Ένα βαρύ φορτίο

0
1206

Την ομορφιά εκείνης της νύχτας θα μπορούσες ίσως να τη συναντήσεις σ’ έναν από τους πίνακες του Μονέ.

Πινελιές από άστρα στις άκρες τ’ ουρανού στεφάνωναν τις διάσπαρτες βουνοκορφές, ποτάμια και ρυάκια διέτρεχαν πέρα ως πέρα τον ορίζοντα σαν να ‘ταν ανοιχτές φλέβες, ενώ πιο χαμηλά, στους πρόποδες των βουνών, δέντρα πανάρχαια και τεράστια μισοκοιμόνταν πάνω σε λευκό χαλί από νυχτολούλουδα.

Δισεκατομμύρια φωτεινοί πυρήνες ανοιχτοί, περίμεναν.

Κάπου στο βάθος, γύρω από τον ολόφωτο δίσκο της πανσελήνου, διέκρινες κάποιες μικρές παρέες πτηνών του σούρουπου που όλο έκλωθαν τις γεωμετρικές τους ακολουθίες. Η γαλήνη, μέσα στην συγκρουσιακή της αντίφαση, απλωνόταν παντού στην κατάφυτη κοιλάδα του Μιταράι.

Στο αυτί του Ιτσίρο, ο οποίος έχε ζήσει όλη του τη ζωή στην περιοχή της Νάρα και, παρά το νεαρό της ηλικίας του, ήξερε το δάσος σαν την παλάμη του, αυτή η συριστική ηρεμία μπορούσε εν μέρει μόνο να αποκρύψει την διαρκή διαμάχη της ζωής και του θανάτου γύρω του.

Τα ερωτικά τραγούδια των εντόμων της νύχτας, οι ήχοι από τα μικρά θηλαστικά που ζευγάρωναν, τα απότομα τινάγματα των πουλιών που χιμούσαν να αρπάξουν τα επόμενα θηράματά τους, οι επιθανάτιες στριγκλιές των τελευταίων… Κάπου υπήρχαν όλα αυτά μέσα σ’ αυτή την ηρεμία. Στην περιφέρεια της αντίληψης ενός περαστικού, ίσως.

Εκείνο το βράδυ ο Ιτσίρο ένοιωθε σαν να ‘ταν μέσα σ’ όνειρο. Κάθε του βήμα ήταν και πιο ελαφρύ από το προηγούμενο, έτσι που, κάποια στιγμή, θα ορκιζόταν πως δεν βάδιζε στο μονοπάτι του Καλού Φιδιού, αλλά αιωρούταν.

Τα σμιγμένα του φρύδια, τα κόκκινα μάτια και το δυστυχισμένο στόμα του, φανέρωναν ότι το μυαλό του ταξίδευε αλλού, σε τόπους πολύ πιο δυσάρεστους απ’ ότι η ανοιξιάτικη επαρχία του Κανσάι.

Πράγματι, οι προηγούμενες μέρες ήταν ένα βαρύ φορτίο τόσο για εκείνον, όσο και για την Μιτσούκι, την κοπέλα του.

Αναρωτιόταν αν θα μπορούσαν να υπάρξουν ξανά ευτυχισμένοι, μετά από όλα όσα είχαν συμβεί τον τελευταίο καιρό.

Μέρα με την μέρα η αρρώστια της χειροτέρευε. Κατατονία, παραληρηματικές κορυφώσεις και άρνηση να λάβει τροφή. Ήταν πλέον ξεκάθαρο πως δαιμονικές οντότητες είχαν τρυπώσει στο σώμα της και την έτρωγαν σιγά σιγά από μέσα. Το τελευταίο της ξέσπασμά τον είχε καταρρακώσει.

Πρέπει να φτάσω στο βοτανολόγο του διπλανού χωρίου, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, σκεφτόταν.

Κάποια στιγμή σταμάτησε απότομα το βάδισμά του και σήκωσε το βλέμμα ευθεία. Λίγα μέτρα μπροστά του, στη μέση του μονοπατιού, υπήρχε ένα μεγάλο αρσενικό ελάφι που τον κοιτούσε κοκαλωμένο, αναποφάσιστο θαρρείς για το αν θα έπρεπε να κάνει μπροστά ή πίσω. Τα κέρατά του ήταν γεμάτα αίματα και κομμάτια δέρματος. Ο Ιτσίρο προεξέτεινε αυτόματα το δεξί του πόδι, λες και έψαχνε να βρει το φρένο ενός αόρατου αυτοκινήτου.

Αλήθεια, γιατί δεν πήρα το αυτοκίνητό μου; σκέφτηκε. Το μονοπάτι που ενώνει τα δύο χωριά είναι αρκετά μεγάλο για να χωράει ένα αμάξι. Είχε την εντύπωση ότι κάτι του διέφευγε.

Το ελάφι, σαν κάτι να το είχε τσιμπήσει, τινάχτηκε μπροστά και μέσα σε ελάχιστες στιγμές χάθηκε προς το δάσος. Ο Ιτσίρο ένιωσε να τον καταλαμβάνει μια ανεξήγητη θλίψη. Πράγματι, κάτι του διέφευγε.

Ακούμπησε τα χέρια του στα γόνατα βαριανασαίνοντας. Οι ανάσες του έγιναν σιγά σιγά κλάμα που κορυφώθηκε σε λυγμούς.

Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα είχε περάσει έτσι, όμως, ανάμεσα στους λυγμούς, του φάνηκε πως άκουσε κάτι που έμοιαζε με ήχο σειρήνας. Ερχόταν από κάπου στο βάθος.

Όταν συνήλθε και σκούπισε τα δάκρυά του, κατάλαβε πως αυτό που άκουγε ήταν επίσης κλάμα. Ερχόταν από τα δεξιά του, από εκεί που ξεκινούσε το δάσος. Έκανε να αφουγκραστεί καλύτερα. Κλάμα μωρού. Λίγες μετέωρες στιγμές μετά αποφάσισε να ψάξει.

Περπατούσε με προσοχή μέσα στη σκοτεινιά του δάσους, προσέχοντας να μην πατήσει κάτι που δεν θα’ πρεπε. Η μυρωδιά του υγρού χώματος και των φύλλων σε αποσύνθεση του προκαλούσε ένα οικείο συναίσθημα εγρήγορσης.

Λίγη ώρα μετά εντόπισε την πηγή του κλάματος: ένα καλάθι στη μέση ενός μικρού ξέφωτου. Μέσα στο καλάθι, ένα μωρό.

Ο Ιτσίρο κοίταξε τριγύρω να δει αν βρισκόταν κάποιος άλλος εκεί κοντά, η μητέρα ή ο πατέρας του παιδιού, ίσως.

“Είναι κανείς εδώ”, φώναξε, και η φωνή του αντήχησε στις φυλλωσιές. Μερικά πουλιά φτερούγισαν με θόρυβο.

“Είναι κανείς εδώ;”, επανέλαβε, αυτή τη φορά πιο δυνατά.

Δεν ήταν κανείς εκεί.

Έμεινε για λίγη ώρα σκεφτικός πάνω από το καλάθι. Το μωρό είχε σταματήσει στο μεταξύ το κλάμα και μάλλον το έχει πάρει ο ύπνος (το σκοτάδι τον εμπόδιζε να διακρίνει καθαρά).

Δεν του πήγαινε η καρδιά να το παρατήσει.

Αποφάσισε να το κουβαλήσει ως το διπλανό χωριό. Εκεί θα μπορούσε να βρει κάποιον να το αφήσει. Ίσως και την βοτανολόγο που θα έφτιαχνε το ματζούνι για την Μιτσούκι.

Όπως το υπολόγιζε είχε γύρω στις δύο ώρες δρόμο. Θα έφτανε πριν την ανατολή. Σε λίγη ώρα το μόνο που ακούγονταν ήταν ο ρυθμικός ήχος των βημάτων του.

Ένα μωρό μες στο δάσος… Τι είδους άνθρωπος θα έκανε κάτι τέτοιο; αναρωτήθηκε και αμέσως ένιωσε μια τσιμπιά ενοχής, συνειδητοποιώντας πόσο υποκριτική ήταν αυτή η σκέψη, δεδομένων των πρόσφατων πράξεών του.

Τι είδους άνθρωπος; Ο ίδιος που πείθει -ή καλύτερα εξαναγκάζει- την κοπέλα του να ρίξει το παιδί που κουβαλά, προκειμένου να μην αναλάβει τις ευθύνες του. Ένας άνθρωπος σαν και τα μούτρα μου.

Κοίταξε το καλάθι και αναρωτήθηκε αν θα έμπαινε στον κόπο να το περιμαζέψει αν δεν είχαν προηγηθεί όλα αυτά. Ήταν απλώς μια πράξη εξιλέωσης;

Όχι, κατάληξε, θα το μάζευα έτσι και αλλιώς το καλάθι. Δεν είμαι άκαρδος. Απλά μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να κάνεις το σωστό. Πως μπορείς άλλωστε να κάνεις αυτό που πρέπει αν δεν έχεις καλά-καλά σταθεί στα πόδια σου; Αν χρωστάς το μισό σου βιός σε τοκογλύφους που δεν θα δίσταζαν να σε πετσοκόψουν για πενταροδεκάρες; Τουλάχιστον τώρα κάνω αυτό που πρέπει, σκέφτηκε, και άλλαξε χέρι στο καλάθι. Ήταν ασυνήθιστα βαρύ.

Σε λίγη ώρα άρχισε να ιδρώνει από το κουβάλημα. Ποτέ του δεν είχε μεγάλη δύναμη, παρά το γεγονός πως από μικρό παιδί καταπιανόταν με τις βαριές αγροτικές δουλειές του σπιτιού του.

Δεν θυμόταν ποτέ να χαίρεται καλοκαίρι. Πάντα εκεί, στις φυτείες του ρυζιού, στη σπορά και στη συγκομιδή. Οι γονείς του άλλο παιδί δεν είχαν, οπότε αναγκαστικά έπρεπε να τους βοηθάει. Δεν τον πείραζε τόσο αυτό, ούτε και το ότι έχανε έτσι τα καλοκαίρια του.

Αυτό που τον πείραζε στ’ αλήθεια ήταν ότι ο πατέρας του δεν του έλεγε ποτέ έναν καλό λόγο για αυτήν του την βοήθεια. Ένα “μπράβο” ή ένα “καλά τα κατάφερες”. Από την άλλη, στο οποιοδήποτε στραβοπάτημα του δεν δίσταζε να τον στολίζει με επίθετα όπως: “άχρηστε” ή “ανίκανε”.

Όταν ήταν μικρός πικραίνονταν πολύ από αυτή τη συμπεριφορά. Αργότερα άρχισε να γίνεται πιο χοντρόπετσος. Κάποια στιγμή άρχισε να κάνει επίτηδες ζημιές από εκδίκηση, για να ακούει από τον πατέρα του τα “άχρηστος” και τα “ανίκανος” και να το ‘φχαριστιέται.

Δεν τον φοβόταν. Το μόνο που μπορούσε να κάνει άλλωστε ήταν να φτύσει τη χωλή του. Τέτοιος δειλός που ήταν ούτε να τον δείρει δεν τολμούσε. Ίσως γιατί φοβόταν την γυναίκα του, ίσως γιατί απαξιούσε.

Κάποιοι άνθρωποι δεν πρέπει να μεγαλώνουν παιδιά, σκέφτηκε ο Ιτσίρο και άλλαξε ξανά χέρι στο καλάθι.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Έκανε να το πιάσει και είδε ότι ήταν ο αδερφός του.

“Παρακαλώ;”, είπε.

Δεν απάντησε κανείς.

“Μ’ ακούς;… Αδελφέ;”. Χωρίς να είναι ικανός να το εξηγήσει, δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομα του αδερφού του. Το απέδωσε στην ταραχή των τελευταίων ημερών. “Με ακούς;”.

Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής μετά ακούστηκε η φωνή από την άλλη γραμμή: “Μπορείς να αναπνεύσεις;”.

Ο Ιτσίρο σάστισε για λίγο. “Ορίστε;”, είπε.

“Μπορείς να αναπνεύσεις;”, επανέλαβε η φωνή.

“Μπορώ”, ήθελε να πει, άλλα τον έπιασε μια περίεργη αδυναμία, έτσι που ακόμα και η έκφραση φθόγγων του φαινόταν κουραστική υπόθεση.

Άφησε το χέρι με το οποίο κρατούσε το κινητό να χαμηλώσει και έκανε να το βάλει στην τσέπη του. Τότε συνειδητοποίησε πως το ρούχο του δεν είχε τσέπη. Από που έβγαλε όμως το κινητό;

Δεν έδωσε σημασία. Άφησε το κινητό μέσα στο καλάθι.

Το χέρι του είχε μουδιάσει για τα καλά από το κουβάλημα. “Περίεργο πράμα” μουρμούρισε. “Λες και όσο πάει βαραίνει”. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή και περιεργάστηκε το καλάθι. Το πρόσωπό του φανέρωνε αμφιβολία. Μήπως να το πετάξω; αναρωτήθηκε. Τι το θέλω το παλιοκάλαθο; Καλύτερα θα προχωρώ κρατώντας μόνο το μωρό και στα δύο μου χέρια. Θα μοιράζεται έτσι και το βάρος.

Και έτσι έκανε. Έβγαλε με προσοχή απ’ το καλάθι το μωρό που εξακολουθούσε να κοιμάται του καλού καιρού και πέταξε το καλάθι στην μια άκρη του μονοπατιού. Ύστερα το τύλιξε με το κουβερτάκι του και το κράτησε με τα δύο του χέρια.

Το φεγγαρόφωτο επέτρεψε στον Ιτσίρο να δει πιο καθαρά το πρόσωπο του μωρού. Όταν το έκανε, μόρφασε με αηδία.

Ήταν το ασχημότερο μωρό που είχε δει ποτέ του. Το κεφάλι του ήταν σταβοχυμένο, τα αφτιά του πετάγονταν, μοιάζοντας με χερούλια στάμνας, ενώ στο κέντρο του προσώπου του δέσποζε μια τεράστια, γαμψή μύτη. Μα, αυτό που φαινόταν στον Ιτσίρο το πιο παράξενο και το πιο αποκρουστικό από τα χαρακτηριστικά του -σε σημείο που να νομίζει ότι τον γελούν τα μάτια του- ήταν το γεγονός πως είχε ρυτίδες. Έμοιαζε με ηλικιωμένο άνδρα που είχε συρρικνωθεί.

“Γ’ αυτό σε παράτησαν καημένο μου;” μονολόγησε και έσμιξε τα φρύδια με θλίψη. Ένα κύμα συμπόνιας τον κατέκλισε συνειδητοποιώντας πως το μωρό, πριν καν δει το φως αυτού του κόσμου, ήταν καταδικασμένο να ζει στη σκιά των περισσότερο τυχερών ανθρώπων.

Χωρίς να το θέλει αναρωτήθηκε αν το παιδί του με την Μιστούκι επρόκειτο να είναι όμορφο, εφόσον τελικά γεννιόταν.

Η εικόνα της Μιστούκι να ουρλιάζει υστερικά σκίζοντας τα ρούχα της και μαδώντας τα μάγουλά και τα στήθια της, ερχόταν συνεχώς στο μυαλό του. Σαν να την άκουγε. Τι απόκοσμες κραυγές έβγαζε το μικρό της στόμα;

Θυμόταν που έξω από το σπίτι τους είχε μαζευτεί σχεδόν όλο το χωριό. Από περιέργεια και για κουτσομπολιό.

Τα μισούσε αυτά τα σιχαμένα γουρούνια. Επικριτικά βλέμματά, πικρές γλώσσες, πικρές καρδιές…

“Πάει αυτή, δεν θα τη βγάλει”, είχε σχολιάσει κάποιος από το πλήθος και του Ιτσίρο του είχε έρθει να τον πνίξει εκείνη την στιγμή.

Θυμόταν ακόμα την Μιτσούκι να έχει γουρλώσει τα μάτια, να έχει απλώσει το χέρι της σε μια δεικτική χειρονομία, να έχει ανοίξει απόκοσμα το στόμα της, μέχρι που… μέχρι που…

Μια ξαφνική κραυγή διέκοψε τις σκέψεις του και έκανε την καρδιά του να χάσει ένα χτύπο. Το μωρό είχε ξυπνήσει. Κουνούσε τα χέρια του πέρα-δώθε στριγκλίζοντας σαν γατί σε οίστρο.

“Πανάθεμά σε δαίμονα!” μουρμούρισε ο Ιτσίρο, προσπαθώντας να το ηρεμήσει. “Και το κλάμα σου ακόμα απαίσιο είναι”.

Το κουνούσε άγαρμπα, χωρίς να μπορεί να το ησυχάσει. Το μωρό άρχισε να κλαίει δυνατότερα. Βραχνά και λαρυγγικά. Έκανε να το ακουμπήσει στο στήθος του, αφήνοντας το κεφαλάκι του στην μια μεριά του ώμου του, έτσι όπως κρατούν συνήθως τα μωρά για να ρευτούν.

Τότε του φάνηκε πως η μυρωδιά του ήταν περίεργη, βαριά, ξινή. Καμία σχέση με το πως μυρίζει ένα μωρό. Μυρωδιά βενζίνης.

Το μωρό αγκάλιασε σφιχτά τον λαιμό του Ιτσίρο. Είχε αλλόκοτα μεγάλη δύναμη.

Σε λίγο άρχισε να τον πονά αρκετά. Ένιωσε δυσφορία και η αναπνοή του γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Προσπαθούσε να το τραβήξει από πάνω του ή έστω να το κάνει να χαλαρώσει το άρπαγμα του.

Το ζω πραγματικά αυτό; αναρωτήθηκε.

Ένιωθε λες και είχε δεμένη μια πέτρα στο λαιμό του που τον τραβούσε στον πάτο. Σε κάποιον πάτο.

Δαίμονας, σκέφτηκε. Όντως δαίμονας. Πάλεψε να τραβήξει το μωρό από πάνω του, άλλα αυτό τον έσφιξε πιο δυνατά.

Τον κατέλαβε πανικός. “ΦΥΓΕ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΜΟΥ!”, ούρλιαξε και τότε το μωρό έμπηξε τα δόντια του στο λαιμό του. Μακρυά, σουβλερά δόντια.

Ο Ιτσίρο άφησε ακόμη ένα φριχτό ουρλιαχτό και προσπαθώντας να ελευθερωθεί σκόνταψε σε μια πέτρα. Σωριάστηκε στο χώμα.

Τότε, σαν κάποιος να έκλεισε έναν μεγάλο διακόπτη, το σκοτάδι κάλυψε τα πάντα γύρω του σαν πηχτή μελάσα. Δεν υπήρχε η κοιλάδα του Μιταράι, τα δέντρα, το ρυάκι, το μονοπάτι. Μόνο σκοτάδι.

Μέσα σε μια κατάσταση υπνικής παράλυσης, ένιωσε τον φόβο του σαν αγκαθωτό καρκίνωμα στο στήθος. Δεν διέκρινε πια το σώμα του, τα πόδια του ή τα χέρια του. Το μόνο που έβλεπε ήταν το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του μωρού.

Το αναγνώριζε αυτό το πρόσωπο. Ήταν το πρόσωπο του πατέρα του. Πως δεν το είχε προσέξει πιο πριν; Είχε μέχρι και την σκληρή του έκφραση. Αυτή που έπαιρνε όταν τον φώναζε “άχρηστο”.

Σιγά-σιγά άρχισε να αποκαλύπτεται και το υπόλοιπο σώμα του μωρού που πλέον φάνταζε πελώριο. Ένα τεράστιο βουνό που είχε ακουμπήσει στο στήθος του και σιγά-σιγά τον συνέθλιβε. Προσπάθησε να φωνάξει αλλά το μόνο που ακούστηκε ήταν ένα σιγανό μούγκρισμα.

Τότε κατάλαβε που βρισκόταν στ’ αλήθεια. Οι στριγκλιές, οι σειρήνες, το ελάφι, τα αίματα…

Πρώτα άκουσε τα πλευρά του να σπάνε σαν κλαράκια ένα-ένα και μετά ένιωσε τα σπλάχνα του να πιέζονται προς το λαιμό του, μέχρι που ξεχείλισαν από το στόμα του. Λίγο πριν πεθάνει του ήρθαν στο μυαλό οι πατημένοι βάτραχοι που έβλεπε συχνά στο χωριό του, με τα άντερα τους να εξέχουν από το στόμα τους. Του φάνηκε πολύ αστεία η σύγκριση αυτή. Θα γελούσε αν μπορούσε.

Ξεψύχησε.

Δίπλα του, στο κάθισμα του συνοδηγού, η έγκυος Μιτσούκι χαροπάλευε ακόμα. Λίγη ώρα μετά ξεψύχησε και αυτή.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Γιώργος Μελιόπουλος στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.