Τουβαλού (4. Μαύρος έρωτας )

0
853

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 71dCasB3M5L._SL1500_.jpgΤο πρώτο μέρος https://sanejoker.info/2020/12/tuvalu.html

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Είναι πιο εύκολο να εξαπατήσεις τους ανθρώπους παρά να τους πείσεις ότι έχουν εξαπατηθεί.»
Μαρκ Τουέιν

«Όλος ο πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση.»
Σουν Τζου

«Είναι καλύτερα να βασιλεύει κανείς στην κόλαση παρά να υπηρετεί στον παράδεισο.»
Μίλτον

“Bring your daughter
Bring your daughter to the slaughter
Let her go, let her go, let her go”
Iron Maiden

~{1}~

Φυσούσε νοτιάς εκείνη τη μέρα, κατευθείαν απ’ την Κόλαση. Δεν έκανε μόνο ζέστη, είχε τόση υγρασία που σ’ εμπόδιζε ν’ αναπνέεις.

Ο καιρός του διαβόλου τον λένε στα νησιά, γιατί έφερνε και σκόνη απ’ την Αφρική, τα ‘βαφε όλα κόκκινα. «Φυσάει νοτιάς, σου παίρνει τα μυαλά.» Έτσι λένε.

Όλοι περίμεναν ν’ αρχίσουν τα μελτέμια, οι βοριάδες που καθαρίζουν την ατμόσφαιρα και την ψυχή. Θα ερχόταν η στιγμή τους, αλλά εκείνη τη μέρα, με το σορόκο και τη σκόνη κανείς δεν ένιωθε καλά. Κανείς εκτός από μένα.

Απ’ το θρόνο μου είχα δει τη σύλληψη του Μπικ και της Μισέλ. Εγώ είχα στείλει την αστυνομία στο Ροσινάντε, στο λευκό βανάκι.

Ένιωθα κάτι μικρό να με τσιμπάει μέσα μου, για την προδοσία, αλλά ήταν πολύ μικρό και πολύ εύκολο να το αγνοήσω.

Κυρίως επειδή είχα νιώσει τη χαρά και τη δύναμη της ηθικής ανεξαρτησίας. Είχα κάνει αυτό που ήθελα να κάνω, χωρίς να μ’ απασχολούν οι νόμοι του Κρέοντα ούτε της Αντιγόνης.

Όμως έπρεπε να διορθώσω κάτι ακόμα. Μέσα στο Ροσινάντε, στο σακίδιο μου, είχα ταυτότητα, δίπλωμα οδήγησης. Καλύτερα να μην τα έβρισκαν οι μπάτσοι.

Αυτοί, όπως είχα προβλέψει, είχαν πάρει τους δυο κρατούμενους, τους έβαλαν χωριστά στα δυο περιπολικά και επέστρεψαν στο τμήμα.

Δεν άφησαν κάποιον να φυλάει το βαν, το αστυνομικό τμήμα Νάξου δεν ήταν πολυδύναμο. Ούτε Σκότλαντ Γιαρντ μάλλον. Ίσως να το κρατούσαν εκεί για περαιτέρω έρευνες. Ή μπορεί να το παρατούσαν σε κάνα χωράφι, δεν λέω πάρκινγκ, να σαπίζει.

Πολύ καλά θα έκαναν, αλλά πρώτα έπρεπε να εξαφανίσω τα ίχνη μου από εκεί μέσα.

~~

Κατέβηκα το λόφο περπατώντας ήρεμα. Είχαν την Καλαμαζού στον ώμο, σφύριζα έναν νησιώτικο σκοπό, ακόμα κι αν εμφανιζόταν εκείνη τη στιγμή ο Πουαρώ θα με περνούσε για τουρίστα. Αυτό ήμουν άλλωστε, ένας πλανόδιος προδότης.

Πέρασα το κεντρικό δρόμο με κατεύθυνση το στάδιο της Νάξου. Δεν είχα προλάβει να μπω στο παρκινγκ όπου βρισκόταν ο Ροσινάντε, όταν είδα ένα μοτοποδήλατο να στρίβει απ’ το δρόμο και να ‘ρχεται κατά πάνω μου. Σκέφτηκα να τρέξω. Μετά θυμήθηκα ότι ήμουν τουρίστας.

«Ε, εσύ», μου φώναξε στα ελληνικά και κατέβηκε απ’ το μοτοποδήλατο.

Κρατούσε μια πινακίδα Rooms-To-Let. Ήταν ένας χοντρός μεσήλικας με μουστάκι, κλασικός τύπος νησιώτη. Ούτε ξενοδόχος, αλλά ούτε και σερβιτόρος –ήταν πολύ παχύς για κάτι τέτοιο. Ένας μικροαστός νοικοκυραίος, ίδιος με κάθε άλλο μεσήλικα. Τουλάχιστον στα εικοσάχρονα μάτια μου.

«Έλληνας είσαι;» με ρώτησε κι ήρθε πιο κοντά.

Πήγα να του κάνω πλάκα, να του μιλήσω γαλλικά. Μετά σκέφτηκα να του πω ότι είμαι Αλβανός, να δω πώς θα αντιδράσει. Αλλά ήθελα να αντιδράσει καλά. Αυτή η σκέψη μου έδωσε τη σωστή απάντηση.

«Έλληνας εκατό τοις εκατό, τι ρωτάς;» είπα κάνοντας πώς με είχε προσβάλει.
«Καλά, εντάξει. Τι έγινε εκεί;» είπε ο Ρουμς-του-λετ κι έδειξε με τα μάτια τον Ροσινάντε.
«Πού εκεί;»
«Εκεί, εκεί, στο βανάκι.»
«Έγινε κάτι; Πού θες να ξέρω; Εσύ είσαι ντόπιος.»

Ο Ρουμς-του-λετ με ζύγισε πριν αρχίσει να μου λέει τα κουτσομπολιά. Έπρεπε σε κάποιον να τα πει. Θα συνέχιζε και στο λιμάνι, αλλά ήμουν ο πρώτος στη σειρά.

«Ήρθε αστυνομία.»
«Τους έκοψε κλήση για παράνομο παρκάρισμα;»
«Όχι, αλήθεια. Έβγαλαν μια ξανθιά, Αμερικανίδα. Πριν μια βδομάδα ήρθε. Μένει στα δωμάτια του Κάρλοβιτς.»

Αυτό ήταν ένα απ’ τα χαρακτηριστικά του νησιού και κάθε μικρής κοινωνίας. Είναι δύσκολο να μην ξέρουν τα πάντα για σένα.

«Μόνη της ήταν;» ρώτησα για να δω τι ήξερε.
«Όχι, τι μόνη; Μαζί μ’ έναν γύφτο την πιάσανε.»

Όπως κατάλαβα δεν ήμουν ο μόνος που παρακολουθούσε. Συνέχισε να φλυαρεί, αλλά δεν μου φάνηκε παράξενο εκείνη τη στιγμή. Μου είπε πολλές ρατσιστικές λεπτομέρειες. Τέσσερις γύφτοι, ξένοι γύφτοι, που παίζανε μουσική στην παραλία. Εκείνη τη στιγμή με κοίταξε καλύτερα. Είτε γιατί θυμήθηκε το πρόσωπο μου είτε γιατί έμοιαζα με τους Χιτάνος. Έβγαλα και του πρόσφερα τσιγάρο.

«Τι ‘ν’ αυτά;» ρώτησε πριν πάρει.
«Γαλλικά. Στην Πάντειο όλοι αυτά καπνίζουμε.»
«Φοιτητής είσαι;»
«Οικονομικό.»
«Ωραία.»

Του άναψα με τον ζίππο μου. Του άρεσε, ήταν μερακλής. Και συνέχισε την ιστορία του. Απ’ όσα είχε δει κι είχε ακούσει, είχε κι έναν γείτονα στην αστυνομία, είχαν βρει ναρκωτικά στο βαν, χασίσια. Όχι μικροποσότητες, σακούλα ολόκληρη. Εμπόριο έκαναν.

«Ε, τι περιμένεις απ’ τους κωλόγυφτους», του είπα κι έφτυσα κάτω.
«Έτσι ακριβώς. Να τους κάψουμε πρέπει, γαμώ την Παναγία τους. Έρχονται να κάνουν τα παιδιά μας πρεζόνια.»
«Πες τα.»

Μου έδωσε το χέρι γεμάτος ενθουσιασμό.

«Πώς σε λένε;»
«Γιώργο.»
«Πού μένεις; Δεν σε έχω δει.»
«Σ’ έναν συμφοιτητή. Στο σπίτι του.»
«Πώς τον λένε;»

Τότε μόνο κατάλαβα το κόλπο του. Πονηρός ο βλάχος. Είχε αρχίσει να μου τα λέει όλα αυτά, όλες τις εκμυστηρεύσεις, για να με κάνει να ανοιχτώ. Ήθελε να με ψαρέψει, να μάθει ποιος είμαι. Μου είπε αυτός τόσα, έπρεπε να του πω κι εγώ.

Έκανα ότι δεν ήθελα να απαντήσω.

«Εντάξει, συμφοιτήτρια είναι.»
«Ποια;»
«Δεν μπορώ να σου πω.»
«Α, κατάλαβα», είπε αυτός και γέλασε πονηρά. Έδειξε την κιθάρα. «Τι παίζεις;»

Ερώτηση παγίδα. Ροκ, τζαζ, ρεμπέτικο απαγορευόταν. Λαϊκός δεν έμοιαζα. Έπρεπε ν’ ανέβω επίπεδο.

«Κλασική», του είπα.
«Ωχ. Μότσαρτ και τέτοια;»
«Πιο πολύ Ραμπελαί, Μπωβουάρ, Τρυφώ, γαλλική κλασική.»
«Α, γι’ αυτό καπνίζεις και τα γαλλικά τσιγάρα.»

Ο Πουαρώ είχε λύσει το μυστήριο.

Με ρώτησε αν ήθελα να με πάει κάτω, εννοώντας στην παραλία της Χώρας. Κατέβαινε στο λιμάνι για το πλοίο. Του είπα ότι πήγαινα βόλτα.

«Δεν έχει τίποτα από κει», μου είπε ο Ρουμς-του-λετ. «Όλο καλαμιές είναι.»

Περίμενα ν’ απομακρυνθεί και γύρισα προς το βαν. Ο Ρουμς-του-λετ μου είχε δώσει μια ιδέα. Η ηθική του νοικοκυραίου μοιάζει με του διαβόλου.

~~~

Το βαν ήταν κλειδωμένο, όμως ήξερα που είχαμε το δεύτερο κλειδί. Έσπασα με μια πέτρα το πίσω φλας. Άνοιξα και μπήκα. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου, να μη με δουν. Πάτησα το φως νυκτός. Το είχαμε εκεί ακριβώς, όπως έμπαινες. Ίσα που φώτιζε, το ανάβαμε για να στρίβουμε τσιγαριλίκια.

Μύριζε ακόμα το άρωμα της, Rose Geranium. Πεσμένο δίπλα στο τραπεζάκι ήταν το σουτιέν της. Δεν είχε προλάβει να το φορέσει, τι κρίμα.

Καθετί άσχημο που της είχε συμβεί με γέμιζε χαρά. Δεν έχουν άδικο όταν λένε ότι την αγάπη και το μίσος τα χωρίζει μια τρίχα. Αν βρεθείς στην αποκεί πλευρά δεν μπορείς να γυρίσεις.

Πήγα για το σακίδιο μου. Ήταν στη θέση του και με περίμενε. Έψαξα την εσωτερική τσέπη. Τα χαρτιά μου ήταν εκεί, όλα καλά.

Αν ο Μπικ καταλάβαινε ότι τον είχα δώσει, μπορεί να με μαρτυρούσε. Δεν το πίστευα. Αυτός είχε ΚΑΝΟΝΕΣ ΗΘΙΚΗΣ. Δεν θα γινόταν καρφί. Ίσως να προσπαθούσε να μου το ανταποδώσει, αλλά ποτέ δεν θα με κατέδιδε στους μπάτσους.

Ακόμα κι αν το έκανε τι θα έλεγε; Ήταν μαζί μας κι ένας Έλληνας, ο Μπίλης. Δεν ήξερε τίποτα για μένα.

Απ’ τη στιγμή που θα έφευγα με το σακίδιο θα ήμουν αόρατος. Ίσως να χρειαζόταν να φτιάξω λίγο και το στυλ, να μην είμαι σαν Χιτάνος και με κοιτούν παράξενα οι Ρουμς-του-λετ. Να γίνω πιο γκραντζ.

Πήγα στο βάζο να δω τι λεφτά είχαμε. Τίποτα, ψιλά, ίσα για τσιγάρα και μερικά ποτά. Ούτε εισιτήριο δεν έβγαζα. Τα πήρα. Βγάζαμε καλό μεροκάματο στο δρόμο, αλλά δεν κάναμε σωστή διαχείριση.

«Όταν τελειώσω τις σπουδές μου στην Πάντειο», είπα και γέλασα.

Έμενε μια ακόμα λεπτομέρεια για να γίνουν όλα τέλεια. Ευχαριστούσα τον Ρουμς-του-λετ, γιατί ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες.

~~~~

Άνοιξα σιγά την πίσω πόρτα πάλι. Βγήκα προσεκτικά. Δεν ήταν κανείς κι είχε σχεδόν νυχτώσει. Υπήρχαν τρία προβλήματα που με έκαναν να βιάζομαι.

Το ένα ήταν η αστυνομία. Έμοιαζε απίθανο, αλλά μπορεί οι μπάτσοι να γυρνούσαν. Το άλλο ήταν ο κεντρικός δρόμος. Περνούσαν πολλά αυτοκίνητα και φαινόμουν.

Το τρίτο ήταν ο Στεφ με τον Εμ-Τζέι. Σίγουρα τους είχε διώξει για να πηδηχτεί με τη Μισέλ. Έτσι γινόταν πάντα.

Μόνο τότε αναρωτήθηκα πώς είχε βρει ο Μπικ τη Μισέλ ή πώς είχε βρει εκείνη τον Μπικ. Κάτι σάπιο υπήρχε στο βασίλειο της Παροναξίας.

Υπήρχε κι ένας τέταρτος λόγος να βιαστώ: Οι φλόγες φαίνονται από μακριά τη νύχτα.

~~~~~

Ταρακούνησα το μαύρο σπρέι που είχε ο Εμ-Τζέι στο ντουλαπάκι. Έγραψα με μεγάλα γράμματα στο πλάι του Ροσινάντε: «ΈΞΩ ΟΙ ΓΙΦΤΟΙ».

Ο καλύτερος τρόπος για να εξαφανίσεις τα στοιχεία του εγκλήματος, να πάρεις τις υποψίες από πάνω σου, είναι να το φορτώσεις σε άλλους.

Καις τη Ρώμη, φταίνε οι Χριστιανοί. Καις το Ράιχσταγκ, φταίνε οι Εβραίοι. Καις το βαν, φταίνε οι μικροαστοί.

Πολλοί απ’ αυτούς θα συμφωνούσαν με την πράξη, σίγουρα θα χαίρονταν. Στις αστυνομικές ιστορίες ο ντετέκτιβ ψάχνει για το κίνητρο. Οι μισοί Ναξιώτες είχαν. Απεχθάνονταν τους τσιγγάνους, τους φτωχούς τουρίστες, τους αμμουδίτες όπως τους έλεγαν γιατί κοιμόντουσαν στην άμμο, απεχθάνονταν και τους ζητιάνους (έτσι έλεγαν τους μουσικούς του δρόμου).

Ήταν ένα κοινωνικό έγκλημα, απόλυτα πιστευτό. Και κατέστρεφα όλα τα στοιχεία, δακτυλικά αποτυπώματα, τρίχες, τα πάντα. Ήταν το τέλειο έγκλημα.

Έβαλα κι ένα άστρο του Δαυίδ για να δείξω ότι μισούσαν και τους Εβραίους. Οι Εβραίοι παντού ταιριάζουν. Πριν φύγω μου ήρθε μια τελευταία ιδέα. Έγραψα άλλη μια φράση από κάτω.

~~~~~~

Άνοιξα την πίσω πόρτα κι έριξα μέσα το σπρέι. Ο χώρος δεν μύριζε πια Rose Geranium, αλλά ζιπέλαιο και βενζίνη. Είχα αδειάσει το μπουκαλάκι μου απ’ το ζιπέλαιο. Μετά είχα βρει στα εργαλεία κι ένα μισόλιτρο καθαρή βενζίνη. Δεν ξέρω αν τη σνιφάρανε ή τη χρησιμοποιούσαν για να καθαρίζουν τα ρούχα τους. Την περιέχυσα κι αυτή. Παντού. Στα καθίσματα, στους τοίχους που ήταν όλοι επενδυμένοι με ξύλο, στο σουτιέν της Μισέλ. Θα γινόταν ολοκαύτωμα.

Βγήκα έξω κι άναψα τον ζίππο. Έγινε έκρηξη. Δεν είχα υπολογίσει τις αναθυμιάσεις.

Με πέταξε πίσω. Έμεινα κάτω ζαλισμένος. Η φωτιά είχε ξεκινήσει. Θα καιγόταν για πολλή ώρα. Μπουσούλησα προς τα πίσω, για ν’ αποφύγω τη κάψα. Κι όπως πέρασα την ανοικτή πόρτα τους είδα. Ο Στεφ κι ο Εμ-Τζέι με κοιτούσαν.

~~{2}~~

Οι βιολόγοι λένε πώς η συμπεριφορά των ζώων ορίζεται απ’ τα τέσσερα f (Four Fs): Fighting, fleeing, feeding, fucking.

Με βάση αυτά τα τέσσερα ορμέμφυτα αποφασίζουν αν θα επιτεθούν ή θα τραπούν σε φυγή, αν θα φάνε ή θα γαμήσουν.

Υπάρχει ένα ακόμα f, που δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινο, αλλά για εμάς είναι η ανώτερη μας ικανότητα:
F, for fake.

Τα έντομα προσποιούνται όψεις και χημικά μηνύματα για να εξαπατήσουν, τα φυτά το κάνουν για να προσελκύσουν επικονιαστές.

Ο άνθρωπος το έχει κάνει τέχνη. Μίμηση ζωής, όπως λέει ο Αριστοτέλης.

Η εξαπάτηση είναι το βασικό στοιχείο της επιτυχίας. Κανείς πολιτικός δεν θα πει αλήθεια.

Η εξαπάτηση είναι ένα απ’ τα βασικά στοιχεία της ευτυχίας. Κανείς σύζυγος δεν θα πει (όλη) την αλήθεια.

F, for fake.

Μπορούσα να το σκάσω, μπορούσα να τους επιτεθώ. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου κατάλαβα ότι καμία απ’ αυτές τις δύο αντιδράσεις δεν θα ήταν αποτελεσματική. Και σίγουρα δεν μπορούσα να τους γαμήσω ή να κάτσω να φάω μαζί τους. Έπρεπε να τους εξαπατήσω.

Δεν αναρωτιόμουν πόσα είχαν δει. Έπρεπε να λειτουργήσω με το worst case scenario. Έστω ότι τα είχαν δει όλα. Ήταν ώρα να πάρω το Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου.

~~

Ο Στεφ κι ο Εμ-Τζέι κοιτούσαν τον Ροσινάντε που καιγόταν κι εμένα που ήμουν πεσμένος στο πάρκινγκ. Κατέβασα το κεφάλι και θυμήθηκα τον Ρόκι.

Αυτός ήταν ο πρώτος μου σκύλος, σκέτο Ρόκι. Όταν πέθανε πήρα έναν άλλο. Τον ονόμασα Ρόκι 2.

Τον Ρόκι (σκέτο) τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο έξω απ’ το σπίτι μας. Του είχε σπάσει τα μισά κόκκαλα, αλλά εκείνος ζούσε ακόμα, ήταν μαχητής. Έκλαιγα με το κεφάλι του στα χέρια μου.

«Κράτα τον», μου είχε πει ο πατέρας μου.

Για να πάμε στον κτηνίατρο θα έπαιρνε μισή ώρα. Και το μόνο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν ευθανασία. Ο πατέρας μου δεν ήθελε, μου το είπε χρόνια μετά, όταν νόμιζε ότι δεν θα με πείραζε, να λερώσει τα καθίσματα του Μιτσουμπίσι με αίμα. Ήταν πρακτικός άνθρωπος και σκληρός, αξιωματικός του στρατού.

«Κράτα ‘τον», μου είχε πει. «Να σταματήσει να πονάει.»

Του κράτησε τη μουσούδα, να μην μπορεί ν’ ανοίξει το στόμα, και του έκλεισε τη μύτη με μια σακούλα.

Ο Ρόκι κουνήθηκε λιγάκι, αλλά δεν είχε άλλες δυνάμεις. Καθώς πέθαινε τον έβλεπα να με κοιτάει στα μάτια. Πίστευε ότι εγώ μπορούσα να τον σώσω. Μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευε σε μένα, ήμουν ο θεός του. Μετά απλώς έκλεισε τα μάτια.

Ο πατέρας μου είχε ξεφυσήσει ανακουφισμένος, ούτε εκείνου του άρεσε αυτό, δεν ήταν ψυχάκιας. Τον πήρε να τον θάψει. Εγώ έκλαιγα για ένα μήνα, μέχρι που μου πήραν το Ρόκι 2.

Θυμήθηκα τη σκηνή, τα μάτια του Ρόκι κι έτσι άρχισα να κλαίω πάλι.

~~~

Ήμουν στα τέσσερα σαν σκύλος κι έκλαιγα. Τα δύο αδέλφια ήρθαν πιο κοντά. Σηκώθηκα αργά, σκούπισα τα δάκρυα μου, κι έκανα ότι δεν ήθελα να φανεί ότι έκλαιγα. Άψογη ερμηνεία.

Τους πλησίασα με αργά βήματα, μετά λίγο πιο γρήγορα, κι έπεσα στην αγκαλιά τους. Περισσότερο ανταπόδωσε την αγκαλιά ο Στεφ. Ο Εμ-Τζέι ήταν επιφυλακτικός, το ένιωθα.

«Τι έγινε;» είπε ο Στεφ.

Αυτό περίμενα. Να με ρωτήσουν. Ήταν έτοιμοι να εξαπατηθούν.

«Μας την πέσανε οι βλάχοι», είπα με βλέμμα ανάλογο του Ρόκι.
«Ποιοι;» ρώτησε ο Στεφ.

Ο Εμ-Τζέι ήταν εξίσου απορημένος, αλλά φαινόταν ότι δεν είχε πέσει ολόψυχα στην παγίδα. Αλλά είχα ετοιμάσει καλύτερο δίχτυ γι’ αυτόν.

«Ελάτε», τους είπα.

~~~~

Δεν ήταν μια απλή βόλτα. Ο Ροσινάντε καιγόταν από μέσα. Οι φλόγες είχαν αρχίσει να φαίνονται. Σύντομα θα πλάκωναν οι μπάτσοι.

Πήγα τ’ αδέλφια στην πλευρά όπου είχα κάνει το γκράφιτι.

«Τι λέει;»

Του είπα. Έξω οι γύφτοι. Δεν του άρεσε καθόλου. Αγαπούσε την παράδοση και τη φυλή του. Κι είχε λόγο να φοβάται.

Οι Ισπανοί τους είχαν κυνηγήσει πολλές φορές, στα παλαιότερα και στα σύγχρονα χρόνια. Οι Ναζί είχαν κάψει τους Ρομά στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. «Ποράιμος» το είχαν πει, που σημαίνει αφανισμός. Πάνω από ένα εκατομμύριο τσιγγάνοι χαθήκαν έτσι.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε φωτιά.
«Κι ο Μπικ;» με ρώτησε χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια απ’ την επιγραφή και το άστρο του Δαυίδ.
«Δεν ήταν μέσα.»

Ο Στεφ πήγε να πει κάτι ακόμα, αλλά τότε σήκωσε το δάκτυλο ο Εμ-Τζέι κι έδειξε το μικρότερο γκράφιτι.

~~~~~

Αν θες να νικήσεις κάποιον πρέπει να τον πολεμήσεις. Αν θες να τον εξαφανίσεις πρέπει να σβήσεις τη μνήμη. Αν θες να τον διαλύσεις πρέπει να καταστρέψεις τον θεό του.

Ο Εμ-Τζέι έδειχνε τη μικρότερη επιγραφή που είχα γράψει στο βαν. Ήταν στα ελληνικά, αλλά κατάλαβε το όνομα: Μάικλ Τζάκσον.

Το βαν είχε αρχίσει να λαμπαδιάζει, που σήμαινε ότι από στιγμή σε στιγμή μπορούσε να εκραγεί η βενζίνη, ο Εμ-Τζέι πλησίασε τον Ροσινάντε. Με ρώτησε τι σημαίνει. Περίμενε να δει τα χείλη μου. Ήξερε να διαβάζει τέσσερις γλώσσες έτσι.

Και του είπα, αργά για να είμαι σίγουρος ότι θα το καταλάβει: «Ο Μάικλ Τζάκσον γαμάει παιδιά.»

Ο Εμ-Τζέι έκανε πίσω δυο βήματα και ούρλιαξε. Μέχρι τότε νόμιζα ότι οι κουφοί δεν μπορούν να φωνάξουν. Η κραυγή που έβγαλε ήταν σαν έκρηξη.

Το σώμα του είχε σφιχτεί. Κοίταξε γύρω σαν παγιδευμένο ζώο. Ο Στεφ πήγε να τον πλησιάσει. Έκανα το ίδιο κι εγώ, χωρίς να με νοιάζει.

Του είχα σκοτώσει το θεό. Και μου άρεσε.

Δεν είχε σημασία αν το πίστευε. Όταν λες σε κάποιον ότι ο θεός του είναι εγκληματίας, ειδικά σε τόσο έντονες περιστάσεις, όπου δεν έχει το δικαίωμα να σκεφτεί λογικά και ν’ απαντήσει, τότε καταδικάζεις μαζί και τον πιστό. Αν είναι έτσι ο θεός, τότε έτσι θα είναι κι ο σωσίας του: Παιδεραστής.

Ο Εμ-Τζέι έφυγε τρέχοντας απ’ το παρκινγκ. Τον ακολουθήσαμε πιο αργά. Ακούστηκαν οι σειρήνες.

Μπήκαμε στις καλαμιές. Από εκεί δεν θα μας έβλεπε κανείς. Η φωτιά έκανε τα τζάμια να σπάσουν. Οι σειρήνες πλησίαζαν.

Μετά ακούστηκε μια έκρηξη τρομακτική. Σαν να είχε εκραγεί βόμβα. Είχε ξεκινήσει ο πόλεμος;

~~~~~~

Μείναμε για λίγη ώρα κάτω.

«Δεν ήταν δυνατόν να είχε τόση βενζίνη», του είπα.
«Η φιάλη», είπε ο Στεφ.

Ήμασταν τυχεροί που απομακρυνθήκαμε. Μέσα στο Ροσινάντε είχαμε μια φιάλη υγραερίου. Δεν μαγειρεύαμε συχνά, πρέπει να ήταν γεμάτη. Και σκέφτηκα ότι αν οι αστυνομικοί είχαν προλάβει να πλησιάσουν θα είχαν σκοτωθεί. Δεν ήταν ακριβώς το τέλειο σχέδιο.

«Πρέπει να δούμε τι έγινε», του είπα.
«Θα ‘ναι γεμάτο μπάτσους.»
«Καλά. Δεν είμαστε στη Νέα Υόρκη.»

Περπάτησα πίσω το μονοπάτι και κοίταξα μέσα απ’ τις καλαμιές. Η έκρηξη είχε κάνει κρατήρα στο παρκινγκ.

Ευτυχώς τα δύο περιπολικά ήταν σταματημένα ψηλά, στην ανηφόρα πάνω απ’ το γήπεδο. Οι αστυνομικοί είχαν βγει και κοιτούσαν, κρατώντας τα πηλήκια στο χέρι για να μπορούν να ξύνουν το κεφάλι.

Ο Ροσινάντε είχε γίνει κομμάτια. Την επιγραφή θα έπρεπε να την ενώσουν σαν παζλ για να τη διαβάσουν. Φλεγόμενα κομμάτια από ύφασμα και λαμπυρίδες έπεφταν απ’ τον ουρανό. Ήταν ωραίο θέαμα κι οι ντόπιοι είχαν βγει στα μπαλκόνια για να δουν.

Θυμήθηκα τον Ρουμς-του-λετ. Ήταν ο μόνος που με είχε δει κοντά στο βαν. Ίσως να το συνδύαζαν. Δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα.

Τράβηξα τον Στεφ να φύγουμε.

~~~{3}~~~

«Εσύ τι έκανες εκεί;» ρώτησε ο Στεφ όταν είχαμε βρεθεί αρκετά μακριά κι είχαμε λίγο ηρεμήσει. Ο Εμ-Τζέι άφαντος. Παντού έβγαινε κόσμος να δει τι ήταν η έκρηξη, να παρατηρήσει τον καπνό, ν’ ανταλλάξει εικασίες.

Έπρεπε να ολοκληρώσω την εξαπάτηση. Μπορούσα να τα καταφέρω. Τόσα χρόνια διάβαζα αστυνομικές ιστορίες και μυθοπλασία. Συγγραφέας δεν ήμουν, αλλά μπορούσα να επινοήσω μια αληθοφανή ιστορία. Αλλά έπρεπε να καταλάβω τι ήξερε ο «ακροατής».

Ο Στεφ με τον Εμ-Τζέι είχαν αφήσει τον Μπικ με τη Μισέλ. Έτσι συνηθιζόταν, όταν είχε γκόμενα μας έδιωχνε. Εγώ προτιμούσα να πηγαίνω στα δωμάτια των κοριτσιών ή έστω στην παραλία.

Όταν γύρισαν δεν ήξεραν τίποτα για τη σύλληψη τους. Με είδαν να πηγαίνω να μπω στο βαν και να γίνεται έκρηξη. Θα το στρωνα μια χαρά.

Έπρεπε να χτίσω το ψέμα μου πάνω σε αλήθειες.

~~

«Αφού τσακωθήκαμε πήγα μια βόλτα στο βουνό για να σκεφτώ. Έχει ένα εκκλησάκι εκεί πάνω.»
«Το ξέρω, έχω πάει», είπε ο Στεφ.

Θυμήθηκα πόσο θρήσκος ήταν. Θα το εκμεταλλευόμουν.

«Δεν μου αρέσουν οι παπάδες», του είπα, «αλλά εκείνο το μέρος είχε κάτι άγιο, σαν να έβγαινε κάτι από μέσα του.»

Ο Στεφ έγνευσε ότι συμφωνούσε. Για εκείνον όλες οι εκκλησίες ήταν έτσι.

«Μπήκα, άναψα κερί, έκανα τον σταυρό μου και ζήτησα να με φωτίσει.»

Ο Στεφ μισόκλεισε τα μάτια. Το είχα παρακάνει με τη μεταστροφή στην πίστη, του φάνηκε κάλπικο. Το έφτιαξα.

«Δεν έγινε τίποτα φυσικά. Δεν υπήρχε θεός να μου μιλήσει. Βγήκα έξω και ήπια ένα τσιγάρο στο βράχο. Και εκεί μου ήρθε η φώτιση.»
«Δεν ήταν απ’ το τσιγάρο», είπε ο Στεφ.
«Τέλος πάντων, χόρτο, θεός, δεν ξέρω. Κατάλαβα ότι έπρεπε να ζητήσω συγνώμη απ’ τον Μπικ. Είμαστε φίλοι, δεν γινόταν να μπει ανάμεσα μας μια καριόλα.»

Αυτό το «καριόλα» το είπα με όλη μου την ψυχή. Θα έπαιρνα ένα ακόμα Όσκαρ.

Παρατήρησα τον Στεφ να αποφεύγει το βλέμμα μου. Ήξερε ότι η καριόλα ήταν με τον Μπικ. Καλά το είχα υποθέσει. Έπρεπε να φανώ εγώ ως ο προδομένος.

«Γυρνάω πίσω, βρίσκω το βαν κλειδωμένο. Όμως ακουγόταν μουσική από μέσα. Βαράω. Έρχεται ο δικός σου στην πίσω πόρτα. Την ανοίγει λιγάκι. Ήταν χωρίς ρούχα.
Τι θες; μου λέει.
Να σου ζητήσω συγνώμη, του λέω.
Καλά, μου λέει.
Και μου κλείνει την πόρτα κατάμουτρα. Εννοείται πως είχε κάποια μέσα. Γι’ αυτό είχατε φύγει κι εσείς;»

Ο Στεφ το παραδέχτηκε, πάλι κοιτώντας απ’ την άλλη. Δεν ήθελε να καταλάβω. Ήταν σαν να παίζαμε σκάκι κι εγώ να ήξερα όλες τις κινήσεις του.

«Του χτυπάω πάλι. Ανοίγει.
Τι; μου λέει.
Θέλω να πάρω μια μπλούζα, του λέω.
Περίμενε, μου λέει.
Μπαίνει μέσα και κλείνει την πόρτα. Μετά ανοίγει και μου πετάει το σακίδιο. Ολόκληρο το σακίδιο!»

Συνέχισα λέγοντας ότι είχα πάει μια μεγάλη βόλτα για να περάσει η ώρα.

«Μ’ αυτό στην πλάτη;» με ρώτησε ο Στεφ. Καλή παρατήρηση.
«Έκατσα σ’ ένα ίντερνετ καφέ, αυτό στην πλατεία. Χάζεψα στο ίντερνετ, ήπια έναν καφέ. Μετά γύρισα.»

Του είπα ότι είδα το γκράφιτι και κατάλαβα ότι κάτι κακό συνέβαινε. Η πόρτα κλειδωμένη. Χτύπησα. Τίποτα. Φοβήθηκα ότι είχαν πάθει κάτι, ότι τους είχαν χτυπήσει. Μπορεί να ήταν ο άντρας της. Άνοιξα με το άλλο κλειδί.

«Τότε δεν ξέρω τι έγινε», του είπα. Ήθελα να τον αφήσω να σκεφτεί κι εκείνος κάτι, να το «ανακαλύψει» μόνος του.
«Τι εννοείς;» μου είπε.
«Πήγα να μπω μέσα. Ήταν σκοτεινά.»
«Μύριζε βενζίνη;»
«Ναι, τώρα που τα θυμάμαι μύριζε. Αλλά εκείνη τη στιγμή…»
«Είχαν στήσει παγίδα», είπε ο Στεφ. «Μάλλον θα είχαν χαλάσει και τη λάμπα. Ήθελαν αίμα. Να μπούμε μέσα, ν’ ανάψουμε σπίρτο και να καούμε ζωντανοί.»
«Τα καθίκια! Καλά το σκέφτηκες!» είπα γελώντας από μέσα μου.

Προχώρησα λίγο πιο μπροστά και σκέφτηκα πάλι τον Ρόκι, γιατί δεν ήθελα να φανεί τι ένιωθα. Σαν μου ήρθαν κλάματα έκατσα σ’ ένα πεζούλι κι έβαλα το πρόσωπο ανάμεσα στα χέρια.

«Δεν ξέρω πώς μου ήρθε, ο θεός με φώτισε», είπα κλαίγοντας. «Άναψα τον ζίππο απ’ έξω.»

Συνέχισα να κλαίω. Ο Στεφ έκατσε δίπλα μου κι έκανε τον καθολικό σταυρό του. Ήξερα ότι τα είχα καταφέρει. Αλλά έκλαψα για λίγο ακόμα.

~~~

«Και τώρα τι κάνουμε;» είπε λίγη ώρα μετά ο Στεφ.

Περπατούσαμε χωρίς σκοπό.

«Πού είναι ο Μπικ; Κι ο Εμ-Τζέι; Χάθηκαν όλα. Πάει ο Ροσινάντε. Το βιολί μου.»

Ήταν η σειρά μου να τον παρηγορήσω. Τον χτύπησα στην πλάτη.

«Χρειαζόμαστε λεφτά», του είπα.
«Δεν μπορώ να παίξω. Με τι;»
«Πάμε σε κάποιον που έχει βιολί.»

Η ιδέα μου είχε έρθει όταν έκλαιγα. Εκείνος ο τύπος, ο Άνεμος, που είχε το στούντιο και το μπαρ, μας είχε προτείνει ηχογράφηση. Ίσως να πλήρωνε κάτι. Δεν χρειαζόμουν πολλά. Ίσα να φύγω απ’ το νησί όσο πιο γρήγορα γινόταν. Το επόμενο πρωινό. Τώρα, μετά την έκρηξη, σίγουρα θα έκαναν έρευνα. Ακόμα κι αν δεν μιλούσε ο Μπικ, κάποια στιγμή θα με έβρισκαν. Εκτός κι αν ήμουν αλλού. Στο Τουβαλού. Ή έστω πιο κοντά. Στη Σαντορίνη έστω.

«Δεν γίνεται», είπε ο Στεφ. «Πρέπει να βρω τον Εμ-Τζέι, μην κάνει καμιά τρέλα. Και τον Μπικ.
«Εντάξει. Βρες τους κι ελάτε στο στούντιο του Ανέμου. Πού είπε ότι είναι;»
«Πικάσο», είπε ο Στεφ. «Απέναντι απ’ το μεξικάνικο εστιατόριο Πικάσο.»
«Τι σχέση έχει ο Πικάσο με το Μεξικό;»
«Μιλάνε ισπανικά κι εκεί.»

Πριν χωριστούμε του έδωσα μια τελευταία συμβουλή:
«Μείνε μακριά απ’ τη μπατσαρία. Θα μας ψάχνουν.»
«Πάντα μένω μακριά τους.»

~~~~

Τον άφησα να πάει προς την παραλία κι εγώ έστριψα στο νεκροταφείο. Κάπου εκεί ήταν ένα μεξικάνικο. Στο περίπτερο του νεκροταφείο θα ρωτούσα για το στούντιο. Ήθελα να δω κι αν θα με θυμόταν, αν θα με κοιτούσε περίεργα.

Αλλά δεν ήταν ο Νεκτάριος εκεί. Κάποιος άλλος, ίσως ο αδελφός του. Αγόρασα Gitanes και ζήτησα πληροφορίες. Νόμιζα ότι το στούντιο θα ήταν κάποιο υπογειάκι. Στούντιο στην Νάξο, δεν περιμένεις πολλά.

«Του Άνεμου το στούντιο;» είπε ο περιπτεράς. «Μαζί με το σπίτι του είναι.»
«Πού»
«Καλά δεν το βλέπεις;»

Μου έδειξε διαγώνια. Ήταν ένα τριώροφο, πολυτελές καινούριο κτίριο. Το είχαν φτιάξει με κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, άσπρους τοίχους, μπλε παράθυρα, αλλά φαινόταν ότι δεν ήταν φτηνοκατασκευή. Είχε πέσει πολύ χρήμα.

«Δικό του είναι όλο αυτό;» ρώτησα τον περιπτερά.
«Η Όλγα, η γυναίκα του, είχε τα φράγκα. Εκείνος πήρε ένα πακέτο απ’ την Ευρώπη, επιδότηση για στούντιο. Το έφτιαξε, έκανε και το μαγαζί. Ξύπνιος τύπος.»

Παρατηρούσα το τριώροφο, άκουγα τις λεπτομέρειες της φορολογικής δήλωσης του Άνεμου απ’ την Ντόιτσε Βέλλε και σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να πληρώσει πολλά περισσότερα από ένα εισιτήριο για να ηχογραφήσει την Καλαμαζού.

Άναψα τσιγάρο και πλησίασα. Ο τύπος ήταν ψώνιο με τη μουσική, τον είχα δει πώς έκανε όταν έπαιξα στυλ Χέντριξ. Μπορούσα να τον αρμέξω κανονικά. Και σίγουρα είχε χώρο να με φιλοξενήσει μια-δυο νύχτες.

Όταν κλείνει μια πόρτα, μια άλλη ανοίγει, έτσι έλεγε ο Μπόμπης ο Μάρλεϊ.

Είχα χάσει το άλογο μου, το Ροσινάντε. Στην πραγματικότητα τον είχα ανατινάξει.

Αλλά τώρα έβρισκα κάτι καλύτερο: Ένα Κάστρο!

Θα γινόμουν τροβαδούρος του βασιλιά.

~~~~{4}~~~~

Μου άνοιξε την πόρτα μια καλοφτιαγμένη σαραντάρα. Ήταν η Όλγα, η βασίλισσα, αυτή που είχε τα φράγκα, όπως με είχε ενημερώσει ο περιπτεράς.

Το μάτι της έπαιξε σαν με είδε. Σε όλες αρέσουν οι Χιτάνος. Ίσως να ήθελε να χορέψει φλαμένκο μαζί μου. Επί πληρωμή.

«Δεν έχει γυρίσει ακόμα», μου είπε σαν άκουσε ότι είχα πάει για τον άντρα της. «Έχει πάει ν’ ανοίξει το μπαρ.»
«Μου είπε να έρθω για την ηχογράφηση.»
«Κάτσε!» έκανε η Όλγα σαν να φωτίστηκε. «Είσαι εκείνος που έπαιξε κιθάρα χτες στο μαγαζί.»
«Ναι, αυτός.»
«Ξετρελάθηκε μαζί σου, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, του έδωσα ανθοϊάματα.»

Έκανα μια χειρονομία ταπεινοφροσύνης, σαν να μην καταλάβαινα γιατί του άρεσα τόσο πολύ, σαν μια όμορφη γυναίκα που προσποιείται ότι δεν ξέρει πόσο όμορφη είναι.

Η Όλγα έγινε πιο ξεδιάντροπη. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.

«Εσύ θα γίνεις σταρ.»

Αυτό που είπε με παραξένεψε στ’ αλήθεια. Το είχα σκεφτεί μόνος μου, αλλά πρώτη φορά μου το έλεγε κάποιος άλλος. Και είναι φυσιολογικό να έχεις τις πιο τρελές φαντασιώσεις και σκέψεις, αλλά όταν τις επιβεβαιώνουν οι άλλοι το θέμα μπερδεύεται.

Τι είχε δει εκείνη η γυναίκα σε μένα; Είχα φύγει πριν ένα μήνα απ’ το σπίτι και ήμουν ο Απόκληρος. Ούτε η μάνα μου δεν πίστευε σε μένα. Στη συνέχεια έκανα σεξ με αρκετές γυναίκες. Μόνο οι τρεις ήταν ξεχωριστές για τη ζωή μου. Η Ζόε, η Μόλλυ κι η Μισέλ. Πέρα απ’ αυτές οι άλλες ήταν απλώς διασκεδαστικές.

Κι η κιθάρα; Η Όλγα δεν με είχε ακούσει να παίζω με την Καλαμαζού. Αλλά της είχε μεταδώσει το πάθος του ο Άνεμος.

Λένε ότι είναι απ’ τα πιο σημαντικά στοιχεία ερωτικής έλξης, για άντρες και γυναίκες. Να δεις ότι τον υποψήφιο τον διεκδικούν κι άλλες.

Οι ιππότες μονομαχούν για την πριγκίπισσα, έτσι πάει.

«Πάμε κάτω να τον περιμένεις», είπε η Όλγα. «Δεν θ’ αργήσει. Είναι κι ο Ζωρζ κάτω.»

Μου έκανε χώρο, όχι πολύ, για να μπω. Πέρασα αρκετά κοντά της για να με μυρίσει. Κι ενώ είχα ένα εικοσιτετράωρο να μπω σε μπανιέρα, κι ενώ είχα ανατινάξει ένα βαν, και παραλίγο να γίνω καπνιστός, την ένιωσα να διεγείρεται, η ανάσα της άλλαξε.

Μπήκα κι όπως έκλεινε την πόρτα κοιτάχτηκα στον καθρέφτη της εισόδου. Δεν μπορούσα ν’ αναγνωρίσω τον εαυτό μου. Ήμουν εγώ, εντελώς εγώ, αλλά δεν ήμουν αυτός που θυμόμουν.

Δεν ήταν μόνο τα κιλά που ‘χα πάρει. Με τους Χιτάνος τρώγαμε μόνο τζανκ κι εξαιτίας της φούντας είχαμε τα ντουλάπια γεμάτο σιροπιαστά.

Κι είχα μαυρίσει, τα μαλλιά μου ήταν ακατάσταστα, όχι κολλημένα. Αλλά υπήρχε κάτι πιο βαθύ. Το πρόσωπο μου είχε γίνει λίγο πιο αντρικό. Κάτι στο βλέμμα.

Δεν ήμουν αθώος πια.

Η Όλγα έφυγε μπροστά και μου έδειξε το δρόμο για το στούντιο. Κοιτούσα τον ωραίο κώλο της με λαιμαργία. Κι ήξερα ότι της άρεσε που την κοιτούσα.

~~

Το στούντιο ήταν υπόγειο απ’ την μπροστινή είσοδο και ισόγειο από πίσω. Ήταν χτισμένο σε ανηφόρα.

Κι ενώ πίστευα ότι θα βρισκόμουν σ’ ένα αξιοπρεπές home studio βρέθηκα σ’ ένα που θα μπορούσε να είναι του Ντέιβιντ Γκίλμορ. Αργότερα θα μάθαινα ότι είχε ηχογραφήσει ένα τραγούδι εκεί μέσα.

Στο δωμάτιο υποδοχής είχε ένα σαλόνι όπου μπορούσες να πιεις τα ποτά σου και τα ναρκωτικά σου χωρίς κανείς να σ’ ενοχλήσει.

Το δωμάτιο της κονσόλας ήταν πιο εντυπωσιακό. Πρώτα έβλεπες τη θέα. Ο τοίχος ήταν όλος τζαμαρία, τριπλός κρύσταλλος, απόλυτη ηχομόνωση. Έβλεπε στον κήπο κι από κάτω το Αιγαίο, τα φώτα της Πάρου απέναντι.

Αλλά δεν ήταν μόνο η θέα. Η κονσόλα που είχε ο Άνεμος κόστιζε όσο ένα μικρό διαμέρισμα. Μια SSL 4000G. Μπορούσες να ηχογραφήσεις το Abbey Road εκεί μέσα.

Κοίταξα στον τοίχο, τα όργανα που είχε ο Άνεμος. Σχεδόν ντράπηκα για την Καλαμαζού. Τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά φέρνουν υπέροχες κιθάρες.

Stratocaster και telecaster, Gibson και Yamaha, κλασικές, ηλεκτρικές, δωδεκάχορδες, μπάσο εξάχορδο, μπάντζο και ζουρνάδες, μπουζούκια. Ήταν ο παράδεισος κάθε μουσικού.

~~~

Η Όλγα φάνηκε να χαίρεται με το σαστισμένο βλέμμα μου. Ήμουν ο φτωχός ιπποκόμος που είχε μπει στη Μεγάλη Αίθουσα των Θαυμάτων.

Έτσι ένιωθα.

«Σου αρέσει αυτό που βλέπεις;» είπε και στάθηκε ανάμεσα στις κιθάρες, σαν μια άλλη κυρία Ρόμπινσον που προσπαθούσε να με σαγηνεύσει. Το αίμα φούσκωσε το κεφάλι μου. Ήθελα να τη γαμήσω εκείνη τη στιγμή. Κρατήθηκα.

«Δεν έχεις πιάνο», της είπα.
«Έχω τα πάντα», είπε η Όλγα και μου έκανε νόημα να κοιτάξω πίσω μου.

Γύρισα. Απ’ το διπλό τζάμι έβλεπα στην αίθουσα ηχογράφησης ένα πιάνο με ουρά, σαν αυτά που χρησιμοποιούν στις κλασικές ορχήστρες. Ήταν Πετρόφ. Κόστιζε όσο ένα αυτοκίνητο.

Και δίπλα στο πιάνο ήταν μαζεμένος ένας καλικάντζαρος. Έτρωγε τα νύχια του και μας κοιτούσε.

«Αυτός είναι ο Ζωρζ», είπε η Όλγα. «Γιώργο τον λένε κανονικά, αλλά είναι λιγάκι… Διαφορετικός.»

Πήγα να γελάσω. Ο τύπος πράγματι φαινόταν weirdo. Η Όλγα με σταμάτησε.

«Είναι ιδιοφυία», μου είπε. «Σαν το Μότσαρτ. Κάνει μουσική όπως τα σαλιγκάρια φτιάχνουν το κέλυφος τους.»

Η Όλγα κοιτούσε τον Ζωρζ. Και δεν έμοιαζε καθόλου με τη γυναίκα που κοιτούσε εμένα πριν. Είχε αλλάξει. Το πρόσωπο, τα μάτια, η στάση του σώματος. Ήταν σαν την Παναγία που λατρεύει τον Ιησού. Σαν κάθε πιστή που λατρεύει το Χριστό. Χωρίς σώμα. Μόνο ψυχή.

Κατάλαβα ότι ο Ζωρζ ήταν ο εχθρός μου.

~~~~

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο στούντιο ο Άνεμος. Είδε την Όλγα να πιστεύει στον άγγελο Ζωρζ, μετά είδε εμένα.

«Δυναμίτη! Ήρθες!»

Έτσι φώναξε κι έπεσε πάνω μου να μ’ αγκαλιάσει. Μ’ έσφιγγε περισσότερο απ’ όσο άντεχα.

«Μωρό, αυτός είναι ο Δυναμίτης», είπε στην Όλγα.
«Το κατάλαβα.»

Δεν μου άρεσε να με λέει έτσι. Ειδικά μετά την έκρηξη στο πάρκινγκ.

«Μωρό, φέρε να φάμε και να πιούμε.»
«Τι να παραγγείλουμε;»
«Τα πάντα. Σήμερα θα γράψουμε ιστορία. Ο Ζωρζ είναι εδώ; Νάτος.Τέλεια.»

Ο Άνεμος ήταν ανεμοστρόβιλος. Η Όλγα έφυγε πριν παρασυρθεί.

«Τον Ζωρζ τον γνώρισες;» είπε και μου τον έδειξε.

Εκείνος μας έβλεπε, αλλά δεν μας άκουγε. Έτρωγε τα νύχια του και κάθε τόσο κοιτούσε δεξιά, κάτι που δεν φαινόταν από κει που στεκόμουνα, κάτι που τον άγχωνε. Το φάντασμα της όπερας;

«Όχι», είπα στον Άνεμο, «αλλά πολύ θα ήθελα να γνωρίσω τον Μότσαρτ της Νάξου.»
«Μότσαρτ;» είπε εκείνος καθώς με πήγαινε δίπλα. «Υπερβολές. Το πολύ Σιδηρόπουλος.»

Το είπε για να αποσυμφορήσει την κατάσταση, αλλά μου έκανε χειρότερο κακό. Ο Σιδηρόπουλος ήταν δικός μου άνθρωπος, όπως ο Cobain. Ο Ζωρζ μπορούσε να πάρει τους παλιούς, αλλά όχι τον Παύλο.

Μπήκαμε στο δωμάτιο νομίζοντας ότι ήξερα τι θα αντιμετωπίσω. Σαν άνοιξε η πόρτα είδα τον καναπέ στον τοίχο, εκεί που κοιτούσε ο Ζωρζ και μασουλούσε νύχια. Σκέφτηκα ότι η Κόλαση έχει πολλούς ορόφους.

~~~~~

Ο Άνεμος μπήκε και προχώρησε προς τον Ζωρζ, κάτι του είπε, εκείνος σηκώθηκε να με χαιρετίσει, αλλά εγώ δεν άκουγα, δε μιλούσα, δεν σκεφτόμουν, μόνο έβλεπα.

Απέναντι ακριβώς υπήρχε ένας κόκκινος καναπές. Και πάνω του καθόταν ο Σατανάς με πεντάφλα στο στήθος.

Ήταν μια έφηβη, που έμοιαζε να είναι ανάμεσα στα δεκατέσσερα και στα δεκαοκτώ. (Μετά θα μάθαινα ότι ήταν δεκάξι.)

Φορούσε μαύρο τι-σερτ Black Sabbath με μια τεράστια πεντάλφα. Είχα μαζεμένα τα γόνατα πάνω στην πολυθρόνα κι έμοιαζε να μην φοράει τίποτα από κάτω. (Μετά θα έβλεπα ότι φορούσε σορτσάκι.)

Τα νύχια των ποδιών και των χεριών ήταν βαμμένα μαύρα. Φορούσε δέκα σκουλαρίκια στο κάθε αυτί κι ένα στη μύτη. Χείλια βαμμένα μωβ.

Αλλά ήταν τα μάτια της που με παγίδευσαν πιο πολύ. Eyes that last I saw in tears, here in death’s dream kingdom. Δεν έκλαιγε, ήταν μαύρες τρύπες που με ρίχνανε στο ονειρικό βασίλειο του θανάτου, με καταβρόχθιζαν.

Αυτή είχε πιο μαύρη ψυχή από μένα. Με κοιτούσε και με σκότωνε. Με κοιτούσε και μ’ έκανε να θέλω να τη σκοτώσω. Να την κόψω σε μικρά κομμάτια και να τη φάω.

Ο Άνεμος γύρισε να μου πει για τον άγγελο Ζωρζ. Είδε πού κοιτούσα.

«Κι αυτή είναι η Έλσα, η κοράκλα μου. Μεταλού πορωμένη. Δεν θα σ’ ακούσει καν, εκτός κι αν μπορείς να παίξεις σαν τον Randy Roads, τουλάχιστον.»

Ένιωσα την Καλαμαζού στην πλάτη μου να καίει. Ήθελε να βγει για να παίξουμε.

Ο Ζωρζ ήρθε δίπλα μου. Ήταν ένας σπυριάρης έφηβος. Ο Άνεμος πίσω μας, σαν τον Μάρλον Μπράντο στην ταινία του Κόπολα μας αγκάλιασε και τους δυο.

«Έλσα. Αυτοί οι δύο είναι τα μεγαλύτερα ταλέντα που έχω συναντήσει», είπε ο βασιλιάς συστήνοντας τους διεκδικητές.

Γι’ αυτό την κοίταζε έτσι ο μικρός. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Αλλά τώρα ήμασταν δύο. Εκείνος ήταν ο άγγελος.

Φυσικά. Υπήρχε κάστρο. Υπήρχε βασιλιάς και βασίλισσα. Υπήρχε και πριγκίπισσα. Μόνο που εγώ ήμουν ο δράκος στο παραμύθι.

Η πριγκίπισσα έκανε νόημα ν’ αρχίσουν οι αγώνες.

Η συνέχεια εδώ https://sanejoker.info/2021/01/tuvalu5b.html