Η αποδόμηση του φωτός, των υδάτων, της σελήνης

1
835

_dsc0223«Η αποδόμηση του φωτός»

  1. Θα μπορούσα ν’ αρχίσω και να κλείσω λέγοντας: Είτε είσαι φως, είτε το ψάχνεις. Τρίτο δεν έχει.
  2. Κατά τον Γελωτοποιό όμως, είτε θα ανάψω άλλους 29 φάρους, είτε θα χαθώ στης σκοτεινιάς τα κύματα. Τρίτο δεν έχει.
  1. Πρώτο φως, τα μάτια της μάνας. Βιολογικής ή μη, θηλυκού ή αρσενικού γένους.
  1. Οι σταγόνες μετατρέπουν το ηλιακό φως σε χρώματα της ίριδας. Το βρέφος εσωτερικεύει την ποιότητα της αγάπης που δέχεται απ’ έξω και την αντανακλά στην μνήμη του.
  1. Τι κι αν φωτίζει ο ήλιος ετούτο τον πλανήτη; Μυριάδες τα πλάσματα της γης πεθαίνουν στο σκοτάδι. Εν αρχή λοιπόν, δεν είναι ούτε ο λόγος, ούτε ο ήχος, ούτε το φως. Εν αρχή είναι η μάνα.
  1. Άραγε ν’ αγαπώ περισσότερο το φως ή το σκοτάδι; Να την απλώσω την μπουγάδα ή θα το γυρίσει πάλι σε κλάμα ο καιρός;
  1. Έχει το φως καιρό; Δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσε, ούτε και πού πηγαίνει. Θαρρώ πως όπου φως, μέτρημα δεν χωράει.
  1. Έμαθα να γράφω στο σκοτάδι γυρεύοντας το φως και είτε κεντούσα αδαώς την αγωνία μου, είτε τον χρόνο σταματούσα.
  1. Ίσως η συνείδηση του προϊστορικού ανθρώπου να διαστέλλονταν κάθε φορά που αυτός δάμαζε την φωτιά. Ή μήπως να ήταν το Εγώ του αυτό που κολακευόταν πρώτο;
  1. Κάπου στην Ανατολή, το θάρρος και η φωτιά είναι αδέλφια. Και τα δύο εδράζουν στην καρδιά.
  1. Κλειστή καρδιά, ήσσον θολός νους. Πλανεμένος νους. Βλέπει τις σκιές, όχι το φως.
  1. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το αντίθετο του φωτός δεν είναι το σκοτάδι, αλλά ο φόβος.
  1. Ο αδερφός μου με παρότρυνε να μην φοβάμαι να γράψω για το φως. «Δεν είναι δύσκολο. Εμπρός, αποδόμησέ το!«. Ακόμα χειρότερα. Αποδομείται το φως;
  2. Φωσφορίζοντες μετεωρίτες, τα βέλη του μικρού τοξοβόλου. Ναι, αν το καλοσκεφτείς ο έρωτας σε κάνει και πάλι παιδί.
  1. Ο εραστής βαδίζει σκυφτός στο κατώφλι του αποχαιρετισμού. Έπεσε βαρύ σκοτάδι. Αυτά παθαίνεις όταν αγοράζεις φως απ’ έξω. Και τότε λέει, πρέπει να μεγαλώσεις. Η μάνα δεν είναι πια εδώ.
  1. Ο Λέοναρντ Κοέν εικάζει ότι στα πάντα υπάρχει μια ρωγμή και πως κάπως έτσι το φως γλιστράει μέσα. Στην κουζίνα του σπιτιού μου πάντως δεν τα κατάφερε. Το μοναδικό φως που υπάρχει εκεί είναι αυτό της λάμπας. Ούτε δύει, ούτε ανατέλλει.
  1. Στην κουζίνα του σπιτιού μου η αίσθηση του χρόνου αλλοιώνεται. Όχι με την έννοια του άχρονου, αλλά με την έννοια του παγωμένου, του συνηθισμένου. Του δεν-υπάρχει-τίποτα-να-περιμένεις.
  1. «Τζάμπα καίει η λάμπα. Τζάμπα σε θυμάμαι.«. Ήταν το μότο ενός ραδιοφωνικού παραγωγού στα fm της βαριάς καψούρας. «Ένα, δύο, τρία, κόκκινο φως!». Ήταν το μότο στα fm της άναρχης ανεμελιάς.
  1. Η κουζίνας του σπιτιού μου είναι κάτι σαν το Μαντείο των Δελφών. Είναι και δεν είναι φως. Σου δίνει και δεν σου δίνει απαντήσεις.
  1. Η κουζίνα του σπιτιού μου σε προκαλεί να βρεις το φως μέσα σου. Αποφάσισα να κρεμάσω έξω απ’ την πόρτα της μια επιγραφή με το «γνῶθι σαὐτόν».
  2. Με συναρπάζει που αδυνατώ να συλλάβω το πόσο γρήγορα τα μάτια μας μετατρέπουν το φως σε είδωλα.
  1. Μαύρες τρύπες που ξελογιάζουν το φως, οι σειρήνες των ματιών μας.
  1. Καθώς ήμουν μικρή αναρωτιόμουν αν όλα όσα δεν βλέπω εξακολουθούν να υπάρχουν.
  1. Αν η αμφιβολία ήταν πάθηση των οφθαλμών, θα ήταν σίγουρα πρεσβυωπία. Μείωση δηλαδή της όρασης / προσοχής σε οτιδήποτε βρίσκεται κοντύτερα στο εδώ.
  2. Η αχρωματοψία είναι το φως που επαναστατεί ενάντια στο κατεστημένο της pop αισθητικής.
  1. Ίσως τα μάτια μας, αυτό το βιολογικό πρίσμα, να είναι το πιο μαγικό και συνάμα διαστροφικό όργανο που υπάρχει στο σύμπαν. Σ ’αυτό σίγουρα θα συμφωνούσε και ο Νάρκισσος.
  1. Αλήθεια, πόσο επιπόλαιο να ανακατεύω το σύμπαν με τις δικές μας μικρές ανθρώπινες υποθέσεις; Σύμπαν: σύμπλεγμα ανυπολόγιστου σκοταδιού και φωτός.
  1. Άραγε οι τυφλοί να κυλούν πιο εύκολα προς τα μέσα, σε εκείνο το άλλο το φως;
  1. Οι ενοχές μας, συλλογίζομαι, φαίνονται καλύτερα στο σκοτάδι παρά στο φως. Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι ανησυχούν σαν μένουν μόνοι τους τη νύχτα.
  1. Δεν ξέρω αν αγαπώ περισσότερο το φως απ’ ότι το σκοτάδι. Φαίνεται ότι για να κατανοήσει κανείς το πρώτο, χρειάζεται να εξαντληθεί στωικά μέσα στο δεύτερο.

~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο αυτό, ένα Σβάιτσερ για το φως, γράφτηκε από τη Γεωργία Δ, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία είναι δική της.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Murder Ballads»

Πόσο αγαπούσα το νερό. Μνήμες ολόκληρες καλοκαιριών με κατακλύζουν.

Ραντεβού στη Χαλκιδική μετά το σχολείο. Μαγιό και το δρομάκι το πέτρινο να στενάζει από τα ξύλινα σαμπό μας.

Δεν χρειαζόμασταν τίποτε άλλο από τη θάλασσα το καλοκαίρι. Άμμος και νερό και τη χαρά να ρέει αβίαστα από τα σώματά μας.

Χαρούμενοι που ήμασταν μες το νερό και τον ιδρώτα του ήλιου.

Ανάβαμε φωτιές και κάναμε beach parties. Ακούγαμε Clash και Suede και βουτούσαμε στη θάλασσα, όλο γέλια, ανυποψίαστοι.

Τι έγινε; Πότε άρχισα να μην καταλαβαίνω το νερό να πέφτει δροσερό στο σώμα μου;

Θα μπορούσα να είμαι ή να μην είμαι βρεγμένη, χωρίς να αλλάζει τίποτα.

Μια κίνηση και πέφτω. Ήχος υγρός, όχι γδούπος ακριβώς, όταν το κουπί με διώχνει μακριά από τη βάρκα.

Τα μαλλιά, μπερδεμένες κλωστές γύρω μου.

Το νερό δεν με χαΐδεύει πια. Ίσως να πέρασε η ώρα.

Και τα νερένια μάτια στραμμένα όλα πάνω μου.

Πηγαίνω πέρα-δώθε.Μες στο νερό.

Άσπρο το δέρμα, φεγγοβολάει στο μάτι του γλάρου. Ατσάλι και ράμφος, έχουν μπλεχτεί με τον ουρανό και τον ήλιο.

Και τα νερένια μάτια σε επιφυλακή.

Μάλλον πηγαίνω βαθειά.

Εκεί που ενώνεται το νερό με τα σύννεφα θα ξαναγεννηθώ.

Το στήθος μου πλησιάζει ένα γλαρόνι. Μικρός άρπαγας καρφιτσώνεται πάνω μου. Εύκολα γυρνάω ανάποδα.

Βαπτίστηκα μες την κολυμπήθρα του Σιλωάμ.

Ο βυθός με κοιτάει.

Ανασηκώνομαι λίγο από τη γλιστερή τους σάρκα. Τσίμπημα, ανασήκωμα, τσίμπημα, ανασήκωμα.

Σκληρά, νερένια μάτια.

Από κοντά δεν υπάρχει ομορφιά. Η χαρά, βουβή μου μνήμη, πήρε τέλος από καιρό. Μόνο το νερό κυλά και συνεχίζει.

Ωσότου και η μνήμη αυτή να χαθεί από το τσιμπούσι του βυθού που έγινε το κορμί μου.

Φρουρός της ύλης το νερό, άσκοπος κριτής.

Νομίζω με δέχεται μέσα Tου.

~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο, Σβάιτσερ για το νερό, γράφτηκε απ’ την Σκαθαροζουμη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Ο ανηφορικός δρόμος για το δικό μου φεγγάρι»

Φεγγάρι, βράχος στο απέραντο.

Λένε πως αποσπάσθηκε βίαια απ’ τη μάνα του, τη Γη, αλλά δεν ήθελε να φύγει μακριά της. Ούτε κι εκείνη άντεχε να το αποχωριστεί. Μένουν αιώνια κοντά, δεμένοι.

Φεγγάρι, βράχος στο απέραντο.

Άλλοι λένε πως αφού περιπλανήθηκε στις γειτονιές του διαστήματος, πλησίασε έναν μπλε πλανήτη. Θαύμασε και Θαυμάστηκε. Αγαπήθηκαν, η Γη το υιοθέτησε. Μάνα και παιδί, τόσο διαφορετικοί και τόσο ταιριαστοί.

Λένε πως όταν η Γη θέλει λίγο παραπάνω να κοιμηθεί, μπαίνει ανάμεσα σ’ αυτήν και τον Ήλιο. Τον κρύβει για λίγο. Αυτό, το τόσο μικρό, αυτόν, τον τόσο μεγάλο.

Φεγγάρι, βράχος στο απέραντο.

Λένε πως όταν γεννήθηκε ήταν τόσο ασυγκράτητο, που μη ελέγχοντας την έλξη του, απορρόφησε το δίδυμό του. Δυο ψυχές σε ένα σώμα. Σε αρμονία και διαμάχη, για πάντα.

~~

Φεγγάρι, εξουσιαστής των νερών. Και των συναισθημάτων.
Διαβρώνει.
Τα κυριεύει.
Άλλοτε τρυφερά και γάργαρα κι άλλοτε με την ορμή του φουσκωμένου ποταμού -και του καταρράκτη.

Φεγγάρι, που βλέπει τον κόσμο τη νύχτα. Ασπρόμαυρο τον βλέπει, με ασημένιες λάμψεις. Αφήνει την ψυχή ήσυχη να κοιτάξει μέσα της, όταν η βοή της μέρας έχει καταλαγιάσει. Την αφήνει να αναλογιστεί τις χαρές και τις πληγές της.

Φεγγάρι, φύλακας των ονείρων. Τον κόσμο των ονείρων βλέπει. Σ’ αυτόν τον κόσμο ζει.

Φεγγάρι της αγωνίας. Χωρίς τον Ήλιο δεν φανερώνεται.

Κλέφτης του φωτός γίνεται για να το δούμε. Λίγο – λίγο, σιγά – σιγά και κοπιαστικά. Κι εκεί που πανηγυρίζει ολόφωτο, αρχίζει πάλι να μικραίνει και να χάνεται. Ήσυχο και σιωπηλό, ζει την αγωνία του Σίσυφου.

Να ‘ξερες πόσο σ’ αγαπώ γι αυτή σου την σιωπηλή αγωνία. Ένα τσεπάκι κρυφό έχω στη μέσα μεριά του ρούχου μου, όσο πιο κοντά γίνεται στην καρδιά μου, μόνο για σένα.

Και σε παρηγορώ κάθε φορά, να θυμηθείς, κάθε τέλος προσφέρει μια καινούρια αρχή. Την κάθε σου αγωνία θα την ακολουθεί πάντα ένας καινούριος θρίαμβος.

Φεγγάρι που ψιθυρίζει. Που κάνει και δεύτερες σκέψεις.
Ο ήλιος φωνάζει. Χαρούμενος φωνακλάς.

Φεγγάρι που κανείς δεν το ζωγράφισε χαρούμενο. Πάντα θλιμμένο.

Κάποιοι νομίζουν πως είναι αδιάφορο. Δεν το πιστεύω. Ξέρει να κρατά μυστικά. Τα δικά του και των άλλων.

Φεγγάρι που συντροφεύει ποιητές κι ερωτευμένους.
Κι επαναστάτες. Και παράνομους.

Λατρεμένο από τους ερωτευμένους. Με ίδια μοίρα. Δοξάζονται και εκπίπτουν. Φωτίζουν, αλλά έχουν και σκιές. Μαγεύεσαι και ζεις σε ονειρική κατάσταση.
Υπνωτισμένος.

~~

Εκάτη και Ενδημίωνας.

Φεγγάρι, απόκοσμη χορεύτρια, που δίνει κάθε νύχτα την παράστασή της.
Φεγγάρι η Σαλώμη, γητεύτρα και επικίνδυνη στο χορό των πέπλων.

Λατρεμένο από τους ποιητές. Με ίδια μοίρα. Άμπωτη και παλίρροια η έμπνευση. Ψάξιμο να γίνει το άφατο λέξεις.

Μυστικιστές, που υπερβαίνουν το ορατό και αναζητούν τι κρύβει το αόρατο.

Καρδιά μου, τρομαχτικότερη σελήνη, λέει ο Καρούζος.
Φεγγάρι που δίνει τη δύναμη στα πουλιά να ονειρευτούν, λέει ο Paul Varlaine.
Ποιου φεγγαριού η χάση, άμπωτη και παλίρροια, δίδυμες αδελφές μου, σηκώνει μέσα μου, λέει η Κατερίνα Γώγου.

Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα, πόσο σκοτεινή μπορεί να γίνει η αγάπη, λέει ο Μπρικνέρ.
Ο Φελίνι του δίνει φωνή «Η φωνή του φεγγαριού».
Ουράνιο μαργαριτάρι το περιγράφει ο Σέξπιρ.

Οι Pink Floyd βλέπουν στην πίσω του πλευρά το ψυχογράφημα των ανθρώπων. Κι ο Weber βάζει τις γάτες του στη γιορτή της πανσελήνου να μπορούν να ζήσουν τις αναμνήσεις τους και να επιλέγουν ποια γάτα θα ξαναζήσει.

Χάρτινο για τον Νίκο Γκάτσο, κάνει μάγια στον Ερρίκο Θαλασσινό, είναι πράσινο ή κόκκινο, ένα φεγγάρι του καθενός.

Αυτό που ο Magritte ζωγραφίζει, ένα φεγγάρι πάνω από κάθε άνθρωπο.

Φεγγάρι γυναίκα. Με δώδεκα ισχυρούς δεσμούς, δημιουργεί μαζί με τον ήλιο πλέγμα ακατάλυτο που καθορίζει την ανθρώπινη μοίρα.

Η γέννηση και η επιστροφή στην ανυπαρξία, η γονιμότητα, η θηλυκότητα.

Θεά μεταβαλλόμενη και μυστηριώδης για τους Μάγια, η Ιζ Τσελ, η πρώτη γυναίκα. Το “φως του υπέρτατου όντος” θα πει το όνομά της. Αλλά είναι και η μοχθηρή βούληση των θεών.

Σελήνη από το σέλας, το φως για τους αρχαίους Έλληνες. Αλλιώς Μην, Πασιφάη, Αίγλη, Φοίβη, Ήρα. Και Άρτεμης, παρθένα που βοηθά τους πολεμιστές και τους βασιλείς να απονείμουν δικαιοσύνη.

Εκάτη, θεά της μαγείας, με στέμμα την ημισέληνο, οδηγεί άρμα με ταύρους, μισούς λευκούς και μισούς μαύρους, για να ισορροπούν τη φωτεινή με τη σκοτεινή πλευρά της, την κρυφή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, την αόρατη όψη των πραγμάτων, τη διαίσθηση, το παράλογο.

Εκάτη, Μέδουσα και Ερινύες, με τριπλή όψη, με εξουσία στον ουρανό, στη θάλασσα αλλά και χθόνια.

Οι βουδιστές συνδέουν την περίοδο της πανσελήνου με περίοδο ισχυρής πνευματικής ισχύος, και η Κωνσταντινούπολη την έκανε σύμβολό της. Από εκεί το πήραν οι Οθωμανοί.

Τα παλιά χρόνια, λένε οι Σιλούκ, μια φυλή στο Σουδάν, οι άνθρωποι ακολουθώντας ένα ανηφορικό δρόμο ανέβαιναν στο φεγγάρι. Αλλά μετά κουράστηκαν. Και από τότε δεν μπορούν πια να ανεβαίνουν.

Φεγγάρι, βράχος στο απέραντο.

Γοητευτικός και μαγικός, άνυδρος και αφιλόξενος, μαργαριτάρι ή σιωπηλός καβαλάρης, ποτέ όμως αδιάφορος, όπως και να τον έχει ο καθένας μέσα του, ότι και να συμβολίζει γι αυτόν.

~~

Σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό, χωρίς ηλεκτρισμό, μικρό κοριτσάκι, κάθομαι στο κεφαλόσκαλο με το κεφάλι στα γόνατα του παππού. Βλέπω τον ουρανό με τα εκατομμύρια αστέρια του και το μισό του φεγγάρι. Κι είναι πλημμυρισμένη η ψυχή μου.

Μου λέει παραμύθια για το σύμπαν. Κι αν απλώσω το μικρό μου χέρι, μπορώ όλα να τ’ αγγίξω. Δεν το κάνω. Είναι όλα έτσι ακριβώς όπως πρέπει να είναι.
Τέλεια.

Είναι το δικό μου φεγγάρι.
Αυτό που τελικά κράτησα μέσα μου.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~`

Το κείμενο για το φεγγάρι έγραψε η Ελπίδα, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.