Ο άγγελος που μου ‘δωσε των εκλογών το μέλλον

0
180

Εψές το βράδυ πλάγιαζα και δίπλα μου η Νέλλη,
να εισέλθω ετοιμαζόμουνα στου Ύπνου το βασίλειο,
αυτού που ονομάζουνε και αδελφό του Χάρου.
Μα λίγο πριν να κοιμηθώ Άγγελος φανερώθη.
Άγγελος λίγο ντροπαλός, χωρίς να ‘χει ρομφαία,
παρά μαχαίρι κρητικό διπλοακονισμένο,
που έπαιζε στα χέρια του σαν να ‘τανε παιδίον,
παιδί που θάρρος γύρευε να πει όσα του είπαν.
Τα μάτια μου εθάμπωσαν, τα γόνατα λυγίσαν’
και με φωνή που έτρεμε τον ρώτησα: «Πως πάει;»
«Μ’ έστειλε ο Πατέρας μας, των πάντων ο Πατέρας»,
ο Άγγελος αναφώνησε κι ακούστηκε η φωνή του,
σαν μια καμπάνα χάλκινη τον Όρθρο που σημαίνει.
«Είδε πως βάσανα πολλά πέρασες τόσα χρόνια,
χωρίς ποτέ να βλαστημάς, χωρίς να βλαστημήσεις,
γι’ αυτό και τ’ αποφάσισε ρεγάλο να σου κάνει…
Ζήτα ό,τι θες και μη δουλιάς, μπορεί Αυτός τα πάντα.»
Τι να ζητήσω σκέφτηκα, τι δώρο να ζητήσω;
Δόξα και χρήμα δε ζητώ, είναι αυτά τα δύο,
σαν το νερό της θάλασσας και σαν τα αλκοολούχα:
Πίνεις και πιότερο διψάς και πιότερο γυρεύεις.
«Να βλέπω τα μελλούμενα», του ζήτησα τ’ αγγέλου.
Μ’ αυτός δεν ήταν άγγελος που είχε εξουσία,
αρχάγγελος ή χερουβείμ ή κάτι πιο μεγάλο.
Ήτανε νεοσύλλεκτος και δύναμη δεν είχε.
Έτσι για δώρο μου ‘δωσε κάτι κάπως αστείο,
την πρόβλεψη των εκλογών την άνοιξη που θα γίνουν.
Και τότε όραμα τρανό τα μάτια μου προείδαν,
έγχρωμο και τρισδιάστατο του κινηματογράφου.
Είδα στην τηλεόραση να δείχνουνε το χάρτη,
της άμοιρης της χώρας μας το χάρτη επικρατείας,
ξεχωρισμένο σε νομούς κι όλοι γαλάζιοι να ‘ναι.
Κι οι άνθρωποι οι ασήμαντοι που βγαίνουνε στα κανάλια
τον έδειχναν και χαίρονταν σαν να ‘ταν μεθυσμένοι.
«Μεγάλη νίκη», φώναζαν, «μίλησε η Ελλάδα».
Κι ύστερα εμφανίστηκε άντρας διοπτροφόρος,
αυτός που όλο άλλαζε γνώμη για το μνημόνιο.
«Πετύχαμε», ξεφώνισε, «μεγάλη νίκη πάλι.
Με 20% τη χώρα κυβερνάμε.»
Βγήκανε και χορεύανε οι άνθρωποι στους δρόμους,
μια χούφτα ανθρώποι ήτανε αλλά πανηγυρίζαν’.
Ίδια πανηγυρίζανε κι οι άλλοι, τα γερόντια,
που τόσα χρόνια ψήφιζαν την πράσινη ελπίδα.
Πανηγυρίζαν’ οι στραβοί, οι κλέφτες κι οι πουτάνες,
που όλοι μπήκαν στη Βουλή να κάνουνε παράτες.
Πανηγυρίζαν’ οι χαζοί, δεύτεροι αυτοί βγήκαν,
αυτοί που υποτίθεται αριστεροί πως είναι.
Πανηγυρίζαν’ οι ναζί που έφτιαξαν και κόμμα.
Πανηγυρίζαν’ οι leftwing, πρώτη φορά που είχαν,
τόσο μεγάλη δύναμη τίποτα να μην κάνουν.
Όλοι πανηγυρίζανε κι όλοι είχανε κερδίσει,
μόνη χαμένη ήτανε η λογική -κι η ελπίδα.
Ύστερα εμφανίστηκε, εν μέσω μεγαφώνων,
αυτός που μοιάζει με ρομπότ κι ανθρώπινος δεν είναι.
Κι ας έχει όνομα αυτός ενός των Αποστόλων,
μονάχα τον Αντίχριστο υπηρετεί εν γνώση.
Αυτός που όλοι δοξάζουνε -φαύλοι και τραπεζίτες,
αυτός που ονομάζουνε σωτήρα και προστάτη
των ελευθέρων αγορών και χρηματιστηρίων.
Βαστούσ’ αυτός την εντολή, άνωθεν τη δοσμένη,
να κυβερνήσει ατάραχα κουρελιασμένη χώρα.
Να παραδώσει εαυτόν, ψυχή και τους πολίτες,
στα νύχια του αρπακτικού που έχει χίλια νύχια.
Που έχει χίλια κέρατα, παιδί της Βαβυλώνας,
κι όλον τον κόσμο τον κρατά, το αίμα του το πίνει.
Κι όσοι χειροκροτούσανε, όσοι πανηγυρίζαν’,
κακοί αυτοί δεν ήντουσαν, στραβοί μονάχα ήταν,
ακούσανε το διάγγελμα κι αμέσως γονατίσαν’.
«Φόροι πολλοί θα έρθουνε, περικοπές, χαράτσια,
μέχρι που να πουλήσετε την ίδια την ψυχή σας.
Σπίτια δε θα ορίζετε και γη δε σας ανήκει,
όλα θα πρέπει να δοθούν για να τραφεί το κτήνος.
Αυτά που ονομάζετε πατρίδα κι ιστορία,
θα πρέπει να ξεχάσετε αν θέλετε να ζείτε.
Μα πρέπει να το ξέρετε, περίεργο δεν είναι,
το αίμα αυτών των εκλογών, της ψήφου σας το βάρος,
στων επομένων γενεών θα πέσει τα κεφάλια.
Παιδιά κι εγγόνια βάζετε στης αγοράς τ’ αλώνι,
αυτά θα αλωνίζουνε για να τραφούν οι ξένοι.
Γιατί δεν είναι τέσσερα τα χρόνια της θητείας,
αφού τ’ αποφασίσατε για πάντα θα ‘στε σκλάβοι.»
Κλάματα δεν ακούστηκαν ουτ’ οδυρμοί, βλαστήμιες,
μονάχα χειροκρόταγαν αυτοί που είχαν ψηφίσει.
«Να πέσει στα κεφάλια μας, σε μας και στων παιδιών μας»,
έλεγαν οι κοντόφθαλμοι, έλεγαν οι πολίτες.
Τα μόνα που όλο κλαίγανε τ’ αγέννητα μωρά τους
και τα μικρά στις κούνιες τους που έχαναν τη ζωή τους.
Που δούλοι θα γεννιόντουσαν ή γεννηθήκαν’ δούλοι,
και μια ζωή θα πλήρωναν γονέων αμαρτίες.

Τον άγγελο τον φώναξα πίσω για να γυρίσει,
το δώρο του το απεχθές ευθύς να μου στερήσει.
Μα εκείνος μόνο γέλασε και είπε πριν να φύγει:
«Δε γίνονται επιστροφές, την μοίρα σου ορίζεις.
Μονάχος σου το ψήφισες αυτό που θα σου τύχει.»