Τουβαλού (6. Highway to hell)

0
630

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι William_Blake_003-copy-1024x585.jpg(Σ.τ. Σ. Προειδοποίηση:

1) Αυτή η ιστορία είναι προϊόν μυθοπλασίας. Αν κάποιος δεν μπορεί να διακρίνει τη μυθοπλασία απ’ την πραγματικότητα καλύτερα να διαβάσει κάτι άλλο –ένα επιστημονικό βιβλίο, όχι εφημερίδα γιατί αυτή έχει περισσότερη μυθοπλασία.

2) Αυτή η ιστορία περιέχει σκηνές βίας. Αν κάποιος αντέχει να διαβάζει μόνο ιστορίες όπου όλοι φέρονται σαν την Πολυάννα, καλύτερα να διαβάσει κάτι άλλο –την Πολυάννα.

3) Αυτή η ιστορία έχει σκηνές και φράσεις μαύρης μαγείας. Αν κάποιος είναι θρησκόληπτος και φοβάται το Σατανά καλύτερα να διαβάσει κάτι άλλο –την Αγία Γραφή.

4) Οι πράξεις του πρωταγωνιστή της ιστορίας είναι: Αποτρόπαιες, όσον αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις, κακουργηματικές, όσον αφορά τους ανθρώπινους νόμους, κολάσιμες, όσον αφορά τους θεϊκούς νόμους.
Μην επιχειρήσετε να κάνετε κάτι παρόμοιο στο σπίτι σας.

Ο συγγραφέας δεν φέρει καμία ευθύνη για τις πράξεις των αναγνωστών του –κάποιες φορές ούτε καν για τις πράξεις των ηρώων του.)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το πρώτο μέρος εδώ https://sanejoker.info/2020/12/tuvalu.html

Το προηγούμενο μέρος εδώ https://sanejoker.info/2021/01/tuvalu5b.html

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

6. Highway to hell

In girum imus nocte et consumimur igni
Καρκινικός Σατανικός Στίχος

“Η κόλαση είναι άδεια κι όλοι οι διάβολοι είναι εδώ.”
Σαίξπηρ, Τρικυμία

~~~~~

Είχα σταθεί ακριβώς μπροστά της.

«Λοιπόν, τι θα γίνει τώρα;» είπε η Έλσα με τη γνωστή αυθάδεια της. «Θα με βιάσεις;»
«Δεν είμαι κακούργος, λυτρωτής είμαι.»

Είδα ότι παραξενεύτηκε, δεν είχε πιστέψει ακόμα, όχι ολόψυχα. Δεν γινόταν να λυτρωθεί αν δεν πίστευε σε μένα.

«Δεν ήρθα για να σε βλάψω, ήρθα να σ’ ελευθερώσω.»
«Από τι;»
«Απ’ όλα. Σου αρέσει να ζεις εδώ, σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτό το νησί; Για πόσο; Εσύ είσαι φτιαγμένη για μεγάλα, να φύγεις.»

Άστραψε το μάτι της. Κάθε έφηβος αυτό ονειρεύεται και περιμένει, να φύγει μακριά απ’ το πατρικό, μακριά απ’ την πόλη και τη γειτονιά, να πετάξει απ’ τη φωλιά. Το ήξερα γιατί κι εγώ έτσι ένιωθα όταν βρισκόμουν στο σπίτι μου.

«Και η μίζερη ηθική των γέρων;» συνέχισα, ενώ η πλάστιγγα έγερνε ήδη προς το μέρος μου. «Πουριτανισμός. Συμβιβασμένα ανθρωπάκια. Τι ζουν; Τίποτα. Και θέλουν κι εσύ να είσαι έτσι. Χριστιανική ηθική. Η παρθενιά σου. Καλό κορίτσι και φρόνιμο. Πώς τ’ αντέχεις όλ’ αυτά;»
«Δεν τ’ αντέχω.»
«Τι είσαι, καμιά κωλόγρια;»
«Δεν τ’ αντέχω σου είπα. Δεν είμαι!» φώναξε η Έλσα.

Ήταν έτοιμη. Θα μπορούσα να της πω να μαζέψει τα πράγματα της και να το σκάσουμε. Όμως δεν ήταν αυτό που ήθελα, δεν μου έφτανε. Έπρεπε να την απελευθερώσω απ’ τα δεσμά της ηθικής. Ήμουν ο Ελευθερωτής.

«Πρέπει να γίνεις δυνατή», της είπα.
«Είμαι.»
«Όχι, δεν είσαι. Τα λόγια δεν είναι δύναμη. Οι πράξεις είναι δύναμη. Πρέπει ν’ αποδείξεις ότι είσαι ελεύθερη.»
«Θα κάνω ό,τι θες.»

Επιτέλους το είχε δεχτεί. Έσκυψα και της ψιθύρισα στ’ αυτί.

~~~~~~

Ο Ζωρζ είχε κάτσει στο πιάνο κι έπαιζε κάτι απ’ τις θεϊκές συνθέσεις του. Ήταν ένα Νυχτερινό θλιμμένο και γλυκό, σαν το πέταγμα της νυχτοπεταλούδας γύρω απ’ τη φωτιά.

Μπήκαμε στο δωμάτιο με την Έλσα. Το σφάγιο προχωρούσε μπροστά μου, τελετουργικά, βήμα βήμα, κοιτώντας ευθεία. Ο άγγελος πήγε να σηκωθεί.

«Μη σταματάς!» του φώναξα.

Πήγαμε κοντά του. Η Έλσα στράφηκε να τον έχει κατά πρόσωπο. Ήταν καλή στο ρόλο της, είχε μπει, το ζούσε, το ήθελε με την ψυχή της να θυσιαστεί.

«Ζωρζ Σαντ», είπα με όσο πιο βαριά κι επίσημη φωνή μπορούσα. «Ορκίζεσαι να σταματήσεις τη μουσική για να πάρεις την Έλσα;»

Εκείνη δεν τον ήξερε τον όρο, πήγε ν’ αντιδράσει. Την κράτησα και της είπα στ’ αυτί: «Ελευθερία. Απόλυτη ελευθερία.»

Λίγοι άνθρωποι ξέρουν το νόημα της κάρτας Ταρώ «Διάβολος». Όταν πέφτει ανάποδα δείχνει την ελευθερία. Δεν έλεγα ψέματα. Η Έλσα ησύχασε. Ο Ζωρζ απ’ την άλλη δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει.

«Μη σταματάς να παίζεις», του είπα. «Είναι η τελευταία φορά που θα το κάνεις. Ορκίζεσαι;»

Δεν ήθελε. Η μουσική ήταν κομμάτι της ψυχής του. Πώς να την πετάξει; Έπαιξε λίγο πιο γρήγορα, πιο έντονα, αλλά δεν είπε λέξη. Σκούντηξα την Έλσα. Εκείνη με αργές κινήσεις ξεκούμπωσε τα πάνω κουμπιά κι άφησε το φόρεμα να κυλήσει πάνω απ’ το σώμα της στη μοκέτα. Ακούστηκε ήχος από βελούδο. Κι ήταν γυμνή από μέσα, όπως της είχα πει. Ο σπυριάρης άγγελος έκανε φάλτσο, για πρώτη και τελευταία φορά.

Το σώμα της Έλσας ήταν ονειρικά πλασμένο για θυσία, σαν είχε γεννηθεί γι’ αυτό. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή ούτε έμοιαζε με ανορεκτικό μοντέλο. Μικρά στήθη και μεγάλη λεκάνη, κοιλιά που φούσκωνε λιγάκι. Δέρμα αψεγάδιαστο, στο χρώμα της κανέλας. Έτσι μύριζε, σαν γλυκό φουρνιστό.

Όμως αυτό που είχε παγιδεύσει το βλέμμα του Ζωρζ ήταν το εφηβαίο της. Η Έλσα δεν το είχε ξυρισμένο ή κουρεμένο, όπως και τις μασχάλες της. Ένας πυκνός θάμνος φύτρωνε εκεί και την έκανε να μοιάζει σαν να είχε έρθει από άλλες εποχές.

«Ορκίζεσαι;» ρώτησα τον Ζωρζ.
«Ορκίζομαι.»

Δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί σ’ αυτό που έβλεπε.

«Τότε θα την έχεις», του είπα. «Αλλά περίμενε!»

Τον έκοψα πριν σηκωθεί και του έκανα νόημα να συνεχίσει τη μουσική.

«Εγώ είμαι ο Ελευθερωτής, εγώ ο προξενητής. Εγώ ένωσα τη μοίρα σας. Εγώ είμαι… Ο Κυρίαρχος. Θα πάρεις την Έλσα αφού ασκήσω πάνω της το προνόμιο της Πρώτης Νύχτας. Η παρθενία της ανήκει στον Άρχοντα.»

Ήθελε να διαμαρτυρηθεί, αλλά πώς να το κάνει με την Έλσα γυμνή μπροστά του; Ό,τι και να του ζητούσα θα το δεχόταν, είχε παραδοθεί κι αυτός.

«Όση ώρα θα γίνεται η τελετή», του είπα, «εσύ θα παίζεις. Έτσι και σταματήσεις ακυρώνονται όλα. Όταν τελειώσουμε θα σταματήσεις να παίζεις μια για πάντα.»

Έσκυψε το κεφάλι στα πλήκτρα, ενώ έπαιζε κάποιες ατονικές.

«Και πρέπει να μας κοιτάς! Συνέχεια. Πρέπει να κοιτάς!»

Το απολάμβανα όσο δεν είχα απολαύσει τίποτα άλλο στη ζωή μου. Δεν μ’ ενδιέφερε το σεξ, δεν είχε σημασία. Κάτι άλλο με είχε εξιτάρει, η Ανόσια Τριάδα: Κυριαρχία, Έλεγχος, Εξουσία. Κι αυτό με είχε ερεθίσει πιο πολύ από ποτέ.

Έβαλα την Έλσα να ξαπλώσει στη μοκέτα, με το κεφάλι προς τον Ζωρζ. Το πιάνο βρισκόταν σ’ ένα βάθρο, έτσι καθόταν πιο ψηλά. Η Έλσα έκανε προς τα πάνω και τον κοίταξε στα μάτια. Μετά άνοιξε τα χέρια της στο σήμα του σταυρού. Αυτό δεν της το είχα πει εγώ, ήταν αυτοσχεδιασμός και μου άρεσε. Ήξερε πολλά από σατανιστικές τελετές και μάλλον ονειρευόταν πολύ καιρό να πάρει μέρος σε μία.

Της άνοιξα τα πόδια και πριν μπω μέσα της ρώτησα τον Ζωρζ:
«Ορκίζεσαι;»
«Ορκίζομαι», είπε εκείνος και ξεκίνησε να παίζει πιο κοφτά, σαν την ανάσα του.

Τη διείσδυση μου την ενορχήστρωσε μ’ ένα δυνατό χτύπημα στα πλήκτρα, καθόλου ρομαντικό. Και συνέχιζε να παίζει με τον ίδιο τρόπο, σαν να είχε βρεθεί στην Ιεροτελεστία της Άνοιξης. Έπαιζε με δύο χέρια αυτό που άλλοι δεν μπορούσαν να αποδώσουν με τέσσερα χέρια στο πιάνο. Sacrificial Dance of the Chosen Maiden.

Ο Ζωρζ ήταν πραγματικά μουσική μεγαλοφυΐα. Μετά τα ρομαντικά του Σοπέν βρέθηκε να παίζει σαν τον Στραβίνσκι. Ο μεγάλος συνθέτης είχε βάλει υπότιτλο στην ιεροτελεστία: Εικόνες της παγανιστικής Ρωσίας. Κι ο σπυριάρης άγγελος μας κοιτούσε κι έφτιαχνε μια νέα, βελτιωμένη, εκδοχή της Ιεροτελεστίας. Γαμούσα την Έλσα γελώντας. Εκείνη βογκούσε, περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν, είχε γίνει άξια συνεργός.

Ο Ζωρζ μας παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια, χωρίς να σταματάει να παίζει σαν τον Στραβίνσκι. Κοφτές συγχορδίες, λαϊκές στη βάση τους, αλλά μπερδεμένες με ηχοχρώματα που ποτέ κανείς λαϊκός δεν θα τολμούσε να βάλει σε μια μελωδία, κι ήταν σε άψογο συγχρονισμό με τις κοφτές ανάσες της Έλσας.

Κι όταν ένιωσα ότι είναι έτοιμος να χαθεί στην Κόλαση κι εκείνος, χωρίς να μπορεί πια ν’ αντισταθεί, τον φώναξα να έρθει. Έπιασα την Έλσα απ’ τους ώμους και τη σήκωσα. Ξάπλωσα ανάσκελα, ενώ ήμουν ακόμα μέσα της. Την έβαλα να με καβαλήσει, μετά την τράβηξα να σκύψει πάνω μου και να δείξει τον κώλο της στον άγγελο. Του είπα να της τον χώσει από πίσω, την ίδια στιγμή μ’ εμένα εκεί. Είδα τα μάτια της πριγκίπισσας να ξαφνιάζονται, δεν της το είχα πει αυτό, δεν το περίμενε. Της ψιθύρισα μια λέξη: «Ελευθερία».
Υπάκουσε. Υποτάχτηκε.
Την ίδια στιγμή ο άγγελος ήταν σαν καυλωμένος τράγος. Άφησε το πιάνο, έβγαλε το παντελόνι του πέφτοντας από δω κι από κει, κι όρμησε στον κώλο της Έλσας. Όταν μπήκε μέσα της κι αυτός η Έλσα βόγκηξε πραγματικά, πόνεσε όσο δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα πόναγε την πρώτη φορά. Αλλά άντεξε τη θυσία, ήταν δυνατή κι αγαπούσε το Σατανά.

Και καθώς συνεχιζόταν η ιεροτελεστία μου ήρθαν άγνωστα λόγια στο στόμα, λόγια του ανίερου γάμου, λόγια μιας ανίερης ζωής, λόγια που δεν ήξερα ότι ήξερα, ούτε ήξερα τι σήμαιναν, ούτε ποτέ τα είχα ακούσει. Αλλά τα είπα τέλεια και μόλις τα είπα ήξερα και τι σημαίνουν:
In girum imus nocte et consumimur igni.

Ο καρκινικός λατινικός στίχος, ο Στίχος του Διαβόλου, ο Στίχος της Νυχτοπεταλούδας.
Σε γύρους πετάμε μέσα στη νύχτα,
στη φωτιά πέφτουμε και χανόμαστε.

In girum imus nocte et consumimur igni – ingi rumimisnoc te etcon sumi murig ni

Η παρθένα είχε δακρύσει, ο άγγελος έκλαιγε, κι ο Σατανάς γελούσε.

~~~~~~~~~{9}~~~~~~~~~

Έφτιαξα καφέ κι άναψα τσιγάρο, χωρίς να κλείσω την πόρτα. Ο εθισμός στην νικοτίνη θα ήταν το τελευταίο πρόβλημα του Ζωρζ από κει και πέρα. Χωρίς μουσική θα έπεφτε με τα μούτρα σε ό,τι έβρισκε, σίγουρα θα κατέληγε στην ηρωίνη κι από κει στο θάνατο.

Ρούφηξα μια ωραία τζούρα απ’ τα Gitanes κι απόλαυσα τον καπνό με νέα διαύγεια.

«Η ζωή είναι υπέροχη», είπα και κοίταξα προς το στούντιο.

Η Έλσα ήταν ακόμα μπρούμυτα. Η μοκέτα κάτω απ’ τα πόδια της είχε κοκκινίσει. Αλλά ο άγγελος ήταν σε χειρότερη κατάσταση. Είχε τυλιχτεί στη στάση του εμβρύου κι έτρεμε. Ίσως και να έκανα λάθος. Μπορεί να κατέληγε απευθείας στο ψυχιατρείο. Αυτό δεν ήταν αρκετά διασκεδαστικό, οι τρελοί είναι άγιοι. Ήθελα να έχει συνείδηση των πράξεων του.

Από κει όπου στεκόμουν έβλεπα και την αίθουσα της κονσόλας. Δε θα έφευγα μ’ άδεια χέρια. Έπρεπε να εξαφανιστώ πριν γυρίσει ο βασιλιάς με τη βασιλίσσα. Είχε ένα τελευταίο πλοίο, νυχτερινό. Ήταν το Άνεμος, που ξεκινούσε από Θεσσαλονίκη. Έπιανε στην Νάξο στις τρεις το πρωί. Τα μπαράκια έκλειναν στις τρεισήμισι. Και μισή ώρα να κάνουν ταμείο, προλάβαινα ν’ αφήσω ένα δωράκι στο βασιλιά.

~~

Τέλειωσα τον καφέ μου πριν πάω να σηκώσω την Έλσα. Αν κρυώσει ο καφές φίλτρου δεν πίνεται. Κι είναι σημαντικό να τελειώνεις ό,τι αρχίζεις, ειδικά όταν είναι απολαυστικό. Γέμισα κι ένα ποτήρι με Lagavulin.

Την έβαλα να κάτσει. Πονούσε. Της έδωσα το ουίσκι. Το κατέβασε μονορούφι. Παραλίγο να ξεράσει, αλλά άντεξε.

«Η ελευθερία δεν χαρίζεται», της είπα. «Πρέπει να την κερδίσεις.»
«Πώς τα πήγα;» έκανε εκείνη άψυχα.

Δεν φαινόταν και πολύ μαύρη πριγκίπισσα εκείνη τη στιγμή, έτοιμη να βάλει τα κλάματα σαν μαθητριούλα. Αλλά τη χρειαζόμουν για να προχωρήσω.

«Είσαι νύφη του Σατανά», της είπα για να την τονώσω.
Χαμογέλασε. Κάτι απ’ την παλιά λάμψη, εκείνο το μαύρο φως φάνηκε στα μάτια της.
«Και τώρα φεύγουμε. Θα πάρεις την ανταμοιβή για τον πόνο. Κανένας κανόνας πια.»

Ρούφηξε περισσότερο αέρα, πεισματάρικα, κι έσκυψε να πιάσει το φόρεμα. Την απέτρεψα. Της είπα να το αφήσει εκεί. Ήταν το κουκούλι όπου το σκουλήκι έγινε νυχτοπεταλούδα. Δεν έπρεπε να πάρει τίποτα μαζί της. Τίποτα απ’ την παλιά ζωή. Δεν ήταν πριγκίπισσα πια, είχε γίνει βασίλισσα του σκότους. Θα φτιάχναμε τα πάντα απ’ την αρχή. Αναγέννηση.

Τη βοήθησα ν’ ανέβει στο δωμάτιο της. Έπρεπε να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και να ντυθεί, όσο πιο απλά γινόταν. Σ’ ένα μικρό σακίδιο ας έπαιρνε είδη πρώτης ανάγκης, όσο το δυνατόν λιγότερα. Και τίποτα άλλο. Θα την περίμενα κάτω.

~~~

Μπήκα στο δωμάτιο μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Δεν είχα βγάλει κέρατα και ουρά, αλλά είχα αλλάξει πάλι. Είχα μεγαλώσει -σε σοφία.

Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν τις μικροαστικές ζωές τους. Βαρετές ζωές, χωρίς προκλήσεις, χωρίς θάρρος. Γεννιούνται και τίποτα δεν αλλάζει μέχρι να πεθάνουν. Μόνο γερνάνε. Κανένα κέρδος.

Εγώ ήμουν είκοσι χρονών κι ένιωθα πιο έμπειρος απ’ τους βρωμόγερους γονείς μου. Τι είχαν ζήσει εκείνοι; Τηλεόραση, συζυγικό σεξ στα μουλωχτά, δουλειά, φόρους κι έμφραγμα.

Εγώ δοκίμαζα τ’ ανθρώπινα όρια. Όχι μόνο τα δικά μου, αλλά και όσων με πλησίαζαν. Ήμουν η φλόγα κι όλα τα έντομα πετούσαν γύρω μου. Μπορούσα να τα κάψω όποτε ήθελα.

Έκανα μια θεατρική κίνηση στον καθρέφτη, σαν να μιλούσα σε ακροατήριο. Κατάλαβα πώς είχε νιώσει ο Χίλτερ. Να ελέγχεις εβδομήντα εκατομμύρια ανθρώπους. Να ορίζεις τη μοίρα τους. Να σου ορκίζονται πίστη, να σου ορκίζονται ότι θα πεθάνουν για σένα.

Θα ήθελα να το ζήσω κι αυτό. Ήμουν μικρός ακόμα, αλλά ίσως να μπορούσα. Μέσα σ’ ένα καλοκαίρι είχα θάψει εκείνον τον ηλίθιο ρομαντικό που έπαιζε Να μ’ αγαπάς στις παραλίες, κλαίγοντας για τις παλιές αγάπες.

Αυτό είχε τελειώσει. Κι ήμουν ακόμα στην αρχή της Μεταμόρφωσης. Η δική μου Ανόσια Τριάδα: Κυριαρχία, έλεγχος, εξουσία. Δεν είχα κέρατα, αλλά είχα δύναμη και πίστη.

Μπήκα να κάνω ένα μπάνιο κι εγώ. Βγήκα, ντύθηκα και πήρα το σακίδιο μου. Δεν έπρεπε ν’ αφήσω τίποτα πίσω. Γιατί σίγουρα θα με έψαχναν.

~~~~

Κατέβηκα κάτω πριν από την Έλσα. Πήγα να δω τι έκανε ο σπυριάρης άγγελος. Ήταν ακόμα εκεί, σαν έμβρυο. Φορούσε μόνο το μπλουζάκι του. Το πέος του κρεμόταν στη μοκέτα. Παρατήρησα ότι ήταν ιδιαίτερα προικισμένος και σ’ αυτό τον τομέα. Θα μπορούσε να γίνει ένας εξαιρετικός διαφθορέας, αν δεν ήταν τόσο ηλιθιωδώς αθώος.

«Γιώργο, θυμάσαι τι ορκίστηκες;» του είπα ενώ στεκόμουν από πάνω κι έβαζα την Καλαμαζού σε μια καινούρια θήκη.
«Δεν με λένε Γιώργο», είπε εκείνος, μασώντας τις λέξεις σαν πρεζόνι σε προχωρημένο στάδιο εξάρτησης. Τον είχα διαλύσει.
«Ζωρζ, ορκίστηκες να μην ξαναπαίξεις μουσική.»
«Με ξεγέλασες.»
«Γιατί; Τη γάμησες την Έλσα. Αυτό δεν ήθελες; Σου έδωσα αυτό που ζήτησες, μην κατηγορείς εμένα για τις επιλογές σου. Ελεύθερη βούληση λέγεται.»

Δεν μίλησε. Μόνο μούγκρισε κάτι που δεν κατάλαβα.

«Και ξέρεις κάτι, Ζωρζ; Το χάρισμα της μουσικής στο είχε δώσει ο Θεός. Το ξέρεις, ε; Εσύ έκανες κάτι τόσο αισχρό. Το πέταξες. Ορκίστηκες να μην ξαναπαίξεις. Δεν σου αξίζει να το έχεις. Γιατί είσαι προδότης.»

Δεν απάντησε. Τον κλώτσησα στα πλευρά.

«Ακούς;»
«Ναι.»
«Τέρμα η μουσική, Γιωργάκη. Ήθελες να γαμήσεις.»

Δεν σηκώθηκε, δεν κουνήθηκε. Αναστέναξε. Θα προτιμούσα έναν πιο ισχυρό αντίπαλο. Εκείνος είχε πέσει νοκ ντάουν με το πρώτο πήδημα. Έτοιμος ήταν ν’ αρχίσει να πιπιλάει τον αντίχειρα.

Έβγαλα απ’ τη τσέπη το μωβ σουτιέν της Έλσας. Μου το είχε δώσει όταν κατεβαίναμε. Το έριξα δίπλα στον άγγελο. Ένα «τυράκι» για τον βασιλιά. Ιδού ο ένοχος, ο διακορευτής της παρθένου.

~~~~~

Πήγα να δω τι κάνει η Έλσα. Είχαμε μισή ώρα για να προλάβουμε το πλοίο. Την είδα να κατεβαίνει. Περπατούσε λίγο δύσκολα, αλλά είχε γίνει λαμπερή ξανά. Φορούσε μαύρο τζιν κι ένα μπλουζάκι Slayer, South of Heaven.

«Πού θα πάμε;» με ρώτησε με την βραχνή φωνή της.

Τη θαύμασα. Μόλις πριν λίγο την είχα εξαναγκάσει να κάνει σεξ με δύο άντρες, την είχα διαλύσει. Και δεν είχε χάσει τίποτα απ’ τη γοητεία της. Ήταν επικίνδυνη. Έμοιαζε εύκολη στο χειρισμό, αλλά ίσως να είχε αφεθεί για να με παραπλανήσει. Δεν έπρεπε να την εμπιστεύομαι. Κανέναν δεν μπορούσα να εμπιστεύομαι. Έβαλα μια υποσημείωση, έναν αστερίσκο στο μυαλό μου
* Πρόσεχε την Έλσα. Είναι πιο δυνατή απ’ όσο δείχνει.*

«Πού θα πάμε;» ρώτησε η Έλσα.
«Τουβαλού.»
«Στον Ειρηνικό;»

Ξαφνιάστηκα. Της το είχα πει έτσι μονολεκτικά για να την κάνω να φανταστεί διάφορα. Πού ήξερε το Τουβαλού; Όλο εκπλήξεις ήταν η μικρή.

«Πώς θα πάμε εκεί;»
«Θα μας βοηθήσει η telecaster», της είπα κι έδειξα προς το χρηματοκιβώτιο.
«Θα κλέψουμε τον πατέρα μου;»

Αυτό δεν το είπε με φρίκη. Μόνο μια απορία ήταν.

«Κανένας κανόνας.» Πήγα κι έκανα την κιθάρα στην άκρη. «Ποιος είναι ο κωδικός;»
«Δεν ξέρω.»

Αυτό μου χαλούσε τα σχέδια. Νόμιζα ότι θα τον γνώριζε, την ήθελα να είναι ο Δούρειος Ίππος. Ήξερε το Τουβαλού, αλλά δεν ήξερε τον κωδικό του χρηματοκιβωτίου;

«Μήπως είναι ημερομηνία γέννησης; Πότε γεννήθηκε ο πατέρας σου;»

Η Έλσα δεν μίλησε. Αλλά στο σκοτάδι των εβένινων ματιών της είδα φως.

«Τι;»
«Δεν είναι ημερομηνία γέννησης.»
«Κάτι ξέρεις εσύ, μικρή διαβόλισσα.»

Γέλασε σαν να ‘χε ακούσει το καλύτερο κοπλιμέντο. Της πήγαινε η Κόλαση όπως το γοβάκι στη Σταχτοπούτα. Με πλησίασε με βήματα αιλουροειδούς.

«Μ’ έστελνε να του παίζω τζόκερ.»
«Και;»
«Πάντα τους ίδιους αριθμούς.»

Μόλις το είπε αυτό σήκωσε τα φρύδια. Κι ήταν τόσο σατανικά όμορφη.

Πάτησε γρήγορα τα τυχερά νούμερα –που ποτέ δεν είχαν κερδίσει. Τα πάτησε τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να δω τι είχε πατήσει. Ακούστηκε μόνο ένα κλακ, σαν κάποιος να πλαταγίζει τη γλώσσα του. Το πορτάκι άνοιξε. Κι είχε εκεί μέσα αρκετό ρευστό για να φτάσουμε με άνεση ως το Τουβαλού –και ν’ αγοράσουμε κι ένα σπίτι εκεί. Ο Άνεμος τα ‘χε μασήσει καλά απ’ την Ευρώπη.

Προτού βάλω το χέρι μέσα η Έλσα έκλεισε το πορτάκι. Ακούστηκε πάλι εκείνο το κλακ, αλλά δεν ήταν για καλό.

«Δεν πάω Τουβαλού», είπε η Έλσα.
«Εντάξει, θα δούμε που»
«Όχι! Δεν πάω σ’ ένα γαμημένο νησάκι στον Ειρηνικό. Δεν θα φύγω απ’ το γαμημένο νησί να πάω σ’ ένα άλλο γαμονήσι.»

Είχε δίκιο σ’ αυτό που έλεγε, αλλά το πρόβλημα μου ήταν άλλο. Αν έφερνε αντιρρήσεις απ’ την αρχή, τότε σε λίγο θα με εκθρόνιζε. Θα με εξόντωνε. Οπότε έπρεπε να είμαι αδίστακτος και να την εξοντώσω εγώ πρώτος.

«Εντάξει», της είπα. «Πάμε Σαντορίνη κι από κει σε κάποια μητρόπολη. Βερολίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη. Λεφτά θα έχουμε.»

Και της έδειξα το χρηματοκιβώτιο. Της άρεσε η ιδέα της μητρόπολης. Το άνοιξε, πατώντας τους αριθμούς πιο αργά αυτή τη φορά. Έχωσα τα λεφτά στο σακίδιο. Κοίταξα πιο μέσα. Είχε ένα σακουλάκι αεροστεγές και σφραγισμένο. Το έβγαλα. Ένα χρυσό νόμισμα, ένα χρυσό εικοσαδόλαρο. Στη μια μεριά ένας αετός που πετούσε, στην άλλη η Ελευθερία. Το πήρα κι αυτό. Φαινόταν ν’ αξίζει.

Πριν φύγουμε έπρεπε να τακτοποιήσω κάτι τελευταίο. Σίγουρα ο Άνεμος αγαπούσε την κόρη του και τα λεφτά του, αλλά υπήρχε κάτι που τον ένοιαζε περισσότερο: Η μουσική του. Θα τον χτυπούσα εκεί που πονούσε. Γιατί; Ήθελα να τον κάνω να εξοργιστεί, να χάσει τον έλεγχο και να στρέψει την οργή του στον αποδιοπομπαίο τράγο, τον Ζωρζ.

Άνοιξα τον υπολογιστή της κονσόλας. Ως κωδικό είχε τους αριθμούς του τζόκερ. Πόσο προβλέψιμος πια; Μπήκα στα αρχεία κι έσβησα όλες τις ηχογραφήσεις. Δέκα χρόνια δουλειά. Ευχόμουν να μην τα έχει πουθενά αλλού αποθηκευμένα.

~~~~~~

Λίγη ώρα μετά ήμουν στο κατάστρωμα του Άνεμος και έβλεπα την Πορτάρα να μικραίνει. Είχα στο σακίδιο περισσότερα λεφτά απ’ όσα είχαν βγάλει οι γονείς μου δουλεύοντας σαν σκυλιά. Ναι, τα είχα κλέψει. Και λοιπόν; Κι οι τράπεζες κλέβουν. Το κράτος κλέβει. Οι ισχυροί κλέβουν.

Είχα στην πλάτη την Καλαμαζού. Αυτή η Gibson μπορούσε να παίζει τα πάντα. Αρκεί να της έδινες την ψυχή σου. Μου άρεσε να το κάνω, το απολάμβανα. Άρεσε και στον κόσμο. Όταν άκουγαν την κιθάρα απελευθερώνονταν, ξεχνούσαν όλες τις μαλακίες για τον θεό που τους είχαν χώσει στο κεφάλι.

Ακούστηκε η φωνή απ’ τα ηχεία: «Μόλις φύγαμε απ’ το λιμάνι της Νάξου. Με ενδιάμεσες στάσεις, μπλα μπλα, Σαντορίνη. Και μετά»

Δεν μ’ ένοιαζε το μετά. Η Σαντορίνη με το ηφαίστειο της ήταν πολύ ωραίο μέρος για έναν κολασμένο. Άπλωσα το χέρι κι έπιασα την Έλσα απ’ τη μέση. Για δύο κολασμένους.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

~{1}~

Ο Λάο Τσε έλεγε ότι δεν υπάρχει δειλία, αλλά έλλειψη θάρρους. Δεν υπάρχει σκοτάδι, αλλά έλλειψη φωτός. Οπότε, ταοϊστικά αν το δούμε, δεν υπάρχει φτώχεια, αλλά έλλειψη πλούτου.

Είχα ζήσει όλη μου τη ζωή χωρίς χρήμα. Εντάξει, δεν ήμουν σαν τον Όλιβερ Τουίστ, ούτε σαν τις Στάχτες της Άντζελα. Φαγητό είχαμε στο σπίτι, καθώς κι ένα δωμάτιο ζεστό –η σόμπα δεν μπορούσε να τα ζεστάνει όλα.

Όμως ζούσαμε σε διαρκή έλλειψη. Ποτέ δεν είχαμε αυτά που θα θέλαμε να έχουμε. Παπούτσια μας έπαιρναν μόλις διαλυόταν το προηγούμενο ζευγάρι. Κι έπρεπε να διαλέξουμε. Ή αθλητικά ή τρακτερωτά. Ρούχα φόραγα του ξαδέλφου μου, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος, μοναχοπαίδι με μητέρα γιατρό.

Διακοπές, βόλτες, παιχνίδια, τίποτα απ’ αυτά δεν είχαμε σε ποσότητα αρκετή να μας χορτάσει. Κι όποιος ζει στερημένα, αν αλλάξει η τύχη του μπορεί να συμπεριφερθεί με δύο τρόπους.

Είτε συνεχίζει να ζει μετρημένα και κρύβει τις λίρες κάτω απ’ το στρώμα, είτε τους γαμάει τη μάνα και ξοδεύει σαν μανιακός, πέφτει στο τραπέζι με τα μούτρα και τρώει μέχρι σκασμού.

Διάλεξα τη δεύτερη συμπεριφορά, ειδικά όταν κατάλαβα ότι είχα περισσότερα απ’ όσα είχα πιστέψει αρχικά.

Ο Άνεμος είχε κάνει ένα παράξενο κόλπο. Στις δεσμίδες με τα χαρτονομίσματα είχε απέξω τα πιο μικρά. Όταν τα ξεφύλλιζες έβλεπες ότι τα χοντρά ήταν μέσα.

Κι ήταν πολλά λεφτά. Έφταναν για ν’ αγοράσεις ένα πολυτελές σπίτι, ένα πολυτελές αμάξι, ένα πολυτελές ψυγείο –κι ένα κοπρόσκυλο.

Ο Νεκτάριος ήξερε τι έλεγε. Πάντα να εμπιστεύεσαι τους περιπτεράδες. Ο βασιλιάς μάλλον έκανε κι άλλες κομπίνες, παράνομες. Γι’ αυτό τα ‘κρυβε μασούρια στο χρηματοκιβώτιο. Πώς να τα δείξεις στην τράπεζα;

Θα ήθελα να ήμουν μπροστά, να το δω. Όταν θα έβρισκε την κρυψώνα άδεια, το κάστρο άδειο, το αρχείο άδειο και τον Ζωρζ στο πάτωμα, με το σουτιέν της εξαφανισμένης κόρης. Μάλλον θα τον σκότωνε επιτόπου.

Κι εγώ με το κλεμμένο χρήμα, ο κλέψας του κλέψαντος, θα ζούσα μεγαλεία. Ήθελα να πάρω εκδίκηση απ’ όλους εκείνους τους φίλους που φορούσαν ωραία παπούτσια, και αθλητικά και ποδοσφαιρικά και «καλά». Να πάρω εκδίκηση από εκείνους στην εφηβεία, που το έπαιζαν ροκάδες επειδή μπορούσαν ν’ αγοράσουν Doc Martens και Converse All Star, όταν εγώ φορούσα παπούτσια απ’ τη λαϊκή.

9Γιατί το χειρότερο απ’ όλα δεν είναι να είσαι φτωχός. Το χειρότερο είναι να είσαι πιο φτωχός απ’ τους άλλους.

Θα έπαιρνα το αίμα μου πίσω. Τώρα ήταν οι άλλοι «πιο φτωχοί».

~~

Τα εισιτήρια που είχαμε πάρει απ’ το λιμάνι ήταν για κατάστρωμα, ώστε να μην κινήσουμε υποψίες. Όταν απομακρυνθήκαμε απ’ την Νάξο πήγα στη ρεσεψιόν και ζήτησα καμπίνα.

Ο υπάλληλος με κοίταξε μόνο μια φορά.

«Είναι όλες κλεισμένες», είπε μετά και συνέχισε ν’ ασχολείται με τα χαρτιά του.
«Είσαι σίγουρος;» του είπα στον ενικό, για να τον εκνευρίσω.
«Μάλιστα, κύριε, είμαι σίγουρος.»
«Δεν έχεις κάποια πολυτελείας ελεύθερη;»

Γέλασε σαν να βήχει, ψεύτικα. Ήταν σαραντάρης. Έβλεπε έναν πιτσιρικά, με μαύρη μπλούζα και κιθάρα στην πλάτη να του μιλάει για τη λουξ καμπίνα.

«Δεν νομίζω ότι είναι για σας, κύριε.»
«Πόσο κάνει;»

Με κοίταξε κατάματα και μου είπε το κόστος δυνατά, για ν’ απολαύσει τη νίκη του. Ήταν είκοσι φορές το κόστος του απλού εισιτηρίου. Κανείς δεν την έκλεινε, ποτέ. Την είχαν για ν’ ανεβαίνει κατηγορία το πλοίο.

Έβγαλα και τον πλήρωσα μετρητά. Του άφησα και φιλοδώρημα, όσο θα ήταν το μεροκάματο του. Πήγε να πνιγεί. Όχι από χαρά. Μου έδωσε το κλειδί και φώναξε κάποιον να με οδηγήσει.

«Να ‘σαι καλά, μικρέ», του είπα δυνατά, κοιτώντας τον στα μάτια.

Ήταν ωραία που είχα λεφτά και μπορούσα να ταπεινώσω όποιον ήθελα. Με τη βοήθεια του Μαμωνά θα το έκανα για πολύ καιρό.

~~~

Γύρισα στο σαλόνι για να βρω την Έλσα. Στο ενδιάμεσο συνάντησα δυο γνώριμες φάτσες. Σχεδόν γνώριμες. Εκείνοι με γνώρισαν και με πλησίασαν. Έπρεπε να φτάσουν κοντά για να τους καταλάβω.

Ήταν ο Εμ-Τζέι με τον Στεφ. Είχαν αλλάξει κι εκείνοι, όχι τόσο βαθιά όσο εγώ, αλλά ήταν καλή μεταμφίεση. Δεν έμοιαζαν με τουρίστες πια, ούτε με πλανόδιους μουσικούς, αφού αντάλλαξαν τα ρούχα τους με δυο Πακιστανούς εργάτες. Ταλαιπωρημένες φόρμες όλο μπογιές. Παντόφλα λαστιχένια. Και η εύστοχη λεπτομέρεια: Καπέλα εντελώς πλαστικά με τη φίρμα κάποιου συνεργείου αυτοκινήτων.

«Εμείς είμαστε, δεν μας γνώρισες;» είπε ο Στεφ και μου ‘δωσε το χέρι του. Δεν ήξεραν ότι εγώ τους είχα δώσει στην αστυνομία.

Ο Εμ-Τζέι στάθηκε πιο πέρα. Αυτός υποψιαζόταν, το ήξερα.

Ο Στεφ μου είπε τι είχε μάθει. Ο Μπικ ήταν μέσα, κι όπως φαινόταν δεν θα έβγαινε. Τη Μισέλ την είχαν αφήσει, Αμερικανίδα πολίτης ήταν. Εκείνοι οι δύο το είχαν σκάσει για τη Σαντορίνη με τα τελευταία τους λεφτά. Δεν είχαν ούτε πράγματα, ούτε έγγραφα, τίποτα.

«Και τι θα κάνετε;»
«Δεν ξέρω. Θα ειδοποιήσουμε τους δικούς μας, να στείλουν ενίσχυση. Και βλέπουμε.»
«Περίμενα», του είπα κι έβγαλα το πορτοφόλι.

Είχα στοιβάξει εκεί αρκετό χρήμα, ώστε να μη βγάζω απ’ το σακίδιο τα τούβλα. Τους έδωσα ένα καλό ποσό. Γυάλισε το μάτι τους. Ο Εμ-Τζέι ήρθε πιο κοντά.

«Πού τα βρήκες;» είπε ο Στεφ.
«Λήστεψα την τράπεζα», του απάντησα. «Έχω κι άλλα.»

Έπρεπε να τους κρατήσω. Κάτι μου έλεγε ότι θα τους χρειαζόμουν. Δώσαμε ραντεβού στη Σαντορίνη. Μπροστά στο αστυνομικό τμήμα. Το πιο ασφαλές μέρος για τρεις καταζητούμενους.

Τους άφησα και πήγα να μαζέψω την Έλσα. Καθώς πηγαίναμε προς την καμπίνα μας ένιωσα τους δυο Χιτάνος να με παρακολουθούν και να ζηλεύουν.

~~~~

Η καμπίνα δεν ήταν ακριβώς γαμήλια σουίτα, με τίποτα δεν άξιζε τόσα λεφτά. Είχε μικρό μπάνιο, ένα έξτρα δωμάτιο μόνο και κρεβατοκάμαρα που χωρούσε το κρεβάτι. Το μόνο πλεονέκτημα ήταν ότι βρισκόταν ψηλά κι ότι ήταν εξωτερική. Έτσι είχαμε θέα τη θάλασσα.

Θα μπορούσε να ήταν πολύ ρομαντικό ταξίδι, αλλά μόλις έπεσα στο κρεβάτι ένιωσα το φτερούγισμα του Μορφέα στο πρόσωπο μου.

«Δεν θα κοιμηθείς;» ρώτησα την Έλσα που είδα ότι είχε ανάψει τσιγάρο και καθόταν στο παράθυρο.
«Θέλω να σκεφτώ», είπε εκείνη.

Ευχήθηκα να μη σκεφτόταν να με αποκεφαλίσει στον ύπνο μου σαν τον Ολοφέρνη. Αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος που σχεδόν δεν μ’ ένοιαζε. Έκλεισα τα μάτια.

Κι όταν τ’ άνοιξα φτάναμε στη Σαντορίνη. Το ηφαίστειο είχε ενεργοποιηθεί και πάλι. Όχι κάτι σπουδαίο, μόνο ένα σύννεφο καπνού που έβγαινε απ’ την καλντέρα και έκανε τα ηλιοβασιλέματα να είναι τα καλύτερα των τελευταίων πενήντα χρόνων. Στάθηκα με την Έλσα στο παράθυρο ν’ απολαύσω το θέαμα. Είναι κάτι που σε αφήνει άφωνο την πρώτη φορά.

«Δεν κοιμήθηκες;»
«Μόλις ξύπνησα απ’ τον μεγάλο ύπνο», είπε η Έλσα.

Στο λιμάνι μπήκαμε σε ταξί και είπα στον οδηγό να μας πάει στο πιο ακριβό ξενοδοχείο των Φηρών. Εκείνος έκανε να γελάσει. Του ‘χωσα τα λεφτά στα μούτρα και το βούλωσε. Το ίδιο έγινε και στο πεντάστερο ξενοδοχείο. Η υπάλληλος στην υποδοχή μας σνόμπαρε. Μόλις είδε το χρήμα χαμογέλασε.

Τα λεφτά μπορούν ν’ αγοράσουν τα πάντα. Κι επιτέλους είχα αρκετά. Ο δράκος είχε νικήσει τον ιππότη κι είχε πάρει την πριγκίπισσα. Μαζί πήρε και την περιουσία του βασιλιά.

~~~~~

Η Έλσα πήγε να ψωνίσει. Της είπα να πάρει ό,τι ήθελε, να ξοδέψει όσα ήθελε. Κι όταν θα φεύγαμε για εξωτερικό θα τα καίγαμε. Λεφτά είχαμε να πάρουμε καινούρια.

Άλλαξα κι εγώ ντύσιμο. Αγόρασα ακριβά ρούχα, λινό κοστούμι Kiton που άξιζε όσο ένα –μικρό- αυτοκίνητο. Και παπούτσια McQueen που κόστιζαν όσο όλα τα ζευγάρια που είχα αγοράσει ως παιδί –επί δέκα.

Σταμάτησα και σ’ ένα κομμωτήριο. Με λούσανε και με φτιάξανε. Ένιωθα σαν μοντέλο πια. Κι ένιωθα ότι κάτι είχε χαθεί.

Πήγα να πιω καφέ με θέα την καλντέρα. Ο σερβιτόρος έτρεξε να μ’ εξυπηρετήσει και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω μου. Αρκούσε αυτή η αλλαγή στο ντύσιμο κι από εικοσάχρονος άφραγκος μεταλάς είχα γίνει ξιπασμένος γιος κάποιου πλούσιου.

Άφησα φιλοδώρημα δεκαπλάσιο απ’ τον καφέ. Ο σερβιτόρος με ξεπροβόδισε. Όλοι γυρνούσαν να με κοιτάξουν. Αλλά κάτι είχε χαθεί.

~~~~~~

Συνέχισα να περπατάω στα καλντερίμια. Ήταν όλα όμορφα κι εγώ ήμουν πιο ωραίος από ποτέ. Την Καλαμαζού την είχα αφήσει στο ξενοδοχείο. Είχα μαζί μου ένα δερμάτινο τσαντάκι, όπου είχα ένα καλό ποσό. Αλλά τα περισσότερα τα είχα αφήσει στη θυρίδα του ξενοδοχείου. Ήταν πιο ασφαλής από τράπεζα.

Συνέχισα τη βόλτα. Παραλίγο να δώσω ελεημοσύνη σ’ ένα ζητιάνο, τόσο περίεργα ένιωθα. Τσαντίστηκα με τον εαυτό μου. Στάθηκα μπροστά του κι έκανα χαρτοπόλεμο ένα χαρτονόμισμα. Του το έριξα στο ποτήρι. Θα προσπαθούσε να το κολλήσει. Δεν θα μπορούσε. Και θα σκεφτόταν πόσο άδικος είναι ο κόσμος.

Φεύγοντας απ’ το ζητιάνο κατάλαβα τι είχα χάσει, τι μου έλειπε: Η πρόκληση.

Δεν μ’ ενδιέφερε ν’ αγοράζω ακριβά ρούχα. Δεν έκανα ό,τι έκανα για να πλουτίσω και να ηρεμήσω.

Στράφηκα να γυρίσω στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελα ούτε να κάνω σεξ με την Έλσα, την είχα ξεπεράσει ήδη, αφού την είχα εξουσιάσει. Όμως θα μπορούσα να τη διαφθείρω περισσότερο. Ή να τη χρησιμοποιώ για να διαφθείρω άλλους. Αυτό ακουγόταν καλύτερο. Θα γινόμουν ένας τέλειος νταβατζής ψυχών.

Η Έλσα ήταν ανήλικη. Θα την έριχνα στα νύχια μεσήλικων, θ’ άφηνα να γλεντήσουν και μετά θα τους διέλυα τη ζωή. Αποπλάνηση ανηλίκου και βία. Θα κατέστρεφα πολλές οικογένειες έτσι. Ίσως ν’ αυτοκτονούσε κάποιος, η χειρότερη αμαρτία, βουρ στην Κόλαση.

Η Έλσα ήταν σαν την Καλαμαζού: Ένα εργαλείο, μια Λεωφόρος για την Κόλαση.

Ξεκίνησα να περπατάω στο ρυθμό των AC/DC

♫♫Hey satan,
Payin’ my dues
Playin’ in a rockin’ band
Hey mumma,
Look at me
I’m on the way to the promised land
♫♫

~~~~~~~

Και περπατούσα πονηρά, κόντευα να βγάλω ουρά, μέχρι που άκουσα το γέλιο της. Ανατρίχιασα, σταμάτησα ν’ αναπνέω, σταμάτησα να είμαι.

«Μήπως ήταν όλα ένα όνειρο;» είπε ο αποδιοργανωμένος νους μου. «Μήπως σαν την Αλίκη θα ξυπνήσεις και θα δεις ότι ποτέ δεν έπεσες στην κουνελότρυπα;»

Μετά την άκουσα και να μιλάει.
Είπε: «Τσιγάρα.»

Όχι, είπε: Τσιγάαρα. Την παραλήγουσα την κρατούσε λίγο παραπάνω. Όταν ήταν τρισύλλαβη παροξύτονη μόνο.
Γουστάαρω. Λουλούουδια. Μουνάακι.

Είχα δακρύσει, δεν ήθελα να γυρίσω να δω, ας ήταν μόνο στη φαντασία μου. Δεν μ’ ένοιαζε αν ήμουν στην κουνελότρυπα ή όχι. Ήθελα μόνο ν’ ακούσω τη φωνή της να λέει καλντέερα.

Σταμάτησα να περπατώ. Έμεινα ακίνητος μέσα στη ροή, μέσα στο καλντερίμι. Με προσπέρασαν δυο τουρίστες. Άκουγα τα βήματα της να πλησιάζουν. Δεν μιλούσε, αλλά ήξερα τον ήχο απ’ τα πόδια της. Τα γυμνά της πέλματα! Δεν είχε βάλει σανδάαλια.

Τραβούσε την παραλήγουσα και περπατούσε ξυπόλητη. Μόνο μια γυναίκα σαν κι αυτή υπήρχε. Κι απ’ όλα τα νησιά του κόσμου, απ’ όλα τα καλντερίμια της Σαντορίνης, είχε βρεθεί πίσω μου.

Πέρασε δίπλα μου, ώμο με ώμο. Δεν με κοίταξε, που να φανταστεί ότι ο τύπος με το κοστούμι ήμουν εγώ.

Πρώτα μύρισα το άρωμα της, Spellbound, ροδόξυλο Βραζιλίας και κρίνο της κοιλάδας. Μετά είδα τ’ αγορίστικα μαλλιά της, το τραγανό αριστερό αυτί, το σβέρκο της που είχε γίνει σανδαλόξυλο απ’ τον ήλιο.

Όταν με προσπέρασε ξεκίνησε να λέει κάτι και να κουνάει τα χέρια της. Δεν της άρεσε αυτό. Έλεγε ότι ήταν πολύ ιταλικό, ήθελε να σταματήσει να χειρονομεί, αλλά συνέχιζε, σαν γλωσσικό τικ, σαν μια λέξη που δεν θες να λες κι όλο σου έρχεται στο στόμα.

Φορούσε μακριά μπλούζα κι άσπρο σαλβάρι. Γαμώτο, πάντα ήταν τόσο απλή και τόσο τέλεια.

Την άφησα να κάνει άλλα δυο βήματα, αλλά δεν γινόταν να την αφήσω να φύγει.

«Ρίτα!» είπα, αλλά δεν βγήκε φωνή από μέσα μου.

«Ρίτα!» είπα, αλλά δεν μ’ άκουσε.

«ΡΙΤΑΑΑ!» φώναξα σαν τον Μάρλον Μπράντο στο Λεωφορείο, σαν τον αγροίκο Κοβάλσκι που φωνάζει τη Στέλλα. «ΡΙΤΑ!»

Γύρισε και με κοίταξε. Όλοι γύρισαν να δουν ποιος φωνάζει, αλλά δεν μ’ ένοιαζε κανένας άλλος. Μόνο τα μάτια της.

Δεν είχε εντυπωσιακά μάτια. Δεν ήταν βιολετί ή σμαραγδί ή οινοπνευματί γαλάζια. Ούτε ήταν μεγάλα. Όμως ήταν τα πιο όμορφα γυναίκεια μάτια.

Με κοίταξαν τα μάτια της. Και δεν με αναγνώρισαν. Έγειρε το κεφάλι στ’ αριστερά, έτσι έκανε πάντα, κι εγώ την έλεγα κουτάβι. Μετά φωτίστηκε, χαμογέλασε μ’ ανοικτό στόμα, χαμογέλασαν και τα μάτια της.

«Μπίλη!» είπε.
Έπεσε πάνω μου και μ’ αγκάλιασε με δύναμη. Ένιωσα να καίγομαι. Την αγκάλιασα κι εγώ. Διστακτικά στην αρχή, πιο δυνατά μέτα.

Με κράτησε για είκοσι ένα δευτερόλεπτα στην αγκαλιά της. Τόσο χρόνο λένε οι νευροβιολόγοι ότι χρειάζεται να κρατήσει η αγκαλιά, για ν’ απελευθερωθεί οξυτοκίνη και να νιώσεις ευτυχία.

Η Ρίτα δεν φορούσε ρολόι, αλλά κάτι στο μυαλό μπορούσε να μετράει δευτερόλεπτα αγκαλιάς. Σ’ αυτά τα είκοσι ένα δευτερόλεπτα πρόλαβα να σκεφτώ πόσο μου είχε λείψει. Πρόλαβα να θυμηθώ και την πρώτη φορά που κάναμε σεξ, στο δωμάτιο της, ενώ οι γονείς της είχαν πάει σε προεκλογική συγκέντρωση.

Σ’ αυτά τα είκοσι ένα δευτερόλεπτα πρόλαβα να δω και τα χαρακτηριστικά του τύπου που περπατούσε μαζί της. Καθαρό πρόσωπο, ωραία ζυγωματικά, χωρίστρα και καλοξυρισμένος, άσπρο πουκάμισο.

Έκανε να φτιάξει τα μαλλιά του για να το παίξει άνετος. Φορούσε ένα Tug Heuer με ανοξείδωτο μπρασελέ. Ένα απ’ τα πιο φτηνά μοντέλα, αλλά σίγουρα πολύ ακριβό για φοιτητή. Του το ‘χε πάρει ο μπαμπάς του μάλλον. Και σίγουρα ήταν Δαπίτης. Αλλιώς δεν θα φόραγε ακριβό ρολόι με βερμούδα.

Και καθώς τον ζύγιζα πρόλαβα να δω, σαν αστραπή, πίσω απ’ το Δαπίτη, ένα ζευγάρι να περνάει το δρομάκι, χέρι χέρι. Εκείνη ήταν κοντή και μελαμψή. Εκείνος ψηλός και γέρος. Στράφηκε για μια στιγμή να με κοιτάξει. Πριν εξαφανιστεί στο πλήθος κατάλαβα ότι ήταν ο Χουάν.

Η παρτίδα είχε στηθεί. Και δεν είχε σημασία ποιος ήταν πιόνι και ποιος βασιλιάς, ποιος τρελός και ποια η βασίλισσα. Μετά το τέλος του παιχνιδιού όλα τα πιόνια μπαίνουν στο κουτί τους.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο πίνακας είναι του ποιητή και ζωγράφου Ουίλιαμ Μπλέικ, απ’ τη σειρά έργων Ο Μεγάλος Κόκκινος Δράκος.

Η συνέχεια εδώ

Τουβαλού (7. Ψύχωση 00:48)