Ποιος ξέρασε στο διάσημο μπλε αδιάβροχο του Κοέν;

0
1407

Είναι ευχάριστο να βρίσκεις τις σκέψεις σου διατυπωμένες από κάποιον άλλο -σε βιβλίο, σε ταινία, σε τραγούδι.

Ειδικά αν ο άλλος είναι κάποιος «μεγάλος», αυθεντία στον χώρο του.

Ίσως γιατί έτσι όλοι εμείς που αμφιβάλλουμε για όσα σκεφτόμαστε (υπάρχουν κι εκείνοι που δεν αμφιβάλλουν για τίποτα) αισθανόμαστε ότι η αυθεντία επικυρώνει το ένστικτο μας.

Στην πραγματικότητα κανείς δεν επικυρώνει τίποτα, απλά επιλέγουμε -ασυνείδητα μάλλον- να δώσουμε προσοχή σε απόψεις που συμφωνούν με τις πεποιθήσεις μας.

Nihil cognitum quin praevolitum. Δεν μπορείς να γνωρίσεις τίποτα άλλο απ’ αυτά που επιθυμούσες να γνωρίσεις.

Αυτή είναι η πικρή -και παράξενη- αλήθεια: Μαθαίνουμε αυτά που θέλουμε να μάθουμε, ακούμε μόνο όσα ψάχναμε ν’ ακούσουμε και -κυρίως- θυμόμαστε αυτά που μας βολεύει να θυμόμαστε.

Ή αναπροσαρμόζουμε τις αναμνήσεις μας κατά το δοκούν.

Θα σας το εξηγήσω καλύτερα με μια ιστορία, με μια αναπάντεχη συνάντηση που μου συνέβη πριν λίγες μέρες.

~~

Στην εορταστική Αριστοτέλους συνάντησα τυχαία έναν συμμαθητή που είχα να δω απ’ το σχολείο -την εποχή που οι Nirvana είχαν κυκλοφορήσει το Nevermind κι όλοι ψάχναμε στην ντουλάπα της γιαγιάς για καμιά grunge ζακέτα.

Άργησα να τον αναγνωρίσω -κι εκείνος εμένα. Ο τωρινός Γιάννης είναι είκοσι κιλά βαρύτερος από εκείνον τον δεκαεφτάχρονο που ήξερα, με κοντά μαλλιά στο χρώμα του αλατοπίπερου, βέρα στο δεξί χέρι και ντύσιμο που οι γονείς μας (τότε) θα ενέκριναν με δάκρυα στα μάτια.

Μετά την πρώτη έκπληξη και τις πρώτες κουβέντες (Πώς βρέθηκες εδώ; Τι γίνεσαι;), καθώς και τις πρώτες σκέψεις (Πώς γέρασε έτσι; Λες να γέρασα κι εγώ;), καθίσαμε να πιούμε ένα κρασί και να θυμηθούμε τις παλιές-καλές-μέρες.

Η συζήτηση γνωστή σε όλους όσοι έχουν πατήσει τα σαράντα: Τι κάνει ο τάδε; Πόσα παιδιά έκανε ο δείνα; Έχεις νέα του απαυτού;

Κάποια στιγμή ο Γιάννης αναφέρθηκε γελώντας στο επικό μεθύσι που είχαμε κάνει στον τελευταίο χορό του σχολείου. Και μίλησε για την αποκορύφωση της βραδιάς, όταν την έπεσα σε μια καθηγήτρια για να τη φιλήσω -κι ύστερα ξέρασα πάνω της.

«Συγνώμη, Γιάννη», τον διέκοψα, «αλλά δεν τα θυμάσαι καλά. Εσύ την είχες πέσει στη Βλαχάκη. Και καθώς προσπαθούσε να σε απωθήσει έκανες εμετό στο περίφημο μπλε σακάκι της.»
«Εγώ; Δεν είσαι με τα καλά σου. Εσύ ήσουν.»

Για λίγο η συζήτηση θύμιζε κουβέντα πεντάχρονων:
«Εσύ το κανες» «Όχι, εσύ» «Όχι εγώ, εσύ» «Εσύ, σου λέω»

Για να λυθεί η παρεξήγηση ο Γιάννης πήρε τηλέφωνο τον τρίτο της τσακαλοπαρέας, τον Χρήστο. Εκείνος, αφού πρώτα τον έβρισε γιατί ήταν αργά και κοίμιζε την μικρή του κόρη, μας είπε ότι δεν θυμόταν τίποτα απολύτως από ‘κεινη τη νύχτα. Μόνο ότι τον κουβάλησαν σπίτι κι όταν άνοιξε την πόρτα η μάνα του ρώτησε: «Μεθυσμένος ή χτυπημένος;»

Σαν έκλεισε το τηλέφωνο ο Γιάννης ήπιε μια γουλιά κρασί, άτμισε το ηλεκτρονικό του τσιγάρο και είπε:
«Εσύ ήσουν.»
«Όχι, εσύ. Είμαι βέβαιος.»

Αν ήταν χολιγουντιανή ταινία οι δύο ήρωες θα έψαχναν να βρουν τη Βλαχάκη, για να ρωτήσουν την ίδια. Κι αφού θα περνούσαν διάφορα απρόοπτα στα μέρη όπου μεγάλωσαν θα συναντούσαν κι εκείνη, που φορώντας το ίδιο famous blue raincoat, θα τους έλεγε:
«Κανείς απ’ τους δυο σας. Ο Χρήστος ήταν.»
Και θα τους έκλεινε την πόρτα στα μούτρα.

Όμως το Χόλιγουντ απέχει απ’ τη Θεσσαλονίκη 13.000 μίλια -πάνω κάτω. Έτσι απλώς αδειάσαμε το μπουκάλι μας, αποχαιρετιστήκαμε με την υπόσχεση να ξαναβρεθούμε, και χωρίσαμε.

Όταν γύρισα σπίτι είπα στη Νέλλη για την απρόοπτη συνάντηση και την κατασκευασμένη ανάμνηση του Γιάννη.

Κι εκείνη είπε: «Μα μου την έχεις διηγηθεί παλιότερα αυτή την ιστορία. Πώς την έπεσες στην καημένη την καθηγήτρια και μετά ξέρασες στο κόκκινο σακάκι της.»
«Αποκλείεται», έκανα έντρομος. «Δεν ήμουν εγώ, δεν μπορεί να ήμουν εγώ.»

~~

Για να καταφέρω να κοιμηθώ έπιασα να διαβάζω μια συλλογή διηγημάτων του Σόμερσετ Μομ, του πιο γνωστού Άγγλου συγγραφέα -τουλάχιστον στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.

Στην εισαγωγή ο μεταφραστής ανέφερε μια σκέψη του Μομ: «Ο συγγραφέας πρέπει να γράψει μια ιστορία. Εκεί μέσα μπορεί να βάλει όλους τους φιλοσοφικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς του, τα πάθη του και τους φόβους του, αλλά πρέπει να γράψει μια ιστορία. Ο συγγραφέας οφείλει πρωτίστως να διασκεδάσει τον αναγνώστη. Αλλιώς έχει αποτύχει.»

Δεν ξέρω ποια αγγλική λέξη μετέφρασε ο μεταφραστής ως «διασκέδαση». Ίσως στα ελληνικά να ακουγόταν καλύτερο το «να ψυχαγωγήσει» ή το «να συγκινήσει».

Όμως μου φάνηκε ότι ο Μομ (και ο μεταφραστής του) είχε δίκιο γι’ αυτή τη λέξη. Ίσως γιατί συμφωνώ μ’ αυτή τη σκέψη.

Όταν ένα καλλιτεχνικό έργο είναι βαρετό τότε το αφήνω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Κλείνω το βιβλίο, βγαίνω από το θέατρο-συναυλιακό χώρο-γκαλερί, σβήνω την τηλεόραση-τον υπολογιστή.

Θα ζήσω πολύ λίγα στη μικρή μου ζωή -όση απομένει- για να τη χαραμίζω σε βαρετές ενασχολήσεις και ανούσιες θεάσεις-ακροάσεις-αναγνώσματα.

Και -τελικά- δεν έχει σημασία ποιος ξέρασε στο μπλε αδιάβροχο του «Λέοναρντ Κοέν». Αρκεί που έγινε κι έχουμε κάτι να θυμόμαστε, κάτι που μπορούμε να το κάνουμε ιστορία.

Κάπως έτσι κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ, χαμογελώντας, ενώ σκεφτόμουν ότι πρέπει να γράψω κάτι για το καινούριο συνεργείο δημιουργικής γραφής.

Ποιος ο λόγος, άλλωστε, να γράφεις αν δεν το διασκεδάζεις εσύ κι αν δεν το διασκεδάζουν οι αναγνώστες σου;

~~~~~~~~~~~~~~~

Το Συνεργείο Δημιουργικής Γραφής 2018 αρχίζει τη Δευτέρα, στις 29 Ιανουαρίου, και γίνεται στη Θεσσαλονίκη. Για πληροφορίες-συμμετοχές στείλτε μήνυμα στο my_sanejoker@yahoo.gr