Τουβαλού (5.Ζωρζ Σαντ)

0
985

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 666.-copy-2.jpg

Το πρώτο μέρος εδώ https://sanejoker.info/2020/12/tuvalu.html

σκοτώνω < σκότος= Ρίχνω κάποιον στο σκοτάδι

“Η κόλαση είναι οι άλλοι.”
Ζαν-Πωλ Σαρτρ

“Ο διάολος μπορεί και μπαίνει μονάχα στην Κόλαση, ο άγγελος μπορεί και μπαίνει μονάχα στην Παράδεισο. Ο άνθρωπος όπου θέλει.”
Νίκος Καζαντζάκης

“Είναι καλύτερα να βασιλεύει κανείς στην κόλαση παρά να υπηρετεί στον παράδεισο.”
Τζον Μίλτον

«Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!»
Charles Baudelaire, Les Litanies de Satan

~~~~~{5}~~~~~

Νομίζω ότι όλος ο Κόσμος, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε βασίζεται σε δίπολα. Αρνητικό και θετικό, φως και σκοτάδι, καλό και κακό, Θεός και Διάβολος. Είναι απλοϊκή σκέψη, αλλά συχνά αυτές είναι οι πιο πετυχημένες.

Δεν ήμουν πλέον και τόσο καλός, μάλλον κακό θα μ’ έλεγε κάποιος που μ’ έβλεπε απέξω. Εγώ ένιωθα μια χαρά με τον εαυτό μου, καλύτερα από ποτέ, αλλά με βάση τα δίπολα θα έπρεπε να είμαι ειλικρινής και να πάρω το ρόλο του κακού.

Το Σύμπαν, για να μην ανατραπεί η ισορροπία και κατρακυλήσει στο μηδέν, έπρεπε να βάλει κάποιον στον αντίποδα. Δεν ήθελε πολύ για να καταλάβεις ότι εκείνος ο σπυριάρης έφηβος εκπροσωπούσε το σχέδιο του Θεού.

Όπως μας κρατούσε ο βασιλιάς των Ανέμων και μας παρουσίαζε στην Αλκυόνη του, την πριγκίπισσα, το έπαθλο, σκέφτηκα ότι μπορούσα να κάνω πίσω και ν’ αφήσω τον μικρό να πάρει το κορίτσι.

Παλιότερα τα έκανα αυτά. Ήμουν ο τελευταίος που κατέβαινε απ’ το πλοίο, ο τελευταίος που έμπαινε στο λεωφορείο –αν είχε μείνει χώρος. Δεν διεκδικούσα, περίμενα υπομονετικά να έρθει η σειρά μου.

Δεν ήμουν καλός, ήμουν Ελβετία. Ουδέτερος, αμέτοχος, αδιάφορος, Απόκληρος. Η Ρίτα είχε δίκιο. Θα ήθελα να δει πώς είχα αλλάξει.

Πλέον δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αφήσω τη μαύρη Έλσα στα χέρια του σπυριάρη. Όχι, δεν θα έκανα το ίδιο λάθος, όπως με τη Μισέλ.

Δεν θα τη διεκδικούσα, θα την κέρδιζα. Δεν υπήρχε άλλη εκδοχή της ιστορίας.

~~

«Λοιπόν, τι θα κάνουμε;» είπε ο Άνεμος. «Θα ηχογραφήσουμε κάτι συγκεκριμένο; Έχω κάποιες δικές μου συνθέσεις. Μπορούμε και διασκευές.»
«Ας ξεκινήσουμε με τζαμάρισμα», του είπα.
«Καλή ιδέα, για να ζεσταθούμε και να δούμε πώς παίζει ο καθένας.»

Δεν το είχα προτείνει γι’ αυτό. Ήθελα να τους φέρω στο γνώριμο πια για μένα πεδίο μάχης, έτσι όπως έλεγε να κάνουμε κι ο Σουν Τζου.

Πλανόδιος μουσικός ήμουν, μπορούσα ν’ αυτοσχεδιάζω για ώρες. Και ήξερα να το κάνω καλά. Ο σπυριάρης άγγελος φαινόταν αντικοινωνικός. Σαν να μην είχε ξαναπαίξει ελεύθερα με άλλους ανθρώπους.

Έκατσα κι έβγαλα την Καλαμαζού. Θα ξεκινούσαμε χαλαρά, unplugged. Ο Άνεμος έκατσε στα τύμπανα. Ο μικρός είχε μείνει εκεί που ήταν και κοιτούσε τα χέρια του. Σχεδόν τον λυπήθηκα. Σχεδόν.

Ο Ζωρζ δεν ήταν κανονικός έφηβος, το έβλεπα. Η εφηβεία είναι σκληρή για όλους, όμως εκείνος φαινόταν να έχει περισσότερα προβλήματα. Παιδική κακοποίηση, χαμηλή νοημοσύνη, άσπεργκερ; Δεν τον λυπήθηκα, η ζωή είναι σκατά.

Ο Άνεμος κούρδιζε τις μεμβράνες, εγώ ζέσταινα δάκτυλα, η Καλαμαζού δεν χρειαζόταν ποτέ κούρδισμα. Η μαύρη Έλσα μασούσε και φούσκωνε μια τσιχλόφουσκα. Ο Ζωρζ καθόταν εκεί, χωρίς να μπορεί να ξεκινήσει να κάνει οτιδήποτε, ήθελε να του δώσεις την πρώτη σπρωξιά. Μου θύμισε τον παρκινσονικό παππού μου.

Χαμογέλασα από μέσα μου. Θα ήταν εύκολο σαν να κλέβω γλειφιτζούρι από μωρό.

«Τι όργανο παίζει ο μικρός;» ρώτησα τον Άνεμο.
«Ο Ζωρζ; Τα πάντα.»

Πήγα να γελάσω. Δεν αστειευόταν.

«Τι εννοείς τα πάντα;» Κανείς δεν παίζει τα πάντα.

Ο Άνεμος σταμάτησε να κουρδίζει και τον κοίταξε.

«Νομίζω ότι μπορεί να παίξει και όργανα που δεν υπάρχουν ακόμα.»

Μου εξήγησε τι εννοούσε, δεν ήταν σχήμα λόγου. Κι είχα αρχίσει να τρομάζω. Ο Άνεμος είχε πάει κάποια στιγμή διακοπές στο Λάος. Γύρισε με μια διακοσμητική φλογέρα από κολοκύθι. Ο Ζωρζ κατάφερε να παίξει με κείνη μόλις την έπιασε στα χέρια του.

«Παίζει πνευστά δηλαδή», του είπα.
«Τα πάντα.»

Δεν μίλησα, είχα αρχίσει να βλέπω αρκουδάκια.

«Παίζει κάθε έγχορδο και πνευστό. Πιάνο, πλήκτρα γενικά, ντραμς και κρουστά. Και τραγουδάει.»

Με φωνή αγγελική, ήμουν σίγουρος. Η μαύρη Έλσα έσκασε μια φούσκα και με κοιτούσε στα μάτια, σαν να μου έλεγε: Την πάτησες. Για να δείξω ότι ήμουν άνετος έκανα κίνηση ν’ ανάψω τσιγάρο.

«Μη!» είπε ο Άνεμος.
«Τι;»
«Μόνο στο σαλόνι.»

Σηκώθηκα για να βγω.

«Μα καλά. Πρέπει να έχει το όργανο του, αυτό που παίζει καλύτερα.»

Έπρεπε να διαλέξουμε όπλα για τη μονομαχία. Δεν γινόταν εγώ να είχα την Καλαμαζού κι εκείνος Τα Πάντα.

«Ρώτα τον», είπε ο Άνεμος.
«Φιλαράκι», είπα στο Ζωρζ χτυπώντας τον στον ώμο. Δεν του άρεσε να τον ακουμπάνε, τραβήχτηκε. «Ποιο όργανο προτιμάς να παίζεις;»

Δεν το σκέφτηκε καθόλου.
«Έμαθα ευφώνιο», είπε μια κι έξω.
«Τι σκατά είναι το ευφώνιο;»
«Δεν είναι σκατά. Χάλκινο αερόφωνο με επιστόμιο είναι.»
Δεν αντιλαμβανόταν τις μεταφορές και τα σχήματα λόγου. Τα παιρνε όλα κυριολεκτικά.

«Πότε το ‘μαθες αυτό;» ρώτησε ο Άνεμος.
«Το πρωί.»

Ένιωσα να καίγομαι από μέσα μου. Ήθελα να του δαγκώσω το αυτί, όπως έκανα με τον Κύκλωπα.

«Έχεις ευφώνιο;» ρώτησα τον Άνεμο.
«Τι να το κάνω; Αυτό είναι όργανο φιλαρμονικής. Μόνο αν παίζαμε Beatles, την εισαγωγή απ’ το all you need is love.»
«Και τι θα παίξει επιτέλους;»

«Παίξε πιάνο, Ζώρζη.»

Ήταν η φωνή της μαύρης Έλσας. Παίξε πιάνο, Ζώρζη. Είχε βραχνή φωνή και παιδική μαζί. Στο μεταίχμιο.

«Ωραία ιδέα!» είπε ο Άνεμος. «Ζωρζ! Κάτσε στο πιάνο!»

Πήγε και πήρε θέση. Η Έλσα χαμογελούσε χαιρέκακα. Κατάλαβα τι σκεφτόταν. Εγώ είχα μόνο μια κιθάρα, χωρίς ρεύμα. Εκείνος θα είχε ένα πιάνο με ουρά. Άνιση μάχη.

Ίσως και να ήταν, σε κάθε άλλη περίπτωση. Όμως εγώ είχα την Καλαμαζού.

«Μια τζούρα κι έρχομαι», είπα βγαίνοντας.
«Έχει καφέ στην καφετιέρα. Μαύρο!» είπε ο Άνεμος και χτύπησε το πιατίνι σαν να είχε πει κάτι αστείο.

~~~

Άναψα το Gitanes και γέμισα μια κούπα με καφέ. Μου άρεσε το παιχνίδι, είχε γίνει πιο ενδιαφέρον. Αν τον ανταγωνιζόμουν κι εκείνος έπαιζε την φλογέρα από κολοκύθι θα ήταν αδιάφορο.

Κανείς δεν θα πλήρωνε για να δει τον Μοχάμεντ Άλι να παλεύει μ’ έναν νάνο. Ο ίδιος ο Άλι δεν θα έβγαινε στο ρινγκ.

Ο Ζωρζ με το Πετρόφ του φάνταζε σαν να ήταν Γερμανός στρατιώτης μέσα σε Τάιγκερ, το θηριώδες τανκ των Ναζί. Κι εγώ ήμουν ένας Ρώσος που κρατούσε μόνο το τουφέκι του. This machine kills fascists.

Φαινόταν χαμένη υπόθεση. Κι αυτό ήθελα, έτσι θα το σκηνοθετούσα. Θα έδειχνα ότι είμαι μικρός κι αδύναμος, οι πριγκίπισσες πάντα αγαπούν τους ευάλωτους.

Θα άφηνα να με τσακίσει το άρμα του, να φανεί ότι παλεύω με γίγαντες, ότι έχω αναλάβει αποστολή δονκιχωτική. Και μόλις θα έμοιαζε ότι όλα έχουν χαθεί θα ξεκινούσα να παίζω.

Είχα εμπιστοσύνη στην Καλαμαζού και στο διάβολο. Ήξερα ότι μπορούσε ν’ ανατινάξει ολόκληρο βαν.

«Ευχαριστώ, Χουάν», είπα και γέμισα δυο κούπες.

Ξεκινούσε η εξαπάτηση. Θα ήμουν ο καλός που δεν το βλέπει ανταγωνιστικά και μάλιστα πηγαίνει καφέ στον εχθρό του. Έσβησα το τσιγάρο, κοίταξα γύρω να δω μη με βλέπουνε, κι έφτυσα μες στον καφέ του Ζωρζ.
Δώρο εκ της διευθύνσεως.

~~~~

Μπήκα στο δωμάτιο ηχογράφησης με τους δυο καφέδες. Ο Άνεμος είχε πάει στην κονσόλα, στο διπλανό δωμάτιο, να ρυθμίσει τα ποντεσιόμετρα και να ξεκινήσει την ηχογράφηση.

Η μικρή με κοιτούσε με αναίδεια. Ανυπομονούσα για τη στιγμή που θα με εκλιπαρούσε.

Άφησα την κούπα με τις φτυσιές στο τραπεζάκι, δίπλα στο Ζωρζ.

«Ελπίζω να τον πίνεις σκέτο», του είπα.

Εκείνος κοίταξε την κούπα σαν να έβλεπε τον Δαβίδ του Μικελάντζελο. Έκανε να τον πιάσει.

Τότε ακούστηκε η φωνή του Ανέμου απ’ τα ηχεία: «ΜΗ ΤΟΥ ΤΟΝ ΔΩΣΕΙΣ!»

Πάγωσα. Ο Ζωρζ άπλωσε να τον πιάσει. Η Έλσα πετάχτηκε απ’ την πολυθρόνα και τον κλώτσησε. Κλώτσησε τον καφέ. Χύθηκε πάνω στα ντραμς και στον τοίχο.

Ο Άνεμος μπήκε μέσα λέγοντας: «Γαμώτο, γαμώτο.»

Πρώτα έπιασε να σκουπίσει τα τύμπανα. Το πάτωμα κι ο τοίχος δεν είχαν τόση σημασία.

«Γιατί;» τον ρώτησα.
«Δεν πίνει καφέ ο Ζωρζ, με τίποτα.»
«Αλλεργικός είναι;»
«Το αντίθετο. Ζωρζ, βγες έξω για λίγο.»

Ο Ζωρζ το πήρε κυριολεκτικά και βγήκε έξω στον κήπο. Η Έλσα πήγε μαζί του.

~~~~~

«Λοιπόν, άκου τι παίζει», είπε ο Άνεμος χωρίς να σταματήσει το καθάρισμα. «Ο Ζωρζ είναι λίγο παράξενος.»
«Λίγο;»
«Πολύ, εντάξει. Πρόσεχε! Δεν πρέπει να του δώσεις τίποτα εθιστικό. Κολλάει.»
«Με τον καφέ;»
«Πριν δύο χρόνια ήταν εκατό σαράντα κιλά.»
«Αυτός ο σπόρος;»
«Τριγλυκερίδια φουλ, σάκχαρο. Κόντεψε να πεθάνει. Σε κέντρο αποτοξίνωσης τον έβαλαν.»

Κοιτάξαμε έξω. Ο Ζωρζ μιλούσε στην Έλσα. Παράξενο μου φάνηκε. Τόση ώρα δεν είχε πει κουβέντα. Αναρωτήθηκα τι θα της έλεγε.

«Δεν έχει αυτοπροστασία, περιορισμός κανένας, αυτοέλεγχο, πώς το λένε; Έτρωγε τη ζάχαρη με το κουτάλι. Κανονικά. Σκέτη ζάχαρη. Άνοιγε το σακουλάκι, έπαιρνε και τη μασουλούσε. Ξέρεις ότι η ζάχαρη είναι πιο εθιστική απ’ την κοκαΐνη;»
«Και το τυρί είναι εθιστικό.»
«Δεν θέλω να φανταστώ τι θα πάθει αν δοκιμάσει ναρκωτικά.»

Συνέχισε να μου εξηγεί. Κάποια βλάβη είχε πάθει, έτσι είπαν. Γεννήθηκε παράξενος, διαφορετικός.

«Ούτε που έκλαιγε σαν μωρό.»
«Τι έκανε, τραγουδούσε όπερα;»
«Όχι. Δεν έκλαιγε, δεν έκανε ήχους. Όλοι νόμιζαν ότι είναι κουφό. Και μίλησε στα έξι.»

Για κάποιο παράξενο λόγο σκεφτόμουν το Ρόκι 2. Κάποια μέρα είχα ξεχάσει τη σακούλα με τη σκυλοτροφή ανοικτή. Έφαγε τόσο πολύ που τον πήγαμε στον κτηνίατρο για πλύση στομάχου.

«Οπότε», ολοκλήρωσε ο Άνεμος, «ούτε τσιγάρο. Γι’ αυτό δεν ήθελα να καπνίσεις εδώ. Όταν λείπει ο μικρός θα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Και μπάφους κι ό,τι άλλο μας φέρει ο θεός.»

Πήγε γελώντας στην πόρτα και τους είπε να γυρίσουν.

~~~~~~

Ο Ζωρζ πέρασε όσο πιο μακριά μου μπορούσε για να πάει στο πιάνο. Η μαύρη Έλσα έκατσε στην κόκκινη πολυθρόνα της. Ανέβασε τα πόδια πάνω. Ήθελα να της δαγκώσω τα δάκτυλα.

«Τι θα παίξουμε; Λαϊκά;» είπε ο Άνεμος και χτύπησε το πιατίνι σαν να είχε πει κάτι αστείο.

Πήρα την Καλαμαζού και τους είπα ότι μπορούσα να παίξω τα πάντα. Γύρισα να δω τον Ζωρζ. Κοιτούσε την κιθάρα μου με λαχτάρα, πιο πολλή απ’ τον καφέ. Την ήθελε, το ένιωθα.

«Ωραία», είπε ο Άνεμος. «Τα πάντα για τα πάντα. Αλλά πρέπει να μπεις πρώτος. Ο Ζωρζ δυσκολεύεται στο ξεκίνημα.»
«Το παρατήρησα.»

«Δωδεκάμετρο μπλουζ από λα μινόρε», τους είπα και ξεκίνησα να παίζω αυτό που ήξερε ο κάθε αρχάριος της κιθάρας. Η Καλαμαζού ακουγόταν υπέροχα ακόμα και στις πιο απλές συγχορδίες.

Ο Άνεμος μπήκε απ’ την αρχή. Ο μικρός είχε μείνει με τα δάκτυλα πάνω στα πλήκτρα. Η Έλσα χασμουριόταν. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο. Ένα λεπτό αργότερα, καθώς επέστρεφα απ’ το Μι στο Λα, ο Ζωρζ έπαιξε κάτι.

Δεν ήταν κάποιο τρελό σόλο. Έπαιξε μόνο μια συγχορδία με το αριστερό χέρι. Κι ένοιωσα ένα φτερούγισμα μέσα μου.

Όλοι οι άνθρωποι, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν τίποτα από θεωρία της μουσικής, ακόμα κι αν δεν έχουν παίξει ποτέ ένα μουσικό όργανο, μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά ανάμεσα στο φάλτσο και στο αρμονικό.

Αυτό που είχε κάνει ο Ζωρζ, με τέσσερις νότες όλες κι όλες, ήταν ότι είχε καταφέρει ν’ ακουστεί αρμονικός, χωρίς να πατάει μέσα στην αρμονία.

Ήταν σαν να είχε πάρει κόκκινο και κίτρινο και αντί για πορτοκαλί να είχε φτιάξει μωβ ή κάποιο άλλο χρώμα, πρωτοφανές.

Η καρδιά μου έχασε έναν χτύπο, πετάρισε, αλλά δεν σταμάτησα να παίζω, γύρισα να τον κοιτάξω. Τότε έπαιξε και με τα δύο χέρια, μια φράση, πάνω στο δωδεκάμετρο.

Κατάλαβα πώς ένιωθαν οι μουσικοί που έπαιζαν με τον Charlie Parker. Δεν ήταν αυτοσχεδιασμός όπως αυτός που κάναμε με τους Χιτάνος. Ήταν επαναστατικό.

Κι ενώ ένιωθα συντριβή, την ίδια στιγμή η μουσική του με είχε κάνει να νιώθω κάτι όμορφο μέσα μου. Δεν ήταν χθόνια μουσική, δεν ήταν χώμα, αλλά κάτι αιθέριο.

Άλλαξα τονικότητα μήπως τον μπερδέψω. Αυτός έκλεισε τα μάτια και ξεκίνησε να παίζει. Η Έλσα τον κοιτούσε με λατρεία. Αλλά δεν είχε μιλήσει ακόμα η Καλαμαζού. Ο πιτσιρικάς είχε πέσει στην παγίδα μου. Φαινόταν ανίκητος.

Τότε ξεκίνησα να σολάρω, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Της Έλσας της έπεσε η τσίχλα απ’ το στόμα. Ο Άνεμος φώναξε: «Δώσε πόνο». Ο πιτσιρικάς δεν κόλλησε. Ανέβασε ταχύτητα.

Alors c’ est la guerre.

Έπιασα την Καλαμαζού καλύτερα κι ετοιμάστηκα ν’ ανατινάξω το Τάιγκερ.

~~~~~~~

Αλλά τον έσωσε το κουδούνι. Η πόρτας της αίθουσας άνοιξε. Η Όλγα αναμαλλιασμένη.

«Οι μπάτσοι πήγαν στο μαγαζί», είπε στον Άνεμο.

Σταματήσαμε να παίζουμε.

«Γιατί; Τους μαλάκες», είπε ο Άνεμος και πετάχτηκε. Καθώς έβγαιναν ακούσαμε την Όλγα να λέει για ναρκωτικά. Ο Άνεμος έβριζε. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους.

Λίγα λεπτά αμήχανης σιωπής. Ακουγόταν η Έλσα να μασάει τη τσίχλα της κι ο Ζωρζ τα νύχια του.

«Λοιπόν», είπα στην αναιδή πριγκίπισσα, χωρίς να με νοιάζει ο μικρός. «Σχολείο πας ακόμα;»
«Τρίτη λυκείου», είπε εκείνη. Είχε κερδίσει χρονιά.
«Κι είσαι ακόμα παρθένα;»

Ρητορική ερώτηση. Βρήκα στο σαλόνι να καπνίσω. Περισσότερο ήθελα ν’ απομονωθώ, να σκεφτώ. Δεν θα ήταν εύκολη μάχη.

~~~~~~{6}~~~~~~

Πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί και να το πάθεις. Ο σπυριάρης σίγουρα δεν ήταν νάνος. Είχε ταλέντο. Μπορεί και κάτι παραπάνω.

Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν σαν αυτούς που τους λέγανε Ηλίθιους Σοφούς. Άτομα με εξαιρετικές, υπεράνθρωπες ικανότητες σε κάτι, αλλά δεν μπορούσαν να δέσουν τα κορδόνια τους. Όπως ο Άνθρωπος της Βροχής.

Είχα διαβάσει κάτι για τους Idiots Savants. Άλλος μπορούσε να δει από ψηλά μια πόλη και μετά να τη ζωγραφίσει με κάθε λεπτομέρεια. Άλλος έκανε μαθηματικές πράξεις πιο γρήγορα από υπολογιστή. Άλλος θυμόταν όλες τις παρτίδες για το σκάκι που είχαν παιχτεί.

Καθένας είχε διαφορετική «υπερδύναμη», αλλά όλοι είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Δεν μπορούσαν ν’ αλλάξουν. Ήταν κολλημένοι σ’ αυτό που κάνανε τέλεια.

Αλλά η τελειότητα δεν είναι ανθρώπινη. Ο άνθρωπος τα καταφέρνει καλύτερα απ’ το τέλειο. Γιατί μαθαίνει απ’ τις αποτυχίες του, απ’ τα λάθη του, προκειμένου να προχωρήσει παρακάτω. Οι savants δεν προχωρούσαν, δεν εξελίσσονταν.

Συνήθως δεν ήταν δημιουργικοί. Όμως υπήρχαν κι εξαιρέσεις, όπως ο Ζωρζ. Εκείνος είχε λειτουργήσει δημιουργικά. Εκτός κι αν…

Εκτός κι αν ο εγκέφαλος του έψαξε όλα τα ακόρντα που έχουν παιχτεί σε πιάνο, υπολόγισε όλες τις πιθανές κινήσεις, τα συνδύασε μαθηματικά με το δωδεκάμετρο που παίζαμε, φτιάχνοντας στο μυαλό του όχι μουσική αρμονία, αλλά μαθηματικές εξισώσεις. Θα μπορούσε να το κάνει αν ήταν savant.

Το πρόβλημα ήταν πώς θα τον κατατρόπωνα. Ήμουν ο Κασπάροφ ενάντια στον Deep Blue, ο άνθρωπος ενάντια στη μηχανή.

Αν πήγαινα να τον ανταγωνιστώ στην αρμονία μάλλον θα με νικούσε. Δεν ξέρω τι μπορούσε να συνθέσει η Καλαμαζού, τόσο καιρό δεν είχε φτιάξει ούτε ένα τραγούδι.

Έπρεπε ν’ αφήσω τον Ζωρζ να παίξει τα παράξενα ακόρντα του κι εγώ να πατήσω πάνω του. Δεν ήταν αρκετά πονηρός για να το προβλέψει.

Κοίταξα μέσα. Είδα την Έλσα. Σκοπός μου δεν ήταν να ρίξω το βασιλιά, αλλά να πάρω την πριγκίπισσα. Κι εκείνη δεν γούσταρε τα moustache.

Τότε έλαμψε στο μυαλό μου η ιδέα, και με τίναξε σαν εσπρέσο στρέτο μονορούφι. Πώς δεν το είχα σκεφτεί τόση ώρα; Η μικρή γούσταρε μέταλ. Έπρεπε να παίξω έτσι. Πώς το είχε πει ο Άνεμος; Μόνο αν παίξω σαν τον Randy Rhoads θα μου έδινε σημασία. Εκείνος είχε σκοτωθεί στα είκοσι πέντε του χρόνια, κολασμένος. Η Καλαμαζού μπορούσε να παίξει έτσι, ήμουν σίγουρος. Ράντι, σου ‘ρχομαι.

~~

Η Έλσα βγήκε εκείνη την ώρα. Έσκασε μια φούσκα. Νόμιζα ότι θα παραπονιόταν που την είπα παρθένα.

«Θες να σου δείξω το δωμάτιο σου;»
«Πού το ξέρεις ότι θα μείνω εδώ;»
«Ο πατέρας μου θέλει να σε ηχογραφήσει. Η μάνα μου μάλλον θέλει να σε πηδήξει.»
«Εσύ;»
«Εγώ είμαι παρθένα. Και το φυλάω για το σύζυγο μου. Έλα.»

Πήρα το σακίδιο και την ακολούθησα. Ανεβήκαμε τέσσερις ορόφους απ’ τις σκάλες. Με οδήγησε σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά παντζούρια.

«Αυτό έχει την αγαπημένη μου θέα», είπε κι άνοιξε να δω.

Το νεκροταφείο της Νάξου, το περίπτερο, το μεξικάνικο.

«Θες να μείνεις;» της είπα. «Οι δικοί σου θ’ αργήσουν.»
«Δεν νομίζω», έκανε εκείνη κι έφυγε σέρνοντας υπεροπτικά την πριγκιπική της ιδιότητα.

Δεν νομίζω, ιπποκόμε. Όχι πριν δείξεις την αξία σου.

~~~

Εκμεταλλεύτηκα το κενό για ν’ αλλάξω εμφάνιση. Η μεταμφίεση πάντα βοηθάει στην εξαπάτηση. Ξύρισα το μουσάκι Νταρντανιάν. Έκανα ένα καυτό μπάνιο και τρίφτηκα ν’ ασπρίσω. Έβαλα μαλακτικό στα μαλλιά και τα χτένισα με χωρίστρα στη μέση. Θα έμοιαζα με τον Ozzy, με πιο κατσαρά μαλλιά. Ίσως σαν τον Slash.

Στο σακίδιο είχα ένα μαύρο τι-σερτ. Έγραφε κάτι χαζό και καθόλου μέταλ. Το φόρεσα ανάποδα, με τη στάμπα μέσα. Έβαλα τζιν παντελόνι, τέρμα τα σαλβάρια. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη κι έκανα με τα δύο χέρια το σήμα του διαβόλου. Έβγαλα και τη γλώσσα.

Ήμουν τέλειος. Έπρεπε να το καταλάβω απ’ την αρχή ότι αυτό ήταν το είδος που μου ταίριαζε. Μεταλάς.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι. Φαντασιωνόμουν τη συντριβή του αγγέλου και μετά πώς θα έφερνα τη μαύρη Έλσα στο κρεβάτι μου. Θα την πονούσα. Έπρεπε να μάθει να υπακούει και να χάσει την αναίδεια της.

Δεν γέλασα σατανικά. Έκλεισα τα μάτια ικανοποιημένος με αυτά που έρχονταν. Τα έκλεισα για ένα λεπτό. Και κοιμήθηκα μια ώρα.

~~~~

Με ξύπνησε η Έλσα. Είχε μπει γυμνή στο δωμάτιο. Όλα ήταν μαύρα πάνω της.

«Με θέλεις;» είπε, άνοιξε το τζιν κι άρχισε να με χαιδεύει.
«Σε θέλω.»
«Με θες σαν την Κόλαση;»

Με καβάλησε.
«Περισσότερο», της είπα.

Και τότε ούρλιαξε με τις φωνές μιας Λεγεώνας:
«Δεν υπάρχει περισσότερο απ’ την Κόλαση!»

Έβγαλε φλόγες απ’ τα μάτια κι απ’ το στόμα της. Ένιωσα το πέος μου να καίγεται, αλλά δεν μπορούσα να τη σηκώσω.

«Έλσα, σταμάτα, Έλσα», της φώναζα.

Μου χάιδεψε το στήθος και μετά μου τράβηξε μια τρίχα. Άνοιξα τα μάτια.

«Μαμά;»
«Ωχ, ας μην πιάσουμε τα φροϋδικά τώρα», είπε η Όλγα.

Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και προσπαθούσε να με ξυπνήσει, λίγο πιο ερωτικά απ’ ό,τι συνηθίζεται.

«Γυρίσαμε. Έλα, σε περιμένουν ν’ αρχίσετε.»

Την ακολούθησα τραβώντας την μπλούζα για να κρύψω τη στύση μου. Ένιωθα πολύ ευάλωτος κι αυτό δεν ήταν καλό. Η εμφάνιση της μάνας μου δεν με βοήθησε. Έπρεπε να πιώ έναν καφέ να συνέλθω.

«Τι τρέχει με την κιθάρα σου;» μου είπε η Όλγα καθώς κατεβαίναμε.
«Τι έπαθε η κιθάρα μου;»
«Τίποτα δεν έπαθε. Ο Ζωρζ έπαθε.»

Μόλις φύγαμε απ’ το στούντιο ο μικρός πήγε να την πιάσει για να παίξει. Τον τίναξε το ρεύμα.

«Ποιο ρεύμα;» έκανα τον ανήξερο. «Δεν ήταν συνδεδεμένη.»
«Έτσι είπε ότι έγινε.»
«Εντάξει, δε θα τον έπαιρνες να καταθέσει και σε δίκη.»
«Το αντίθετο. Ο Ζωρζ δεν λέει ψέματα, ποτέ.»
«Όλοι λένε ψέματα. Κι ο σκύλος μου λέει ψέματα.»

Δεν ήταν σχήμα λόγου. Ο Ρόκι 2 έλεγε πολύ συχνά ψέματα. Αν άρπαζε μια φέτα ψωμί απ’ το τραπέζι και τον ρωτούσες γιατί υπάρχουν ψίχουλα στο κρεβατάκι του, κοιτούσε απ’ την άλλη, δήθεν αδιάφορος.

«Καθόλου παράξενο. Αν είναι σκύλος σου», είπε η Όλγα.

Ένιωσα την αλλαγή στο ύφος της. Δεν ήταν μόνο που την είχα πει μαμά. Με είχε ακούσει να φωνάζω το όνομα της κόρης της στον ύπνο μου. Κι αυτή είναι η χειρότερη απογοήτευση. Όταν οι πιθανοί εραστές προτιμούν την κόρη σου από σένα. Σημαίνει ότι πρέπει να παραδώσεις το θρόνο.

~~~~~

Ο Άνεμος με περίμενε στο λόμπι. Είχε ανάψει ένα χοντρό τρίφυλλο και το απολάμβανε. Δεν ήταν Καλαμάτο, το κατάλαβα απ’ τη μυρωδιά, είχε κάτι από εντομοκτόνο.

«Τι έγινε με τους δικούς σου;» με ρώτησε και μου το πάσαρε.
«Τι έγινε;»
«Δεν ξέρεις;»
«Ξέρω, αλλά θέλω ν’ ακούσω τι σου είπανε.»

Οι ντόπιοι αστυνομικοί είχαν πανικοβληθεί. Πίστεψαν ότι όλο αυτό είχε να κάνει με ξεκαθάρισμα συμμοριών για ναρκωτικά. Στο τηλέφωνο τους είχαν πει για πρέζα. Βρήκαν μόνο φούντα. Αλλά η έκρηξη του βαν τους τρόμαξε.

Καλέσανε κλιμάκια από Αθήνα. Ναρκομπάτσους και σκυλιά και Τ.Ε.Ε.Μ. και Ε.Κ.Α.Μ. κι ό,τι υπήρχε. Μόνο τον Χάρι Χόλε δεν είχαν καλέσει.

Ο διοικητής της αστυνομίας Νάξου ήταν ξάδελφος του Ανέμου. Αυτός του τα ‘πε.

«Τι ψάχνουν;»

Του έδωσα το τσιγάρο και γέμισα καφέ. Κοίταξα στην αίθουσα ηχογραφήσεων. Ο Ζωρζ διάβαζε κάτι. Την Έλσα δεν την είδα.

«Τρεις ακόμα Ισπανούς τσιγγάνους. Έπιασαν τον ένα.»
«Τον Μπικ.»
«Το ήξερες. Δεν είπες τίποτα.»

Ζύγισα τον Άνεμο. Δεν ήταν ρομαντικός τύπος. Πώς το είχε πει ο περιπτεράς: Έφαγε πολύ χρήμα. Θα καταλάβαινε.

«Άκου, Άνεμε», είπα έτοιμος για εξομολόγηση. «Δεν είναι ο αδελφός μου. Πριν ένα μήνα τους γνώρισα. Είχαν πέντε κιλά καλαματιανή φούντα.»
«Καλαματιανή; Κρίμα.»
«Τον έπιασαν. Τι θες να κάνω; Να πάω να πάρω τη θέση του; Ή να μπω με το μπαζούκα στο τμήμα. I ‘ll be back.»
«Όχι, με τίποτα.»
«Κάναμε διακοπές μαζί. Δεν τους παντρεύτηκα.»
«Σωστά.»
«Οπότε είμαι εντάξει εδώ;»
«Εξαρτάται.»
«Από τι;»

Αναρωτήθηκα τι θα μου ζητούσε. Τι ήθελε από μένα; Ήξερα πριν μου πει.

«Εξαρτάται αν θα παίξεις τη γαμοκιθάρα σου. Πάμε!»

Με κοπάνησε στον ώμο φιλικά. Παραλίγο να μου βγάλει την κλείδα. Ήταν γεροδεμένο καθίκι ο βασιλιάς.

~~~~~~

Του είπα να συνδέσει την Καλαμαζού με πεταλιέρα, για να έχω παραμόρφωση. Θα παίζαμε δυνατά, του άρεσε η ιδέα. Μου είπε να περιμένουμε μέχρι να γυρίσει απ’ την τουαλέτα.

Πλησίασα τον Ζωρζ να δω τι διαβάζει. Ήταν ένα μικρό βιβλίο με εξισώσεις.

«Τι ‘ν’ αυτό, Ζωρζ; Άλγεβρα;»
«Η απόδειξη του θεωρήματος του Φερμά», είπε κι άλλαξε σελίδα.

Ανώτερα μαθηματικά. Περίμενα λιγάκι και μετά έκανα μια απότομη κίνηση και του άρπαξα το βιβλίο. Ο Ζωρζ με κοίταξε στα μάτια για πρώτη φορά. Ήταν σαν τον Ρόκι. Τον πρώτο.

«Γιώργο, σ’ αρέσει η μουσική;»
«Δεν με λένε Γιώργο. Μ’ αρέσει.»
«Και τα μαθηματικά;»
«Το ίδιο πράγμα είναι.»
«Γιώργο, σ’ αρέσει η Έλσα;»
Δεν μίλησε.
«Θα ήθελες να της γλείψεις το μουνί;»
Δεν μίλησε.
«Έλα, Γιώργο, πες μου.»
«Δεν με λένε Γιώργο.»
«Θα ήθελες να της τον χώσεις; Λιγάκι, τόσο μόνο.»

Του έδειξα πόσο λίγο εννοούσα. Τρία εκατοστά. Ο Ζωρζ κοίταξε τα χέρια του κι απάντησε:
«Τόσο τον έχεις;»

Μου είχε κόψει την ανάσα μ’ ένα χτύπημα στο συκώτι. Ο πονηρός με είχε αφήσει τόση ώρα να πιστεύω ότι ήταν εντελώς ηλίθιος. Του ανοίχτηκα, χαλάρωσα την άμυνα μου, με κοπάνησε.

«Δεν θα την πάρεις τόσο εύκολα», είπε ο Ζωρζ χωρίς θυμό στη φωνή του. «Την αγαπώ.»

Ξεκίνησα να γελάω. Ναι, σατανικά. Ο ιππότης είχε φανερωθεί. Ήταν ώρα να φανερωθεί κι ο δράκος.

~~~~~~~

«Τι γελάς;» είπε ο Άνεμος μπαίνοντας στο δωμάτιο.

Πίσω του ερχόταν η πριγκίπισσα. Είχε αλλάξει. Είχε βάλει ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, απ’ τους ώμους ως τους αστραγάλους. Ξυπόλητη πάντα, με νύχια βαμμένα μαύρα. Γάντια μωβ ως τους αγκώνες. Και μια τιάρα. Είχε φορέσει μια στέκα μωβ που ταίριαζε με τα γάντια της. Πήγε κι έκατσε στην κόκκινη πολυθρόνα. Το έπαθλο είχε στηθεί.

«Τι θα παίξουμε τώρα;» είπε ο Άνεμος. «Πάλι αυτοσχεδιασμός;»

Σύνδεσα την Καλαμαζού με την πεταλιέρα, με το Distortion στο τέρμα, κι έναν Peavey που μπορούσε να κουφάνει φίδι.

«Ας αφήσουμε τον Γιώργο να ξεκινήσει», είπα κοιτώντας τα χέρια μου.
«Ο Ζωρζ δεν μπορεί…»
«Είμαι σίγουρος ότι μπορεί», τον έκοψα κοιτώντας τον σπυριάρη. «Αν την αγαπάει στ’ αλήθεια, τη μουσική, μπορεί.»

Έπεσε στην παγίδα κι η Έλσα. Την είδα να σφίγγει τα μπράτσα της πολυθρόνας, σαν να ήθελε να του πει: «Νίκησε τον, ιππότη μου.»

Ο Ζωρζ έβαλε τα πόδια στα πετάλια του Πετρόφ. Την αγαπούσε. Για χάρη της αγάπης θα πήγαινε λίγο παρακάτω, θα ξεπερνούσε τον εαυτό του.

Ξεκίνησε να παίζει πριν τον Άνεμο. Κι αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο τ’ ακόρντα παράξενα, αλλά κι ο ρυθμός.

Εμείς, οι δυτικοί του καλά συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου, έχουμε συνηθίσει σε πιο απλούς ρυθμούς. Μια μεγάλη αλλαγή που έφεραν οι Αφρικανοί σκλάβοι στην Αμερική και στη μουσική είναι ότι μετάγγισαν τους πολύπλοκους ρυθμούς της πατρίδας τους. Η σάμπα, η σάλσα, ακόμα και το τάνγκο, έχουν τις ρίζες τους στα αφρικανικά τύμπανα.

Εκείνο που έπαιζε ο Ζωρζ έμοιαζε να μην έχει ρυθμό. Κι όμως υπήρχε μοτίβο. Ο Άνεμος πέντε φορές προσπάθησε να μπει. Δεν τα κατάφερνε. Είχε εμπειρία τριάντα χρόνων, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει το μοτίβο του Ζωρζ. Άφησε τις μπαγκέτες στο πλάι.

Η αλήθεια είναι πως ούτε κι εγώ καταλάβαινα τι έπαιζε. Αλλά ήξερε η Καλαμαζού.

Χωρίς παραμόρφωση ακόμα, αλλά παίζοντας δυνατά απ’ το ηχείο σόλαρα πάνω στον εξωγήινο ρυθμό του. Ο Άνεμος κρατούσε το κεφάλι του. Ήξερα τι σκεφτόταν: «Εδώ μέσα γράφεται ιστορία.»

Ο ρυθμός του Ζωρζ με το σόλο της Καλαμαζού θα μπορούσε να είναι μια αποκάλυψη στη μουσική. Αλλά αυτό θα σήμαινε ισοπαλία, συνθηκολόγηση. Εγώ ήθελα να νικήσω.

Σηκώθηκα όρθιος με την Καλαμαζού κρεμασμένη από τη ζώνη της μέχρι τους γοφούς, σαν να ήταν η μπλακ τζάκσον του Ράντι Ρόουντς. Πάτησα την παραμόρφωση, ενώ ανέβαζα την ένταση.

Ξεκίνησα να παίζω μέταλ. Ο Άνεμος δεν χειροκροτούσε πια. Είχε μείνει με το στόμα ανοικτό. Η Έλσα με κοιτούσε αλλιώς. Δεν ήμουν απλώς ένας μισητός τύπος. Ήμουν ένας μισητός γοητευτικός τύπος, που έπαιζε την καλύτερη κιθάρα που είχε ακούσει. Θα μπορούσα να της φάω το πρόσωπο εκείνη τη στιγμή, χωρίς να παραπονεθεί.

Ο Ζωρζ ξαφνιάστηκε. Γιατί είχα μείνει στους αφρικανικούς ρυθμούς του παίζοντας φράσεις που θα γέμιζαν στάδια με headbangers. Afro-Metal, δεν είχε ξαναγίνει.

Έκανε μια ακροβασία. Άλλαξε ρυθμό και τονικότητα χωρίς καμιά προειδοποίηση, για να με μπερδέψει. Αλλά η Καλαμαζού ήταν εκεί που ήθελε να πάει ο μικρός πριν από εκείνον.

Ο Άνεμος είχε αφήσει τα ντραμς κι είχε πάει στην κονσόλα να βεβαιωθεί ότι γράφει. Η Όλγα άκουσε την παραμόρφωση εκείνη τη στιγμή που άνοιξε την πόρτα. Είχε έρθει και στεκόταν δίπλα στο βασιλιά της, συντετριμμένη για την ήττα του Ζωρζ. Ο μικρός της Χριστός σταυρωνόταν. Σε ποιον θα πίστευε μετά;

Και η Έλσα με κοιτούσε με θαυμασμό και τρόμο. Γιατί είναι αλλιώς να λες ότι πιστεύεις στο Σατανά και να φοράς πεντάλφες, κι αλλιώς να τον βλέπεις μπροστά σου.

~~~~~~~~

Ο Ζωρζ έκανε μια τελευταία προσπάθεια. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να κοπανάει το πιάνο με χέρια και με πόδια. Αυτό περίμενα.

Μόνο τότε έπαιξα το σόλο που θα ζήλευαν οι μεγάλοι. Ο Βαν Άλεν κι ο Ράντι Ρόουντς δεν μπορούσαν να παίξουν τόσο γρήγορα. Ο Τζίμι Πέιτζ θα παρατούσε τους Ζέπελιν. Οι Μετάλλικα θα κρεμούσαν τις κιθάρες.

Δεν ήταν μουσική, ήταν πυρηνική καταστροφή.

Ο Ζωρζ πάλεψε λίγο ακόμα, σαν κατσαρίδα. Μετά έκατσε κάτω, με τα χέρια ανάμεσα στα πόδια, και το κεφάλι χαμηλωμένο.

Τέλειωσα post-apocalyptic με τις ψηλότερες συχνότητες που μπορεί ν’ ακούσει το ανθρώπινο αυτί. This is how the world ends.

Η Έλσα βγήκε έξω τρέχοντας. Την άφησα. Δεν μπορούσε να ξεφύγει πια.

~~~~~~~{7}~~~~~~~

Βγήκαμε με τον Άνεμο να καπνίσουμε. Μετά την πρώτη έξαρση της νίκης είχα ηρεμήσει. Προσπαθούσα να το παίξω ταπεινός, ότι δεν είχε γίνει και τίποτα σπουδαίο. Είναι ωραίο να είσαι νικητής. Η ταπεινοφροσύνη είναι για τους μέτριους.

«Σπουδαίος ο μικρός», είπα στον Άνεμο.
«Τον έκανες σκόνη.»
«Έλα τώρα. Μουσική παίζουμε, δεν ξιφομαχούμε.»
«Το παράξενο είναι ότι δεν το περίμενα.»
«Ότι θα νικήσω;»
«Ναι, νόμιζα ότι ο Ζωρζ είναι το μεγαλύτερο ταλέντο που έχω συναντήσει.»
«Πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερος.»

Με είχε εκνευρίσει. Πάλι για το σπυριάρη μιλούσαμε. Ο Άνεμος έβαλε δυο ποτήρια Lagavulin. Μαλτ ουίσκι που δεν έχει καμιά σχέση με τα οινοπνεύματα που σερβίρουν στα μπαρ.

«Στην υγειά σου», μου είπε. «Και να ξέρεις: Μπορείς να μείνεις όσο καιρό θες. Και να ηχογραφούμε κάθε βράδυ.»
«Θα το ‘θελα», του είπα, «αλλά υπάρχει θεματάκι. Πρέπει να βρω δουλειά, είμαι άφραγκος. Λέω να πάω Σαντορινη.»

Είδα το μάτι του ν’ αγριεύει.

«Ταλέντα σαν κι εσένα δεν πρέπει να κάνουν τίποτα άλλο. Άκου.»

Και μου έκανε μια προσφορά που δεν μπορούσα να αρνηθώ. Για τις ηχογραφήσεις και για να παίζουμε στο DeviliveD.

«Είσαι μέσα;» μου είπε.

Πήγα να κάνω το δύσκολο. Μου έκανε νόημα να περιμένω. Πήγε στην αίθουσα της κονσόλας. Πλησίασα κρυφά. Τον είδα να τραβάει μια telecaster. Πίσω της, εντοιχισμένο, ένα μικρό χρηματοκιβώτιο.

Έφυγα για να μη με δει. Ο Άνεμος γύρισε κρατώντας το μισθό ενός μήνα, αν δούλευα σε μπαράκι της Σαντορίνης.

«Αυτό είναι προκαταβολή. Η πρώτη βδομάδα.»

Ήταν πολύ καλά λεφτά, αλλά το πιο σημαντικό ήταν η αίσθηση της ανάγκης. Με χρειαζόταν κι εκείνος. Αν του ζητούσα την κόρη του, μπορεί και τη γυναίκα του, θα μου τις έδινε, για να συνεχίσουμε να παίζουμε.

Κι όπως ήμουν έτοιμος να ζητήσω γη και ύδωρ άκουσα το Θεό να μου μιλάει.

~~

Πώς γίνεται κάποιες φορές, τόσο σπάνια, να έχεις έκλαμψη ευτυχίας; Έτσι ήταν. Σταμάτησα να σκέφτομαι τι θα ερχόταν και τι είχε περάσει. Ζούσα σε μια εκστατική στιγμή ηρεμίας. Δεν ήταν όπως όταν έπαιζα την Καλαμαζού, δεν ήταν η Ροή της μουσικής. Αυτό ήταν κάτι μεγαλύτερο.

«Τι ‘ν’ αυτό;» είπα κι έδειξα το χώρο γύρω μας.
«Δεν έκλεισα την ηχογράφηση», είπε ο Άνεμος. «Όταν μένει μόνος κάνει τα καλύτερα.»
«Εννοείς…»

Με τράβηξε στην αίθουσα της κονσόλας και μου έδειξε.

Ήταν ένα όραμα. Ο Ζωρζ έπαιζε πιάνο κοιτώντας την έλλειψη στην κόκκινη πολυθρόνα. Η μουσική του ακουγόταν σε μας απ’ τα ηχεία. Και ήταν ό,τι πιο όμορφο είχα ακούσει. Δεν ήταν τζαζ, δεν ήταν επαναστατικό, ήταν παλιό, πολύ παλιό. Και αργό.

«Η Όλγα λέει ότι ο μικρός είναι η μετεμψύχωση του Σοπέν.»

Γέλασα, μου φάνηκε χαζό. Μετά το ένιωσα. Πράγματι έτσι ακουγόταν. Η δασκάλα της μουσικής στο λύκειο ήταν τρελή με τον Σοπέν. Μας έβαζε ν’ ακούμε στην αρχή και στο τέλος του μαθήματος και μας εξηγούσε. Εμείς χασμουριόμασταν και ζητούσαμε Snap!

«Δικιά του σύνθεση είναι;»
«Ναι, μάλλον. Δεν τις γράφει. Παίζει χωρίς να νοιάζεται αν θα μείνει.»
«Σαν παιδί.»
«Ναι.»

Έμεινα ν’ ακούω γι’ αρκετή ώρα. Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Η μουσική του ήταν υπέροχη, όπως και το παίξιμο του. Η ψυχή του ήταν αθώα, σαν μικρού παιδιού. Ο Ζωρζ ήταν ρομαντικός, όπως κι ο Πολωνός.

«Πώς τον λένε στο επίθετο;» ρώτησα τον Άνεμο. Είχα θυμηθεί κάτι που μας έλεγε συνέχεια η δασκάλα της μουσικής. Για τον μεγάλο έρωτα του Σοπέν.

“Σαββίδης νομίζω.”
«Ξέρεις ποια είχε ερωτευτεί ο Σοπέν;» του είπα. Δεν ήξερε. «Γεωργία Σανδή την ξέρουμε εμείς. Στα γαλλικά ξέρεις πώς την έλεγαν; Ζωρζ Σαντ.»
«Ζωρζ Σαντ, ωραίο ψευδώνυμο», είπε ο Άνεμος.
«Και ξέρεις τι σημαίνει Σαντ; Άγιος. Οπότε, Ζωρζ Σαντ…»
«Άγιος Γεώργιος;»
«Αυτός που σκοτώνει το δράκο.»

Κι ο Ζωρζ Σαντ συνέχιζε να παίζει τη λυπητερή μουσική του, τα δικά του Νυχτερινά. Ήπια το Lagavulin, πάτησα το κουμπί του μικρόφωνου για να μπορεί να μ’ ακούσει και ξεκίνησα να χειροκροτάω.

Ο Ζωρζ ξαφνιάστηκε και σταμάτησε. Είχε ξεχάσει ότι ήμασταν εκεί. Ίσως να μην ήξερε ότι ήταν εκείνος εκεί ή κάπου.

~~~

Πήγα στην αίθουσα ηχογράφησης και του έκανα υπόκλιση. Δεν το περίμενε.

«Είσαι ο καλύτερος μουσικός που έχω ακούσει», του είπε ο δακρυσμένος κροκόδειλος.

Ο Ζωρζ δεν μίλησε. Πήγα κοντά του, συγκινημένος δράκος. Τον χτύπησα στον ώμο. Φιλικός δράκος.

«Από πού έρχεται αυτή η μουσική;» του είπα.
«Κάπου εδώ» είπε ο Ζωρζ κι έδειξε το κούτελο του. «Τα βλέπω εκεί, γραμμένα με παρτιτούρες.»
«Ποιος τα γράφει;»
«Δεν ξέρω.»

Υπήρχαν πολλές τέτοιες περιπτώσεις θείας έμπνευσης. Ο Ραμανούτζαν, ο Ινδός μαθηματικός, έλεγε πως τις λύσεις του τις έδινε η θεά Κάλι.

«Και πώς νιώθεις όταν τα παίζεις;»
«Σαν να μην είμαι εγώ. Είμαι μόνο το μέσο.»

Ό,τι έκανε η Καλαμαζού μπορούσε να το κάνει κι ο Ζωρζ. Ο μικρός είχε αυτό το χάρισμα, έτσι μπορούσε να παίζει όλα τα όργανα. Εγώ δεν είχα χάρισμα, γι’ αυτό έπαιζα μόνο με την Καλαμαζού.

Τον μισούσα. Τον μισούσα βαθιά.

Συνέχισα να του μιλάω και να τον παινεύω, να τον ρωτάω. Του ζήτησα συγνώμη για πριν, γι’ αυτά που του είπα. Έκανε ότι δεν θυμόταν, αλλά δεν ήταν τόσο καλός στην υποκριτική.

Μετά του πρότεινα να πάμε έξω, να τον κεράσω ένα σουβλάκι, μια πίτσα. Να μου πει για τη μουσική. Πώς γίνεται, πώς την ονειρεύεται.

Δέχτηκε. Ήταν τόσο αθώος που με εκνεύριζε. Ο Άνεμος είπε να περάσουμε κι απ’ το DeviliveD. Του το υποσχέθηκα.

Καθώς φεύγαμε απ’ το Κάστρο είδα την πριγκίπισσα να μας κοιτάει απ’ το παράθυρο.

«Μην ανησυχείς», της έστειλα τις σκέψεις μου. «Μην ανησυχείς, μαύρη Έλσα. Απόψε θα γίνει η θυσία σου. Κι η δική του.»

~~~~~~~~{8}~~~~~~~~

Περπατούσαμε με τον Ζωρζ στο λιμάνι. Τον είχα πείσει να μιλήσει για τη σύνδεση μαθηματικών και μουσικής, αρμονίας και εξισώσεων. Έλεγε πολλά, δεν καταλάβαινα τίποτα. Αλλά τον άφηνα να μιλάει και κάθε τόσο, σαν δημοσιογράφος ή σαν ψυχολόγος έκανα ένα νεύμα ή επαναλάμβανα την τελευταία λέξη με ερωτηματικό: «Πολυώνυμο;» Έτσι έμοιαζε σαν να τον άκουγα.

Κι όσο εκείνος συνέχιζε, εγώ σκεφτόμουν. Απ’ τη στιγμή που έπινα το Lagavulin και τον άκουσα να παίζει τη θεϊκή μουσική ήξερα τι έπρεπε να κάνω: Να τον διαφθείρω.

Οι άγγελοι είναι εύκολα θύματα, σαν περιστέρια. Φτερωτοί αρουραίοι. Τους ρίχνεις λίγο ψωμί με αρσενικό και πάνε. Αν είχε κοντέψει να πεθάνει απ’ τον εθισμό στη ζάχαρη τότε έπρεπε να του ρίξω κάτι πιο θανατηφόρο.

Ο καφές δεν ήταν καλός. Ο μόνος άνθρωπος που πέθανε από υπερβολική δόση καφέ ήταν ο Μπαλζάκ. Η φούντα σίγουρα δεν έκανε. Όχι μόνο δεν μπορούσες να πεθάνεις, αλλά κι ο εθισμός της είναι ήπιος.

Χρειαζόμουν κάτι πιο τοξικό. Αλκοόλ; Αυτό θα τον ξετίναζε, αλλά θα αργούσε. Ηρωίνη. Όπως έλεγε κι ο Παύλος: «Πρέζες υπάρχουν πολλές, αλλά η ηρωίνη σκοτώνει.» Σίγουρα ήταν το καλύτερο.

«Η καλύτερη ουσία. Αλλά μπορεί να μην είναι ουσία», άκουσα μια φωνή.

~~

Δεν ήταν γέρος ούτε και ιδιαίτερα νέος. Μάλλον απροσδιόριστης ηλικίας και αδύνατος. Σίγουρα δεν του άρεσε το φαγητό. Πιο ψηλός από μένα, ένα ενενήντα άνετα.

Φορούσε τουριστικό τι-σερτ: Δεν πιστεύω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λέφτερος.

«Μη σκέφτεσαι επίπεδα», μου είπε και με κράτησε.
«Ορίστε;»

Ο Ζωρζ στάθηκε.

«Έχουμε έναν κοινό φίλο», είπε ο άντρας. «Τον Χουάν.»
«Ζωρζ, πας λίγο παρακάτω;»

Ο μικρός προχώρησε απορημένος.

Ο άντρας ήταν φίλος του Χουάν. Αλλά το πρόσωπο του ήταν πιο πολυκαιρισμένο. Ο χρόνος ήταν απλωμένος από κάτω, το ψωμί. Κι από πάνω είχε απλωθεί πολύ βούτυρο για να καλύψει τις ρωγμές.

«Μπες στη θέση του. Σκέψου τι είναι αυτό που αγαπάει περισσότερο.» Μου έδειξε με το κεφάλι τον Ζωρζ.
«Τη μουσική.»
«Για τη μουσική δεν χρειάζεται να δώσει τίποτα, δεν χρειάζεται να θυσιάσει τίποτα. Την έχει. Είναι… δώρο», είπε κι έδειξε αηδιασμένος τον ουρανό.
«Για ποιο πράγμα τότε;»
«Δεν είναι πράγμα. Είναι ιδέα. Πάντα είναι ιδέα.»
«Η Έλσα;»
«Ο έρωτας. Έτσι θα τον αφανίσεις.»

Αυτό είπε κι έφυγε. Έμεινα να παρατηρώ τις πατημασιές που δεν άφηνε. Τότε με πλησίασε ο Ζωρζ.

«Πάμε τώρα;» μου είπε σαν ν’ ανησυχούσε για μένα.

Προχωρήσαμε λιγάκι.

«Μιλάς έτσι μόνος σου πολύ; Κι εγώ το κάνω», είπε ο Ζωρζ.

Μόνος μου; Στράφηκα. Σ’ ένα κατάρτι απ’ τα ιστιοφόρα στο λιμάνι ήταν κρεμασμένος ο άντρας, ανάποδα, πιασμένος απ’ το αριστερό πόδι. Χαμογελούσε και μου έκλεισε το μάτι. Άνθρωποι περνούσαν απ’ την παραλία, αλλά κανείς άλλος δεν έβλεπε τον Κρεμασμένο.
Ταρώ ήταν ο Κόσμος.
Τουβαλού ήταν κι η Νάξος.

~~~

Κάτσαμε σ’ ένα γωνιακό γυράδικο. Πήραμε φαΐ και ζήτησα νερό για τον Ζωρζ, μπύρα για μένα. Μόλις έβαλε την πρώτη μπουκιά στο στόμα δεν έκανε τίποτα άλλο. Δεν σήκωσε τα μάτια του. Απολάμβανε. Τον άφησα να φάει. Είδα ότι κοιτούσε και το δικό μου. Του το έδωσα. Το καταβρόχθισε. Θα μπορούσα να τον πεθάνω απ’ το φαΐ.

Έβαλε νερό στο ποτήρι του. Το ήπιε με κλειστά μάτια, κάνοντας ήχους απόλαυσης.

Ήταν σαν να είχε ζήσει το θάνατο, σαν να είχε περάσει καιρό στην ανυπαρξία, χωρίς απολαύσεις, χωρίς ηδονές, κι όταν γύρισε απολάμβανε τα πάντα απ’ την αρχή, στη μέγιστη ένταση.

Του έβαλα μπύρα και τον ρώτησα τι θα έκανε για να έχει την Έλσα. Δεν μίλησε. Ήπιε λίγη μπύρα. Άδειασε το ποτήρι του. Ζήτησα κι άλλη απ’ το σερβιτόρο, ενώ του έβαλα όση μου είχε μείνει. Την άδειασε μονορούφι.

«Τι θα έκανες;» του είπα πάλι.
«Τα πάντα. Για την Έλσα; Τα πάντα.»
«Τα πάντα είναι μεγάλη κουβέντα. Θα σταματούσες τη μουσική;»

Πάγωσε. Η μουσική ήταν μέρος της ψυχής του. Πώς θα ζούσε με λειψή ψυχή; Ίσως αν γέμιζε το κενό με κάτι άλλο.

«Ναι, για την Έλσα, ναι», είπε με σιγουριά.

Και τότε ήξερα. Αυτή ήταν η απόλυτη διαφθορά, η θανάσιμη αμαρτία. Ούτε ζάχαρη, ούτε τυρί, ούτε τζόγος, ούτε πρέζα. Του είχε δοθεί ένα θείο δώρο κι αυτός θα το παρατούσε για τον έρωτα. Όπως είχε κάνει κι ο Αδάμ για την Εύα.

Το προπατορικό αμάρτημα. Κι εγώ ήμουν το Φίδι.

«Απόψε είναι η μοναδική σου ευκαιρία», του είπα βάζοντας κι άλλη μπύρα στο ποτήρι του. «Ή θα πάρεις την Έλσα ή θα την αφήσεις σε μένα.»

Σηκώθηκε αμέσως. Λίγο τρέκλισε. Μισή μπύρα, αν δεν έχεις ξαναπιεί, είναι πολύ. Οπότε και μισή αμαρτία θα τον διέλυε, αν δεν είχε αμαρτήσει ξανά.

Φύγαμε για το Κάστρο. Είχαμε λίγες ώρες μέχρι να γυρίσει το βασιλικό ζεύγος για να σώσει την πριγκίπισσα.

Καθώς προχωρούσαμε σκεφτόμουν: Ποιος είναι το έπαθλο τελικά;

Για ποιο πράγμα παλεύουμε στη ζωή μας, τι είμαστε πρόθυμοι να θυσιάσουμε; Η Ρίτα, η Ζόε, η Μόλλυ, η Μισέλ με είχαν σπρώξει να πάω παρακάτω. Ήταν το κίνητρο και το άλλοθι. Αλλά δεν το έκανα γι’ αυτές.

Τον Μπικ τον είχα δώσει στην αστυνομία. Για τον σπυριάρη άγγελο, εκείνον τον Αγαπητό του Θεού, ετοίμαζα χειρότερα. Θα θυσίαζα την ψυχή του, σαν να ήταν αμνός. Θα τον έριχνα με τα μούτρα στην Κόλαση.

Δεν ήταν εκδίκηση, ήταν δικαιοσύνη. Γιατί εκείνος να έχει γεννηθεί με όλα τα ταλέντα; Γιατί κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται και τα έχουν όλα; Γιατί εγώ να γεννηθώ ανύπαρκτος κι απόκληρος;

Ο Θεός λατρεύει την Τάξη. Ο Θεός λατρεύει την τάξη που δημιούργησε. Μαζί του και οι βασιλιάδες, οι γαιοκτήμονες κι οι ευγενείς, οι πλούσιοι, οι προνομιούχοι, οι βολεμένοι. Ο Θεός αγαπάει τους εκλεκτούς του.

Ο Διάβολος λατρεύει το Χάος. Μαζί του είναι οι κολασμένοι αυτής της γης, όλοι εκείνοι που γεννήθηκαν μικροί. Μαζί του είναι κάθε άνθρωπος που θέλει ν’ ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη, κάθε άνθρωπος που δεν πήρε τίποτα, ποτέ. Γι’ αυτό είναι έτοιμος, είναι αρκετά δυνατός για να φτιάξει τον κόσμο απ’ την αρχή. Με λαιμητόμους κι εκτελέσεις. Ο Διάβολος αγαπάει τους αδύναμους.

Δεν είχα πλέον κανέναν ηθικό ενδοιασμό, καμία αναστολή. Θα έβαζα τον άγγελο Ζωρζ να διαφθείρει την ψυχή του, κάνοντας στην μαύρη Έλσα πράγματα που ούτε κι εκείνη δεν θα ήθελε.

«Μη σκέφτεσαι επίπεδα», μου είχε πει ο Κρεμασμένος. Η Κόλαση έχει πολλούς ορόφους κι εγώ ήμουν ακόμα στον πρώτο.

Θα τους έπαιρνα όλους μαζί μου.

Κι όπως φτάναμε στο Κάστρο την είδα να περιμένει, σαν να γνώριζε τι θα συμβεί.

Την άκουσα να απαγγέλλει:
«Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!»

Η συνέχεια https://sanejoker.info/2021/02/tuvalu6.html

Τουβαλού (6. Highway to hell)