Τουβαλού (3. Sympathy for the devil)

0
391

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1.jpg

“Όποιος μας πρόδωσε, δεν θα μας συγχωρέσει ποτέ για την πράξη του αυτή.”
Nicolás Gómez Dávila

“Pleased to meet you
Hope you guess my name
But what’s puzzling you
Is the nature of my game”
Rolling Stones

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το πρώτο μέρος εδώ: https://sanejoker.info/2020/12/tuvalu.html

~~~

Ο Σουν Τσου στην τέχνη του πολέμου αναφέρει τα δύο μεγαλύτερα λάθη κάθε στρατού. Το πρώτο είναι να υποτιμήσεις τον αντίπαλο. Αυτό έκαναν οι εννιά πεζοναύτες με μας. Τους φανήκαμε εύκολη λεία.

Ο Κύκλωπας ήρθε προς το μέρος μου με άλλους τρεις στο κατόπι. Ένας άλλος πήγε προς τη Μόλλυ. Τον χτύπησε με τόση δύναμη που το ξύλο έσπασε. Ο Αμερικάνος έπεσε σαν δέντρο. Όμως την είχε αφοπλίσει.

Ο Κύκλωπας με πλησίασε πιο προσεκτικά. Κράδαινα την Καλαμαζού μπροστά απ’ τα κεφάλια τους. Ήταν επικίνδυνο όπλο, αλλά έμοιαζα με τη Γουέντι που κουνάει το ρόπαλο του μπέιζμπολ για να σταματήσει τον Τζακ Τόρανς.

Η Μόλλυ έτρεξε αριστερά, έσκυψε κι έπιασε ένα σίδερο. Καθώς σηκωνόταν την πέτυχε ένα τούβλο στο στήθος. Αν δεν ήταν άνανδροι δεν θα επιτίθονταν εννιά εναντίον δύο.

Διπλώθηκε στα δύο. Φώναξα το όνομα της κι έκανα να την πλησιάσω. Αυτό ήταν αρκετό για να δώσω την ευκαιρία στον εχθρό μου. Μ’ άρπαξε απ’ το λαιμό και με πήγε σηκωτό στον τοίχο πίσω μου. Με κόλλησε εκεί, ενώ πλησιάζανε κι οι άλλοι τρεις.

Ήμουν έτοιμος να κλείσω τα μάτια και ν’ αφεθώ. Πόσο θα με χτυπούσαν; Κάποια στιγμή θα μ’ αφήνανε. Τότε άκουσα τη Μόλλυ να βρίζει και να ουρλιάζει. Τρία γομάρια την είχαν αρπάξει. Οι δύο κρατούσαν χέρια και πόδια. Ο τρίτος της έσκισε το φόρεμα.

«Αφήστε ‘την», τους φώναξα.

Ο Κύκλωπας μου τράβηξε μια γροθιά στο σαγόνι. Ένιωσα δόντια να κουνιούνται. Αίμα στο στόμα μου κι ένας φρονιμίτης ήταν ελεύθερος να πάει όπου θέλει.

«Μην ανησυχείς», είπε ο Κύκλωπας. «Πουτάνα είναι, της αρέσει να τη γαμάνε.»
«Ναι, δεν θα καταλάβει τίποτα», είπε ένας που έμοιαζε για Λατίνος.

Εκείνη πάλευε με όλες της τις δυνάμεις, δεν θα παραδινόταν εύκολα η πουτάνα. Ένας κοντός την χτύπησε με τον αγκώνα στο πρόσωπο. Η Μόλλυ σταμάτησε να παλεύει.

Ο κύκλωπας δεν μ’ έριξε αναίσθητο. Ήθελε να δω τον βιασμό της. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος του.

~~~~

Το χειρότερο που μπορείς να κάνεις σε μια μάχη είναι να μην αφήσεις διέξοδο διαφυγής στον εχθρό του, γιατί τότε πολεμάει για τη ζωή του. Κι αν τον αναγκάσεις να υπερασπιστεί την οικογένεια και τη γη του, τότε δεν υπάρχει περίπτωση να υποχωρήσει.

Σαν είδα τη Μόλλυ στα χέρια τους κι εκείνον τον κοντό να κατεβάζει το παντελόνι του, τρελάθηκα. Το μόνο που φοβάται ο πιο δυνατός είναι τον πιο τρελό, τον μαινόμενο. Ο Αχιλλέας, ο Ορλάντο.

Ο Κοχούλιν, ο Κέλτης ήρωας των Ιρλανδών, ήταν ανίκητος χάρη στην πολεμική του μανία. Όταν τρελαινόταν μια μαύρη ομίχλη υψωνόταν απ’ το κεφάλι του κι ανοιγόκλεινε τα σαγόνια του σαν λιοντάρι. Τότε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ούτε τον ίδιο τον γιο του.

Σταμάτησα να είμαι άνθρωπος, να σκέφτομαι ανθρώπινα. Χίμηξα στο λαιμό του Κύκλωπα. Πήγα για την καρωτίδα, να τον σκοτώσω μια κι έξω, αλλά εκείνος τραβήχτηκε λιγάκι. Του έπιασα το αυτί. Τον δάγκωσα και του έκοψα το λοβό, με τη μία. Δεν έπαιζα, δεν πάλευα, ήθελα να σκοτώσω.

Ο Κύκλωπας έφυγε πίσω κρατώντας το αυτί του. Το έφτυσα στα μούτρα του Λατίνου που ερχόταν από δεξιά και μετά του έχωσα την κιθάρα στο στόμα. Τα κλειδιά του έσκισαν τα χείλη, άκουσα τα δόντια του να σπάνε. Οι άλλοι δύο σάστισαν.

Βρήκα χώρο για να βγω. Πήγα προς τους βιαστές. Είδα εκείνον με το κατεβασμένο παντελόνι να ‘χει στραφεί να με κοιτάξει. Πήδηξα, έκανα ένα άλμα που δεν πίστευα ότι μπορούσα να κάνω, και έπεσα με τα γόνατα κι όλο μου το βάρος στην πλάτη του.

Τον έριξα κάτω και μετά άρπαξα το κεφάλι του με τα δύο χέρια και χτύπησα το μέτωπο του σ’ ένα τούβλο.

Η Μόλλυ είχε συνέλθει και κατάφερε να ξεφύγει. Αυτοί που την κρατούσαν είχαν γυρίσει προς εμένα. Αλλά δεν τολμούσαν. Στόχευσα στο λαρύγγι του πιο κοντινού. Θα του έπινα το αίμα.

Τότε άκουσα τον ήχο του ξύλου στην πέτρα. Αλλά ήταν το κεφάλι μου. Με είχαν χτυπήσει από πίσω. Ταλανίστηκα, αλλά δεν πόνεσα. Η γάζα στο αριστερό μου χέρι είχε μουσκέψει απ’ το αίμα, αλλά δεν ένιωθα τίποτα.

Επιτέθηκα σ’ αυτόν που με είχε χτυπήσει πισώπλατα. Προσπάθησα να του σπάσω το γόνατο. Δεν τα κατάφερα, αλλά έκανε πίσω.

Τότε είδα ότι με είχαν περικυκλώσει. Ήταν όρθιοι οι έξι ακόμα, με τον Κύκλωπα μαζί. Κι έρχονταν από παντού. Γέλασα. Δεν θα με χτυπούσαν μόνο, θα με σκότωναν. Αλλά θα έπαιρνα πολλούς μαζί μου στην Κόλαση.

~~~~~

Ούρλιαξα κι έπεσα σ’ εκείνον που ήταν πιο κοντά. Δεν με είδε, γιατί κοιτούσε αριστερά. Κι εγώ είδα κάτι στην άκρη, μια σκιά να τρέχει, αλλά δεν έχασα το στόχο. Τον βάρεσα στο μήλο του Αδάμ. Του κόπηκε η ανάσα. Κοίταξα να βρω τον επόμενο.

Κατάλαβα ότι δεν πολεμούσα μόνος. Άλλοι δύο απ’ τους πεζοναύτες είχαν πέσει. Τρεις σκιές, γρήγορες σαν αρπαχτικά της νύχτας, επιτίθονταν.

Μου είχαν αφήσει το δρόμο ανοιχτό για τον Κύκλωπα, το μεγάλο μου αντίπαλο. Εκείνος έβλεπε τριγύρω την πανωλεθρία των Αμερικάνων και δεν το πίστευε. Μάλλον θα αισθανόταν σαν να είναι στο Βιετνάμ.

«Μην ανησυχείς», του είπα. «Δεν θα πονέσεις.»

Έκανα εγώ το λάθος. Υπερεκτίμησα τις δυνάμεις μου. Ο Κύκλωπας δεν ήταν πολύ χτυπημένος και σίγουρα ήταν τεράστιος. Με κλώτσησε στην κοιλιά κι έφυγα ένα μέτρο πίσω. Έπεσα και ξέρασα αίμα. Είχα βρεθεί δίπλα στην Καλαμαζού. Ο Κύκλωπας ερχόταν καταπάνω μου με τα εκατόν είκοσι κιλά του. Παραπάτησε και κοίταξε πίσω.

Η Μόλλυ του είχε πετάξει μια πέτρα.

«Μάικλ Κόλλινς, ρε αρχίδι», του φώναξε κι ήταν μέσα στα αίματα, σαν τον Τζον Μακλέην.

Ο Κύκλωπας δεν έπεσε.

«Μια τελευταία», είπα στην Καλαμαζού.

Σηκώθηκα και του την έφερα στο δόξα πατρί, σαν τον Οδυσσέα που τυφλώνει τον Πολύφημο, ένας Δαυίδ με κιθάρα ενάντια στον Γολιάθ.

Ο Άτλας γονάτισε.

~~~~~~

Μόνο τότε μπόρεσα να δω ποιες ήταν οι σκιές που μας είχαν βοηθήσει.

Ήταν οι δύο Ισπανοί τσιγγάνοι που έπαιζαν Τζάνγκο στο πλοίο. Απεσταλμένοι του Χουάν; Μπορεί. Σίγουρα ήταν ευπρόσδεκτοι, όποιος και να τους είχε στείλει.

Μαζί τους είχαν κι έναν τρίτο. Το ίδιο μικρόσωμο κι αδύνατο, αλλά γραμμωμένο σαν τον Μπρους Λη.

«Ακούσαμε την κιθάρα σου να βογκάει», είπε ο βιολιτζής. «Κι εντάξει. Εννιά εναντίον δύο; Και το ένα κορίτσι;»

Τον πλησίασα και τον αγκάλιασα.

Εκείνη την ώρα άρχισαν ν’ αναβοσβήνουν τα φώτα της αστυνομίας. Ήμασταν ασφαλείς πια. Έτσι νόμιζα.

~~~~~~~~~~~{11}~~~~~~~~~~~

Είχαν έρθει τρία περιπολικά. Ένας μπάτσος μου είχε δώσει ένα σεντόνι να καλυφτεί η ημίγυμνη Μόλλυ. Μαζί μας, λίγο παραδίπλα, κάθονταν οι τρεις σωτήρες. Απέναντι ήταν οι Αμερικάνοι στρατιώτες. Όλοι χτυπημένοι, αλλά κανείς σε κρίσιμη κατάσταση. Ο κύκλωπας θα έμοιαζε λίγο με τον Βαν Γκογκ, αυτό ήταν όλο. Κι ο άλλος, ο λατίνος, θα έπρεπε να κάνει πολλή δουλειά στον οδοντίατρο.

Αρχηγός των αστυνομικών ήταν ένας κρητίκαρος με σκυλάδικη χαίτη και μουστάκι, που έμοιαζε περισσότερο με νταβατζή. Κοιτούσε γύρω με τα χέρια στη μέση, σαν Σερίφης που του είχαν χαλάσει την ήσυχη πόλη του. Αν είχε κι ένα αστέρι στο πέτο θα ήταν τέλειος.

«Είσαι καλά;» ρώτησα τη Μόλλυ.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. Δεν ήθελε να μιλήσει, την καταλάβαινα.

«Ευτυχώς που ήρθατε», είπα στον Μπάμπικ, τον κιθαρίστα.
«Ξέρεις, είναι παράξενο», είπε εκείνος. «Είχαμε αράξει στο Ροσινάντε κι όλα καλά. Παίζαμε λιγάκι, χαλαρώναμε. Τότε ο Εμ-Τζέι μας έκανε νόημα να βγούμε. Ήρθαμε προς τα δω κι ακούσαμε τη φασαρία.»

Ο Μπάμπικ μου έδειξε τον Εμ-Τζέι. Ήταν ο γραμμωμένος τύπος. Μετά θα μάθαινα γιατί τον έλεγαν έτσι. Ήταν σωσίας του Μάικλ Τζάκσον.

«Πώς σου ήρθε;» τον ρώτησα.
Ο Μπάμπικ γέλασε.
«Δεν ακούει. Ούτε μιλάει. Μόνο χορεύει.» Ο Έμ-Τζέι του έκανε ένα τσαντισμένο νεύμα. «Ναι, εντάξει, και τραγουδάει.»

Είχε καταλάβει τι τον ρώτησα. Μου έδειξε το μέτωπο του.
«Το τρίτο μάτι», είπε ο Μπάμπικ.

Αλλά δεν χρειαζόταν επεξήγηση.

~~

Δεν πέρασαν δυο λεπτά, ασθενοφόρα δεν είδαμε να έρχονται, αλλά σταμάτησαν δίπλα στα περιπολικά τρία Hammer. Ήταν αυτά τα ενισχυμένα τζιπ του αμερικάνικου στρατού. Είχαν τα διακριτικά M.P (στρατονομία).

Βγήκαν οι Αμερικάνοι στρατιώτες κι άρχιζαν να βάζουν μέσα τα καθίκια που μας είχαν επιτεθεί. Σηκώθηκα πονώντας και πλησίασα έναν αστυνομικό.

«Τι γίνεται εδώ;» του είπα. «Πού τους πάνε;»
«Έχουν δικό τους νοσοκομείο στη βάση.»
«Και δικούς τους νόμους; Κόντεψαν να μας σκοτώσουν. Προσπάθησαν να βιάσουν την κοπέλα μου.»

Τις φωνές μου άκουσε ο Σερίφης της Κρήτης που πλησίασε απειλητικά.

~~~

«Αστυνόμε», ξεκίνησα να του λέω.
«Άσε τις μαλακίες», μ’ έκοψε εκείνος. «Αυτοί τι είναι;» είπε δείχνοντας τους τρεις σωτήρες.
«Γύφτοι», είπε ο αστυνομικός.
«Τουρίστες είναι», είπα εγώ που ακόμα ένιωθα το μένος του Κοχούλιν. «Αυτό δεν θέλετε;»
«Δεν θέλουμε προβλήματα», είπε ο Σερίφης. «Ούτε γύφτους.»

Έδειξε τη Μόλλυ.
«Κι αυτή;»
«Στο Σκορπιό δουλεύει.»
«Α, καλά», έκανε ο Σερίφης και κοίταξε τα Hammer, να δει πώς πήγαινε η διακομιδή.

«Συγνώμη!» του φώναξα. «Συγνώμη!»
Με πλησίασε, πάντα φλεγματικός.
«Μας επιτέθηκαν εννιά Αμερικάνοι.»
«Και;»

Κατάπια το σάλιο μου μαζί με αίμα και σκέφτηκα ότι όσο ζεις στο σπίτι σου νομίζεις ότι υπάρχει δικαιοσύνη. Μόλις φύγεις για πρώτη φορά χάνεται η ψευδαίσθηση.

«Εσύ από πού είσαι;» με ρώτησε.
«Έλληνας πολίτης είμαι.»
«Ναι, από πού;»
«Κορινθία. Έχει σημασία;»
«Έχει μεγάλη σημασία. Εδώ είναι Κρήτη.»

Δεν μου έδωσε κλωτσιά να με πετάξει στην πηγάδα, αλλά ήταν χειρότερα. Πήγε προς τα Hammer, τον είδα να μιλάει με τον επικεφαλή. Επέστρεψε και μας είπε: «Τυχεροί είστε. Δεν θα σας κάνουν μήνυση.»

Τα Hammer έβαλαν μπροστά.

~~~~

Τρελάθηκα και πάλι, άρχισε να περικυκλώνει η ομίχλη το κεφάλι μου. Ξεκίνησα να φωνάζω:
«Εγώ θα σου κάνω μήνυση! Σε σένα. Στην αστυνομία. Είμαι Έλληνας πολίτης. Ποιος φτιάχνει τους νόμους; Οι Αμερικάνοι;»

Οι Ισπανοί προσπαθούσαν να με συγκρατήσουν.

«Η αστυνομία πρέπει να προστατεύει εμάς. Πόσα σας πληρώνουν γι’ αυτά τα αίσχη;»

Αυτή ήταν η χειρότερη φράση που μπορούσα να τους πω. Ο Σερίφης έκανε νόημα. Μ’ έριξαν κάτω και μου πέρασαν χειροπέδες. Πήγα να πω κάτι ακόμα. Με πάτησαν στο σβέρκο και μου κόπηκε η ανάσα –μαζί με τη φόρα.

Τους άλλους τους πήρανε χωρίς δεσμά.

~~~~~

Το κρατητήριο του Α.Τ. Χανίων δεν είναι το καλύτερο μέρος για να περάσεις το καλοκαίρι σου. Έκανε τρομαχτική ζέστη κι ο μοναδικός ανεμιστήρας έξω απ’ το κελί ήταν χαλασμένος. Τουλάχιστον έτσι μας είπαν.

Οι τρεις τους είχαν ξαπλώσει και τους είχε πάρει ο ύπνος σε δυο λεπτά. Εγώ προσπαθούσα να πλησιάσω τη Μόλλυ. Έκανα να τη χαϊδέψω. Εκείνη πέταξε το χέρι.

«Γιατί ήρθες;» μου είπε μετά. «Ο διάβολος σ’ έστειλε;»
«Ποιος; Τι εννοείς; Ήρθα γιατί ήρθα. Έτυχε.»
«Ήμουν καλά, Μπίλι.»
«Μπορείς να είσαι και καλύτερα.»

Η Μόλλυ άφησε το σεντόνι. Ήταν με τα εσώρουχα και σκονισμένη. Είχε μώλωπες σ’ όλο της το σώμα. Οι κοκκινομάλες μωλωπίζουν πιο εύκολα. Στο μάγουλο της είχε ένα μικρό σκίσιμο, σαν να ήτανε μποξέρ. Γιατρό μας είπαν θα βλέπαμε το πρωί, τιμωρία επειδή φώναζα. Την κοίταξα και σκέφτηκα ότι είχε δίκιο. Δεν ήταν καλύτερα απ’ τη στιγμή που την πρωτοείδα. Και δεν είχαν περάσει ούτε είκοσι τέσσερις ώρες.

«Μπορούμε να τα καταφέρουμε», επέμεινα.
«Γαμώτο, δεν καταλαβαίνεις;»

Καταλάβαινα, αλλά δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι. Μόλις είχα δώσει μια μεγάλη μάχη. Υποτίθεται ο ήρωας κερδίζει το κορίτσι όταν νικήσει τους κακούς. Και τους είχα νικήσει. Κοίταξα το κέλι όπου μας είχαν πετάξει. Σχεδόν τους είχα νικήσει.

«Δεν θες να πάμε μαζί στον Καναδά;»
«Δεν θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου.»

Μου γύρισε την πλάτη. Είχαν χαθεί όλα. Έκανα να ξαπλώσω στο παγκάκι. Χτύπησα με το πόδι την Καλαμαζού και την έριξα κάτω, όπως ο Τζάνγκο είχε γκρεμίσει το κερί του αγίου. Έβγαλε έναν ωραίο μελωδικό ήχο. Τόσα χτυπήματα και δεν είχε ξεκουρδιστεί.

Είχα χάσει το κορίτσι. Τουλάχιστον είχα την κιθάρα.

~~~~~~~~~~~~{12}~~~~~~~~~~~~

Το επόμενο πρωινό δεν ήταν καλύτερο. Ήρθε μια αστυνομικός με τη γιατρό. Εκείνη εξέτασε στα γρήγορα τη Μόλλυ. Εμάς δεν μας έδωσε σημασία. Μόλις έφυγε η γιατρός, ένας αστυνομικός είπε στη Μόλλυ, χωρίς καθόλου να προσπαθήσει να είναι διακριτικός, ότι κατηγορείτο για πορνεία. Ο Νίκος, ο ιδιοκτήτης του Σκορπιού θα ήταν ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας.

Όμως ο Διοικητής, επειδή ήταν δίκαιος, της πρότεινε κάτι άλλο. Να φύγει άμεσα απ’ την Ελλάδα και δεν θα προχωρούσαν σε περαιτέρω νομικές διαδικασίες. Εθελούσια απέλαση.

Η Μόλλυ συμφώνησε. Ρώτησε πόσο καιρό είχε να μαζέψει. Της έδωσαν μια μέρα, επειδή ίσως χρειαζόταν να πάει κι απ’ το νοσοκομείο.

Καθώς έβγαινε τη ρώτησα πού θα πήγαινε. Δεν μου απάντησε, δε με κοίταξε καν. Της είχα καταστρέψει τη ζωή.

Εμάς τους τέσσερις μας άφησαν λίγο παραπάνω μέσα. Δεν διαμαρτυρήθηκα, να πω για δικαιώματα και νόμους. Μάθαινα.

~~

Προς το μεσημέρι είχαμε αρχίσει να βαριόμαστε. Ο Εμ-Τζέι μας έκανε το νούμερο του.

Μπορούσε πράγματι να χορεύει σαν τον Τζάκσον, στις εποχές της δόξας του. Το χρώμα του δέρματος, το κατσαρό μαλλί, βοηθούσαν στην ψευδαίσθηση του σωσία, αλλά οι κινήσεις του ήταν τέλειες.

Το moonwalking, ο τρόπος που έφερνε το καπέλο στα μάτια (δεν φορούσε καπέλο) και πώς κλωτσούσε. Ακόμα και τα δάκτυλα του ήταν μακριά σαν του Μάικλ.

Καθώς χόρευε κινούσε τα χείλη στα λόγια του τραγουδιού. Τον άκουγα, χωρίς να κάνει ήχο:

They’ll kick you, then they’ll beat you
Then they’ll tell you it’s fair
So beat it, but you wanna be bad

Τέλειωσε το βουβό κομμάτι και τον χειροκροτήσαμε το ίδιο βουβά. Καλά περνούσαμε, ήμασταν ωραία παρέα. Τότε εμφανίστηκε ο Σερίφης.

~~~

Έκανε μια μεγάλη δραματική παύση πριν μιλήσει. Άναψε τσιγάρο κι έβγαλε τα γυαλιά καθρέφτες που φορούσε, μάλλον για να φανεί λιγότερο φασίστας.

«Λοιπόν, αγόρι, θα τα πω σε σένα και θα μεταφράζεις στους φίλους σου.»

Δεν του είπα ότι δεν ήταν φίλοι μου, γιατί έτσι τους ένιωθα. Με είχαν σώσει από βέβαιο θάνατο και είχαμε μπει φυλακή μαζί. Ψωμί κι αλάτι δεν είχαμε φάει, αλλά το μεσημέρι μας είχαν δώσει κάτι άθλια κρουασάν.

«Δεν έχεις τίποτα στο μητρώο κι ο πατέρας σου είναι στρατιωτικός. Αυτό σ’ έσωσε. Αλλιώς δεν θα σας άφηνα. Δε σας γουστάρω. Ούτε τους σεφεραδίτες από κει, ούτε εσένα. Οπότε…»

Έκανε πάλι παύση για να πετάξει το τσιγάρο κάτω και να το πατήσει.

«Οπότε φεύγετε. Καμιά κατηγορία. Ωραία; Αλλά όταν λέω φεύγετε δεν εννοώ απ’ το κρατητήριο. Απ’ τα Χανιά. Γκέγκε;»

Δεν περίμενε ν’ ακούσει την απάντηση. Γύρισε κι έφυγε χωρίς αντίο.

Θα μπορούσα να το παίξω Νέλσον Μαντέλα και ν’ αντισταθώ, να πολεμήσω και λοιπά. Είπα στα φιλαράκια τι μας είχε προτείνει. Χάρηκαν. Εκείνοι ήταν πιο έξυπνοι και είχαν ζήσει περισσότερα. Ήξεραν ότι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσεις έναν πανίσχυρο στρατό είναι ανταρτοπόλεμος. Hit and run. Κρύψου. Μην τους πολεμάς στα ίσια.

Μας άφησαν να βράσουμε λίγο ακόμα στο ζουμί μας. Όταν ήμασταν έτοιμοι μας άνοιξαν να φύγουμε.

~~~~

Περάσαμε απ’ το ξενοδοχείο να πάρω τα πράγματα μου. Με περίμεναν. Ήθελαν να μου δείξουν το Ροσινάντε, το βαν τους, και να μου κάνουν ένα δωράκι.

Καθώς προχωρούσαμε προς τα εκεί έμαθα ότι ήταν πιο μικροί από μένα. Ο Μπάμπικ, που μεταξύ τους τον έλεγαν Μπικ, κι ο βιολιτζής, ο Στεφ, ήταν δεκαεννιά. Ο Εμ-Τζέι δεκαοκτώ. Κι όμως είχαν ζήσει πράγματα και καταστάσεις που εγώ μόνο σε ταινίες τα είχα δει. Τουλάχιστον πριν με διώξει η Ρίτα. Αλλά και πάλι, δύο ημέρες περιπετειών δεν συγκρίνονται με μια ζωή στον ανταρτοπόλεμο.

Αυτά τα τρία αγόρια δεν είχαν πάει σχολείο, μόνο κάτι εθιμοτυπικές επισκέψεις. Όμως ήταν οι πιο ταλαντούχοι άνθρωποι που είχα συναντήσει. Οι πιο χαρούμενοι άνθρωποι που είχα βρει. Και οι πιο προσαρμοστικοί μάλλον. Μπορούσαν να ταιριάξουν παντού. Ιδιοφυίες της ζωής.

~~~~~

Είχανε το Ροσινάντε στο Στάδιο Χανίων. Ήταν ένα λευκό βαν, το μοντέλο T1 της Μερσεντές, κατασκευή 1977. Φαινόταν ταλαιπωρημένο σαν το άλογο του Κιχώτη. Δεν είχε χίπικα σχέδια απ’ έξω, ζωγραφιές κι άλλα παράξενα. Έμοιαζε να είναι ένα παλιό φορτηγάκι μεταφορών. Δεν σου τραβούσε καθόλου την προσοχή, κι αυτό ήθελαν.

Φαινόταν μικρό απέξω. Αλλά ήταν σαν το σπίτι του Μπίλμπο Μπάγκινς. Μόλις έμπαινες μέσα έβλεπες ότι χώραγε 12 νάνους κι ένα χόμπιτ.

Άνοιξαν την πόρτα και κόντεψε να μου πέσει το σαγόνι. Με προσωπική δουλειά, όπως μου εξήγησαν το είχαν κάνει ένα υπέροχο χομπιτόσπιτο. Παντού ξύλο λουστραρισμένο. Διπλές κουκέτες που μαζεύονταν στους τοίχους. Γκάζι και κουζίνα, ακόμα κι ένα μικρό ψυγείο. Μόνο τουαλέτα και ντους δεν είχαν. Γι’ αυτά έβγαιναν έξω ή σε κάμπινγκ.

Μπήκαμε και κλείσαμε την πόρτα. Ήταν λίγο αποπνιχτικά. Ο Μπικ σήκωσε το κάθισμα του. Από κάτω είχε τ’ άπλυτα, κάλτσες κι άλλα. Έβαλε το χέρι μέσα κι έβγαλε ένα πλαστικό σακούλι. Το άφησε στο τραπέζι που είχαμε ανάμεσα μας. Ο Στεφ του πέταξε ένα πακετάκι τσιγαρόχαρτα και καπνό. Ξεκίνησε να ενώνει τα χαρτάκια. Τότε μόλις κατάλαβα τι περιείχε το σακούλι, που ίσως να ζύγιζε και πέντε κιλά. Ήταν οι κορφές από ένα φυτό που ευδοκιμεί σε όλον τον κόσμο: Cannabis indica.

Ο Μπικ δεν έμεινε στα τρία χαρτάκια. Ένωσε πέντε. Μετά έβαλε ελάχιστο καπνό και το στούμπωσε φούντα. Τα δάκτυλα του δούλευαν σαν να ήταν γλύπτης. Το τελικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να εκτεθεί σε μουσείο.

Δεν τρόμαξα. Είκοσι χρονών ήμουν, στην Κορινθία είχα μεγαλώσει. Δεν ήμουν ο μεγαλύτερος φαν, αλλά είχαν περάσει μερικά τσιγαριλίκια απ’ τα χέρια μου στα πάρτι.

Το άναψε, ήπιε τις πρώτες τζούρες. Μετά το πέρασε στον αδελφό του. Ο Στεφ έκανε το σταυρό του, με τον καθολικό τρόπο, πριν ρουφήξει.

«Mongo Santamaria», είπε και γελάσαμε.

Μετά παρέκαμψε τον Εμ-Τζέι και το έδωσε σ’ εμένα. Ρώτησα γιατί δεν έπινε εκείνος.

«Τον πειράζει στη φωνή», είπε ο Στεφ. Μετά μου εξήγησε.

Ο Εμ-Τζέι δεν ήθελε να γίνει ο καλύτερος σωσίας του Μάικλ. Δεν έπαιζε. Ήθελε να γίνει ο ρόλος του. Ήθελε να γίνει Μάικλ. Το όνειρο του ήταν να πάει να τον συναντήσει και να κάνουν μια μονομαχία, όπου θα φαινόταν ποιος είναι ο αυθεντικός Τζάκσον.

Ρούφηξα τζούρα. Ήταν πολύ ευωδιαστή.

«Καλαμάτο.»
«Καλαμάτα;»
«Ναι, Καλαμάτο. Το καλύτερο χόρτο στην Ευρώπη. Ο μαύρος χρυσός της Ελλάδας.»

~~~~~~

Με την πόρτα κλειστή και το μαύρο χρυσό της Ελλάδας να γυρίζει, σύντομα σταμάτησα να έχω αναστολές. Είχα χαλαρώσει υπέροχα. Μίλησα για την Μόλλυ, έκλαψα για εκείνη. Η φούντα είχε επηρεάσει το θυμικό μου την αίσθηση του χρόνου. Όλα διαρκούσαν πολύ.

«Έλα, τώρα είσαι έτοιμος», είπε ο Μπικ κι έπιασε την κιθάρα του.

Ο Στεφ πήρε το βιολί. Ξεκίνησαν να παίζουν κάτι που έμοιαζε με moustache, τη τσιγγάνικη τζαζ. Κοίταξα την Καλαμαζού. Σχεδόν με φώναζε. Αλλά πώς μπορούσα να παίξω με τους βιρτουόζους; Με το ζόρι έβγαζα το Να μ’ αγαπάς. Αλλά είχα χαλαρώσει.

«Παίξε!» είπε ο Μπικ και κράτησε σταθερό ένα ακόρντο για να μπω.

Ξεκίνησα. Δεν σκεφτόμουν τι έκανα, τι έπαιζα. Δεν έλεγα στον εαυτό μου βάλε τα δάκτυλα εκεί, παίξε μινόρε, παίξε πεντατονική.

Είχα αφεθεί στη ροή της μουσικής. Δεν ήμουν εγώ, έμοιαζε να είμαι σε έκσταση. Δεν είχα όνομα και οικογένεια, δεν μ’ ένοιαζε για τη Μόλλυ και τη Ρίτα, δεν υπήρχα πια.

Κι όμως την ίδια στιγμή είχα απόλυτη επίγνωση κάθε ήχου που άκουγα. Όχι μόνο της δικιάς μου κιθάρας. Όταν ο Μπικ πήγε ν’ ανεβάσει ένα ημιτόνιο και τέμπο, το έπιασα τηλεπαθητικά, ήξερα ότι θα το έκανε, κι αλλάξαμε κι οι τρεις μαζί.

«Όλε!» είπε ο Στεφ.
Κι εγώ αισθανόμουν έτσι ακριβώς, σαν να βρισκόμουν στην αρένα.

Ο μόνος χρόνος ήταν ο ρυθμός και ήμασταν απόλυτα συγχρονισμένοι. Τελειώσαμε όλοι μαζί, σ’ έναν οργασμό που μόνο όσοι έχουν παίξει μουσική γνωρίζουν.

Το τέλος δεν είχε χειροκρότημα, ούτε Όλε. Ήταν σταμάτημα ανάσας, σαν να περιμέναμε να καταστραφεί το σύμπαν. Θα άξιζε, μετά από τέτοια μουσική.

«Θα έρθεις μαζί μας», είπε ο Μπικ κι έσωσε το σύμπαν απ’ τον αφανισμό.
«Πού;»
«Τι σημασία έχει; Δεν πηγαίνουμε κάπου. Πηγαίνουμε.»

Δεν είναι πού. Είναι τι.

Οι τσιγγάνοι της Ουγγαρίας έχουν μια λέξη για τους εγκατεστημένους που σημαίνει «κρέας». Οι άνθρωποι που δεν μετακινούνται είναι απλώς κρέας.

«Πάμε», τους είπα.

Δεν υπήρχε κανένας λόγος να πάω στη Γαύδο. Και το Τουβαλού μπορούσε να περιμένει. Τα καλύτερα μέρη της διαδρομής είναι όταν χάνεσαι.

Ο Εμ-Τζέι χειροκρότησε κι έβαλε μπροστά για να φύγουμε απ’ την επικράτεια του Σερίφη.

~~~~~~~

Άναψα ένα Gitanes. Αποχαιρέτησα το λιμάνι των Χανίων. Έχανα κι έναν έρωτα μαζί, αλλά δεν έφταιγα εγώ, εκείνη είχε κάνει πίσω. Πονούσα, γιατί την είχα αγαπήσει. Πώς γίνεται ν’ αγαπήσεις τόσο πολύ τόσο γρήγορα; Συμβαίνει.

Είχα μείνει μόνος με την Καλαμαζού και τα τρία αγόρια. Ο Ροσινάντε χοροπηδούσε στις λακούβες. Γέλασα. Ο ήρωας είχε πάρει το δεύτερο δώρο: Το άλογο.

Ο Μπικ πρότεινε να παίξουμε κάτι ακόμα. Με ρώτησε τι ήθελα να παίξουμε. Τότε, καθώς περνούσαμε μπροστά απ’ το ναύσταθμο της Σούδας, σκέφτηκα ότι δεν ήξερα να παίζω. Τους το είπα.

Ο Στεφ είπε ότι ήμουν καλύτερος απ’ τον Μπικ. Εκείνος φάνηκε λιγάκι να πειράζεται. Έπιασε την αρχή απ’ το Nuages.

Ξεκίνησα το σόλο και κατάλαβα ότι δεν έπαιζα εγώ, αλλά η Καλαμαζού. Και μου άρεσε.

Άρεσε σε όλους.

~~~~~~~~~~~{13}~~~~~~~~~~~~~

Ο επόμενος μήνας ήταν υπέροχος. Πιάσαμε πρώτα την Κρήτη, μετά τα νησιά. Βρίσκαμε ένα απόμερο πάρκινγκ για τον Ροσινάντε κι ένα πολυσύχναστο μέρος για την παράσταση μας.

Ήμασταν οι Τρεις Σωματοφύλακες κι ο Νταρντανιάν. Ο Εμ-Τζέι χόρευε. Εμείς πιάναμε να παίξουμε. Κι ήταν απίθανο το πόσο πολύ αρέσαμε στους περαστικούς. Μαζευόταν πολύς κόσμος να μας ακούσει, όπου κι αν σταματούσαμε. Κι οι περισσότεροι πρόσεχαν τι έπαιζα εγώ.

Η Καλαμαζού κελαηδούσε. Ο Μπικ μου είπε ότι πρώτη φορά έβγαζαν τόσο χρήμα.

«Είσαι ιδιοφυία», μου είπε μια νύχτα μετρώντας τα ψιλά. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν ήθελες να παίξεις μαζί μας. Είσαι άλλο επίπεδο.»

Όμως εγώ το ήξερα ότι δεν ήμουν ιδιοφυία. Όσο έπαιζα με τη Λέιλα ήμουν χάλια. Μόνο η Καλαμαζού μ’ έκανε να παίζω έτσι. Την έδωσα στον Μπικ να παίξει, να δω αν γινόταν με όλους. Δεν μπορούσε να βγάλει ούτε μια σωστή συγχορδία. Όλα ακούγονταν φάλτσα. Προσπάθησε να την κουρδίσει, τίποτα. Μου την έδωσε πίσω κι έπαιξα κάτι, άψογο ως συνήθως. Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που φάνηκε να υποψιάζεται κάτι. Έστριψε ένα πεντάφυλλο και τα ξέχασε όλα.

Κι έτσι όμορφα περνούσε ο καιρός. Με πολλά κορίτσια κοιμήθηκα εκείνο το μήνα. Το τσιγγάνικο στυλ έκαιγε καρδιές. Οπότε κι εγώ άφησα μουστάκι και μουσάκι σε στυλ Νταρναντιάν και χτένιζα τα μαλλιά μου πίσω, σαν να μουν Gitanos. Στο μαύρισμα το ίδιο ήμασταν.

Βράδυ παρά βράδυ, αν όχι κάθε βράδυ, βρισκόμουν στο δωμάτιο μιας τουρίστριας. Ήταν λιγάκι σαν συλλογή, ήθελα να έχω εμπειρία από κάθε χώρα, σαν βίζα στο διαβατήριο. Περνούσαμε ωραία, αλλά ήταν κάπως επίπεδη εμπειρία. Δεν νομίζω ότι έφταιγαν τα κορίτσια. Μάλλον έφταιγα εγώ, γιατί δεν ήθελα να δεθώ πάλι και να νιώσω όπως με τη Μόλλυ. Ακόμα πονούσα.

Τα ξεχνούσαμε όλα πίνοντας λίγο Καλαμάτο και παίζοντας με την Καλαμαζού. Γελούσαμε με την παρήχηση, Καλαμάτο Καλαμαζού, σαν Γιαπωνέζος επιχειρηματίας.

Κι όλα πήγαιναν ωραία, με sex, drugs & rocknroll, παρέα με τους καλύτερους φίλους. Μέχρι που εμφανίστηκε η Μέριλιν Μονρόε.

~~

Αυτό έγινε στην Νάξο. Είχαμε βρει ένα ωραίο σημείο για να παίξουμε. Παραλία της Χώρας, ο κόσμος να βολτάρει σε μιλιούνια. Ήταν οικογενειακό νησί, κι αυτό ήταν καλό. Οι backpackers δεν έχουν χρήμα για να δώσουν στους πλανόδιους μουσικούς.

Κάτσαμε δίπλα σ’ ένα ζαχαροπλαστείο που λεγόταν Ραντεβού. Ποτέ δεν έπρεπε να παίζουμε κοντά σε μπαρ. Πρώτον γιατί εκεί είχαν δυνατά τη μουσική και δεύτερον μας έβλεπαν σαν ανταγωνιστές -και συνήθως καλούσαν την αστυνομία. Αυτά τα ήξεραν οι Τρεις Σωματοφύλακες, τα έμαθα κι εγώ.

Δεν χρησιμοποιούσαμε ενισχυτές, για να μην ακουγόμαστε υπερβολικά. Είπαμε, ανταρτοπόλεμος.

Καθίσαμε για να ξεκινήσουμε. Είχαμε πάρει καρέκλες απ’ το Ραντεβού, ο ιδιοκτήτης ήταν φιλικός και φιλόμουσος. Πιάσαμε το Djangology, σίγουρη επιτυχία. Σε δυο λεπτά είχαν σταθεί πενήντα άνθρωποι γύρω μας.

~~~

Πάνω στο μισάωρο, κι ενώ το καπέλο για τις δωρεές είχε σχεδόν γεμίσει ο Μπικ έχασε εντελώς το ρυθμό. Έπαιζε την κιθάρα σαν ντραμς και μπάσο μαζί, έτσι ήταν απαραίτητο για εμάς να μη χάνει χτύπο.

Γύρισα να δω τι είχε πάθει. Κάτι κοιτούσε στο κοινό. Ακολούθησα το βλέμμα του, περιμένοντας να δω το Σερίφη ή τον κύκλωπα. Όμως εκείνος κοιτούσε τη Μέριλιν.
Έχασα κι εγώ το ρυθμό.

~~~~

Η ξανθιά κοπέλα με τα κόκκινα χείλη χαμογέλασε, έριξε ένα κέρμα στο καπέλο και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Ο Μπικ έπαιξε το συνθηματικό για να πάμε σε φινάλε, πολύ πιο γρήγορα απ’ το κανονικό. Τον ακολουθήσαμε και κλείσαμε μαζί.

«Διάλειμμα για πέντε λεπτά», είπε ο Μπικ και μου ζήτησε τσιγάρο.

Το διάλειμμα δεν ήταν παράξενο. Κάναμε κάθε τόσο, για να φεύγουν εκείνοι που κάθονταν πολλή ώρα και να έρχονται νέοι πελάτες. Το τσιγάρο ήταν παράξενο. Δεν κάπνιζε κανονικά τσιγάρα.

«Φίλε Μπίλι», μου είπε χαμογελώντας ως τ’ αυτιά, «βρήκα το κορίτσι που θα παντρευτώ.»

Τέλειωσε το τσιγάρο του χωρίς καθόλου να βιάζεται. Ονειροπολούσε. Το έριξε κάτω, το πάτησε κι έπιασε να παίζει το Body and Soul, ένα απ’ τ’ αμερικάνικα του Τζάνγκο, που συνήθως αποφεύγαμε επειδή ήταν αργό.

Άργησα να μπω. Έκανα ότι είχα πρόβλημα με τις χορδές κι άφησα τον Στεφ να σολάρει. Το πρόβλημα μου δεν ήταν στη μουσική. Το πρόβλημα ήταν ότι εκείνο το κορίτσι ήθελα να το παντρευτώ εγώ.

~~~~~

Το ίδιο βράδυ μας έκαναν πρόταση να παίξουμε σ’ ένα μπαρ. Ο ιδιοκτήτης μας είχε ακούσει στο δρόμο. Ήταν μουσικός κι ο ίδιος. Μας πρότεινε να παίξουμε με κείνον στα ντραμς. Έδινε ένα καλό ποσό στον καθένα μας και δωρεάν ποτά. Θα παίζαμε με ηλεκτρική ενίσχυση και μίκτη, πιο επαγγελματικά, κάτι που δεν είχαμε δοκιμάσει.

Μερικές ώρες αργότερα το Jam Bar πήγαινε πάνω κάτω απ’ τη μουσική μας. Ο κόσμος διασκέδαζε με τη μουσική μας και ρωτούσε πώς λεγόμαστε.

«Πώς σας λένε;» ρώτησε ο Άνεμος -έτσι έλεγαν τον ιδιοκτήτη.
«Los Gitanos», είπε ο Μπικ.
Έπιασα ν’ ανάψω τσιγάρο.
«Όχι», είπα στον Άνεμο. «Gitanes, σαν τα τσιγάρα.»
«Ωραίο», είπε εκείνος. «Θα έχετε και χορηγό.»

Ο Μπικ δεν χάρηκε που είχα διαλέξει το όνομα, φάνηκε απ’ τη φάτσα του που στράβωσε. Ήταν αφηρημένος τόση ώρα, σκεφτόταν τη Μέριλιν. Ο Στεφ τον προγκούσε να δώσει προσοχή, αλλά εκείνος έπαιζε χαλαρά. Δεν είχε σημασία. Εγώ ήμουν ο σταρ και το ήξερε.

Κι όπως παίζαμε την είδα ξανά. Ήταν πιο πίσω, κοντά στην εξώπορτα, και με κοιτούσε. Σίγουρα κοιτούσε εμένα, ο Μπικ δεν φαινόταν από κει. Ένιωσα τη ματιά της ως την καρδιά μου και πιο πίσω ακόμα, να τρυπάει τη σπονδυλική στήλη και να βγαίνει απ’ την πλάτη. Τότε έκανα μια μουσική ακροβασία.

Ενώ παίζαμε moustache πάτησα την πεταλιέρα παραμόρφωσης που είχε συνδέσει ο Άνεμος στη Καλαμαζού. Έβαλα το Wah Wah και το G-Fuzz, τα πετάλια που αγαπούσε ο Τζίμι Χέντριξ. Ήταν κι εκείνος στο Κλαμπ των 27, κάτι μου έλεγε ότι η Καλαμαζού ήξερε να παίζει έτσι.

Ξεκίνησα να παίζω ένα σόλο που θύμιζε Voodoo Child, μπλουζ και δυνατό.

Όλοι σταμάτησαν ν’ αναπνέουν για ν’ ακούσουν. Ο Μπικ κι ο Στεφ δεν σταμάτησαν, αλλά κι εκείνοι είχαν μείνει άφωνοι. Γιατί είχαν συνηθίσει να με ακούνε να παίζω σαν τον Τζάνγκο και ξαφνικά γινόμουν Χέντριξ. Αυτό δεν είναι θεϊκό χάρισμα, μόνο ο διάβολος το μπορεί.

Ο Άνεμος απ’ την άλλη άφησε τις μπαγκέτες-σκούπες κι άρχισε να χτυπάει τα τύμπανα του σαν να ήταν στο Γούντστοκ. Το κοινό παραληρούσε πλέον. Ένας ροκ σταρ είχε γεννηθεί. Και δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Μου αρκούσε που είδα τη Μέριλιν να μου χαμογελάει. Με λάτρευε.

Τελειώσαμε το κομμάτι και τους είπα ότι ήθελα ένα διάλειμμα. Συμφώνησαν, τι άλλο μπορούσαν να κάνουν; Ο dj έπιασε να παίζει Hendrix, όλοι οι πελάτες με χτυπούσαν στον ώμο, τουρίστριες προσπαθούσαν να μου τραβήξουν την προσοχή.

Με την Καλαμαζού στον ώμο πήγα προς την πόρτα. Η Μέριλιν ήταν εκεί. Και ήταν πιο όμορφη όσο την πλησίαζα. Μου έκανε νόημα να πάω μαζί της.

Καθώς έβγαινα είδα τον Εμ-Τζέι να με κοιτάει.

~~~~~~~~~~~~~~{14}~~~~~~~~~~~~~~

Την έλεγαν Μισέλ, ήταν αρχιτέκτονας και ζούσε στην Νέα Υόρκη. Πιο αμερικανίδα δεν μπορούσε να ήταν, αλλά δεν θα τσακωνόμουν μαζί της, όπως με τους πεζοναύτες. Make love not war.

Περπατούσαμε στο λιμάνι, δίπλα στις βάρκες.

«Σου έχουν πει ότι μοιάζεις με τη Μέριλιν Μονρόε;» της είπα.
«Καμία σχέση», είπε εκείνη και γέλασε σαν τη Μέριλιν. «Είμαι βαμμένη ξανθιά και με σώμα κλεψύδρα, εντάξει.Και το ίδιο ύψος, αλλά δεν μοιάζουμε.»
«Κι η ελιά; Είστε ίδιες.»
«Η Μέριλιν την είχε στο άλλο μάγουλο.»

Ακούμπησε με το δείχτη το αριστερό μάγουλο κι ήταν σαν να μου έλεγε: Φίλησε με, εδώ. Λιγάκι έσκυψα προς το μέρος της, όσο χρειαζόταν για να τη μυρίσω. Μύριζε σαν λουλούδι.

«Rose Geranium», είπε η Μισέλ. «Το αγαπημένο μου.»

Είχε γίνει και δικό μου αγαπημένο.

«Παίζεις υπέροχη κιθάρα», μου είπε.
«Κι εσύ. Όχι! Εννοώ, ευχαριστώ. Είναι κάτι που κάνω από παιδί.»

Είχα αρχίσει να το πιστεύω κι εγώ, μέσα σ’ ένα μήνα. Σε μερικά χρόνια δεν θα θυμόμουν τη Λέιλα και το Να μ’ αγαπάς.

Σταθήκαμε να δούμε έναν ψαρά που ετοιμαζόταν να βγει στο Αιγαίο. Είχε φεγγάρι και θα πήγαιναν για θράψαλα. Ο νεαρός βοηθός έτρωγε την Μισέλ με τα μάτια του. Μίλησε ελληνικά, νομίζοντας ότι ήμασταν ξένοι κι οι δύο.

«Τι τσιπούρα είσαι εσύ;»

Μόλις απομακρυνθήκαμε η Μισέλ με ρώτησε τι είχε πει. Της είπα ότι την παρομοίασε με ψάρι. Της φάνηκε αστείο. Γέλασε πάλι, μ’ εκείνο το γέλιο το κινηματογραφικό. Είχα πιαστεί στα δίκτυα της.

«Μήπως έχεις κι ένα λευκό φόρεμα;» τη ρώτησα.
«Έχω. Πώς το ξέρεις;» είπε εκείνη αθώα. Μετά κατάλαβε. «Δεν μοιάζω στη Μέριλιν.»

Μου εξήγησε ότι ήταν μια φαντασίωση των ξένων αντρών που ήθελαν να βρουν μια Αμερικανίδα σταρ. Έτσι πίστευε.

Συνεχίσαμε πολλή ώρα να περπατάμε και να μιλάμε. Ξέχασα το τζαμάρισμα και τους Gitanes. Ζούσα μια βραδιά με τη Μέριλιν.

~~

Πήραμε μερικές μπύρες και καθίσαμε στη δεξιά μεριά της Πορτάρας, σε μια μικρή παραλία χωρίς κόσμο. Κοιτούσαμε το φεγγάρι μες στο Αιγαίο. Πώς να μην ερωτευτείς;

Μέσα στη θάλασσα, εκατό μέτρα απ’ την ακτή, υψωνόταν ένας μοναχικός βράχος.

«Έτσι νιώθω», είπε η Μισέλ και τραγούδησε τους στίχους απ’ το Σαίντ Λούις Μπλουζ: «I got a heart like a rock cast in the sea.»

Ξεκίνησε να μου εξομολογείται τη ζωή της. Είχε παντρευτεί έναν Πολωνό που της είχε καταστρέψει τη ζωή και την ψυχή, body and soul. Της είχε κάνει να αισθάνεται σαν να ήταν τιποτένια. Δεν τη χτυπούσε, αλλά την είχε ισοπεδώσει. Η Μισέλ το πήρε απόφαση ν’ αυτοκτονήσει στα τριάντα έξι της. Πήρε μια χούφτα υπνωτικά κι έκατσε ν’ ακούσει την αγαπημένη της Billie Holiday. Αυτή την έσωσε. Είχε βάλει τη μουσική πολύ δυνατά, οι γείτονες φώναξαν αστυνομία, μπήκαν στο διαμέρισμα της και τη βρήκαν λίγο πριν ξεψυχήσει.

Όταν συνήλθε, ο Πολωνός την περίμενε στο προσκεφάλι της. Του είπε ότι δεν ήθελε να τον ξαναδεί. Έκλεισε τις υποθέσεις που έπρεπε, άλλαξε σπίτι κι έφυγε για την Ευρώπη.

Είχε δακρύσει όσο μου τα έλεγε αυτά. Πήρα το πρόσωπο της στα χέρια μου και τη φίλησα.

«Εγώ θα σε προσέχω», της είπα.

~~~

Την πήγα ως το δωμάτιο της. Ήθελα να την προστατέψω. Στην πόρτα φιληθήκαμε ξανά, περισσότερη ώρα. Με τράβηξε στο δωμάτιο. Της ζήτησα να φορέσει το λευκό φόρεμα.

Λίγο μετά, έτσι όπως βρισκόταν από πάνω μου, κοιτούσα τα μαλλιά της, την ελιά της, τα χείλη της, τα στήθη της όπως φαίνονταν μέσα απ’ το φόρεμα και ένιωθα ότι με έχει ευλογήσει ο θεός.

Εκείνη με έλεγε μαύρο λιοντάρι και δεν προσπαθούσα να καταλάβω τι εννοούσε. Ήμασταν κι οι δύο χωμένοι στις φαντασιώσεις μας.

~~~~

Έφυγα πρωί απ’ το δωμάτιο της.

Περπατούσα στην παραλία και σφύριζα, πιο χαρούμενος από ποτέ. Είχα υποσχεθεί ότι θα γυρνούσα όσο πιο γρήγορα γινόταν.

Γιατί το πρωί, όταν ανοίξαμε τα μάτια μας κι είχαμε τα μέλη μπερδεμένα, μου είπε ότι την είχα κάνει να θυμηθώ πώς είναι να ζει. Πρώτα με τη μουσική μου, μετά με τη νύχτα που περάσαμε μαζί.

Δεν ήταν όπως με τις άλλες, τις εφήμερες σχέσεις, τα one-night-stand. Αυτό θα μπορούσε να κρατήσει, ήθελα να κρατήσει.

~~~~~

«Μπράβο», μου είπε ο Μπικ.

Είχα ανοίξει την πόρτα σιγά-σιγά για να μην τον ξυπνήσω. Κοιμούνταν ως αργά το μεσημέρι συνήθως. Ο Μπικ με περίμενε.

«Ήσουν με την ξανθιά, έτσι;»

Ο Εμ-Τζέι έκανε ότι κοιμόταν. Ο Στεφ καθόταν παραδίπλα.

«Ναι», του είπα και μπήκα μέσα, κάνοντας ότι δεν είχε συμβεί τίποτα ιδιαίτερο.

«Δεν ξέρω τι κάνετε στην Ελλάδα, αλλά στην Ισπανία έχουμε κανόνες.»
«Κανόνες;»
«Μην κάνεις το χαζό. Η γκόμενα κι η γυναίκα του φίλου σου είναι εκτός παιχνιδιού.»

Άφησα την Καλαμαζού κι άνοιξα ένα αναψυκτικό που είχα πάρει απ’ το περίπτερο του νεκροταφείου.

«Πώς τη λένε;» τον ρώτησα.
Κόλλησε.
«Πώς τη λένε τη γκόμενα σου που είναι εκτός παιχνιδιού;»
«Εσύ ξέρεις.»
«Ναι, εγώ ξέρω», του είπα.
«Ξέρεις και τι φωνάζει όταν τελειώνει;» έκανε ο Μπικ.
«Ξέρω τα πάντα!»

Είχαμε σταθεί μύτη με μύτη. Ο Εμ-Τζέι κι ο Στεφ είχαν σηκωθεί και προσπαθούσαν να μας κρατήσουν. Ο Στεφ έπιασε να στρίψει ένα τσιγαριλίκι, η πίπα της ειρήνης.

«Αυτό είναι προδοσία», είπε ο Μπικ. «Εγώ την είδα πρώτος.»
«Έλα τώρα, τι είναι; Παιδικό παιχνίδι; Μπορεί να την είδα πιο πρώτος.»
Πήρα το τσιγαριλίκι και ρούφηξα μια δυνατή.
«Ναι, αλλά σου είπα ότι θα την παντρευτώ», είπε ο Μπικ.

Κρατούσα τον καπνό μέσα μου και σκεφτόμουν: «Γαμώτο! Τόσους μπάφους πίνει. Πού τα θυμάται όλα;»

Έβηξα και παραδέχτηκα ότι είχε δίκιο σ’ αυτό. Ναι, την είχε δει πρώτος. Αλλά εκείνη δεν είχε δικαίωμα να διαλέξει; Τι ήταν αυτό, κάποιος κανόνας των Λος Χιτάνος; Ο άντρας διαλέγει κι η γυναίκα αποδέχεται;

Μ’ αυτό φάνηκε να τσαντίζεται κι ο Στεφ. Δεν του άρεσε που είχα μπλέξει τους τσιγγάνους.

«Βλακείες λες, αλλά το πρόβλημα είναι άλλο», είπε ο Μπικ. «Εσύ πρόδωσες τη φιλία μας.»
«Σιγά το πράγμα.»
«Δεν σου φαίνεται πολύ;»
«Όχι.»

Ο Μπικ τότε φώναξε: «Ούτε ότι παίζεις κιθάρα σαν το διάβολο; Ούτε αυτό;»

«Τι σχέση έχει η κιθάρα;» του είπα κι έκρυψα πίσω μου την Καλαμαζού.
«Όλα έχουν σχέση. Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια.»

Ο Στέφ έκανε τον καθολικό σταυρό του πριν μιλήσει.
«Αυτό είναι αλήθεια, Μπιλ. Εκείνο το σόλο με την παραμόρφωση που έπαιξες…»
«Ήταν καλό», είπα και ήξερα ότι δεν ήταν μόνο καλό.
«Ο Άνεμος είπε ότι θέλει να ηχογραφήσουμε στο στούντιο του», είπε ο Στεφ.
«Όχι», έκανε ο Μπικ. «Είπε ότι θέλει να ηχογραφήσει τον Μπίλι. Κι εμάς για μπάντα του.»
«Με ζηλεύετε», τους είπα και σηκώθηκα. «Με ζηλεύετε γιατί δεν με φτάνετε. Ούτε στη μουσική ούτε στο…»

Ο Μπικ πετάχτηκε έτοιμος να με χτυπήσει. Ο Εμ-Τζέι μπήκε στη μέση. Δεν άκουγε τι λέγαμε, αλλά δεν του άρεσε. Με νοήματα μας είπε κάτι που είχαμε ξεχάσει: Ό,τι ήμασταν φίλοι.

«Προδότης φίλος του διαβόλου», είπε ο Μπικ.
«Σου γαμιέται η…»

Δεν τελείωσα τη φράση. Βγήκα έξω και χτύπησα πίσω την πόρτα.

~~~~~~~~~~~~~~~{15}~~~~~~~~~~~~~~~

Επιστρέφοντας στο δωμάτιο της Μισέλ σκεφτόμουν όσα μου είχε πει ο Μπικ για την ικανότητα στην κιθάρα.

Πράγματι ένα μήνα νωρίτερα δεν θα μπορούσα να σολάρω σαν τον Χέντριξ. Το είχα αποδεχτεί ως κάτι φυσιολογικό, ως ένα δώρο, μάλλον γιατί δεν ήθελα να το σκεφτώ περισσότερο.

Δεν ήταν η Καλαμαζού που έπαιζε, γιατί τότε θα το έκανε και με τον Μπικ. Εγώ έπαιζα. Και τι είχε πει ο Χουάν; Ο διάβολος είναι σαν το καζίνο. Πάντα κερδίζει.

Δεν είχα κάνει κάποια συμφωνία ρητή. Αλλά είχα δεχτεί το δώρο. Μήπως είχε κάποιο αντίτιμο;

Στάθηκα να δω τον ψαρά που έδειχνε την ψαριά του. Ανάμεσα στα θράψαλα ήταν και μια σμέρνα. Ήταν ζωντανή ακόμα. Δάγκωνε στον αέρα. Αν έβαζες δάχτυλο θα το έχανες. Με φαγούρισε το φάντασμα-μέλος μου. Το δαχτυλάκι που είχα δώσει δεν ήταν αρκετό;

Μάλλον όχι. Πολύς κόσμος, οι πάντες, θα έδιναν περισσότερα απ’ αυτό για να γίνουν τόσο ταλαντούχοι. Μήπως και διάσημος; Μπορεί να είχα ξεκινήσει την πορεία προς το Κλαμπ των 27.

Δεν έστριψα προς τη Μισέλ. Συνέχισα να περπατάω. Πάντα με βοηθούσε για να σκέφτομαι. Αναρωτιόμουν αν είχα όντως προδώσει τον Μπικ.

Είχε δίκιο, αν το βλέπαμε απ’ τη μεριά της φιλίας. Όμως ο έρωτας δεν είναι πιο δυνατός απ’ τη φιλία; Αυτό δεν είναι το πιο ισχυρό κίνητρο; Έρωτα ακατανίκητε στις μάχες, έλεγε ο τραγωδός.

Ένιωθα ότι η Καλαμαζού στην πλάτη μου συμφωνούσε. Δεν έφταιγα εγώ, αλλά ο έρωτας. Και θα ήταν λάθος να το θεωρήσουμε προδοσία.

~~

Περπάτησα μια ώρα κι ανέβηκα σ’ ένα ξωκλήσι που υπήρχε εκεί, το Θεολογάκη. Έκατσα ν’ απολαύσω τη θέα. Άναψα Gitanes, άνοιξα μια μπύρα. Θυμήθηκα τον Μόρισον.

«I woke up this morning and I got myself a beer
The future’s uncertain and the end is always near.»

Πίσω μου μύριζε λιβάνι, η πόρτα απ’ το εκκλησάκι ανοικτή. Αλλά δεν με τραβούσε να μπω. Ήταν πιο ωραία εκεί έξω, στον ήλιο και στον αέρα.

Κάπως έτσι ήταν και η κατάσταση με τον Μπικ και τη Μισέλ. Ναι, το σωστό ήταν να μην κάνω τίποτα μαζί της, γιατί μου είχε μιλήσει για εκείνη ο φίλος μου. Όμως ήταν ωραίο αυτό που έκανα, το ήθελα.

Γιατί να μπω στη σκοτεινή εκκλησία, όταν έξω υπήρχε τόσο φως, τόση ομορφιά;

Θα έμενα με τη Μισέλ, γιατί ήταν ό,τι καλύτερο μου είχε συμβεί. Και θα έπαιζα με την Καλαμαζού. Δεν με πείραζε να γίνω διάσημος. Μπορούσα να κρατήσω και τη φιλία μου με τους τσιγγάνους.

Θα πήγαινα και του έλεγα ότι έχει δίκιο, αρέσει αυτό στους ανθρώπους. Θα ζητούσα και συγνώμη. «Αλλά», θα του έλεγα, «είμαι ερωτευμένος.»
Δεν μπορεί, αν ήθελε να είναι σωστός φίλος, αν ήταν ΤΟΣΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟ για εκείνον, θα έδινε τόπο στην οργή και δεν θα ήταν τόσο εγωιστής. Δεν του είχα πηδήξει και τη μάνα.

Οπότε μπορούσα να τα έχω όλα. Και τον έρωτα και τη φιλία και την Καλαμαζού. Γιατί να ζορίζομαι να επιλέξω;

Ξάπλωσα πίσω στο βράχο του Θεολογάκη κι έβγαλα τα ρούχα να μαυρίσω λιγάκι παραπάνω. Η Μισέλ ήθελε μαύρο λιοντάρι, θα το είχε. Πάντα μαύριζα εύκολα και γρήγορα. Μπορεί κάποια προγιαγιά μου να είχε ερωτευτεί τον Μαυριτανό πειρατή της γειτονιάς της.

Άναψα το Gitanes που είχα παραγεμισμένο με φούντα και τραγούδησα:
«I’m gonna be iron like a lion in Zion.»
Με πήρε ο ύπνος, σε απόλυτα χαλαρή φάση.

~~~

Σκέφτηκα ότι έπρεπε να περάσω πρώτα απ’ το Ροσινάντε, για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα με τον Μπικ. Θα τα βρίσκαμε πάλι μια χαρά, έτσι είναι οι φίλοι. Τσακώνονται και συνεχίζουν να είναι μαζί. Αρκεί να κατάφερνε να ξεπεράσει λιγάκι τη ζήλεια του.

Άνοιξα την πόρτα του βαν χαμογελώντας. Απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο άργησα να δω μέσα. Κι όταν είδα άργησα να καταλάβω τι έβλεπα. Κι όταν κατάλαβα άργησα ν’ αποδεχτώ αυτό που είχα καταλάβει.

Η Μισέλ καβαλούσε τον Μπικ.

Είχαν σταματήσει σαν άνοιξα την πόρτα, αλλά δεν είχαν τρέξει να κρυφτούν ή να καλυφτούν. Εκείνη ήταν με τα βυζιά της έξω. Με κοιτούσε χωρίς καθόλου να ντρέπεται.

Πρόσεξα ότι τα μαλλιά της δεν ήταν τόσο ξανθά όσο της Μέριλιν. Σχεδόν καστανή. Και η ελιά ήταν σε λάθος πλευρά.

Το βαν βρωμούσε φούντα.

Ο Μπικ είχε γυρίσει το κεφάλι να με δει. Δεν φαινόταν στεναχωρημένος. Χαμογελούσε. Η προδοσία μπορεί να είναι και ωραία. Αν είσαι εσύ εκείνος που προδίδει.

Κανείς τους δεν μίλησε. Τι να πουν; Δεν είναι αυτό που νομίζεις; Τι να πουν;

Έφυγα.

~~~~

Δεν προχωρούσα παραπατώντας και κλαίγοντας. Ήξερα ακριβώς πού πήγαινα. Το είχα σκεφτεί μόλις τους είδα, σαν επιφοίτηση μου ήρθε.
Pleased to meet you.

Το περίπτερο του νεκροταφείου. Η Χώρα της Νάξου είναι απλωμένη γύρω απ’ το νεκροταφείο της. Ακριβώς απέξω υπάρχει το περίπτερο του Νεκτάριου. Ποτέ κανείς νεκρός δεν είχε πάει ν’ αγοράσει εφημερίδα ή μπύρες. Ούτε να πάρει τηλέφωνο.

Ρώτησα τον Νεκτάριο για το τηλέφωνο της αστυνομίας. Τους πήρα και τους είπα ότι ένα Mercendes T1, λευκό, με ισπανικές πινακίδες, ήταν παρκαρισμένο στο πάρκινγκ του γηπέδου. Και ήταν γεμάτο ηρωίνη. Δεν ήθελα να μιλήσω για φούντα, γιατί όλοι κάπνιζαν φούντα. Η ηρωίνη ήταν καλύτερο έπαθλο για τους αστυνομικούς.

Ο Νεκτάριος, ως σωστός περιπτεράς, κρυφάκουγε τα πάντα. Προσπαθούσε να μην με κοιτάει. Ο αστυνομικός ρώτησε το όνομα μου. Πόσο ηλίθιος μπορείς να είσαι όταν καταδίδεις έμπορους ναρκωτικών επώνυμα;

«Γιάννης Παπαδόπουλος», τους είπα, γιατί αν έλεγα Γιώργος θα τους φαινόταν πολύ οικείο.

Τους το ‘κλεισα. Σκέφτηκα ότι είχα στο Ροσινάντε το σάκο μου. Δεν με ένοιαζε. Το μόνο που ήθελα ήταν να εκδικηθώ. Να πάρω εκδίκηση για τα βυζιά της και για το χαμόγελο του.

Ποιο κίνητρο είναι πιο ισχυρό απ’ τον έρωτα; Η εκδίκηση.

Η Μήδεια είναι η πιο δυνατή ηρωίδα. «Δεν υπάρχει οργή πιο φοβερή κι αθεράπευτη από αυτήν που γεννιέται ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν αγαπηθεί».

Πόσο μάλλον, Ευριπίδη, αν έχει αγαπήσει μόνο ο ένας.

~~~~~

Πήγα κι έκατσα σ’ ένα λόφο που έβλεπε στο στάδιο. Ήμουν σαν τον Ξέρξη, αλλά ήξερα ότι θα κερδίσω.

Αισθανόμουν πόνο, ένιωθα άσχημα γι’ αυτό που είχα κάνει, δεν ήμουν άκαρδος. Αλλά δεν θα ησύχαζα αν δεν τους έβλεπα με χειροπέδες. Ο πόνος τους θα διασκέδαζε τις δικές μου τύψεις.

Άναψα τσιγάρο, ελπίζοντας να μην αργήσουν οι μπάτσοι. Με την πρώτη τζούρα, σαν να ήταν λεωφορείο, φάνηκαν δυο περιπολικά. Δεν είχε κι άλλα στη Νάξο. Σταμάτησαν πίσω απ’ το Ροσινάντε, με τη σειρήνα να φωνάζει.

Πρώτος βγήκε ο Μπικ, μόνο με το μποξεράκι. Πίσω του η Μισέλ, με το φόρεμα της Μέριλιν. Οι αστυνομικοί τους σημάδευαν. Η Μισέλ έκλαιγε. Εγώ γελούσα και το φχαριστιόμουν πολύ.

Δυο αστυνομικοί μπήκαν στον Ροσινάντε. Μετά από λίγο βγήκαν με τη σακούλα της κάνναβης. Ακριβώς εκεί που τους είχα πει να ψάξουν. Απογοητεύτηκαν που δεν βρήκαν ηρωίνη, αλλά δεν μπορούσαν να παραβλέψουν και τη φούντα.

Έβαλαν χειροπέδες και στους δύο. Ο Μπικ δεν αντιστάθηκε. Ήξερε. Ανταρτοπόλεμος. Η Μισέλ φώναζε, το κατάλαβα απ’ τη στάση του σώματος της. Μάλλον θα έλεγε ότι είναι Αμερικανίδα.

Καθώς τους έβαζαν στο περιπολικό αισθανόμουνα θεός. Ο Ξέρξης δεν ήταν τίποτα μπροστά μου.
Hope you guess my name

Δεν ήμουν ο ήρωας της ιστορίας, είχα γίνει ο κακός.

~~~~~~

Μου ήρθε να ξεράσω, αλλά προτίμησα να χαμογελάσω.
Όχι! Εγώ ήμουν ο Ήρωας της ιστορίας μου. Δεν είχα κάνει τίποτα κακό.

Είχα κάνει αυτό που ένιωθα. Είχα ξεπεράσει το τείχος της ηθικής.

Τι είχε πει ο χιτάνος; Έχουμε κανόνες εμείς.
Εγώ δεν είχα πια.

Το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν ότι το είχα απολαύσει. Και δεν φοβόμουν. Τι μας εμποδίζει να κάνουμε ό,τι θέλουμε; Ο φόβος της τιμωρίας.

Ο φόβος της εγκατάλειψης για το βρέφος.
Ο φόβος των γονιών: Κακά στο γιογιό, κουνουπίδι στο στόμα.
Ο φόβος των δασκάλων: Μαθήματα και συμπεριφορά.
Ο φόβος της κοινωνίας: Να είσαι μέρος της ομάδας. Κάποιας ομάδας.
Ο φόβος του νόμου: Να μη σε πιάσουν όταν κλέβεις.
Ο φόβος του Θεού: Εκείνος τα ξέρει όλα.

Και το χειρότερο: Η προσωπική τιμωρία. Ο αυτοτιμωρούμενος.

«Είμαι της καρδιάς μου ο βρικόλακας,
ένας απ’ αυτούς τους μεγάλους εγκαταλειμμένους,
στο αιώνιο γέλιο καταδικασμένους,
που δεν μπορούν πια να χαμογελάσουν.»

Όπως το λέει ο Μπωντλαίρ. Να κάνεις πράγματα που σε καταδικάζουν. Να προσπαθείς να είσαι καλός. Και δίκαιος. Και σωστός.

Να είσαι αυτό που σου λένε να είσαι.

Είχα περάσει αυτό το σημείο. Είχα κάνει το κακό και μου άρεσε. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση, μεγαλύτερη δύναμη απ’ το να αμφισβητείς την ηθική των ανθρώπων και των θεών, να ξεπερνάς όλα τα εμπόδια του κομφορμισμού και να υψώνεσαι στα ουράνια με την ανταρσία σου ενάντια στα πάντα, ακόμα και στον εαυτό σου.
But what’s puzzling you

Ο ιππότης που σκοτώνει τον κακό δράκο για να σώσει την πριγκίπισσα είναι τόσο προβλέψιμος κι ανιαρός όσο ο σκύλος που κοιμάται με τη μουσούδα του στον κώλο του.

Δεν ήθελα να είμαι έτσι, δεν ήθελα να είμαι σαν όλους τους άλλους, περιορισμένος.

Είχα αποκτήσει ένα δώρο: Την Καλαμαζού. Δεν αρκούσε. Έπρεπε να μετουσιωθώ ολόκληρος. Να γίνω κάτι καινούριο. Κάτι ανώτερο.

Κανείς δεν νοιάζεται για τον ροκ σταρ που είναι ο άνθρωπος-της-διπλανής-πόρτας.

Θέλουνε να κάνεις όλα όσα εκείνοι ονειρεύονται να κάνουν, αλλά ποτέ δεν θα τολμήσουν. Να πάρεις ναρκωτικά μέχρι θανάτου, να γαμήσεις τη γυναίκα του φίλου σου ή το φίλο της γυναίκας σου, να δώσεις τον αδελφό σου στην αστυνομία.

Κι αυτά είναι λίγα. Μπορούσα να κάνω τα πάντα. Μπορούσα να κάνω ό,τι αυτοί ήθελαν, αλλά φοβόντουσαν.

~~~~~~~

Καθώς τα περιπολικά έφευγαν, με τον Μπικ και τη Μέριλιν μέσα, και η νύχτα σκοτείνιαζε, σκέφτηκα ότι ο Χέντριξ δεν ήταν τίποτα. Μπορούσα να γίνω μεγαλύτερος απ’ τον Κατσαρό και τον Ρόμπερτ Τζόνσον, μεγαλύτερος απ’ τον Μόρισον και τον Κομπέιν, μεγαλύτερος κι απ’ τον Εωσφόρο ακόμα.

Είχα τη δύναμη. Είχα τη θέληση.

Έβγαλα την Καραμαζού, κι εκεί επάνω, στο λόφο του Ξέρξη, ξεκίνησα να παίζω και να τραγουδώ. Και είχα υπέροχη φωνή. Καλύτερη απ’ του Τζάγκερ.

«Just as every cop is a criminal
And all the sinners saints
As heads is tails
Just call me Lucifer.»

Η συνέχεια https://sanejoker.info/2021/01/tuvalu4.html