Δυο φόνοι κι ένα Σάββατο

0
708

Ου φονεύσεις στο ταξίδι της ενηλικίωσης

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Σήμερα ψόφησε ένας ρυτιδιασμένος βάτραχος, μια φώκια που προσπαθούσε να σταθεί όρθια στο πι, ένας γυμνοσάλιαγκας‧ η γιαγιά μου. Ήταν τυφλή και κουφή, τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Ποτέ δεν καταλάβαινε τίποτα όταν ερχόταν ο δάσκαλος της έκθεσης και χαμουρευόμασταν στο δωμάτιο. Μερικές φορές δεν κλείναμε και την πόρτα, το έκανα επίτηδες. Η μαμά μου είχε ήσυχη τη συνείδησή της, γιατί άφηνε κάποιον να με προσέχει. Αυτός φτασμένος καθηγητής, οικογενειάρχης υπεράνω πάσης υποψίας. Προς μεγάλη μου έκπληξη τα εφηβικά μου σπυράκια δεν τον ενοχλούσαν καθόλου, όταν το κάναμε, κι αυτό μου έδινε μεγάλη ανακούφιση.

Παλιά τη μισούσα. Όταν έβλεπε και άκουγε. Τα Σάββατα τα πρωινά που έλειπε η μαμά μου (πάλι), μ’ έβαζε να κάνω γενική καθαριότητα το σπίτι. Με ξυπνούσε από το χάραμα και μ’ έβριζε. Με φώναζε τεμπέλα κι έλεγε πως κανείς δεν πρόκειται να με παντρευτεί. Μου ετοίμαζε τον κουβά και την σφουγγαρίστρα, μου κατέβαζε τα πανιά και τα καθαριστικά. Μπαλκόνια, παντζούρια, τζάμια. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, κάθε απόκρυφη γωνίτσα, φωτιστικά, τα πολύ ψηλά ράφια της κουζίνας. Εκείνη μου κρατούσε τη σκάλα κι έβριζε. Με φοβέριζε πως αν δεν τα κάνω καλά θα με κουρέψει με την ψιλή και θα κάνει τα μαλλιά μου σφουγγαρόπανο. Εγώ ήμουν δέκα, έντεκα, δώδεκα, δεκατρία χρονών.

Και πίστευα πραγματικά ότι ήμουν πολύ τεμπέλα κι ανεπρόκοπη για να αποκαλύψω κάτι απ’ αυτά στη μαμά μου. Εκείνη απ’ την άλλη, της έλεγε πως με συμβούλευε πώς γίνονται οι δουλειές, για να γίνω σωστή νοικοκυρά. Και η μαμά μου την πίστευε. Και μετά ήταν ανεξήγητο πώς ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονών έχει τρεις δισκοκήλες και παίρνει τόσα φάρμακα για να σταθεί όρθιο.

Τα ιδιαίτερα της έκθεσης απέδωσαν. Έγραψα πολύ καλά, 18.9, ήταν το μάθημα που με ανέβασε και πέρασα στην πρώτη μου επιλογή. Σίγουρα πάντως έγινα σωστή νοικοκυρά και εμμονική με την καθαριότητα. Γυναίκα δυναμική με κοντό αγορέ μαλλί. Ευτυχώς έχω πετύχει επαγγελματικά και έχω την πολυτέλεια να παίρνω και καθαρίστρια δύο φορές την εβδομάδα για το σπίτι και το γραφείο, εξάλλου έχω και τη μέση μου.

Ευδοκία. Το όνομά σου είχα διαβάσει κάποτε, σ’ αυτές τις μπούρδες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, ότι φανερώνει γυναίκα όμορφη, με σπινθηροβόλο πνεύμα και τεράστια μόρφωση. Γυναίκα που ωριμάζει γρήγορα και έρχεται σε αντίθεση με την οικογένειά της. Έχει όμορφα και μελαγχολικά μάτια.

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία!

Ευδοκία, ακούς τον ψαλμό; Είσαι εσύ η εύνοια, η χάρις και η έγκριση, είσαι εσύ η καλή διάθεση, η προερχόμενη απ’ το Θεό, να κάνεις όμορφα και ενάρετα πράγματα. Τώρα που πέθανες, ναι, θα πω εγώ.

Ευδοκία αν υπάρχει κόλαση εύχομαι να πας εκεί, αφού πρώτα τα σκουλήκια ανοίξουν άπειρες τρυπίτσες στο πλαδαρό και νερουλιασμένο σου κορμί. Γυναίκα με σπινθηροβόλο πνεύμα καταδικάζεσαι εσαεί να καθαρίζεις μέσα έξω τα καζάνια των αμαρτιών κι ύστερα να πέφτεις μέσα, ξανά και ξανά. Το ευχόμουν με θέρμη και δάκρυα στα μάτια κάθε Σάββατο βράδυ στο μουσκεμένο μαξιλάρι μου εκείνα τα χρόνια. Τότε πίστευα στη δύναμη της προσευχής. Αυτή είναι η ευχή ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού. Τώρα ξέρω πως δεν υπάρχει. Και δεν έχω ιδέα αν θα πας κάπου τελικά και πού.

Ποιος ξέρει αν είχες κι εσύ γιαγιά μελαγχολικά μάτια, αν είχες διάθεση να κάνεις όμορφα πράγματα, πριν ξεπέσεις στο βασίλειο του σπιτιού μας, πριν κλείσει τελείως το ένα σου μάτι και το άλλο μισάνοιχτο γίνει όλο λευκό και εξωγήινο. Εσύ τρεμάμενη βασίλισσα στο θρόνο του πι, κι εγώ μια φοβισμένη υπήκοός σου. Ένα σημάδι από κάψιμο που με τα χρόνια αχνοφαίνεται.

Όταν είχαν καπαρωθεί από τ’ αδέλφια μου όλα τα ονόματα της οικογένειας και από μένα τα βασικά, έλαχε στην μικρότερη κόρη μου, την τρίτη, να πάρει το όνομά σου, Ευδοκία. Το έψαξα. Έχει μεγάλη νομική διαδικασία για ν’ αλλάξεις το όνομα του παιδιού σου, όμως θα το κάνω, αξίζει τον κόπο, είναι μονάχα δύο χρονών, σίγουρα δεν θα θυμάται τίποτα. Τα μάτια της είναι μεγάλα αλλά δεν ξέρω αν θα εξακολουθήσουν να έχουν αυτή τη μελαγχολία, όπως τώρα, κι εγώ δεν έχω την υπομονή να περιμένω αν θα κάνει όμορφα πράγματα.

~~~
Το κείμενο έγραψε η Κάλι Κεχαγιά, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ου φονεύσεις

«Αν κοιτάξεις για πολύ ώρα την άβυσσο, στο τέλος και η άβυσσος θα κοιτάξει εσένα.»
Νίτσε

Η Ελισάβετ μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό στη Δυτική Μακεδονία. Σε ένα τόπο μικρό, δύσβατο, περιτριγυρισμένο από ανθισμένες μηλιές και ξεθωριασμένους ανθρώπους.

Αν δεν έφευγε, σήμερα θα γινόταν εξήντα δύο χρονών. Πέθανε το 2016 γιατί δεν ήθελε άλλο να ζει. Κουράστηκε. Δεν είχε τίποτα να περιμένει. Τα παιδιά της μεγάλωσαν, το σώμα της σκέβρωσε από τα οικιακά και τα χωράφια κι ο παιδικός της έρωτας πέθανε ξαφνικά από ανακοπή.

Η απογευματινή της χαρά να φοράει τα μοσχομυριστά ρουχαλάκια της, να βάζει νιβέα στα ροζ χέρια της και να πηγαίνει στο μίνι μάρκετ του χωριού για τα καθημερινά ψώνια έγινε μαύρο πουλί.

Ο Γιώργος πέθανε, το μίνι μάρκετ έκλεισε, και η καρδιά της άρχισε σιγά-σιγά να σπάει σε πολλά μικρά κόκκινα κομμάτια που καίγανε όπως το πυρωμένο γυαλί.

Η γυναίκα αυτή ήξερε μόνο να αγαπάει, ήξερε μόνο να δίνει. Και πάντα μύριζε σαπούνι και νερό. Μοσχοβολούσε.

Ήταν η καλύτερη φίλη της μάνας μου. Δεν μοιάζανε καθόλου αλλά αγαπιόντουσαν πολύ. Από τα δεκαέξι τους, που βρέθηκαν στην ίδια γειτονιά, κάθε πρωί επτά με επτάμισι πίνανε τον ελληνικό τους μαζί. Μιλούσανε για τους άντρες, τα παιδιά τους, τα κουρασμένα από τις γέννες και τις αγγαρείες κορμάκια τους και για τις δυσκολίες της ζωής.

Καμιά φορά τις άκουγα να κακαρίζουν σαν πλουμιστές κοτούλες και αναρωτιόμουν αν θα έβρισκα ποτέ μια φίλη που να με αγαπάει τόσο πολύ.

Η Ελισάβετ είχε δύο αγόρια που τα μεγάλωσε με πολλή αγάπη και καθημερινά θύμιζε στη μάνα μου πόσο τυχερή ήταν που έκανε τέσσερα παιδιά και είχε και δυο κορίτσια να τα χαϊδεύει τα μαλλιά. Η μάνα απαντούσε πως καλύτερα να έχεις δέκα κορίτσια παρά ένα αγόρι και πως τα αγόρια και ο μπαμπάς την κουράσανε πολύ.

Οι δυο φίλες διασκεδάζανε με τις διαφορές τους και δεν είχανε την ίδια τύχη στον έρωτα. Η μάνα παντρεύτηκε τον μπαμπά από έρωτα και τον λαχταρούσε στο κρεβάτι της. Η Ελισάβετ παντρεύτηκε τον άντρα που της έφερε πεσκέσι ο μεγάλος αδερφός της, δηλώνοντας της με περισσό θράσος πως αυτόν θα πάρει και να ξεχάσει τους έρωτες.

Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι μπορεί να συνέβη στη δεκαεξάχρονη καρδιά της όταν της ανακοινώσανε τα άχαρα νέα. Όταν κατάλαβε πως δεν θα ξαναγευτεί τα φιλιά του αγαπημένου της. Μπορώ να νιώσω τον πόνο της αλλά δεν τον αντέχω. Είναι σαν να μπαίνεις στον πιο όμορφο κήπο του κόσμου και να συνθλίβεις με δύναμη όλα τα ανθισμένα μυστικά. Σαν να σκοτώνεις τη ζωή. Αυτό έκανε εκείνος ο θλιβερός αδερφός. Της σκότωσε την καρδιά.

Τα νέα του θανάτου του Γιώργου ήχησαν βαριά στους χωριανούς. Ήταν ακόμη νέος και ουδέποτε είχε δείξει σημάδια κακής υγείας. Μα πιο βαριά ήχησαν στα αυτιά αυτής της κουρασμένης γυναίκας.

Για ένα συνεχόμενο μήνα έκλαιγε χωρίς λόγο, μαράζωσε, αρρώστησε και ξαφνικά πέθανε. Έφυγε μακριά. Έτσι απλά.

Στον τάφο της, που όλοι όσοι περνάνε αφήνουν όμορφα λουλούδια, δεσπόζει μια φωτογραφία της. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο τούτη η φωτογραφία έχει οπτική επαφή με τη φωτογραφία του Γιώργου, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι. Ολημερίς και ολονυχτίς απολαμβάνουν ο ένας τον άλλον με ένα ελαφρύ μειδίαμα που διαγράφεται στα καλοσχηματισμένα χείλη τους..

Μου αρέσει να περνάω και να τους κοιτάζω. Είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς στο χωριό. Να τους χαμογελάσει και να χαρεί για αυτόν το έρωτα με το αίσιο τέλος.

~~~~

Το κείμενο έγραψε η Σοφία Ασίμου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η τέταρτη εντολή

μνήσθητι την ημέρα των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεω σου· ου ποιήσεις εν αυτη παν έργον, συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου, ο παις σου και η παιδίσκη σου, ο βούς σου και το υποζύγιόν σου και παν κτήνός σου και ο προσήλυτος ο παροικών εν σοί. εν γαρ εξ ημέραις εποίησε Κύριος τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς και κατέπαυσε τη ημέρα τη εβδόμη· δια τούτο ευλόγησε Κύριος την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν.

———————-

Ξύπνησε κακοδιάθετος. Στις οκτώμισι· όχι στις έξι και τέταρτο. Αυτό φταίει· το σπάσιμο της καθημερινής ρουτίνας.

Ο βραστήρας τσιρίζει. Μια κουταλιά στιγμιαίος στα φλιτζάνια, καυτό νερό, δίχως ζάχαρη, λίγα βουτήματα. Πίνει τον πρώτο καφέ παρέα με τη σύζυγο στο καθιστικό. Αμίλητοι.

Δούλευε από Δευτέρα ως Παρασκευή. Ήλθε το Σαββατοκύριακο της ανάπαυσης κι είναι έξω απ’ τα νερά του.

Βγαίνει στο μπαλκόνι. Μέρα αλουμίνιο. Κάτω στον κόλπο, ένα βαπόρι έξω από το λιμάνι, κόκκινο και μαύρο, ζεσταίνει κάπως το βλέμμα. Ξαναμπαίνει.

Πίνει γουλιά γουλιά. Η σύζυγος αμίλητη. Τον ξέρει και περιμένει.

Κατηφορίζουν προς το κέντρο για ένα δεύτερο καφέ και για την αγορά. Αυτός χαίρεται τα δέντρα, καθώς διασχίζουν το μικρό άλσος και την Πανεπιστημιούπολη. Οι διακλαδώσεις τους είναι σαν την αναλυτική σκέψη, του αρέσει να λέει. Σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό· ακουαρέλα ψυχρών χρωμάτων. Παρατηρεί φευγαλέα και διακριτικά τους ανθρώπους, που συναντούν. Μαντεύει ή επινοεί την ιστοριούλα του καθένα.

Εκείνη αρχίζει να μιλά για τα πρακτικά οικογενειακά ζητήματα, αυτά που συζητούν ξανά και ξανά. Γλώσσα δεν βάζει μέσα. Περικλείει τη βόλτα στους τοίχους του σπιτιού.

~~~~

Το κείμενο έγραψε ο Απόστολος Καλουδάς, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής