Προσωπικό Τατουάζ

0
1298

Θεσσαλονίκη. Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018. 03.35. Έξω απ’ τη Μπαρμπαρέλα.

Ο Ζαχαρίας βγαίνει τρικλίζοντας. Έχει πιει, και το ξέρει ότι δεν το σηκώνει το ποτό.

«Μαλάκα σε κοιτούσε! Ναι σε κοιτούσε!» η φωνή του Σταύρου τού γρατζουνάει τ’ αφτιά.

Έχει κουραστεί να κάνει βόλτες με μηχανάκια σαν δεκαεξάχρονο. Έχει κουραστεί να κουνιέται σ’ έναν ρυθμό που δεν καταλαβαίνει.

Είναι εκεί κάθε Παρασκευή ευλαβικά. Οι νέες παρέες είναι πιο ξενέρωτες κι από των μηχανικών στη δουλειά. Εκεί τουλάχιστον δε χρειάζεται να σκέφτεται. Ούτε και να πολυμιλά. Είναι ένα εξάρτημα κι αυτός, ένα εξάρτημα μιας μηχανής. Ένα απαραίτητο εξάρτημα ωστόσο. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και στρώνει το πουκάμισό του.

Αν με κοιτούσε σ’ αυτά τα χάλια τόσο το χειρότερο.

Έχουν κεράσει καμιά δεκαριά σφηνάκια και μια ομορφούλα του φάνηκε ότι του χαμογέλασε απόψε. Μελαχρινή, σαν εκείνη.

«Πάμε μέσα ρε ψοφίμι! Τώρα αρχίζει το καλό!» ο Σταύρος τον τραβά από τον ώμο κι αυτός αναρωτιέται μέχρι πότε θα τους ανέχεται.

Τι κοινό έχουμε;

«Δε θα ‘ρθω. Θα μείνω να πάρω λίγο αέρα».

Βγάζει ένα πακέτο ξεχασμένα Winston μπλε. Κάνει ν’ ανάψει ένα τσιγάρο, αλλά θυμάται ότι δεν καπνίζει. Εφέ για πάνω στο τραπέζι είναι.

Όλα γυρίζουν ακόμη. Κάνει μια βόλτα στη γειτονιά. Τέτοια ώρα έχει πάντα κόσμο, στα παγκάκια, στα μαγαζιά, στα σπίτια. Παντού φώτα, αλλά τα φώτα τον κάνουν να νοιώθει περιττός. Προτιμά το σκοτάδι γιατί μέσα του βρίσκει τη θαλπωρή που έχει ανάγκη. Βγάζει από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του τα γυαλιά του.

Μπορώ ν’ αντέξω την ασχήμια απόψε.

Η μεγάλη φωτεινή επιγραφή του μαγαζιού με τα τατουάζ είναι ακόμη αναμμένη.

Μα ποιος κάνει τατουάζ τέτοια ώρα;

Η ιδέα να σημαδέψει το δέρμα του τού φέρνει αναγούλα. Δεν θέλει δεσμεύσεις. Η τελευταία του σχέση ήταν στα δεκατέσσερα και κράτησε λίγους μήνες. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε, αλλά θυμάται ακόμα τη μυρωδιά των μαλλιών της όταν σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει. Μύριζε κεχριμπάρι και γιασεμί. Γεύση δε θυμάται. Θέλει να πιστεύει ότι είχε κάτι από τριαντάφυλλο.

Τα γράμματα της επιγραφής τρεμοπαίζουν, τον καλούν. Σκέφτεται πως ίσως μπορεί να βοηθήσει. Η πόρτα ανοίγει χωρίς ήχο. Στην ρεσεψιόν δεν υπάρχει κανείς. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι αφίσες με σχέδια. Μοιάζουν με τις μαρκίζες έξω από τα κέντρα διασκέδασης.

Υπερβολικές και κακόγουστες. Μια μέρα θα σταματήσω να έρχομαι. Μια μέρα θα αρκεί να είμαι εγώ.

Ακούει γέλια πίσω από το μαύρο πανί. Ένα κορίτσι γελάει. Τραβάει μαλακά την κουρτίνα. Το κορίτσι ξαφνιάζεται. Σηκώνει την μπλούζα της από το πάτωμα. Ένας τύπος πετάει δυο μισόλογα και γίνεται καπνός. Ο λαιμός της είναι λευκός και προλαβαίνει να δει το μικροσκοπικό φιόγκο που σχηματίζουν δυο ροζ πουέντ στο στήθος της. Για μερικά λεπτά η σιωπή κόβεται με μαχαίρι.

«Δουλεύεις;»
«Θέλεις να κάνεις τατουάζ;»
«Θέλω», της λέει, αλλά δε θέλει.

Θέλει να μπορούσε να ξεχάσει ή να μπορούσε να θυμηθεί. Του περνά ένα ντοσιέ με τα πιο δημοφιλή σχέδια.

«Δεν θα ‘πρεπε να είναι μέρα για να βλέπεις καλά;» της λέει.
«Βλέπω καλύτερα στο σκοτάδι», του χαμογελά. «Με βοηθά να συγκεντρώνομαι».

Δύο γαλάζια μάτια, ψυχρά, φέγγουν μέσα του. Μια υπόκλιση τον στοιχειώνει. Μια μικρή μπαλαρίνα υποκλίνεται, και μετά, εξατμίζεται, αφήνοντας πίσω τη στάχτη των ονείρων του.

«Θέλω κάτι πιο προσωπικό».
«Όλοι θέλουν κάτι πιο προσωπικό, αλλά στο τέλος εδώ καταλήγουν», λέει και χτυπά με το μηχάνημα το ντοσιέ.

Ανοίγει καινούρια βελόνα κι εκείνος ανατριχιάζει. Τη σιχαίνεται που του το κάνει αυτό.

Για δεύτερη φορά θέλει να με σημαδέψει.

Της ανοίγει χώρο στο μπράτσο. Έχει δει τους νέους του φίλους να έχουν ζωγραφισμένα, εκεί, πουλιά, ή γράμματα χωρίς κάποιο νόημα. Γυρίζουν τα μανίκια από τα πουκάμισα, για να φαίνονται καλύτερα, τις Παρασκευές. Οι λέξεις σκαλώνουν στα δόντια του.

«Να προτείνω εγώ κάτι;» λέει με επιτηδευμένη αφέλεια και του δείχνει φωτογραφίες από τατουάζ με γεωμετρικά σχέδια.

Ο Ζαχαρίας την κοιτά αμίλητος κι αναρωτιέται πού πήγε η μπαλαρίνα του. Εκείνη συνεχίζει να του δείχνει σχέδια. Το ένα είναι μία -μόνο- λεπτή μαύρη γραμμή κατά μήκος του χεριού. Το άλλο είναι δύο μαύρα δαχτυλίδια γύρω από το μπράτσο. Το τελευταίο είναι δυο κόκκινα χείλη στο στέρνο κάποιου.

Έχουν άραγε γεύση τριαντάφυλλο;

«Θέλω ένα αρχικό στο δεξί δάχτυλο», δείχνει τον παράμεσο, και συμπληρώνει: «Πίσω».
«Τολμηρός!» του χαμογελά. «Και το όνομα αυτής;»
«Κάνε ένα σίγμα».

Το χέρι της, εξασκημένο, χαράζει πάνω στο δικό του το αρχικό της. Το χέρι του ματώνει. Πιέζει το μηχάνημα λίγο παραπάνω όταν καταλαβαίνει ότι πονάει. Τα γάντια της γίνονται κόκκινα.

Χείλη από βατόμουρο ήταν τελικά.

Σηκώνεται να φύγει.

«Κάτσε κάτω», τον προστάζει. «Δεν τελειώσαμε ακόμα».

Του δίνει ένα ποτήρι με ένα κοκκινωπό, υδαρές υγρό.

«Είναι χυμός από βατόμουρο, για το αίμα. Το πορτοκάλι τελείωσε».
«Δουλεύεις καιρό εδώ;»
«Δεν δουλεύω εδώ. Ήρθα να δω τον Νίκο που έχει το μαγαζί, είμαστε πολύ φίλοι».
«Ήρθες από…»
«Την Αθήνα», του σκουπίζει το χέρι. Έχουν σχεδόν τελειώσει. «Έχω δικό μου χώρο εκεί. Μου αρέσει να δημιουργώ πιο ελεύθερα, να σκιτσάρω… Έχω ασχοληθεί και με το κόμικ»
«Δε χορεύεις πια;»

Τον κοιτάζει διερευνητικά. Τραβιέται λίγο μακριά του. Δεν της θυμίζει τίποτε.

«Έτοιμος! Μη βγάλεις την μεμβράνη για δυο-τρεις ώρες!»
«Θέλω κι ένα γεράκι στην πλάτη».

Η Σιμόνα ανεβοκατεβαίνει στο σκαμπό ψάχνοντας ένα άλλο κέντρο βάρους.

Θα μείνω εδώ ώσπου να θυμηθείς.

~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Άννα Χ, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής