Ηδονολάτρες

0
975

Δεσποσύνη

»Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι αληθινές, να πάτε να γαμηθείτε, είσαστε όλοι ένοχοι.»
Lydia Lunch

» Ανάμεσα σε μαύρες πεταλούδες,
πορεύεται μελαχρινό κορίτσι,
μαζί με ένα άσπρο ερπετό από ομίχλη.»
G. Lorca

~~~~~~~~~~~~
Η πόλη ήταν όμορφη την άνοιξη. Θα ήθελα, από καρδιάς, όλοι οι άνθρωποι να τη δουν. Μύριζε γιασεμί και ζεστή κανέλα κι έμοιαζε σαν ο Αρχιτέκτονας-Θεός να τη σχεδίασε με μοναδικό σκοπό τον εξορισμό της στο φως.

Η μυρωδιά σού επιβαλλόταν, όπως και η ωραιότητα του τοπίου. Κι όταν καμιά φορά είχα τις μαύρες μου, όχι πολύ συχνά, αλλά ναι, όταν μελαγχολούσα λίγο, δεν ήθελα άλλο να μυρίζω το γιασεμί, ήθελα πίσω τις μυρωδιές από τα παιδικά μου χρόνια. Και τότε, θύμωνα πολύ.

‘Οταν θυμώνω, γίνομαι κακιά και άσχημη. Αγκιστρώνομαι σε παιδικές καθηλώσεις, θα έλεγε ο ψυχαναλυτής, όμως εγώ, με ξέρω καλύτερα. Γίνομαι κακιά, θαμπή και κίτρινη κι όλο κάτι θέλω.

Δεν θέλω να μυρίζω γιασεμιά, αλλά τη δαμασκηνιά του κήπου στο πατρικό σπίτι. Δεν θέλω να τρώω θαλασσινά, αλλά την ψαρόσουπα της μαμάς με πολύ λεμόνι και μπούκοβο. Δεν θέλω να περπατάω σε αυτά τα αποπνικτικά πλακόστρωτα, θέλω να κάνω τον περίπατό μου στην παραλιακή στη Θεσσαλονίκη.

Κάποιοι, το ονομάζουν νοσταλγία, και η νοσταλγία, λένε, είναι μια μολυσματική νόσος. Δεν ξέρω να σας απαντήσω. Μα τόση ομορφιά, κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάποιες φορές ήταν δυσβάσταχτη. Όμως, πράγματι, λίγες φορές. Γιατί υπήρχαν κι αυτές οι παραμυθένιες μέρες, που ήταν πολύ όμορφες. Αλήθεια, καμιά φορά δεν έλειπε τίποτα.

Η παλιά πόλη, θύμιζε αλλοτινές εποχές. Από τη μία, τα κάστρα και το ποτάμι, αυτόπτες μάρτυρες στυγερών πολέμων και ρομαντικών στιγμών. Από την άλλη, το τώρα, που δεν είναι εικασία, ούτε ασύλληπτο μυστήριο. Είναι το παρόν, το μόνο που έχουμε εμείς οι άνθρωποι στο λιγοστό του χρόνου που μας δόθηκε.

Το τώρα, όμως, καμιά φορά είναι εξοργιστικό. Όπως εκείνο το πρωινό του Απρίλη που τόσο άκεφα σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι. Ο Ραμόν, ο σύντροφός μου, με φίλησε και με ρώτησε αν ήθελα καφέ.

Ο Ραμόν, λοιπόν, φαινομενικά, ήτανε ο πιο υπέροχος σύντροφος του κόσμου. Όμορφος, ευκατάστατος, συλλέκτης σπάνιων κινηματογραφικών ταινιών, φωτογράφος ασπρόμαυρων στιγμών, ευγενικός, αψεγάδιαστος και tabula rasa στον έρωτα.

Μπορούσες να κεντήσεις πάνω του όλα τα μυστικά του φτερωτού θεού, κι έπειτα να τα χρησιμοποιήσεις υπέρ σου.

Τα παιδιά καλών οικογενειών, ακόμη και στον έρωτα έχουν τρόπους. Πώς το λένε, δεν παραφέρονται. Όταν τσαλακωθούν όμως, θεωρούν πως πέφτουν τόσο χαμηλά, που σχεδόν αγγίζουν το λαουτζίκο. Και τότε, ξεκινάει ένα ατέρμονο παιχνίδι μίσους με τον μύστη τους.

Τις τελευταίες μέρες, υπήρχε πολύ ένταση στο σπίτι. Και οι δυο είχαμε αρχίσει να καταλαβαίνουμε πως δεν ήμασταν απλά ασύμβατοι χαρακτήρες, αλλά ορκισμένοι ταξικοί εχθροί.

Αυτός, εξοργιζόταν με οτιδήποτε με αφορούσε. Τον τρόπο που ρουφούσα τη σούπα μπροστά στη μητέρα του, τους φίλους μου, την αγάπη μου για την μουριά στην αυλή, ακόμη και για τις εκδρομές που επέλεγα να κάνουμε. Με φώναζε άγριο ζώο.

Εγώ, ως ηδονίστρια, άργησα να καταλάβω τι έφταιγε. Μου ήταν αρκετές οι χαρές και η ελαφρότητα του έρωτα. Όταν με επισκεπτόντουσαν οι δαίμονες, τους έδιωχνα με μεγάλη μαεστρία.

Όμως, τον τελευταίο καιρό, δεν ήθελα απλά να φύγω μακριά του. Ήθελα να χαθεί από προσώπου γης. Αυτός και όλοι οι όμοιοί του.

Με θύμωναν οι καλοί τρόποι του, η απάθειά του, η έλλειψη συμπόνιας προς όλα τα έμψυχα -και τα καλοσιδερωμένα του πουκάμισα. Μισούσα την άψυχη μάνα του με το κυριλέ σπίτι της, τους αποστειρωμένους φίλους του και τα βελούδινα χέρια του. Τον φώναζα γαμημένο αστό.

Ο Ραμόν, θεωρούσε ότι αν αλλάζαμε γειτονιά, θα ξεπερνούσαμε όλα μας τα προβλήματα. Θα ήμουν μακριά από τους φίλους μου κι επιπλέον θα σταματούσα να φτιάχνω λικέρ με τα μούρα της αυλής και να βρομίζω τα χέρια μου. Επέμενε πως αυτή η μποέμ γειτονιά μας κάνει κακό κι ότι αν γινόμουνα καλό κορίτσι η ζωή μας θα γινότανε όπως τότε που γνωριστήκαμε.

Εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, λοιπόν, ξύπνησα κακόκεφη αλλά ήρεμη. Αυτός, όπως πάντα απαθής. Μου ζήτησα να τον συνοδεύσω στη λίμνη που πριν δεκατέσσερα χρόνια σκόρπισαν τις στάχτες της αδερφής του.

Η Ελεονόρ, πνίγηκε στα δεκαοχτώ της. Κατά τη οικογένεια, έπαθε αλλεργικό σοκ μέσα στην πισίνα που κολυμπούσε από παιδί.

Κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη αυτή η εξήγηση. Ο παππούς μου, σκοτώθηκε στα είκοσι εννιά του όταν καταπλακώθηκε απ’ το τρακτέρ που οδηγούσε. Άλλης κλάσης θάνατος, αλλά τεκμηριωμένος. Υπήρχαν μάρτυρες.

Μοναδικός μάρτυρας του θανάτου της Ελεονόρ ήταν ο μονάκριβος αδερφός της. Ο τρόπος που εξιστορούσε τα γεγονότα αυτό το άψυχο καθίκι ήταν απίθανος. Μιλούσε για την αδερφή του όπως θα μιλούσε κάποιος για το εξαφανισμένο κατοικίδιο του γείτονα. Με μια απόσταση εκκωφαντική.

Προσπέρασα να νεύρα μου κι αποφάσισα να τον ακολουθήσω. Θα πηγαίναμε με την οικογένειά του στην παγωμένη λίμνη, πίσω από τα πιο ψηλά βουνά της πόλης, να πετάξουμε λουλούδια και να κλάψουμε για την Ελεονόρ.

Με διαβεβαίωσε πως πρώτη φορά Θα ερχόταν στο μνημόσυνο και κάποιος άλλος εκτός οικογένειας. Με κοίταξε μ’ εκείνα τα παγωμένα καστανά του μάτια και μου είπε πως είμαι η γυναίκα της ζωής μου.

Ο φόβος μούδιασε τις συσπάσεις του προσώπου μου. Γύρισα από την άλλη και του ζήτησα ευγενικά έναν καφέ. Όσο μου ετοίμαζε τον ελληνικό, μου έλεγε πως θα έπρεπε να σταματήσω να πίνω αυτή την άθλια σκόνη από την Ελλάδα που λερώνει τις πορσελάνινες κούπες μας. Θα πίναμε εσπρέσο τα πρωινά μας, εκεί, στο καινούριο ευτυχισμένο μας σπιτικό.

Μπήκα βιαστικά στο μπάνιο, άνοιξα το νερό στο ντουζ κι ενώ ετοιμαζόμουν να ξεσπάσω σε κλάματα, σώπασα. Είδα το είδωλο του κουρασμένου μου προσώπου στον καθρέφτη, χάιδεψα τα μαλλιά μου κι ένιωσα βαθιά συμπόνια για τα βάσανα όλων των γυναικών. Και περισσότερο για τα βάσανα της μικρής Ελεονόρ.

Η ιστορία θα έπρεπε να ξαναγραφτεί από την αρχή. Το καλό θα έπρεπε να νικήσει. Ο Χριστός θα έπρεπε να ελευθερωθεί και ο Βαραββάς να σταυρωθεί. Δεν υπήρχε χρόνος για δάκρυα. Για χάρη μου, για χάρη σας, για την αδερφή μας την Αντιγόνη και για τη μνήμη της αδικοχαμένης Ελεονόρ με τις υπέροχες ποιητικές συλλογές.

~~~~

Το κείμενο έγραψε η Σοφία Α, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αρχιτέκτονας

Τα ραντεβού μας είναι καλοκαιρινά.

Ετοιμάζομαι με μια συγκεκριμένη τελετουργία κάθε βράδυ και τον περιμένω. Δεν ξέρω ούτε τι ώρα θα εμφανιστεί, ούτε αν είναι στην πόλη.

Αφού κοιμίσω τα παιδιά, συμμαζεύω, όχι όλο το σπίτι, μόνο ό,τι φαίνεται από τ’ ανοιχτά παράθυρα. Θέλω το κάδρο όσο γίνεται πιο καθαρό. Ρυθμίζω το φως ώστε να διαχέεται αρμονικά. Προτιμώ η πηγή να είναι επιδαπέδια και να βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του παράθυρου.

Φοράω το αγαπημένο μου άρωμα κι ας μην το μυρίζει αυτός. Κι ας μην ξέρω το δικό του. Κάθομαι στον καναπέ και με την άκρη του ματιού παρακολουθώ αν εμφανίστηκε στη θέση του. Κάθε βράδυ του προσφέρω κάτι άλλο.

Ακόμη θυμάμαι την πρώτη μας επαφή, που δεν ήταν εκείνη την βραδιά που διαπίστωσα ότι με παρακολουθεί και ήθελα να βάλω τις φωνές, να μας ακούσουν όλοι στον ακάλυπτο, την δεύτερη ήταν, όταν κατάλαβα ότι δεν είναι εκεί για να με βλέπει να τρώω ποπ κορν μπροστά στην τηλεόραση.

Τότε που συνειδητοποίησα πως κάτι βαθύ μας συνδέει. Ήταν ηδονολάτρης, όπως κι εγώ.

Εκείνο το ίδιο βράδυ χάθηκα από το κάδρο και του πρόσφερα έναν χορό με τη σκιά μου. Το επόμενο, ένα ρυθμικό στριπ τιζ της σκιάς μου και πάλι.

Έχω χωρίσει νοητά τις συναντήσεις μας σε δυο κάδρα: της σκιάς και του φωτός. Στο σαλόνι χορογραφώ τη σκιά, στο μπάνιο λικνίζομαι στο φως. Αφήνομαι σε μικρές τελετουργικές φροντίδες του εαυτού, άλλοτε ναΐφ, άλλοτε αισθησιακές. Κάποιες φορές του δίνομαι ολόσωμα, άλλες του επιτρέπω μόνο αποσπασματικές όψεις του σώματός μου.

Αυτή την ήσυχη αυγουστιάτικη βραδιά στην άδεια Αθήνα λέω να του χαρίσω και ήχο.

Για στάσου, είναι στην ταράτσα άλλα το τρίποδο δεν είναι στη γνώριμη θέση! Αρπάζω τα κιάλια και ανεβαίνω στην ταράτσα. Έχει στρέψει το τηλεσκόπιο του στην Ακρόπολη. Ρυθμίζω τα κιάλια για να τον δω καθαρά. Βάζει το χέρι του μέσα στο σορτς – το βλέπω να κινείται ρυθμικά στη θέα του Παρθενώνα. Είναι οι καμπύλες του μνημείου που τον ερεθίζουν; Η καθαρή φόρμα που τον καυλώνει; Η αρμονία των ψηλόλιγνων κολονών, που τον κάνει να λιώνει από επιθυμία;

Κατεβαίνω και κάνω ένα γρήγορο ντους. Είμαι βέβαιη ότι δεν παρακολουθεί τις σταγόνες που διατρέχουν το κορμί μου. Σήμερα θα βγω! Τα παιδιά τα έχει ο μπαμπάς τους, ο άγνωστος γείτονας με απατά μ’ ένα μνημείο, δεν έχω λόγο να μείνω στο σπίτι.

Ζηλεύω, όπως αυτός ζηλεύει τον αρχαίο συνάδελφό του. Είναι αρχιτέκτονας, μου το σφύριξε η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας του.

~~
Το κείμενο έγραψε η Σοφία Περιπλανώμενη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.