Η Μοίρα και ο Θάνατος

0
1370

Μοίρα

1) Καθώς σήκωνε το χέρι του μπροστά στην τσιγγάνα, που του ζητούσε επιτακτικά να της δείξει την παλάμη του, ούτε κατά διάνοια δεν μπορούσε να φανταστεί τι θ’ άκουγε.
`
Το μελλούμενο του έλεγε πως σε χρόνο περιττό η εικόνα της λάμψης του θα γέμιζε ζωές ανθρώπων αγνώστων.
`
Δύο χρόνια μετά ο Γιόχαν έψαχνε ακόμη για μια μόνιμη δουλειά, γυναίκα, φίλους και λόγο διατήρησης της φαντασίας και των ονείρων του. “Η μοίρα σου δε γράφεται στην παλάμη” μονολόγησε.
`
2) Όταν αποφασίζω πως θέλω να είμαι ευτυχισμένος και καταφέρνω να σώσω τις ημέρες που κυλούν μονότονα, τότε η επιτυχία χρεώνεται σε μένα και στον αγώνα που κάνω με το μυαλό μου να δράσω κόντρα σε ο,τι με βαραίνει.
`
Όταν πάλι δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι και να παίξω τα βλέφαρα με σκέρτσο και ζωντάνια, τότε τα ρίχνω στη μοίρα και στα παιχνίδια που σκαρφίζεται να παίζει επάνω μου. Καημένε Γιόχαν.
`
3) «Ό,τι συμβαίνει τέκνον μου είναι θέλημα Θεού» ψέλλισε ο πάτερ μετά το πέρας της εξομολόγησης.
«Σκατά», αναφώνησε ο Γιόχαν. «Από παιχνίδι της μοίρας γεννήθηκα Έλληνας και χριστιανός. Αν γεννιόμουν Θιβετιανός βουδιστής θα ήταν θέλημα του Βούδα και ο Θεός τότε θα αναρωτιόταν ποιος είμαι εγώ και από ποιόν ζητάω βοήθεια.»
`
4) Η μοίρα μας, μας έφερε στο ίδιο τραπέζι και εκεί ακριβώς κατάλαβα μαζί σου τι παίζει.
`
«Μα καλά τι μαλακίες ακούει και φτιάχνεται ο κόσμος. Δύο χρόνια που σε βλέπω άβαφη τα πρωινά στη δουλειά ούτε που γύρισα να κοιτάξω το κορμί σου, αλλά απόψε αυτό το βαθύ ντεκολτέ και οι κόκκινες γόβες, και το λευκό κολλητό παντελόνι και κυρίως το ερεθιστικό σου άρωμα μου έδειξαν το δρόμο προς το φως. Και βασικά ότι έχω να πάω με γυναίκα έξι μήνες και έχω πιει 8 μπύρες με έφεραν κατ ευθείαν στο τραπέζι σου. Εκεί μάλιστα που είπες ότι μένεις μόνη σου κατάλαβα αμέσως μαζί σου τι θα παίξει. Το μόνο που με ενόχλησε είναι που το πρωί αντί για Γιόχαν με είπες Νίκο.»
`
5) Τον τελευταίο καιρό τα βράδια του Σαββάτου είχε πάψει να βγαίνει για ποτό. Έλεγε σε όλους πως προσπαθούσε να κόψει το τσιγάρο και πως ήθελε να σηκώνεται νωρίτερα τις Κυριακές και να απολαμβάνει περιπάτους.
`
Η αλήθεια είναι πως απλώς βαριόταν να στήνεται στις μπάρες και να γυρνά αργά μεθυσμένος και μόνος στο διαμέρισμα του.
`
Εκείνο το βράδυ άνοιξε τον υπολογιστή του. Συνδέθηκε στο λογαριασμό του, username:johans4k, password: ****** και έβαλε ένα ντοκιμαντέρ για την αρχαία Ελλάδα.
`
Μετά από ένα δίωρο και αφού είχε ψάξει κάθε κουτσομπολιό των e-φίλων του γύρισε στης σελίδα του βίντεο. Η αυτόματη αναπαραγωγή είχε βάλει πλέον μπροστά στην οθόνη του το < Μυθολογία, Αρχαίοι Ημίθεοι, οι εργάτες της εποχής.
`
Ο Ηρακλής, ο Πάνας και ο Προμηθέας ήταν όπως σχεδόν τους είχε στο μυαλό του από μικρό παιδί. Μακρυά μαλλιά, σωματώδεις σοβαροί και αγέλαστοι.
`
Η Μοίρα όμως εκείνο το βράδυ τον συγκλόνισε. Αντί για μια μαυροφορεμένη γριά γεμάτη ρυτίδες και με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο να σέρνει πίσω της αλυσίδες, κιβώτια και κλειδιά, είδε μια εντυπωσιακή, πανέμορφη και με καλοσχηματισμένο σώμα καλλονή.
`
Εκείνη κρατούσε στα χέρια της ένα κλειδωμένο κουτί με κόκκινες ακανόνιστε ζωγραφιές , περπατούσε ανάλαφρα και τα μαλλιά της κυμάτιζαν την πλάτης της.
`
“Αυτή με κυνηγάει” αναρωτήθηκε; “Και εγώ γιατί ζητάω να της αλλάξω; Έλα κοντά μου. Γίνε δικιά μου”
`
6)Η μοίρα των λαών, των ανθρώπων δηλαδή που ζουν περιορισμένοι σε νοητά σύνορα αποδεχόμενοι πως η διαφορετικότητα τους βασίζεται στη γλώσσα το χρώμα του δέρματος, τη θρησκεία κτλ και όχι στην κουλτούρα και το διαμορφωθέν σύστημα αξιών στο οποίο ζουν, είναι ζοφερή. Η οικονομική ευημερία, λάσπη στα μάτια τους, τους κάνει φοβισμένα χαρούμενους. “Κανένας άνθρωπος δεν πήγε στον παράδεισο οδηγούμενος από φόβο’’ Γιόχαν 14/11/18
`
7)Η μοίρα του Οδυσσέα έγραφε άραγε ότι θα ταλαιπωρείται, μην καταφέρνοντας για χρόνια ολάκερα να γυρίσει σπίτι του ή ότι θα είχε την τύχη να είναι ο πλέον πολυταξιδεμένος άνθρωπος στης εποχής του.
`
Εκείνος που τα μάτια του θα έβλεπαν και το μυαλό του θα επεξεργαζόταν όσα κανένας μέχρι τότε δεν μπόρεσε να χωρέσει όχι σε μια σκέψη αλλά σε μια ζωή.
`
Κατανόησε λοιπόν άραγε ποτέ ο Οδυσσέας τι ακριβώς είχε η μοίρα γράψει για αυτόν; Ο Γιόχαν πιθανότατα να είχε ξεμείνει στο νησί της Κίρκης και να είχε γίνει το γεύμα της. Κατά τα άλλα τα υπόλοιπα θα τα έκανε ακριβώς όπως ο Οδυσσέας.
`
8.) “Στο σταθμό του Μονάχου με πέταξε άκου η μαύρη μοίρα μου, μάνα κακομοίρα μου”, τραγουδούσε ο Γιόχαν εδώ και δύο ώρες μέσα στο αεροπλάνο. Αν και δεν ταξίδευε με τρένο, αυτό ήταν το μόνο τραγούδι που ήξερε για το Μόναχο.
`
Ακόμη δεν ήταν κάποιος μετανάστης στη δεκαετία του 60΄αλλά ένας αστός οικογενειάρχης με μια δουλειά 8-5 που είχε αφήσει πίσω του για τρεις μέρες γυναίκα και παιδιά και πήγαινε να παρακολουθήσει την ομάδα του κόντρα στην Βayern.
`
Ενώ λοιπόν τραγουδούσε ξανά και ξανά αυτό το ρεφρέν μιας και δεν θυμόταν παρακάτω, αναρωτήθηκε γιατί το ήξερε και γιατί η μνήμη του είχε καταγράψει στη RAM της αυτούς τους στίχους.
`
Συγγενείς μετανάστες δεν είχε ούτε καν γείτονες. Ο Στράτος δεν του άρεσε και τα τραγούδια του τα θεωρούσε είτε κλαψιάρικα είτε ψευτομόρτικα.
`
Αφού είδε το ματς και τελείωσε την τριήμερη του βόλτα στο αεροπλάνο της επιστροφής τραγουδούσε το έντιμε άνθρωπε κυρ Παντελή.
`
9) Όταν τον ρώτησαν, μικρό παιδί ακόμη στο γυμνάσιο, αν θα μπορούσε να αλλάξει κάτι πάν στον κόσμο τι θα ήταν, ο Γιόχαν με όλη την αγνότητα της ηλικίας του δίχως έννοιές και προβλήματα απάντηση “ Τη μοίρα των ανθρώπων”. Εννοώντας πως θα άλλαζε κάθε τι που έκανε τους ανθρώπους μίζερους, κατσούφηδες και αγχωμένους.
`
10.) Ο τζόγος στα κέρδη είναι τύχη και στη χασούρα μοίρα. “Γαμώ τη μοίρα μου” βροντοφώναξε ο Γιόχαν.
`
Το κείμενο έγραψε ο Στάθης Καρκαντώνης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

`

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Θάνατος

  1. Πεθαίνει αργά όποιος δεν αποφασίσει να ζει τη ζωή του με πάθος, όποιος δεν δυναμώνει την ένταση του ραδιοφώνου όταν ακούει το αγαπημένο του τραγούδι, όταν δεν παραιτείται από μια απαίσια δουλειά, όταν δεν υψώνει το ανάστημά του.
  1. Το να προσπαθήσεις να συμβιβαστείς με τα πάντα, είναι σχεδόν ένας καθημερινός θάνατος.
  1. Δεν έχει νόημα να φοβάσαι το τέλος, όταν κάθε μέρα ζεις ένα τέτοιο. Κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια και τελειώνει η μέρα, κάθε φορά που αποχαιρετάς κάποιον, κάθε φορά που πεθαίνουν τα λουλούδια στο μπαλκόνι σου. Ζεις συνεχώς μικρούς θανάτους.
  1. Δεν ξεχνιέται όποιος πεθαίνει, πεθαίνει όποιος ξεχνά.
  1. Ο θάνατος με φόβιζε πάντοτε, μέχρι που έχασα κάποιον που αγάπησα πολύ και έπειτα, ήξερα πώς επιβιώνεις από αυτό. Είναι όπως λέν, ο μόνος τρόπος για να καταπολεμήσεις τον φόβο σου. Να σου συμβεί ό,τι φοβάσαι να σου συμβεί.
  1. Μήπως δεν πεθαίνεις κάθε φορά που σέρνεις τις παντόφλες σου, κάθε φορά που αρνείσαι ένα ρίσκο, μια αλλαγή ή κάτι που θα σε βγάλει από τη βολεψιά σου;
  1. O Γούντι Άλεν έλεγε «Δεν είναι ότι φοβάμαι να πεθάνω, απλώς δε θέλω να είμαι παρών εκείνη τη στιγμή». Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, θα είναι σίγουρα παρών, προσπαθώντας να σκηνοθετήσει το φινάλε του.
  1. Οι άνθρωποι από μικροί μαθαίνουν πως δεν θα ζουν για πάντα, πως μια μέρα θα πεθάνουν. Γι’αυτό πιστεύω κατά βάθος είναι πάντα λίγο θλιμμένοι.
  1. Άραγε αν ήξερες πως η ζωή δεν τελειώνει ποτέ, θα ήσουν ο ίδιος άνθρωπος; Oι πράξεις σου θα είχαν την ίδια σημασία, ή θα σε ενδιέφεραν οι συνέπειες;
  1. Εδώ έχουν πεθάνει όλα γύρω μας. Μυρίζει μόνο καμμένο. Ο αέρας είναι μαύρος.
  1. «Καμιά φορά αναρωτιέμαι για ποιο λόγο προσπάθησα. Αφού ήξερα από την αρχή πως όλο αυτό θα τελείωνε. Είναι περίεργο να περιμένεις διαφορετικό τέλος, όταν ήταν ξεκάθαρο εξ αρχής πως ό,τι είχαμε θα πέθαινε. Δεν είναι περίεργο; Νόμιζα πως μπορείς να αλλάξεις τις καταστάσεις, όμως αφού δεν μπορείς να αλλάξεις τους ανθρώπους τι σημασία έχει;» είπε, σήκωσε τους ώμους με τη βαρεμάρα που έχει ένας εποχιακός υπάλληλος στα Τζάμπο όταν τον ρωτάς αν θα ξαναφέρουν πολύχρωμα φωτάκια τις επόμενες μέρες. Είτε φέρουν είτε δεν φέρουν, εκείνος ξέρει πως σε ένα μήνα θα την κάνει από εδώ.
  1. Ο Γούντι Άλεν έλεγε «Υπάρχουν και χειρότερα πράγματα απ’ το θάνατο. Όποιος έχει περάσει μια βραδιά μ’ έναν ασφαλιστή με καταλαβαίνει» αλλά εγώ ζω 34 χρόνια με έναν ασφαλιστή, τον πατέρα μου. Και μπορώ να πω πως έχει μεγάλη πλάκα.
  1. «Όσο ζεις, μπορείς να πεθάνεις και να ξαναγεννηθείς όσες φορές θέλεις. Και κάθε φορά μπορείς να επιστρέφεις αναβαθμισμένος σαν υπολογιστής»
  1. Υπάρχει ένα νησί, ανάμεσα στην Ινδία και τη Μαλαισία, που όποιος το επισκέπτεται πεθαίνει. Για την ακρίβεια, δολοφονείται από βέλη ιθαγενών. Δεν έχει σημασία αν είστε φίλος ή εχθρός, αν φτάνετε στις ακτές του νησιού με κάποιο σκοπό ή κατά λάθος. Αυτοί θα σας αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο, με δόρατα και βέλη.
  1. Μήπως τελικά ο θάνατος είναι το καλύτερο κόλπο για να σου πει ο θεός πως, ό,τι είναι να κάνεις κάντο τώρα;
  1. Η Λούσυ έχει μια, θα λέγαμε, συνηθισμένη, καλή ζωή. Δεν γίνεται κάτι τρομερό, κάτι ανατρεπτικό ή εξωφρενικά φανταστικό στη ζωή της, από εκείνα που σε κάνουν να πεις «ζωάρα» αλλά εντάξει δεν γίνεται και κάτι άσχημο, κάνει μια καλούτσικη δουλειά και μένει σ’ ένα μικρό διαμέρισμα που διακόσμησε μόνη της και εκφράζει ακριβώς το προσωπικό της στυλ. Συχνάζει σε μπαράκια, πηγαίνει τα Σαββατοκύριακα για brunch, κοιμάται με όμορφα αγόρια αλλά ξυπνά μόνη. Με τους γονείς της τα πηγαίνει καλά. Οι φίλοι της είναι κοντά της. Κι όμως η Λούσυ δεν είναι ευτυχισμένη. Και γι’αυτό η Λούσυ σήμερα το πρωί θα ανέβει στον 12ο όροφο της εταιρείας της και θα βουτήξει στο κενό.
  1. Κάθε μέρα έχεις στη διάθεσή σου τις εξής επιλογές. Να ζήσεις ή να πεθάνεις. Να πεθάνεις από βαρεμάρα, από θλίψη, από απογοήτευση, από οργή. Και πάλι μπορεί να επιλέξεις να ζήσεις παρά τη βαρεμάρα, τη θλίψη, την απογοήτευση, την οργή.
  1. «Είναι σχέδιο ξέρεις. Να μας πάρουν από τη φύση, να μας κλείσουν στα τσιμεντένια κουτιά, να μας βάλουν να πηγαίνουμε κάθε μέρα σε ένα άλλο τσιμεντένιο κουτί για δουλειά, και κάποια στιγμή να πεθάνουμε», μου είχε πει ένας παππούς στη Φολέγανδρο που ζούσε, και ελπίζω να ζει ακόμα, σε ένα καλυβόσπιτο στην άκρη μιας παραλίας.
  1. «Μου έφεραν μια γυναίκα. Αυτή σου πέφτει, αυτή θα πάρεις μου είπανε. Την κοιτούσα για ώρα, όσο περπατούσαμε για να γνωριστούμε. Αυτή η γυναίκα είχε το πιο πεθαμένο βλέμμα που είδα ποτέ μου. Είχε πεθάνει και απλώς περπατούσε δίπλα μου. Είχε πεθάνει κι όμως την έφεραν για να ζήσει μαζί μου. Εκείνο το βράδυ μάζεψα όλα μου τα μπαγκάζια και έφυγα από το πατρικό μου. Μπήκα σε ένα τρένο και δεν γύρισα πίσω, παρά μετά από 10 χρόνια».
  1. Αναρωτιέμαι, αν σήμερα πέθαινα, πόσοι θα έκλαιγαν για μένα. Νομίζω πως όλοι το σκέφτονται κάποια στιγμή, εκεί που κάθεσαι, να αναρωτηθείς «πόσοι θα ερχόντουσαν στην κηδεία μου». Πόσοι θα έκλαιγαν, πόσοι θα έλεγαν «Α, τι κρίμα το κορίτσι» και θα συνέχιζαν τη μέρα τους. Αυτό, ίσως αυτό να πονάει περισσότερο. Το ότι θα συνέχιζαν τη ζωή τους χωρίς τη δική μου ζωή.
  1. «Για μένα έχεις πεθάνει».
  1. Μια μέρα θα πεθάνουμε, όμως όλες τις υπόλοιπες πρέπει να ζήσουμε.
  1. Φαντάζομαι πως η κόλαση είναι ένα ροκ μέρος, με μια τεράστια σκηνή στην οποία η μουσική παίζεται τόσο εκκωφαντικά που δε μπορείς να ακούσεις τις σκέψεις σου.
  1. Το σίγουρο είναι πως δεν ξέρουμε τι θα γίνει στη ζωή μετά θάνατον. Βέβαια το παρήγορο είναι πως μπορούμε να ορίσουμε τι θα γίνει στη ζωή πριν το θάνατο.
  1. Ένα από τα αφόρητα κλισέ που λένε για τους Έλληνες είναι πως επιθυμούμε να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα. Καταρχάς δεν ξέρω κανέναν που να έχει κατσίκες, και σίγουρα δεν έχουν οι γείτονές μου.
  1. «Οι γονείς μου δεν ήθελαν να γίνω ηθοποιός. Όταν είπα στον πατέρα μου πως θα σπουδάσω υποκριτική με έδιωξε από το σπίτι και είπε πως «Εγώ πλέον δεν έχω κανένα γιο, πέθανε». Μετά από χρόνια, και αφού πέτυχα, ξαναμιλήσαμε».
  1. Ο Βενιαμίν Φρανκλίνος έλεγε πως στη ζωή δύο πράγματα είναι σίγουρα. Οι φόροι και ο θάνατος.
  1. Ενας αστυνομικός, ο Γουίλιαμ Μαρτίνεζ, πέθανε από καρδιακή ανακοπή το 2009 κατά τη διάρκεια του σεξ με τρεις γυναίκες! Η χήρα που έμαθε για την απιστία του συζύγου της μετά θάνατον, έκανε μήνυση στο γιατρό, γιατί δεν τον προειδοποίησε ότι το πολύ σεξ μπορούσε να τον σκοτώσει! Παραδόξως, κέρδισε την υπόθεση, γιατί δεν είχε γίνει σωστή διάγνωση.
  1. Ο πιο διάσημος κορτάκιας, το πιο φημισμένο καμάκι της Ιταλίας, ο Μαουρίτσιο Ζανφάντι, ο… Ρωμαίος του Ρίμινι, έχασε τη ζωή του σε ηλικία 63 ετών κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επαφής με μία 23χρονη τουρίστρια. Ακριβώς όπως επιθυμούσε.
  1. Στο σχολείο ανακάλυψα πως ένας φιλόσοφος, ο Χρύσιππος ο Σολεύς, είχε τον καλύτερο θάνατο. Πέθανε από τα γέλια!

Το κείμενο έγραψε το Υπεραστικό Κορίτσι http://yperastikokoritsi.blogspot.com/ στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής