Θανάσιμες Αμαρτίες

0
1247

Η ιστορία της γυναίκας που στοιχημάτισε τον άντρα της

(Απληστία (avaritia), δαίμονας ο Μαμμωνάς [Mammon])

~~

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ αφορά μια γυναίκα. Την Ελένη Αβαριτάκη. Τουλάχιστον έτσι είπε η κομμώτρια στη μάνα μου κι αυτή με τη σειρά της σε μένα. Αμφιβάλω για την αξιοπιστία οποιασδήποτε κομμώτριας, αλλά η ίδια ισχυρίστηκε ότι είχε γνωρίσει στο παλιό της μαγαζί στη Χαριλάου την καθαρίστρια που δούλευε για λογαριασμό αυτής της Ελένης.

Η Ελένη ήταν μια γυναίκα που πολλές τη ζήλευαν κι ας κακάριζαν μπροστά της “αχ φιλενάδα μου είσαι και πολύ όμορφη σήμερα”.

Είχε βγάλει το οικονομικό με άριστα και μόλις είχε στεφανωθεί με έναν από τους πολλούς μνηστήρες που την πολιορκούσαν από τότε που βγήκε πρόεδρος του δεκαπενταμελούς στο γυμνάσιο.

Καταξιωμένος δικηγόρος, είχε κληρονομήσει την πελατεία του μπαμπά.

“Ελένη μου λεφτά έχουμε, σε θέλω βασίλισσα, δε θα δουλέψεις” της έλεγε και το ‘κανε.

Πόσους καφέδες να πιείς, σε πόσα κλαμπ να χτυπηθείς, κάποια στιγμή βαριέσαι, και η Ελένη μετά από κάποια φτηνά χόμπι (ιππασία, γκολφ) βρήκε αυτό που την κέρδισε.

Αυτό που της έδινε την αδρεναλίνη που τόσο έλειπε από τη ζωή της. Πρώτα αεροδρόμιο, μετά Γευγελή δεν άφησε καζίνο που να μην επισκέφτηκε. Τί είναι μερικά χιλιάρικα μπροστά στα εξαψήφια νούμερα του τραπεζικού λογαριασμού;

Σε μια από τις εξορμήσεις της γνώρισε, άκου τώρα, έναν Μαμωνίδη και αυτός τη σύστησε στη Λέσχη Τυχαιοπαιγνίας Θεσσαλονίκης (ΛεσΤυΘ). Εξαφανιζόταν για μερικές μέρες για να επιστρέψει αργότερα με άδειο πορτοφόλι και μια έκφραση στα μάτια της λες και είχε λείψει 2-3 χρόνια αντί για 2-3 μέρες.

Ένα από εκείνα τα πρωινά τους άκουσε η καθαρίστρια να μαλώνουν άσχημα. Ο δικηγόρος βρόντηξε την πόρτα και έφυγε. Καθώς η καθαρίστρια μάζευε τα κομμάτια από τα σπασμένα πιάτα η Ελένη βγήκε στο μπαλκόνι για να απαντήσει το κινητό της αλλά ξέχασε την πόρτα μισόκλειστη.

“Δεν αντέχω πια, δεν έχω άλλα.”

“Μα ρε συ Μαμωνίδη αλήθεια σε λέω.”

“Όλα ή τίποτα; Τι; Μια τελευταία φορά; Το υπόσχεσαι;”

“Αυτό να το ξεχάσεις, το σπίτι το ‘χουμε μισό μισό.”

“Σίγουρα;”

(παρατεταμένη σιωπή)

“Εντάξει δέχομαι, δώσε μου δυο μέρες.”

Δυο μέρες αργότερα ο δικηγόρος πέθαινε από ένα σύντομο αλλά βίαιο επεισόδιο εσωτερικής αιμορραγίας και πνιγμού. Ο ιατροδικαστής ανακάλυψε ποσότητες νιτροβενζολίου στο στομάχι του.

Στη δίκη που ακολούθησε η Ελένη Αβαριτάκη παραδέχθηκε ότι έβαλε γυαλιστικό πατώματος στο θερμός που έπαιρνε ο άντρας της για τον καφέ και καταδικάστηκε για φόνο εκ προμελέτης. Λένε ότι το πρόσωπό της σε όλη τη διαδικασία ήταν πολύ ήρεμο, ενώ οι κακές γλώσσες ισχυρίζονται ότι χαμογελούσε κιόλας.

Από περιέργεια γκούγκλαρα τη ΛεσΤυΘ και βρήκα τα γραφεία της κάπου στην Ολύμπου. Μια φορά που ο δρόμος με έφερε προς τα εκεί, δεν άντεξα στον πειρασμό και μπήκα μέσα. Ο χώρος ήταν ένα απελπιστικό γραφειάκι και ένας κοντούλης μπάρμπας με γυαλάκια που καθόταν και άκουγε ράδιο παίζοντας με το μπεγλέρι του. Ζήτησα συγγνώμη για την ενόχληση, μάλλον θα είχα κάνει λάθος και έφυγα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε ο Νικηφόρος Αντωνιάδης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Λαιμαργία

(Λαιμαργία –gula, δαίμονας ο Βελζεβούλ [Beelzebub]).

~~

Να σας προσφέρω λίγα κόλλυβα, ρώτησε τον παπά που έκανε το τρισάγιο, μόλις οι εργάτες που έκαναν την εκταφή του έκαναν νόημα πως ήταν όλα εντάξει.

Δεν θέλησε, του προσφέρουν πολλά κάθε μέρα, έτσι είπε, και τα μπούχτισε.

Πρόσφερε και στους εργάτες που αφού έφυγε ο παπάς άρχισαν να ξεχωρίζουν κόκαλα, περιχυμένα με γλυκό κρασί και στάρι με σπόρους από ρόδια, μπαχάρια και ξηρούς καρπούς, από απομεινάρια υφασμάτων.

Αρνήθηκαν κι αυτοί.

Μόλις έφυγαν σέρνοντας το καροτσάκι τους, κάθισε στην άκρη ενός τάφου και κοιτούσε τον ανοιχτό λάκκο και το κυπαρίσσι δίπλα του.

Άνοιξε το γυάλινο σκεύος, έπιασε με τον δείχτη και τον αντίχειρα έναν κόκκο και τον έβαλε στο στόμα της.

Αυτό είναι για την μέρα που γεννήθηκε, σκέφτηκε, χαρά κι ελπίδα, ένα μωρό σαν ήλιος λαμπερός κι έφαγε άλλον ένα για τα παιδικά του χρόνια κι ακόμη ένα για την εφηβεία και τους πρώτους έρωτες του, μνήμες από τις διηγήσεις του.

Οι αναμνήσεις έρχονταν σωρός,δεν προλάβαινε να τρώει σπυρί-σπυρί, έπιασε το κουτάλι με το δεξί της χέρι.

Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, θυμόταν την πρώτη τους συνάντηση, την κοινή ζωή, τις αγάπες, τους καυγάδες, στιγμές-κομμάτια φυλαγμένα ασυναρμολόγητα και σκόρπια στο νου, όπως τα κόκαλα που κάποτε στήριζαν το σώμα και τώρα ίσα που γέμισαν μια μαξιλαροθήκη.

Μπουκωνόταν, δεν σου δίνω, φύγε Βελζεβούλ μακριά μου, όλα μόνη μου θα τα φάω, ψιθύρισε με κακία σε μια μύγα που την γυρόφερνε, κάνοντας μια κίνηση με το αριστερό της χέρι.

Η λαιμαργία της έγινε ένα με κάτι απροσδιόριστο που έμοιαζε σαν ανικανοποίητη επιθυμία και λαχτάρα για ζωή .

Έσυρε βαριά τα βήματα της και λίγο πριν την έξοδο των κοιμητηρίων έμεσε στο χώμα.

~~~

Το κείμενο έγραψε η Φαννή Χατζημωυσή, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής