Το κορίτσι με το βλέμμα της Μέδουσας

0
1439

Η Ίρις είχε μάτια σκούρα -όχι μαύρα, ούτε και καστανά- μάτια πολυεπίπεδα και μαυλιστικά, σχεδόν υπνωτιστικά, που μέσα τους βυθιζόσουν απ’ την πρώτη στιγμή, και με τα μέλη παραλυμένα πρόσμενες δίχως καθόλου ν’ αγωνιάς, το ιοβόλο κέντρισμα.

Δεν ήτανε το χρώμα τους ή το αμυγδαλωτό τους σχήμα, όσο κάποια αδιευκρίνιστη ιδιότητα που έκρυβε το βλέμμα της, ο μεσμερικός, επίμονος και διαπεραστικός τρόπος της ματιάς της, και καμιά περιγραφή δεν θα μπορούσε ν’ αποδώσει έστω μια ιδέα του ρίγους που ένιωθε όποιος τον κοιτούσαν εκείνα τα μάτια.

Ούτε κι οι φωτογραφίες μπορούσαν ν’ αποτυπώσουν τη δίνη που ελλόχευε πίσω απ’ τα βλέφαρα της. Σ’ αυτές φαινόταν απλή, ένα κατά γενική ομολογία όμορφο κορίτσι. Άλλωστε ήταν Ταύρος, με ωροσκόπο Ζυγό και σελήνη στην Αφροδίτη, συνδυασμός που την έκανε απροσμάχητη Αφροδίτη, ακατανίκητα θηλυκή, αλλά με ιδιαζόντως χθόνιο τρόπο, σα γόνιμη γη που δεν σου τραβάει την προσοχή, μέχρι να πέσει η βροχή και τότε αναβλύζει απ’ το χώμα εκείνη η ευωδιά, που σε κάνει να θες ν’ ανοίξεις έναν λάκκο, να θαφτείς εκεί και να λανθάνεις μέχρι να βλαστήσεις.

~~

Το Βλέμμα της Κόμπρας (άλλη μια αποτυχημένη απόπειρα απόδοσης, αλλά όποιος έχει κοιτάξει κόμπρα στα μάτια μπορεί καταλάβει για τι περίπου μιλάμε) το απέκτησε όταν ήταν μόλις τριών χρονών. Οι γονείς της είχαν αναγκαστεί να μεταναστεύσουν στη Γερμανία, εκεί όπου η σκληρή εργασία και το σκληρό μάρκο απελευθέρωνε τους απελπισμένους αγρότες της μεταπολίτευσης.

Η Ίρις και η μεγαλύτερη αδελφή της μεγάλωσαν δίπλα στη γιαγιά τους, η οποία είχε τυφλωθεί απ’ το DDT και τα υπόλοιπα επαναστατικά φυτοφάρμακα που είχε φέρει στην Ελλάδα ο Μάρσαλ μαζί με τα δολάρια.
Παρεμπιπτόντως, μόνο το σολάνο, ο λεγόμενος Γερμανός, δεν επηρεάστηκε καθόλου από τις δώδεκα μη βιοδιασπώμενες πολυχλωριωμένες ενώσεις, γνωστές και ως Βρωμερή Δωδεκάδα -Dirty Dozen.

Η γιαγια-Πηνελόπη συνήθιζε να παίρνει τα εγγόνια της μπροστά στη φωτιά, κι ενώ τα χέρια της έπαιζαν πιάνο -έτσι έλεγε το πλέξιμο- τους τραγουδούσε παραμύθια, αρχαιοελληνικούς μύθους και κουτσομπολιά απ’ το χωριό.

Η Ίρις καθόταν τόσο κοντά της, που η κολόνια Μυρτώ της γαργαλούσε τη μύτη, και την κοιτούσε καταπρόσωπο, απολαμβάνοντας την κίνηση των χειλιών, το βγάλσιμο της μασέλας με τη γλώσσα και το ρούφηγμα που την επανάφερε στη θέση της, τις νεκρές κόρες που σάλευαν αδιάκοπα πίσω απ’ τα βλέφαρα.

Κάθε βράδυ, η μόνη της διασκέδαση ήταν το πρόσωπο της γιαγιάς της, αφού η τηλεόραση είχε μόνο δυο κανάλια και κανένα απ’ αυτά δεν έπαιζε στο ορεινό χωριό της Πιερίας. Έτσι έμαθε να κοιτάζει τους ανθρώπους από πολύ κοντά, σχεδόν εξ επαφής, πράγμα που δεν ενοχλούσε καθόλου την τυφλή Πηνελόπη, όμως έκανε όλους τους άλλους ν’ αποφεύγουν το βλέμμα της, λες κι ήταν η Μέδουσα η ίδια, που θα τους έκανε αγάλματα.

Οι δάσκαλοι της αρχικά ενθουσιάζονταν με την προσοχή που τους έδινε η μικρή μαθήτρια, αλλά σύντομα ξεκινούσαν να παραπονιούνται στο γραφείο για τη Γοργωπούλου, που δεν τους άφηνε να κάνουν το μάθημα τους.

Οι συμμαθήτριες της έβαζαν τα κλάματα, αν τύχαινε να τις αγριοκοιτάξει η Ίρις. Τ’ αγόρια απέφευγαν να την πειράζουν και την είχανε για μάγισσα. Οι γονείς κι οι γείτονες πήγαιναν στο σπίτι της για να παραπονεθούν, αλλά σαν αντίκριζαν τη μικρή Γοργόνα –κι αυτή η Γοργόνα δεν είχε καμία σχέση με την Άριελ- θυμόντουσαν τα δικά τους ανομήματα κι έφευγαν χωρίς να ρίξουν ούτε ένα λιθαράκι.

Έτσι μεγάλωσε χωρίς φίλους και χωρίς γονείς, μόνο με το εκφραστικό πρόσωπο της γιαγιάς και την παρέα της Ευρυάλης, της ρηχής αδελφής της, που δεν είχε τίποτα να κρύψει.

~~{}~~

Όταν οι γονείς της γύρισαν -απ’ τα στρατόπεδα εργασίας της Γερμανίας, βρήκαν ένα κορίτσι στα πρόθυρα της εφηβείας. Τους έκανε να ντρέπονται που είχαν φύγει, χωρίς ποτέ να τους πει κουβέντα γι’ αυτό. Η μητέρα έπεφτε κλαίγοντας για ύπνο και μουρμούριζε: «Γιατί μας κοιτάει έτσι; Για το καλό της το κάναμε.» Αλλά ένιωθε τύψεις. Γι’ αυτό κι έκλαιγε.

Η Ίρις κατάλαβε ότι μπορούσε να διεισδύσει στα εσώψυχα των άλλων μόνο με τα μάτια της ή τουλάχιστον να τους κάνει να νομίζουν ότι το μπορούσε, πράγμα αρκετό για ν’ αρχίσουν από μόνοι τους ν’ αποκαλύπτονται.

Ως φοιτήτρια στο Αριστοτέλειο απέφευγε να κάνει χρήση της δύναμης της, αφού είχε μάθει –κάπως αργά- ότι κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί τα ελαττώματα του, οι περισσότεροι τα απέκρυπταν απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό.

Φορούσε διαρκώς μαύρα γυαλιά, ακόμα και την νύχτα, γιατί της ήταν ευκολότερο να τη θεωρούν εκκεντρική παρά φρικιό. Έτσι κατάφερε ν’ αποκτήσει λίγους φίλους, που τους έχασε σαν γύρισε απ’ το Παρίσι χωρίς τα μαύρα της γυαλιά και δίχως πια την ανάγκη να είναι αρεστή. Η Ίρις σταμάτησε να κρύβει τα μάτια της κι έγινε ξανά η Μέδουσα.

~~

Όποιος μιλούσε μαζί της, ένιωθε σαν να ήταν ξαπλωμένος στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι, σαν να ήταν διάφανος, λες κι αυτή η γυναίκα με τη διαπεραστική ματιά μπορούσε να καταλάβει τα πάντα κι ακόμα περισσότερα, σαν να ήξερε μυστικά που το υποκείμενο ακόμα δεν είχε συνειδητοποιήσει.

Έκανε όσους βρίσκονταν κοντά της να προσέχουν την κάθε λέξη που έλεγαν, τις εκφράσεις του προσώπου, να μη σκαλίζουν τη μύτη (ξεκάθαρος συμβολισμός διείσδυσης), να μην ξεροβήχουν (απώθηση πρόθεσης πεολειχίας), να μην εκφράζονται αρνητικά για τους γονείς τους, να μην εκδηλώνουν υπερβολικά την απέχθεια τους για τα περιττώματα (ένδειξη προσκόλλησης στο πρωκτικό στάδιο), να μην αηδιάζουν όταν βλέπουν κατσαρίδα (σε ποια τρύπα θα μπει;).

Όταν η Ίρις χαμογελούσε, έγνεφε ή έλεγε «μμμ, καταλαβαίνω» ο συνομιλητής της τρόμαζε και ψαχνόταν μήπως είχε πει κάτι που εξέθετε τη σκοτεινή του πλευρά στο ανακριτικό της φως. Δεν προσπαθούσε ιδιαίτερα για να προκαλεί αυτά τα συναισθήματα. Αρκούσε ν’ αναφέρει το αντικείμενο των σπουδών της –πρόφερε μακρόσυρτα τη λέξη ψ-υ-χ-α-ν-ά-λ-υ-σ-η κοιτώντας ασκαρδαμυκτί το θύμα- κι όλοι απομακρύνονταν ή ξεκινούσαν να της διηγούνται τα όνειρα τους.

Οι περισσότεροι αισθάνονταν άβολα μαζί της. Κάποιος φοιτητικός της φίλος και περιστασιακός εραστής την απέφευγε, γιατί όπως είχε πει: «Όταν είμαι με την Ίριδα νιώθω σαν μικρό παιδί που έχει κάνει αταξία, σαν να στέκομαι μπροστά στην τεράστια μητέρα μου που ξέρει ότι εγώ κατούρησα στο χαλί, όχι ο σκύλος, εγώ, αλλά δε μου λέει τίποτα, παρά περιμένει να το παραδεχτώ, και δεν ωφελεί να πω ψέματα, γιατί ξέρει τα πάντα, και… Δεν την αντέχω άλλο, δεν την αντέχω δευτερόλεπτο.»

~~

Επιπλέον η Ίρις κουβαλούσε πάνω της τον αέρα της Παριζιάνας, τυλιγμένο γύρω απ’ το κεφάλι της σαν αμυγδαλωτή αύρα, στα ρούχα της, στα μαλλιά της, στον τρόπο που μιλούσε και περπατούσε.

Στην Αθήνα ένιωθε σαν υπερωκεάνιο σε δεξαμενή ή σαν πρωτευουσιάνα που πήγαινε διακοπές στο χωριό. Όλα της φαίνονταν μίζερα και μικρά, επαρχιώτικα, κι αντιμετώπιζε με συγκατάβαση τους στενόμυαλους συμπατριώτες της, που τα όρια του κόσμου τους εκτείνονταν από το Κολωνάκι ως το Γκάζι κι από τον Πειραιά ως τη Μύκονο ή τα Κουφονήσια.

Χαμογελούσε βαριεστημένα όταν της μιλούσαν για τον Σηκουάνα και το Λούβρο. Αυτή είχε περπατήσει σε ανώνυμα σοκάκια του Παρισιού κι είχε κάτσει σε μπιστρό που δεν αναφέρονταν σε κανέναν ταξιδιωτικό οδηγό.

Η εκκλησία όπου πήγαινε για ν’ ανάψει ένα κεράκι κάθε τόσο –γιατί η Ίρις, παρά τις σπουδές της, δεν είχε ποτέ αμφιβολίες για την ύπαρξη του Θεού- ήταν λίγο μεγαλύτερη από το εξομολογητήριο της Νοτρ Νταμ. Αλλά εκεί μέσα δε θα έβρισκες ποτέ Γιαπωνέζους –ή Έλληνες- τουρίστες, παρά μόνο κάτι Γαλλίδες γριές που βρωμούσαν τσιγαρίλα και ταγγισμένο τυρί (μάταια άνοιγε τα ρουθούνια της, μήπως και συλλάβει λίγα πτητικά μόρια απ’ την κολόνια Μυρτώ), ντυμένες με μονοκόμματα εμπριμέ φορέματα που είχαν ράψει μόνες τους και παντόφλες που είχαν αγοράσει στη λαϊκή.

Δεν είχε ανέβει ποτέ στον Πύργο του Άιφελ, όπως κανείς Αθηναίος δεν πάει στην Ακρόπολη αφότου τελειώσει με το σχολείο και τις σχολικές εκδρομές. Ανέφερε κάθε τόσο, με σκανδαλιστικά παριζιάνικη προφορά, κάποιο restaurant rare, χαμένο κάπου ανάμεσα στη Rue Garneron και την Rue de κανείς-δεν-ξέρει-πού, όπου είχε δοκιμάσει το καλύτερο terrine de saumon aux epinards.

Ή έλεγε μια γαλλική λέξη, élucubrer, και μετά αναρωτιόταν και ρωτούσε πώς το λένε αυτό στα ελληνικά. Κανένας απ’ τους φίλους της δεν ήξερε να της απαντήσει κι όσο η Ίρις κοιτούσε το ταβάνι προσπαθώντας να βρει την απάντηση, έκαναν μορφασμούς αηδίας κι έτριβαν κοροϊδευτικά τη μύτη τους με το δείχτη.

~~

Μόνο η καλύτερη της φίλη, η Έλενα, είχε καταλάβει πως ο γαλλοπρεπής σνομπισμός της Ίριδας δεν ήταν τίποτα άλλο από μεταμφίεση, ένα ετοιμόρροπο και προχειροφτιαγμένο προκάλυμμα, προκειμένου να διαφυλάξει αυτό το τόσο τρωτό και εύγευστο μαλάκιο –που οι χριστιανοί αποκαλούν ψυχή κι οι ψυχαναλυτές id- από την ψυχοφθόρα συνάφεια των γνωστών αγνώστων που την περιτριγύριζαν.

Δεν την πίεσε. Την άφησε να γαλλίζει και να παπαγαλίζει, στίχους του Μποντλέρ (C’est l’Ennui!) και στάσεις του παρισινού μετρό (Odéon, Abbesses, Saint Michel) μέχρι που κάποιο βράδυ που είχαν μείνει μόνες τους σ’ ένα μπαρ (ήταν αργά κι ο μπάρμαν τους έριχνε άγριες ματιές, καθώς τακτοποιούσε τα ποτήρια του) τη ρώτησε, πιάνοντας της το γόνατο: «Τι σου συνέβη στο Παρίσι;»

Η Ίρις έσπασε, σαν αρχαίο αγγείο που φτάνει ένα ανεπαίσθητο χτύπημα για να γίνει κομμάτια, αποκάλυψε το μυστικό της κι έκλαψε στην αγκαλιά της φίλης της σε αμιγή ελληνικά. Ο μπάρμαν, που άκουσε κατά λάθος την εξομολόγηση, ξέχασε για λίγο το ωράριο και τις κέρασε από ένα τελευταίο ποτό.

Από εκείνη την νύχτα η Ίρις έβγαινε μόνο με την Έλενα –συνήθως πήγαιναν στο ίδιο μπαρ, όπου ο μπάρμαν ήξερε τι πίνανε- και σταμάτησε να προσποιείται πως δε θυμάται τι σημαίνει élucubrer.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα «Το δέντρο στην άκρη του κόσμου», του Γελωτοποιού, εκδόσεις Ρενιέρη.

Θα το βρείτε στο http://comicon-shop.gr/, Σόλωνος 128, οι εν Αθήναις.

Οι Θεσσαλονικείς μπορούν να επικοινωνήσουν με το my_sanejoker@yahoo.gr

Οι υπόλοιποι Ελλαδίτες ταχυδρομικά από το http://comicon-shop.gr/

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΈνα παιδί που το είπαν Αμαντέους
Επόμενο άρθροΟ Αλντεμπαράν στο κελί του Θεού

Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.