη την εποχή, αποκαλούσαν τη Γη. Η Κόλαση, έτσι όπως την γνωρίζουν οι χριστιανοί, φτιάχτηκε λίγο αργότερα).

~~

Τότε εμφανίστηκε ο Αδάμ.

«Τι κάνεις;» ρώτησε την Εύα.
«Juz havin fun, dea», του απάντησε εκείνη.
«Μα», έκανε ο Αδάμ, «ο Πατέρας έχει απαγορεύσει την πεολειχία και την αιδοιολειχία, κι όλα αυτά τα περιέργα που κάνετε και δεν ξέρω καν τι όνομα έχουν.»
«Frakly, dea, aint giv a dam», του είπε. «Φέρε και τη σκοτεινή τη Λίλιθ, να περάσουμε καλά, και ξέχνα τον Πατέρα.»

Ο Αδάμ δοκίμασε το μήλο κι είδε ότι ήταν πιο νόστιμο απ’ το να τρώει στην αιωνιότητα χορτάρια.

~~

Τότε, ναι τότε, αφού πρώτα τους άφησε να βουτηχτούν στην αμαρτία, παρενέβη ο Γιαχβέ αυτοπροσώπως.

«Αδάμ! Τι ‘ν’ αυτά που κάνεις, παιδί μου;»

Ο Γιαχβέ έφριξε με τα όργια των πρωτόπλαστων και των αγγέλων. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι ο Εωσφόρος είχε σαγηνεύσει τον Αδάμ, κι ως γνωστό, η ομοφυλοφιλία είναι θανάσιμο αμάρτημα.

Τους ξαπόστειλε όλους στην κόλαση (τη Γη), νομίζοντας ότι έτσι θα σταματήσουν να οργιάζουν. Έπεσε έξω, παρότι παντογνώστης.

~~

Σαν ξέπεσαν στη Γη ο Εωσφόρος έστησε ένα μαγαζάκι υπαίθριο και πουλούσε λαμπάδες. Υμνούσε τον Θεό και Κύριο του σε κάθε ευκαιρία και κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτή τη μεταστροφή -ούτε καν ο ίδιος.

«Credo quia absurdum», έλεγε πριν από κάθε προσευχή. «Πιστεύω, παρότι είναι παράλογο.»

Ο Αδάμ τον μισούσε. Όχι μόνο επειδή είχε κάνει με την Εύα όσα εκείνος ούτε να πει δεν τολμούσε, όχι μόνο επειδή ήταν υπαίτιος για την Πτώση, όχι.

Πιο πολύ τον μισούσε γιατί εκείνος πίστευε, ενώ ο ίδιος είχε απωλέσει κάθε πίστη κι είχε ξεχάσει τις μέρες πριν απ’ την Πτώση.

«Δεν υπάρχει Πατέρας», του ‘λεγε ο Αδάμ. «Πώς μπορείς να προσεύχεσαι σε κάτι ανύπαρχτο;»
«Όταν πιστεύω υπάρχει. Και υπάρχει επειδή πιστεύω.»
«Είναι παράλογο!» φώναζε ο Αδάμ. «Η θρησκεία είναι ένα εξουσιαστικό σύστημα, το όπιο του λαού.»
«Είμαστε παράλογοι, όλοι μας», έλεγε ο Εωσφόρος. «Το υπερβατικό και το άφατο είναι ο μόνος τρόπος να προσεγγίσουμε το Απόλυτο.»
«Δεν υπάρχει απόλυτο, όλα είναι σχετικά. Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς καλύτερα να σωπαίνει.»
«Συμφωνώ. Ο καλύτερος τρόπος να μιλήσεις για το Απόλυτο είναι η σιωπή.»

Κι όταν έμεναν σιωπηλοί τρόμαζαν κι οι δύο. Γιατί ακουγόταν μόνο το θρόισμα απ’ τα εσώρουχα της Εύας, καθώς εκείνη γδυνόταν.

~~

Και τότε μίλησε η Εύα και είπε:

«Ανάσταση είναι ο κύκλος της ζωής, είναι τα ιδρωμένα κορμιά που μπλέκονται και συστρέφονται σαν τον καταραμένο όφι, ανάσταση είναι ο οργασμός, ανάσταση είναι το σώμα που πονάει, ερεθίζεται και τελειώνει φωνάζοντας: Τετέλεσθαι.»

Και μίλησε η Εύα και είπε:

«Πέρα απ’ τον πόνο, πέρα απ’ τη θρησκεία, πέρα απ’ την τέχνη, πέρα απ’ το καλό και το κακό, πέρα από την Αφρική, υπάρχει εκείνη η στιγμή που τίποτα άλλο δεν έχει σημασία, τίποτα πέρα απ’ το σώμα.
Αξίζει ν’ απαρνηθείς τον Παράδεισο γι’ αυτό.»

Και μίλησε η Εύα και είπε:

«Όσοι μισούν κι υποβιβάζουν το κορμί, τις ηδονές του σώματος, είναι οι αρνητές της ζωής, του θεού, της αλήθειας. Γιατί η μόνη ανάσταση, η μόνη άνοιξη, η μόνη αλήθεια, είναι αυτή: Το σώμα, η ηδονή, το τώρα.»

Και μίλησε η Εύα και είπε:

«Να ζεις, αυτό είναι το απόλυτο. Οι καμπάνες να σιωπούν, τα στόματα να φιλούν, τα στήθη ν’ ανθίζουν, το δέρμα ν’ ανατριχιάζει, κι όλος ο κόσμος να γίνεται μια κλειτορίδα που πάλλεται χαρμόσυνα.»

~~

Φως εκ φωτός, θεός αληθινός εκ θεού αληθινού.
Ανάσταση