Σήμερα θα σε σκοτώσω

0
514

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1-1.jpgΣήμερα θα σε σκοτώσω.

Τη νύχτα που οι δρόμοι είναι άδειοι και τα αυτοκίνητα στην άκρη του δρόμου θα σε σκοτώσω. Μετά θα τρέξω ελεύθερη στο μεγάλο δρόμο, θα τρέξω σαν να με κυνηγάνε ή καλύτερα σαν να τους κυνηγάω εγώ. Ή μήπως να σε σκοτώσω το μεσημέρι; Μετά θα βγω και θα περπατήσω χοροπηδώντας ανάμεσα στις κυρίες που ψωνίζουν πορτοκάλια στο μανάβικο κάτω από το σπίτι σου. Θα πάρω ένα πορτοκάλι και θα το δαγκώσω με τη φλούδα για να πονέσουν τα σαγόνια μου. Ή ένα γκρέιπ φρουτ για να καλύψουν τα αίματα τα κόκκινα ζουμιά.

Τέλος πάντων, παραφέρθηκα. Είχαμε μείνει εκεί που θα σε σκότωνα.

Δεν ξέρω πώς θα το κάνω. Σκέφτομαι να σε πνίξω με το μαξιλάρι την ώρα που κοιμάσαι. Αλλά, φοβάμαι μήπως δεν αντέξουν τα χέρια μου και νομίσεις ότι σε αγκαλιάζω και με αγκαλιάσεις κι εσύ και τελικά κάνουμε έρωτα. Σκέφτομαι να σε πυροβολήσω στην καρδιά με καραμπίνα για να μας γράψουν στις εφημερίδες και να κερδίσω κι εγώ τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας που μου αναλογούν. “Έγκλημα πάθους σημειώθηκε χθες τα ξημερώματα στη συμβολή των οδών…”. Έτσι, όμως, θα μείνεις στην ιστορία ως το θύμα κι εγώ δεν θέλω να με θυμούνται ως φονιά. Θέλω να με θυμούνται ως λυτρώτρια.

Θυμάσαι ένα ηλιοβασίλεμα που είχαμε δει δύο καλοκαίρια πριν; Στο ταβερνάκι που έμοιαζε με αυλή σπιτιού και κοιτούσε τον γκρεμό και τη θάλασσα; Μας είχαν βάλει στο πιο ακριανό τραπέζι. Από τους τριγύρω θάμνους ξεπρόβαλαν κότες κι έκοβαν βόλτες ανάμεσα στα πόδια και τα τραπέζια. Γελούσαμε κάνοντας πλάκα για το ποια θα φάμε. Είχαμε πιει δυο καραφάκια κρασί κι εσύ άνοιγες τρύπες με τις οδοντογλυφίδες στο χάρτινο τραπεζομάντιλο κάθε φορά που σοβάρευε η συζήτηση. Μέχρι να φύγουμε το είχες κάνει σμπαράλια.

Θυμάσαι που όταν είχαμε αρχίσει να πρωτοβγαίνουμε σου είχα τηλεφωνήσει για να σου πω ότι είμαι άρρωστη; Δεν ήμουν. Είχες έρθει αναμαλλιασμένος από το φαρμακείο και μου είχες φέρει τρία διαφορετικά είδη παυσίπονων. “Δεν ήξερα ποιο είναι το αγαπημένο σου.” “Δεν έχω αγαπημένο”. “Αποκλείεται. Ο πόνος για τον καθένα περνά με διαφορετικό τρόπο. Επιβάλλεται να έχεις αγαπημένο παυσίπονο”. Αισθάνθηκα άσχημα που σου είπα ψέμματα. Κοιμηθήκαμε όλο το βράδυ αγκαλιά, αλλά εγώ δεν έκλεισα μάτι.

Πάλι παραφέρθηκα. Πίσω στο θέμα μας.

Δεν θα σε σκοτώσω με καραμπίνα μόνο και μόνο γιατί είσαι εμμονικός με τα χαλιά σου. Και δεν θα προλάβεις να δεις ότι στα κατέστρεψα. Θα σε σκοτώσω βάζοντας δηλητήριο στη σούπα σου. Εκεί που θα κοιτάς αλλού και θα λες τα δικά σου θα σου φέρω το πιάτο και θα κάτσω απέναντί σου. Θα με ρωτήσεις: “Δεν θα φας εσύ;” “Όχι, έφαγα”. Μετά θα κάτσουμε μαζί μπροστά από την τηλεόραση κι εσύ θα παραπονεθείς για τον πόνο στο στομάχι σου. Θα κάνεις εμετό κι έπειτα θα ξαπλώσεις στο κρεβάτι εξουθενωμένος. Θα ξαπλώσω δίπλα σου. Δεν θα ξυπνήσεις.

Θα σηκωθώ νωρίς το πρωί. Θα φτιάξω καφέ και θα καθίσω στην άκρη του κρεβατιού για να σε παρατηρήσω έτσι όπως δεν θα αναπνέεις. Θα παρατηρήσω τα μαλλιά σου και την ανακατεμένη σου φράντζα που δεν πειθαρχεί ποτέ. Θα σκεφτώ ότι δεν θα ανεμίσουν ποτέ ξανά σε κανένα ταβερνάκι πάνω στο βράχο. Θα λυπηθώ λίγο γι’ αυτό. Μου άρεσε να χώνω τα δάχτυλά μου μέσα τους όταν σε πείραζα. Θα παρατηρήσω τα χέρια σου. Τα δάχτυλά σου θα μου λείψουν. Ήταν ευγενικά κι αθώα και τα κουνούσες με τρόπο μεθυστικό. Τόσο που κανείς δεν μπορούσε να ακούσει τι έλεγες επειδή ζαλιζόταν στους κύκλους που σχημάτιζαν τα χέρια σου.

Θα θυμηθώ τη μέρα που γύρισα γύρισα κλαμένη από την κηδεία του παππού μου. Μου είχες πει κυνικά ότι ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πότε είναι η τελευταία φορά. Κι ότι εσένα δεν σε ένοιαζε να ξέρεις. Γιατί από αυτήν την ελαφριά κενότητα που χαρακτηρίζει το κάθε τι που κάνουμε, εξαρτάται κι η επιβίωσή μας. Κι εκείνοι που αισθάνονται κάτι παραπάνω είναι καταδικασμένοι. Θύμωσα γιατί είχες δίκιο.

Παρ’ όλα αυτά εγώ στο λέω: σήμερα θα είναι η τελευταία φορά που θα ζήσεις.

Δεν θα το μετανιώσω που σε σκότωσα. Έπρεπε να πεθάνεις προκειμένου να μείνεις για πάντα εδώ όπως σε ήξερα. Δεν θα κλάψω που θα χαθείς και κανείς δεν θα το καταλάβει ότι ήμουν εγώ αυτή που έδωσε τέλος. Μου είχες πει ότι κάθε χωρισμός είναι κι ένας μικρός θάνατος. Ε λοιπόν γιατί να μην είναι κι ένας κανονικός θάνατος; Γιατί να μην καρφιτσωθούμε στη μοίρα μαζί με αυτόν τον τρόπο; Να γίνει η ιστορία μας βαθιά και πραγματικά μοιραία.

Σε περιμένω να έρθεις σπίτι, αλλά αργείς. Σε παίρνω τηλέφωνο και δεν το σηκώνεις. Αναρωτιέμαι τι σου συνέβη. Πέρασαν έτσι πέντε βράδια κι έχω αρχίσει να ανησυχώ ότι δεν θα προλάβω να σε σκοτώσω. Έχω ανοιχτή την τηλεόραση συνέχεια, έτσι ώστε να αισθανθείς ότι όλα είναι στη θέση τους όταν κλείσεις την πόρτα πίσω σου. Σε περιμένω αλλά δεν έρχεσαι.

Κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας με καρφωμένα τα μάτια στα φρούτα που διακοσμούν το πλαστικό τραπεζομάντιλο. Ξέχασα να ανάψω τα φώτα και παρατηρώ μόνο τις μπλε σκιές που σχηματίζουν οι εικόνες της τηλεόρασης. Το ψυγείο πού και πού κάνει κάποιους μικρούς θορύβους. Όταν ήμουν μικρή φοβόμουν ότι από εκεί βγαίνουν τα φαντάσματα. Δίνει το ψυγείο σήμα κι ανοίγει μια τρύπα μέσα από τις αντιστάσεις από την οποία γλιστρούν κάθε λογής τέρατα. Με έχει πιάσει ξανά ο ίδιος φόβος.

Η σούπα με το δηλητήριο έχει κρυώσει. Σε παίρνω τηλέφωνο ξανά και ξανά και ξανά. Δεν χτυπάει πια. Το ψυγείο σταμάτησε να μουγκρίζει και τα τέρατα κρύφτηκαν κάτω από τα αγαπημένα σου χαλιά. Κάποιος μου είπε ότι έχεις πεθάνει ήδη. Αρνούμαι να το πιστέψω. Αποκλείεται να πέθανες χωρίς να σε σκότωσα εγώ. Πρέπει να το κάνω εγώ και μόνο εγώ. Αλλά, οι μέρες κι οι ώρες περνούν και το ψυγείο μου ψιθυρίζει ότι δεν πρόλαβα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Βασιλική, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής