Τουβαλού (Το τέλος)

0
762

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Τουβαλού-copy.jpg

Ο Τρούμαν Καπότε είχε πει ότι να τελειώνεις ένα βιβλίο σου είναι σαν να παίρνεις ένα παιδί σου στην πίσω αυλή και να το πυροβολείς στο κεφάλι.
Νομίζω ότι είναι καλύτερο να το σκεφτόμαστε αλλιώς: Μόλις τελειώνουμε ένα βιβλίο το πηγαίνουμε στη πίσω αυλή, το χτυπάμε στην πλάτη και του λέμε:
“Αντίο, παιδί μου. Καλό ταξίδι.”
Το παρακολουθείς να φεύγει, με βουρκωμένα μάτια, και μετά κάθεσαι πάλι στο γραφείο. Η απώλεια είναι μεγάλη, νομίζεις ότι δεν θα ξαναγράψεις τίποτα, ποτέ.
Αλλά την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα, διαβάζεις τυχαία στο ίντερνετ για μια μικρή χώρα στη μέση του Ειρηνικού: Τουβαλού.
Κι αρχίζεις απ’ την αρχή.
~~
Το Τουβαλού το ξεκίνησα στις αρχές Δεκεμβρίου, μαζί με το Εργαστήριο Μυθοπλασίας. Κάθε κομμάτι που έγραφα το ανέβαζα στο διαδίκτυο χωρίς να ξέρω τι θα γίνει παρακάτω, πού θα πάει η ιστορία, αν θα πήγαινε κάπου.
Αυτή είναι η υπέροχη περιπέτεια της συγγραφής.
Τελικά έγινε ένα μικρό μυθιστόρημα, 56.000 λέξεις, 200 σελίδες Α4.
Πέρα απ’ την ιστορία έπαιξα και με τη δομή. Το Τουβαλού είναι χτισμένο στην ακολουθία Φιμπονάτσι – Χρυσή Τομή = φ, 5, 3, 2, 1 , 1, 0 (τα κεφάλαια, όχι οι λέξεις, αυτό θα το επιχειρήσω στο “Η Γιωταλία με τα άσπρα μαλλιά”).
Όμως η δομή δεν έχει μεγάλη σημασία στην αφήγηση. Το πιο σημαντικό σε κάθε ιστορία είναι… η Κάθαρση. Το είχε πει ο Αριστοτέλης πριν 2.500 και συνεχίζει να ισχύει.
Γι’ αυτό μας αρέσει ν’ ακούμε/διαβάζουμε/βλέπουμε ιστορίες, γι’ αυτό μας αρέσει να επινοούμε ιστορίες.
Γιατί ζούμε περισσότερες ζωές, πεθαίνουμε περισσότερους θανάτους, κάνουμε λάθη, μαθαίνουμε.
Η τέχνη μας μαθαίνει τη ζωή.
Ξεκινώντας απ’ τα παραμύθια και φτάνοντας ως τις τραγωδίες.
Ο άνθρωπος είναι το ζώο που αφηγείται ιστορίες.
Αυτό είναι το τέλος μιας τέτοιας ιστορίας, ανθρώπινης.

~~

Εδώ μπορείτε να το διαβάσετε σε pdf ή κατεβάσετε το τελευταίο μέρος σε pdf

~~~~~~~~~~~~~~~

Εδώ μπορείτε να βρείτε και τα 8 μέρη του Τουβαλού

https://sanejoker.info/category/tuvalu

Και παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το τελευταίο μέρος.

Ευχαριστώ πολύ για τη συντροφιά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

8. Στο Τουβαλού

“I can show you fear in a handful of dust.”
T.S. Elliot

«Όσο μπορείς να μ’ αγαπάς.»
Παύλος Σιδηρόπουλος

«Be yourself no matter what they say.»
Sting

~{6}~

Βγήκα απ’ το Τιθόρα σφυρίζοντας το Paranoid. Δεν ήμουν καλά, αλλά τουλάχιστον είχα κάτι να περιμένω. Τη Ρίτα δεν ήθελα να τη συναντήσω πάλι. Δεν μ’ ένοιαζε τόσο που δεν με γούσταρε. Εντάξει, με ‘νοιαζε, αλλά αυτό που με ‘τσουζε ήταν που με είχε πάρει για τρελό. Καριόλα.

Δεν πειράζει, το είχα σκεφτεί. Θα έφευγα με την Έλσα. Άλλωστε ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Μαζί θα κάναμε ένα σατανικό ζευγάρι. Οι Μπόνι και Κλάιντ της μουσικής. Δεν ήταν άσχημη ιδέα.

Της είχα πει να μην πιει πολύ και να μην αργήσει να φύγει απ’ το μπαρ. Δεν φοβόμουν για εκείνη, για τους άλλους φοβόμουν. Αλλά δεν μπορούσα να την προσέχω, είχα δουλειά να κάνω.

Οι Χιτάνος θα είχαν στρώσει νάιλον κάτω. Θα μου είχαν και χειρουργική στολή, μάσκα και προσωπίδα. Δεν μπορούσα τα αίματα, δεν ήθελα να λερωθώ. Υπολόγιζα ότι θα τέλειωνα σε μία, δύο το πολύ ώρες. Σήκωσα τα μανίκια και μπήκα στο ερείπιο.

~~

Ο Εμ –Τζέι με τον Στεφ ήταν εκεί. Μόνοι τους. Με περίμεναν.

«Πού είναι ο στόχος;» τους ρώτησα.
«Έγινε μαλακία», είπε ο Στεφ.
«Σας ξέφυγε;»
«Μακάρι.»

Ήταν συντετριμμένος. Ο Εμ-Τζέι μου έκανε νόημα να πάω κοντά του. Μ’ έπιασε απ’ τον ώμο συντροφικά και με πήγε στην άκρη του γκρεμού. Μου έδειξε κάτω. Κι εκεί, είκοσι μέτρα, πάνω σ’ ένα βράχο, ήταν το σώμα του Κυριάκου, σε πολύ παράξενη στάση. Ο κώλος του και το πρόσωπο του έβλεπαν προς τα πάνω. Στο μυαλό μου άρχισαν να παίζουν πάλι το Tubular Bells του Όλντφιλντ.

Ο Στεφ μου εξήγησε τι είχε γίνει.

~~~

Είδαν τη Ρίτα να περνάει. Πίσω της φώναζε ο Κυριάκος. Δεν καταλάβαιναν τι έλεγε, αλλά δεν χρειαζόταν να ξέρουν ελληνικά: «Ρίτα, συγνώμη, γύρνα πίσω». Κάτι τέτοιο μάλλον.

Σαν έφτασε μπροστά στο ερείπιο τον αρπάξανε. Μερικές μπουνιές και μέσα. Είχε σαστίσει. Τους μίλησε στα ελληνικά στην αρχή. Όταν είδε ότι δεν καταλάβαιναν τους μίλησε αγγλικά. Με προφορά Χάρβαρντ σίγουρα.

Πήγε να το σκάσει. Ο Εμ-Τζέι του έδωσε κλωτσιά στα μούτρα. Χορός και πολεμικές τέχνες μοιάζουν.

Ο Κυριάκος σηκώθηκε κλαίγοντας. Αυτό θα ήθελα να το δω.

«Τι σας έκανα;» τους ρωτούσε. «Πάρτε το πορτοφόλι μου. Ο πατέρας μου θα σας δώσει κι άλλα», τους έλεγε. «Είναι σπουδαίος ο πατέρας μου», τους έλεγε, «θα σας γαμήσει.» Μετά άλλαζε τροπάριο. «Μη μου κάνετε κακό», τους έλεγε

Το παράξενο ήρθε μετά. Έτσι είπε ο Στεφ. Ξαφνικά, από εκεί που παρακαλούσε, άρχισε να κάνει σαν τρελός. Ούρλιαξε σαν ζώο και πήγε να το σκάσει απ’ την άλλη μεριά. Είχε σκοτάδι, ήταν ταραγμένος, δεν ήξερε πού πήγαινε. Βούτηξε κατακόρυφο στο βράχο.

~~~~

Κοιτούσα τον Κυριάκο. Αυτό δεν ήταν μέρος του σχεδίου. Τουλάχιστον είχε πέσει μόνος του. Μπορεί να έλεγαν ότι ήταν αυτοκτονία λόγω ερωτικής απογοήτευσης. Η Ρίτα θα γινόταν χάλια. Αλλά κάτι δεν μου καθόταν καλά.

«Μας έκανες να σκοτώσουμε», είπε ο Στεφ. «Κι εσύ δεν μπλέχτηκες καθόλου.»

Ναι, είχε δίκιο. Πέρα απ’ την ηθική αυτουργία δεν είχα ανακατευτεί. Οι Χιτάνος είχαν μια τάση να με σώζουν.

«Δυστύχημα ήταν», του είπα.
«Ναι, αλλά εμείς τον φέραμε εδώ.»
«Στεφ, να βλέπεις τη θετική πλευρά της ζωής. Δεν έχεις αίμα στα χέρια σου.»

Ο Εμ-Τζέι μου έκανε νόημα.
«Ναι, ναι, θα σας δώσω τα υπόλοιπα λεφτά. Αύριο το απόγευμα θα βρεθούμε στο ίδιο μέρος, στην αστυνομία.»

Φυσικά το επόμενο απόγευμα θα βρισκόμουν στην πλατεία Τραφάλγκαρ και θα έτρωγα παγωτό με την Έλσα. Σιγά μην τους έδινα τα λεφτά. Τα είχαν κάνει σκατά. Μου στέρησαν τη χαρά των βασανιστηρίων.

«Και τώρα τι κάνουμε;» είπε ο Στεφ.
«Μαζέψτε τα νάιλον κι ό,τι άλλο φέρατε και φύγετε. Το πτώμα δεν θα το βρουν πριν ξημερώσει. Εγώ θα μείνω λιγάκι.»

Δεν ήταν πως ήθελα να χαρώ το θρίαμβο μου. Κάτι με ενοχλούσε. Άναψα ένα Gitanes κι άφησα την Καλαμαζού στον τοίχο. Οι Χιτάνος μάζεψαν τα στοιχεία. Μετά ήρθαν κοντά μου και κοιτούσαμε όλοι μαζί τον νεκρό. Ο Εμ-Τζέι άφησε για λίγο τα νάιλον κι έκανε κάποια νοήματα στο Στεφ.

«Τι λέει;» τον ρώτησα. Κατάλαβα ότι μιλούσε για το κεφάλι του νεκρού.
«Λέει ότι του φαίνεται περίεργο.»
«Κι εμένα. Τι;»
«Έτσι όπως είναι γυρισμένο.»
«Ναι, τι;»
«Δεν μπορεί να ‘γινε απ’ την πτώση.»
«Μήπως το κάνατε εσείς;»
«Με τίποτα», ξεκίνησε να λέει ο Στεφ.

Ο Εμ-Τζέι έκανε νοήματα. Κατάλαβα τι έλεγε. Για να γυρίσεις το κεφάλι ενός ενήλικα εκατόν ογδόντα μοίρες πρέπει να είσαι πραγματικά πολύ δυνατός. Εκτός κι αν…

«Εκτός κι αν τι;»

Έκανε τη χειρονομία που είναι παγκόσμια, για κωφούς και μη: Τα κέρατα του διαβόλου.

Τότε κατάλαβα τι γυρνούσε στο κεφάλι μου, μαζί με τη μουσική του Όλντφιλντ. Όσοι έχουν διαβάσει το De Exorcismis, το επίσημο κείμενο της Καθολικής Εκκλησίας ή έστω έχουν μερικές ταινίες ανάλογου περιεχόμενου, το ξέρουν. Οι δαίμονες συχνά σκοτώνουν έτσι τα θύματα τους: Τους γυρνάνε το κεφάλι μέχρι που να κοιτάνε πίσω, μια διαστρέβλωση της ανθρώπινης φύσης. Υπάρχει στους πίνακες του Ιερώνυμου Μπος.

Δεν ήταν δυστύχημα. Ούτε αυτοκτονία.

Τόσο καιρό νόμιζα ότι μπορούσα να παίζω με το διάβολο, χωρίς απώλειες. Πίστευα ότι είχα καβαλήσει το δαιμονικό και πήγαινα. Αλαζονεία, θανάσιμη αμαρτία. Ο διάβολος δεν ήταν με το μέρος μου. Ο διάβολος δεν είναι με το μέρος κανενός. Μόνο εξυπηρετούμε τα σχέδια του.

Ίσως όλα αυτά που έκανα να οδηγούσαν εδώ. Ίσως ήθελε να βοηθήσω να σκοτωθεί ο Κυριάκος. Μπορεί σε κάποιο εναλλακτικό σύμπαν να γινόταν ο σωτήρας της Γης, ο νέος Μωυσής. Μπορεί σε κάποιο εναλλακτικό μέλλον να γινόταν μεγάλος ηγέτης.

Το βέβαιο ήταν ότι στο δικό μου σύμπαν είχε πεθάνει οριστικά και αμετάκλητα.

Ο Στεφ με τον Εμ-Τζέι μου είπαν ότι θα έφευγαν. Δώσαμε ραντεβού για να τους πάω τα λεφτά. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα τους ξαναδώ. Αλλά όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια ο θεός γελάει.

~~~~~

Έμεινα άλλα δέκα λεπτά στο ερείπιο. Είπα ότι το έκανα για να ψάξω για κάποια τελευταία στοιχεία, κάτι που ξεχάσαμε. Πάντα έτσι καταρρέουν τα τέλεια εγκλήματα, από μια μικρή ατέλεια. Αλλά κάθε τόσο πήγαινα και κοιτούσα το πτώμα του Κυριάκου. Δεν τον είχα σκοτώσει, αλλά ήμουν λιγάκι υπεύθυνος για τον θάνατο του. Κι αυτό είναι κάτι που δεν το συνηθίζεις εύκολα, όσο κακός κι αν είσαι.

Οι μόνοι που δεν έχουν πρόβλημα με τους φόνους που διαπράττουν είναι οι πιστοί. Κι εγώ δεν πίστευα σε κάτι. Ήθελα να ξεπεράσω κάθε ηθική, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που κάνεις σαν να τρως για πρώτη φορά σούσι.

Η ανθρωποκτονία είναι ταμπού. Για να το ξεπεράσει ο δολοφόνος πρέπει να έχει ένα Τοτέμ: Κλαν, φυλή, θρησκεία, κράτος, έθνος, κάτι που να δικαιολογεί το φόνο.

Εγώ δεν είχα. Εντάξει, ήταν Δαπίτης. Εντάξει, τα είχε φτιάξει με τη Ρίτα. Δεν αρκούσε.

Για να σκοτώνεις χωρίς τύψεις, πρέπει να πιστεύεις χωρίς αμφιβολίες.

Πήρα δυο βαθιές ανάσες. Έριξα σφαλιάρα στα μούτρα μου. Το αλκοόλ και η απόρριψη της Ρίτας με είχαν κάνει συναισθηματικό. Έπρεπε να συνέλθω. Ο Κυριάκος πέθανε. Τίποτα δεν άλλαξε στο Σύμπαν.

Γύρισα να φύγω και τότε έπεσε πάνω μου ένα φορτηγό.

~~~~~~

♫♫Θα σε θυμηθώ
Σαν τρελό φορτηγό
Με τα φρένα σπασμένα, με τα φρένα σπασμένα
Να πέφτεις σε μένα.
♫♫

Τραγουδούσε ο Πάριος κι όλα ήταν ωραία. Μετά με χαστούκισαν. Άνοιξα τα μάτια. Προσπάθησα να καταλάβω τι έβλεπα. Ποιον έβλεπα.

«Με θυμάσαι, ρε πούστη; Πες μου πού είναι. Τώρα!»

Έμοιαζε με τον Μάρλον Μπράντο στο Αποκάλυψη, Τώρα. Αλλά μιλούσε ελληνικά και τον ήξερα.

«Θα σε κάνω κομματάκια, αρχίδι», είπε ο Μάρλον.

Κοίταξα το ταβάνι. Άκουσα τη μουσική που ερχόταν απ’ το Τιθόρα. Μύρισα τον αέρα. Ήμουν εκεί στο ερείπιο. Κι αυτός από πάνω μου ήταν ο Άνεμος.

Ο Βασιλιάς είχε έρθει για να πάρει πίσω την κόρη του. Πώς με είχε βρει; Θυμήθηκα τον νεκρό Κυριάκο. Δουλειά δεν έχει ο διάολος, γαμάει τα παιδιά του.

«Στο Θήρα Παλάς», του είπα.
«Και η Έλσα πού είναι;»
«Γι’ αυτή δεν ρώτησες;»
«Κόψε τις μαλακίες.»

Με κοπάνησε πάλι. Παραλίγο να λιποθυμήσω, είδα τα φώτα του φορτηγού, αλλά έμεινα ξύπνιος.

«Και τα λεφτά εκεί είναι», του είπα.
«Δεν με νοιάζει για τα λεφτά», είπε ο Άνεμος.

Κι εκεί κατάλαβα ότι δεν ήξερα τι γινόταν. Δεν ρωτούσε για την κόρη του, δεν ρωτούσε για τα λεφτά. Τι έψαχνε; Η Καλαμαζού ήταν εκεί, όπως συνήθως έπαιρνε μέρος σ’ όλα τα σημαντικά. Αν ήθελε θα την είχε πάρει. Τι έψαχνε;

«Ο δικέφαλος αετός του τριάντα τρία. Πού είναι;»
«Ο ποιος αετός;»

Ο Άνεμος έψαξε γύρω να βρει κάτι θανάσιμο. Έπιασε ένα γυαλί και μου το ‘φερε στα μούτρα. Ετοιμαζόταν να μου κάνει ό,τι είχα σχεδιάσει να κάνω εγώ στον Κυριάκο. Μάχαιρα έδωκες.

«Το νόμισμα, καριόλη, το νόμισμα.»

Έψαχνε για το χρυσό εικοσαδόλαρο που του είχα βουτήξει. Κι ήταν πιο σημαντικό απ’ την κόρη του και τα χρήματα.

«Εκεί μέσα το έχω», του είπα και του έδειξα τη θήκη της Καλαμαζού.

Το βόδι σηκώθηκε και πήγε να την πιάσει. Πριν κάνει μισό βήμα του κοπάνησα ένα τούβλο στη βάση του κρανίου. Σωριάστηκε. Τον κλώτσησα στα μούτρα. Μετά έπιασα την Καλαμαζού.

Με τη θήκη μαζί ζύγιζε είκοσι κιλά άνετα. Στάθηκα από πάνω του και τη σήκωσα. Θα του έλειωνα το κεφάλι. Ήθελα αίμα.

Ίσως να πιστεύετε ότι η Κόλαση είναι κάτω, στα Τάρταρα της ύπαρξης, κι ο Παράδεισος ψηλά, στα ουράνια μπλε που ξοδεύει ο θεός για να είναι ινκόγκνιτο.

Η πραγματικότητα είναι λίγο πιο δυσάρεστη. Ο Παράδεισος με την Κόλαση διαχωρίζονται με μια τρίχα. Όχι τρίχα γουρουνιού ή ανθρώπου. Είναι τρίχα αγγέλου. Τόσο λεπτή που μπορούν να χωρέσουν δέκα περούκες φτιαγμένες από μαλλί αγγέλου πάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας.

Κι όπως ήμουν έτοιμος να σπάσω το κεφάλι του βασιλιά άκουσα το «Ψιτ».

Ψιτ κάνουν στις γάτες. Αλλά κοίταξα.

Εκεί απέναντι στεκόταν η Έλσα. Καθόλου παραδεισένια. Κρατούσε ένα όπλο με τα δυο της χέρια και με σημάδευε στο κεφάλι –κάπου ανάμεσα στα μάτια. Πατούσε τα δυο της πόδια δυνατά κάτω κι έτσι όπως τα είχε ανοίξει λιγάκι, με λυγισμένα γόνατα, το μεταξένιο μαύρο φόρεμα είχε ανέβει στους μηρούς της. Ήταν σαν κόμπρα.

Τη θαύμασα για λίγο μέχρι που πρόσεξα καλύτερα το όπλο. Ήταν η δεύτερη φορά που με σημάδευαν μ’ αυτό.

«Ο Χουάν ήταν;»
«Μαζί με τη Ζόε.»

Η μουσική του Όλντφιλντ, Εξορκιστής, μυρωδιά από λουλούδια και θειάφι. Ο Χουάν με κυνηγούσε ή μήπως όλα ήταν ένα αστείο;

«Σου είπε να με σκοτώσεις;»
«Όχι, αυτό το κάνω για δική μου ευχαρίστηση», είπε η Έλσα.
«Με μισείς.»
«Δεν μου αρέσει να μου λένε τι να κάνω.»
«Δεν θα ζητήσω συγνώμη, το ξέρεις.»
«Δεν θ’ άλλαζε τίποτα.»

Ο Άνεμος κουνήθηκε λιγάκι. Δύσκολα θα σηκωνόταν. Ακούμπησα την Καλαμαζού κάτω και κοίταξα το ηφαίστειο.

«Και τι θες τώρα; Να πηδήξω;»
«Προτιμώ να το κάνω εγώ.»
«Αλήθεια;»

Γύρισα να την αντιμετωπίσω. Δεν θα με λυπόταν, το έβλεπα στα μάτια της. Οι κόμπρες δεν λυπούνται. Ο Χουάν της είχε δώσει τα κλειδιά της δύναμης.

Άνοιξα τα χέρια στο σήμα του σταυρού. Ήθελα να το κάνω πιο δραματικό.

«Σ’ αγάπησα», της είπα, χωρίς να το εννοώ. Προσπαθούσα να κερδίσω χρόνο, να την κάνω να φλυαρήσει, μήπως και προλάβω να σκεφτώ κάτι.

Εκείνη είπε μόνο:
«Κανένας κανόνας.»

Εγώ της το ‘χα μάθει.

Μετά ο χρόνος ξεκίνησε να κυλάει πιο αργά. Είδα να μισοκλείνει τα μάτια, είδα να κουνιούνται οι τένοντες στα χέρια της. Θα πατούσε τη σκανδάλη. Μύριζε ασφόδελους και κλούβιο αβγό. Θα μπορούσε να γίνει μια έκρηξη εκείνη τη στιγμή και να καταποντιστεί η Σαντορίνη ολόκληρη. Ωραία θα ήταν. Ακουγόταν ένα τραγούδι από το Τιθόρα. Έπιασα το ρεφραίν.

I am the eye in the sky
Looking at you
I can read your mind
I am the maker of rules
Dealing with fools
I can cheat you blind

Δεν άκουσα τον πυροβολισμό, αλλά είδα τη λάμψη στο σκοτάδι. Ένιωσα για ένα απειροελάχιστο διάστημα πόνο στο κεφάλι. Μετά σκοτάδι.

Με είχε σκοτώσει. Και πήγα στην Κόλαση με τσάρτερ.

~~~~~{}~~~~~

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

~{1}~

Ο θάνατος δεν έχει καμιά σχέση με τις επιθανάτιες εμπειρίες. Όχι μόνο δεν βλέπεις τη ζωή σου να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια σου, αλλά δεν υπάρχει τίποτα. Όταν πεθαίνεις λησμονείς.

Χωρίς μνήμη δεν έχουμε ταυτότητα. Χωρίς μνήμη δεν γνωρίζουμε. Χωρίς μνήμη δεν υπάρχουμε.

Η πιο έντονη απώλεια όμως όταν πεθαίνεις δεν είναι του σώματος και της μνήμης. Πιο παράξενη είναι η έλλειψη χρόνου. Τι ξέρει το ψάρι για το νερό που μέσα του κολυμπάει όλη του τη ζωή; Τίποτα. Τι ξέρει ο άνθρωπος για τον χρόνο;

Η ζωή είναι μεταβολές. Οι μεταβολές δημιουργούν το χρόνο. Απ’ τις αδιόρατες στο υποατομικό επίπεδο των κβάντων έως τις μακροσκοπικές –και πάλι αδιόρατες για την ανθρώπινη διάρκεια- των γαλαξιών. Αυτός είναι ο χρόνος: Η αλλαγή.

Ο χρόνος ξεκίνησε απ’ την αρχική αλλαγή. Μέσα στο κενό έγινε κάτι. Κι αυτό το κάτι άλλαξε.

Όταν πεθαίνεις δεν υπάρχει πια χρόνος. Η αιωνιότητα που μας λένε οι Γραφές είναι σκατά. Δεν είναι απόλυτο σκοτάδι, γιατί το έρεβος είναι η έλλειψη του φωτός, μια έλλειψη που αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος. Κι ο εγκέφαλος έχει σταματήσει να πληρώνει το ρεύμα.

Η αιωνιότητα είναι ένα πολύ φρικτό μέρος. Και διαρκεί για πάντα.

Αν χανόμασταν εντελώς, αν γινόμασταν ένα με τον Ωκεανό της Ύπαρξης, όλα θα ήταν καλά. Δυστυχώς το επέκεινα δεν είναι ελεήμον, ειδικά με τους κολασμένους. Εγκέφαλο δεν έχεις, ούτε μάτια, χέρια, γεννητικά όργανα και τερηδόνα. Αλλά έχεις νου! Τι σημαίνει αυτό;

~~

Θα προσπαθήσω να το εξηγήσω με μια εικόνα, με μια μεταφορά, πώς αλλιώς να μιλήσεις για το ανείπωτο;

Φανταστείτε ότι στέκεστε σε μια αίθουσα με αμέτρητες αντικατοπτρίσεις του εαυτού σας. Αυτή θα μπορούσε να είναι η αίθουσα των κατόπτρων. Απέναντι σας και παντού τριγύρω, ίσως να είστε μέσα του, υπάρχει ένα ρολόι, ένας μετρονόμος, μια κλεψύδρα, κάποιο όργανο που μετράει το χρόνο.

Αν συμβεί κάτι θα υπάρξει χρόνος. Όμως όλη η άμμος είναι στο πάνω μέρος της κλεψύδρας, δεν πέφτει κόκκος. Οι δείκτες του ρολογιού είναι στο δώδεκα. Το εκκρεμές είναι ακίνητο. Δεν υπάρχει χρόνος.

Αυτή είναι η αίθουσα των κατόπτρων. Και είναι το καλύτερο μέρος για να περάσεις μια Εποχή στην Κόλαση. Γιατί έχει και χειρότερα.

~~~

Το δωμάτιο της μοναξιάς είναι ένα χώρος που χωράει ακριβώς εσένα –και τίποτα άλλο. Δεν στέκεσαι όρθιος ούτε είσαι ξαπλωμένος, δεν υπάρχει πάνω-κάτω στο θάνατο. Η βαρύτητα είναι κομμάτι του χρόνου.

Το δωμάτιο της μοναξιάς είναι σαν να σε έχουν κλείσει σε μια πλαστική σακούλα και να ‘χουν ρουφήξει όλο τον αέρα από κει μέσα. Και δεν είσαι απομονωμένος, δεν είσαι μόνος, είσαι μόνο εσύ.

Δεν υπάρχει τίποτα άλλο από εσένα, κλεισμένο στην πλαστική υπαρξιακή σου σακούλα. Και το χειρότερο είναι ότι δεν νιώθεις ασφυκτικά. Γιατί δεν νιώθεις. Αυτό θα ήταν μια παρηγοριά. Το χειρότερο είναι ότι δεν νιώθεις.

Κι έτσι παγιδευμένος στο παντού και στο πάντοτε ήμουνα. Ακόμα κι οι χρόνοι των ρημάτων που χρησιμοποιώ δεν είχαν νόημα. Δεν «ήμουνα». Ούτε τότε ούτε τώρα ούτε στο μέλλον. Πιο πολύ σαν απαρέμφατο, όχι ρήμα.

~~~~

Κι ύστερα υπήρξε ένα «ύστερα». Έγινε μια κβαντική διακύμανση μέσα στο τίποτα, κάτι τόσο αλλοπρόσαλλο κι ανεξήγητο όσο η Μεγάλη Έκρηξη ή το Fiat Lux

Στην Κόλαση του τίποτα το ένιωσα σαν μια σταγόνα βροχής στην έρημο. Η έρημος ήταν μεγαλύτερη απ’ το Σύμπαν. Η σταγόνα μικρότερη από δάκρυ. Μα δημιούργησε εκείνο το Ύστερα.

Ήταν βασανιστήριο, γιατί μετά τη σταγόνα του χρόνου έπεσα πάλι στο τίποτα. Ακινητοποιημένος μέσα σε παγετώνα, πάνω σε πλανήτη με την βαρύτητα του Κρόνου, ασάλευτος μέσα σε παρκινσονικό σώμα.

Κανένας ήχος, καμία απόκριση. Σαν να ζεις ένα θαύμα που χάνεται πριν το καταλάβεις. Και μετά μια φωνή. Εκείνη του Λόρκα. Και μετά πάλι πίσω.

Και μετά φως. Βγήκα απ’ το σκοτάδι σαν ν’ ανέβαινα με άδεια πνευμόνια απ’ την άβυσσο στην επιφάνεια. Κι είδα. Το φεγγάρι!

Έπεσα πάλι πίσω. Αλλά δεν μπορούσε να με κρατήσει ο θάνατος. Είχα θυμηθεί. Χωρίς λησμονιά δεν υπάρχει θάνατος. Κι εγώ είχα θυμηθεί.

~~~~~

Αναδύθηκα στον εαυτό μου και πήρα ανάσα. Ένιωσα σαν να ρουφούσα ψυχή.

Και τότε τους είδα. Ο Εμ-Τζέι ακριβώς από πάνω μου. Μόλις μου είχε δώσει το φιλί της ζωής. Ήταν μια μικρή ανατροπή στο παραμύθι. Είχα γίνει η πριγκίπισσα, η ωραία κοιμωμένη κι ο αμίλητος πρίγκιπας με είχε φιλήσει για να με φέρει πίσω, για να με ξυπνήσει.

Ο Στεφ ήταν παραδίπλα. Είπε κάτι, δεν ήταν ισπανικά, κάτι άγνωστο, και μου έσφιξε το κεφάλι. Πόνεσα! Ήταν τόσο ωραίο αίσθημα. Πονάω, άρα ζω.

Πήγα να γελάσω, δεν τα κατάφερα.

«Ηρέμησε», είπε ο Στεφ και με κράτησε.
«Σ’ αγαπάω», του είπα στα ελληνικά.

Και μόνο αυτό το λίγο με πήρε προς τα κάτω πάλι, προς την άβυσσο. Κρατήθηκα στην επιφάνεια.

«Έχασες πολύ αίμα», είπε ο Στεφ.

Έκανα ν’ αγγίξω τον πόνο. Κατάλαβα ότι το κεφάλι μου ήταν τυλιγμένο με ρούχο.

Η σφαίρα είχε εξοστρακιστεί στο κρανίο μου. Η Έλσα δεν ήταν η καλύτερη σκοπεύτρια. Το μυαλό μας το προστατεύουν δυνατά οστά, ειδικά τους χοντροκέφαλους. Αν μια σφαίρα χτυπήσει το κρανίο με γωνία μεγαλύτερη από εκατόν είκοσι μοίρες δεν το τρυπάει, εξοστρακίζεται.

Με είχε πάρει ξώφαλτσα. Είχα μπει στο θάνατο, είχα πεθάνει για τρία λεπτά, αλλά με σώσανε οι Χιτάνος, και πάλι.

Σαν φύγανε απ’ το ερείπιο έμειναν στην περιοχή να πηγαίνουν πέρα δώθε, έτσι μου είπε. Κάτι δεν τους άρεσε. Άκουσαν τον πυροβολισμό. Δεν τους ήταν δύσκολο να φανταστούν από πού προερχόταν. Έτρεξαν πίσω.

Η Έλσα είχε φύγει. Είδαν πεσμένους κάτω δυο άντρες. Ο ένας ήταν ο Άνεμος, δεν τον ήξεραν. Ο άλλος ήμουν εγώ, να αιμορραγώ απ’ το κεφάλι.

Με φορτώσανε σε μια πόρτα παρατημένη και με πήγαν σ’ έναν εξώστη, για να πάρω αέρα και να μου δώσει το φιλί της ζωής ο Εμ-Τζέι.

«Είστε οι φύλακες άγγελοι μου», του είπα.
«Για τα λεφτά το κάνουμε. Αν πεθάνεις πώς θα μας τα δώσεις;»
«Εντάξει, μισθοφόροι άγγελοι. Η Καλαμαζού;»

Δεν την είχαν δει. Η Έλσα την είχε πάρει μαζί της.

Έκανα να σηκωθώ πάλι. Ξεκίνησα να βυθίζομαι.

«Βαστήξου, έρχονται», άκουσα τον Εμ-Τζέι να λέει.
Αλλά δεν μπορούσε να ήταν εκείνος.

Είδα μπλε και κόκκινα φώτα, μπλε και κόκκινα φώτα. Σειρήνα.

~~{2}~~

Κλασική μουσική. Μότσαρτ. Άσπρο και μαύρο. Τετράγωνα. Σκάκι. Φόντο μαύρο. Με άσπρα τετράγωνα. Φόντο άσπρο. Με μαύρα τετράγωνα. Κάθε μαύρο έχει στις τέσσερις κορυφές τέσσερα μαύρα. Στις τέσσερις πλευρές τέσσερα άσπρα. Κάθε άσπρο έχει στις τέσσερις κορυφές τέσσερα άσπρα. Στις τέσσερις πλευρές τέσσερα μαύρα.

Θα μπορούσε να είναι φως και σκοτάδι, αλλά δεν ξεχωρίζουν δεν διαχωρίζονται, δεν είναι απ’ τη μια το μαύρο κι απ’ την άλλη το άσπρο. Ανακατωμένα. Φτιάχνουν κάτι μαζί. Ασπρόμαυρο.

Νιώθω φαγούρα. Νιώθω, έχω σώμα. Μου τρέχουν τα σάλια, το νιώθω, έχω σώμα, έχω στόμα, έχω σάλια. Κι αυτά τα χέρια που ακουμπάνε στα γόνατα μου δεν θέλουν να σηκωθούν και να σκουπίσουν τα σάλια. Έχω χέρια. Έχω πόδια. Έχω ρόδες. Έχω ρόδες; Είμαι μέσα στο σκάκι. Στο σκάκι;

Είμαι ζωντανός;

~~

Βεβαιώθηκα ότι ζούσα όταν στάθηκε μπροστά μου μια εξαιρετικά αδύνατη γυναίκα. Ήταν τόσο αδύνατη που αν γύριζε στο πλάι θα εξαφανιζόταν, δύο διαστάσεις είχε. Με κοίταξε, είδε ότι την έβλεπα, κατάλαβε ότι την έβλεπα κι άρχιζε να βρίζει τόσο πρόστυχα που θα έκανε τον Μπουκόφσκι να σκίσει τα γραπτά του.

Κι αφού μ’ έβρισε αρκετά έφυγε μακριά φωνάζοντας:
«Γιατρέ, γιατρέ, γαμώ τη μάνα σου, γιατρέ. Ξύπνησε το ζόμπι, γιατρέ, γαμώ την κωλάρα σου.»

Μετά από λίγο ακούστηκαν τρεχαλητά μες στο σκάκι. Ο σβέρκος μου ήταν δεμένος με κάτι, όπως και τα μάτια μου, δεν μπορούσα να γυρίσω να κοιτάξω. Όλα δεμένα. Χέρια. Πόδια δεν ένιωθα.

Στο οπτικό μου πεδίο, που ήταν ακριβώς μπροστά, μπήκε ένας ξανθοτρίχης μουσάτος με γυαλιά και άσπρη ρόμπα. Ήταν ο γιατρός-γαμώ-τη-μάνα-σου.

Μου φώτισε τα μάτια μ’ ένα στυλό φακό.

«Μ’ ακούς;» είπε.

Είχε ωραία φωνή ζεστή. Πήγα να του πω ότι φυσικά και τον άκουγα. Αυτό που βγήκε απ’ το στόμα μου, αυτό που είπα ήταν ένα μπλιου μλι μπλα χμ σβου.

Είχα χάσει την ικανότητα της ομιλίας. Αλλά ο γιατρός-σου-γαμώ-τη-μάνα χάρηκε. Μια νοσοκόμα, μαζί με την αδύνατη γυναίκα που είχα πρωτοδεί όταν ξεκίνησα να βλέπω, στάθηκαν πίσω του. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι.

«Είναι θαύμα, γαμώ τη μάνα σου, καριόλη», είπε η αδύνατη γυναίκα κι έκανε κάτι επαναληπτικά τικ με όλο της το σώμα.

Για λίγο αναρωτήθηκα μήπως θα ήταν καλύτερο να επιστρέψω στο άσπρο μαύρο.

«Μην ανησυχείς, Μπίλη», είπε ο γιατρός. «Αυτό είναι το Ξύπνημα. Είναι παράξενο, αλλά σε λίγες μέρες θα πετάς και πάλι.»

~~~

Μου πήρε μια βδομάδα να μιλήσω και δύο να περπατήσω. Αν ήμουν παιδί θα το έκανα σε χρόνια. Μάθαινα να είμαι απ’ την αρχή. Η μητέρα μου ερχόταν κάθε μέρα να με δει. Κι ευχαριστούσε το Θεό για το θαύμα.

Από τη Σαντορίνη με πήγαν με ελικόπτερο στην Αθήνα, απευθείας στο χειρουργείο. Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής σχεδόν απεβίωσε.

Δεν πέθανα, δεν έπεσα πάλι σ’ εκείνη την Κόλαση του Ποτέ, αλλά έπαθα αυτό που λέγεται τραυματική ληθαργική εγκεφαλίτιδα, απέκτησα έναν παρκινσονικό νου –και σώμα. Είχαν κλειδώσει όλοι οι μυς, εκτός από εκείνους που εξασφαλίζουν την επιβίωση, όλους όσοι λειτουργούν ασυνείδητα. Χάθηκα σε μια Αλάσκα, σ’ ένα παγωμένο κόσμο, όπου η συνείδηση μου περίμενε να συμβεί κάτι για να βγει απ’ την κατάψυξη.

Έμεινα έτσι παγωμένος για τρία χρόνια. Κάτι που δεν μπορούσα να πιστέψω μετά. Κι ήμουν τυχερός. Άλλοι με εγκεφαλίτιδα μπορεί να ξεπαγώσουν μετά από τριάντα ή και σαράντα χρόνια, και να βρεθούν σ’ έναν άγνωστο κόσμο, σ’ ένα άγνωστο σώμα, με την ψυχή που είχαν πριν τριάντα χρόνια.

Εγώ ήμουν τυχερός. Τρία χρόνια ήμουν στην πτέρυγα του νευρολογικού κι ανίατου του Άγιου Κοσμά. Κι ίσως να έμενα εκεί για πάντα. Αλλά έτυχε να διοριστεί ένας νεαρός νευρολόγος, ο Κοτζιάς, που ήταν και σινεφίλ. Εκείνος είχε την ιδέα να μου δώσει λεβοντόπα.

Η λεβοντόπα είναι πρόδρομος της ντοπαμίνης. Τη δίνουν σ’ όσους πάσχουν από Πάρκινσον ή ιογενή εγκεφαλίτιδα. Η δική μου περίπτωση ήταν διαφορετική, αφού την ακινησία την είχε προκαλέσει ο τραυματισμός.

Η μητέρα μου υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση κι ανέλαβε κάθε ευθύνη, πριν μου χορηγήσουν λεβοντόπα.

Μου έδωσαν ένα γραμμάριο την πρώτη μέρα. Έφτασαν μέχρι τα τέσσερα τις επόμενες. Τίποτα δεν γινόταν. Κι ένα πρωινό, χωρίς λογική εξήγηση, το νευρικό μου σύστημα ξεπάγωσε κι έγινα άνθρωπος ξανά.

Πάντα ήθελα δυο καφέδες το πρωί, για να ξυπνήσω. Χρειάστηκα και λίγη παραπάνω L-Dopa.

~~~~

Καθώς πλησίαζε ο καιρός για το εξιτήριο ένιωθα διαρκώς χαρούμενος και σε απόλυτη εγρήγορση. Κι είχα ένα αίσθημα απόλυτης ευφορίας. Ήταν σαν να ήμουν στον Παράδεισο. Κι ο Παράδεισος ήταν μια νευρολογική κλινική.

Ρίξανε τη δόση και μπόρεσα να ισορροπήσω λιγάκι. Ο Κοτζιάς παραδέχτηκε ότι ήμουν έτοιμος να φύγω. Αλλά δεν ήθελε να με χάσει. Ήμουν το θαύμα του, ο Λάζαρος που επέστρεψε απ’ τους νεκροζώντανους.

«Τι έγινε τα τελευταία τρία χρόνια; Τι έχασα;» τον ρώτησα το τελευταίο πρωινό που ξυπνούσα εκεί.
«Τίποτα το ιδιαίτερο», είπε ο Κοτζιάς. «Να σου πω την αλήθεια, το πιο ενδιαφέρον πράγμα για μένα ήταν το δικό σου Ξύπνημα.»

~~~~~

Ήρθε η μητέρα μου κι έφερε καινούρια ρούχα, στο γούστο της πάντα. Μόλις ντύθηκα μου άφησε και κάτι στο χέρι.

«Αυτό είναι δικό σου. Το είχες μέσα στο παπούτσι σου.»

Ήταν το χρυσό νόμισμα, το εικοσαδόλαρο με τον αετό. Θυμήθηκα τον Άνεμο. Το έψαχνε με μανία. Είχε κάποια αξία λοιπόν.

~~~~~~

Το απόγευμα άφησα τη μάνα μου στο ξενοδοχείο και κατέβηκα στην Ομόνοια. Είχε τρομακτική ζέστη, κανείς δεν κυκλοφορούσε έξω.

Μέχρι να φτάσω εκεί που ήθελα έφαγα ό,τι τζανκ φουντ βρήκα, μαζί μ’ ένα παγωτό και μια σοκολάτα. Οι γεύσεις ήταν πολύ πιο έντονες από πριν. Δεν ξέρω αν έφταιγε η λεβοντόπα ή ότι είχα πεθάνει. Στο θάνατο δεν έχει ούτε σοκολάτες ούτε κορίτσια ούτε λεωφόρους. Είναι καλύτερο να ζεις.

Μπήκα στο πρώτο μαγαζί που είχε μεταχειρισμένα και χρυσαφικά. Όλοι ήξεραν ότι ήταν ενεχυροδανειστήριο και κλεπταποδοχείο. Το ήξεραν οι κλέφτες, το ήξεραν οι μπάτσοι, το ξέραμε κι εμείς.

Ο μαγαζάτορας ήταν ένας νάνος. Για να φτάνει στη βιτρίνα πατούσε πάνω σ’ ένα σκαλοπάτι.

«Έχω κάτι για πούλημα», του είπα.
«Δεν αγοράζω», είπε ο νάνος.
«Εντάξει. Για δες το μήπως μπορείς να το φτιάξεις. Έχει γρατζουνιστεί.»

Άφησα στον πάγκο το εικοσαδόλαρο. Εκείνος φάνηκε να γοητεύεται αρχικά απ’ το χρυσό. Μα μόλις το πιασε στα χέρια του πάγωσε.

Αν τον είχα προειδοποιήσει ίσως να το έκανε πιο κρυφά, πιο διακριτικά, και να μου έλεγε ότι αξίζει δέκα χιλιάδες δολάρια. Όμως εκείνος σάστισε σαν να έβλεπε τη Χιονάτη. Του το άρπαξα απ’ το χέρι.

«Δεν πειράζει», του είπα, «θα το πάω κάπου αλλού, μήπως το αγοράσουν.»
«ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ!» φώναξε ο νάνος κι είχε φωνή τενόρου.

Πάτησε ένα κουμπί και κατέβηκε η σιδεριά στη βιτρίνα.

«Θα σε κοροϊδεύσουν», είπε.
«Κι εσύ όχι;»
«Όχι. Αλλά θα πάρω ποσοστό. Δέκα τοις εκατό.»
«Τι είναι;»

Γέλασε και μου εξήγησε. Ο Διπλός Αετός του 1933 είναι ένα απ’ τα πιο σπάνια νομίσματα του κόσμου. Αρχικά είχαν φτιαχτεί πολλές χιλιάδες, αλλά τα έστειλαν για λιώσιμο ξανά. Γλίτωσαν μόνο είκοσι δύο κι απ’ αυτά τα εννιά καταστράφηκαν. Υπάρχουν 13 Διπλοί Αετοί σ’ όλον τον κόσμο. Τα 12 ανήκουν στο κράτος των ΗΠΑ. Μόνο ένα κυκλοφορεί ιδιωτικά, και το είχε για πολύ καιρό ο Φαρούκ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου. Όμως είχε κλαπεί κι είχε εξαφανιστεί.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι NNC-US-1933-G20-Saint_Gaudens.jpg

«Μέχρι σήμερα», είπε ο νάνος και μου ζήτησε να το ξαναδεί.
«Είναι σίγουρα αυτό;»

Με κοίταξε απαξιωτικά.

«Η ποιότητα του χρυσού είναι χαρακτηριστική. Έχει ενενήντα τοις εκατό χρυσάφι και δέκα τοις εκατό χαλκό. Δως μου.»
Το έβαλε σε μια ζυγαριά και το έλεγξε. Μετά το παρατήρησε στο φως του μεγεθυντικού φακού.

«Ναι» είπε τελικά, «είναι υπέροχο, είναι…»
«Πόσο κοστολογείται;»
«Δεν κοστολογείται. Τι νομίζεις; Εξαρτάται απ’ το συλλέκτη. Ίσως να ενδιαφέρεται ο Γουέιτζμαν.»
«Πες ένα νούμερο.»
«Θα πάρω το δέκα τοις εκατό.»
«Πάνω κάτω πες.»
«Στρογγυλοποιημένα… Από οκτώ έως δέκα εκατομμύρια.»
«Δέκα εκατομμύρια. Δεν είναι κι άσχημα», του είπα.

Ο νάνος απόρησε. Μετά κατάλαβε την παρεξήγηση.

«Συγνώμη», είπε χωρίς να κρύβει το χαμόγελο. «Όχι δραχμές. Δέκα εκατομμύρια δολάρια.»

Κάπου εκεί μου κόπηκε η ανάσα. Και μου πήρε δέκα δευτερόλεπτα για ν’ αναπνεύσω ξανά.

~~~{3}~~~

Τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά σίγουρα κάνουν πιο ευχάριστη τη δυστυχία. Ήμουν σίγουρος γι’ αυτό στο αεροδρόμιο του Φουναφούτι, της κεντρικής ατόλης του Τουβαλού.

Ο νάνος χρειάστηκε λίγους μήνες για να βρει τον κατάλληλο συλλέκτη. Το πούλησε οκτώ εκατομμύρια, έτσι μου είπε. Βρέθηκα με εφτά εκατομμύρια σε ελβετική τράπεζα.

Το πρώτο που έκανα ήταν ν’ αγοράσω εισιτήριο για το Τουβαλού. Θα πήγαινα μόνος μου τελικά, αλλά θα πήγαινα. Χρειάστηκε ν’ αλλάξω τρεις πτήσεις. Το τελευταίο αεροπλάνο το πήρα απ’ το Νάδι, στα Φίτζι. Ήταν ένα Dash-8, μεγέθους λεωφορείου, με δύο έλικες. Οι επιβάτες ήμασταν τρεις όλοι κι όλοι, όσοι και το πλήρωμα.

Το αεροδρόμιο του Φουναφούτι ήταν μικρότερο απ’ της Νάξου. Η ατόλη που είναι η πρωτεύουσα έχει πέντε χιλιάδες πληθυσμό και τους λιγότερους τουρίστες από κάθε άλλη χώρα.

Γιατί είχα πάει; Πριν συναντήσω τον Χουάν δεν το ήξερα καν, δεν το είχα ακουστά. Αλλά μετά είχε γίνει κάτι σαν τάμα, όπως οι μουσουλμάνοι πάνε στη Μέκκα και οι χριστιανοί στους Άγιους Τόπους. Έπρεπε να περπατήσω εκεί.

Στη μάνα μου δεν είχα πει τίποτα. Πάω διακοπές, αυτό. Σε κανέναν δεν είπα. Δεν είχα κανέναν. Μόνο στην υπάλληλο του γραφείου

«Τουβαλού;» είχε ρωτήσει. «Πού είναι αυτό;»

Το έψαξε στον υπολογιστή της. Το βρήκε. Απόρησε περισσότερο.

«Επιστήμονας είστε», μου είχε πει.
«Επιστήμονας; Γιατί;»
«Γράφει ότι υπάρχει εκεί το κέντρο μελέτης του μπλε σκουληκιού.»
«Τι ‘ν’ αυτό;»
«Κάποιο σκουλήκι μάλλον», είπε η Τζίνα.

Πέρα απ’ τη Τζίνα κανείς άλλος δεν ήξερε πού βρισκόμουν. Είχα απομείνει μόνος, πιο μόνος από ποτέ. Και μου άρεσε. Αν μπορούσα να γίνω αστροναύτης και να βρεθώ στον Άρη για να καλλιεργώ πατάτες Νάξου, θα το έκανα. Δεν ήθελα να έχω σχέση με τους ανθρώπους, δεν ήθελα ούτε έρωτα.

Ο τρίλεπτος θάνατος και ο τρίχρονος εγκλεισμός θα έπρεπε να με είχαν κάνει ν’ αποζητώ τη συντροφιά. Δεν ξέρω αν φταίει που είμαι ανισόρροπος, αλλά είχε συμβεί το αντίθετο. Είχα πάει στο πιο μακρινό νησί του κόσμου και σκόπευα να μείνω εκεί.

Θ’ αγόραζα ένα σπιτάκι κοντά στη θάλασσα, όλα είναι κοντά στη θάλασσα στο Φουναφούτι και θα περνούσα τις ώρες μου στην παραλία, ντυμένος με τον ήλιο. Απραξία. Αυτό ήθελα.

Υπήρχε και κάτι ακόμα που με είχε οδηγήσει εκεί. Δεν ήθελα να το πω ούτε ψιθυριστά, δεν ήθελα να το σκέφτομαι, δεν ήθελα να το θυμάμαι, αλλά ό,τι κι αν έκανα παρέμενε εκεί:
Προσπαθούσα να κρυφτώ. Είχα κάνει συμφωνία με το διάβολο και την είχα αθετήσει.

~~

Το ξενοδοχείο μου ήταν ένα συγκρότημα από πέντε στούντιο στη σειρά. Όταν πήγα ήταν κατειλημμένο άλλο ένα. Έμενε ένας Γάλλος υδροβιολόγος, που τον συνάντησα στην είσοδο. Τον είδα με τα βιβλία του και τα όργανα να ετοιμάζεται να βγει.

«Μελετάτε τα σκουλήκια;» του είπα.
«Τα ποια;»
«Τα μπλε σκουλήκια.»
«Χέλια είναι», είπε σχεδόν προσβεβλημένος. «Τα O. triserialis nani είναι χέλια.»
«Κι είναι μπλε;»

Δεν απάντησε. Έφυγε χολωμένος.

Το στούντιο ήταν ευπρεπέστατο. Είχε δορυφορική τηλεόραση που έπιανε μόνο κινέζικα κανάλια. Είχε και VHS, με δυο κασέτες πάνω. Μία ερωτική και μία για τα μπλε σκουλήκια, μάλλον χέλια. Έβαλα τη δεύτερη και ξάπλωσα.

Ήταν μεσημέρι, αλλά είχα μπερδευτεί διασχίζοντας τόσες ζώνες ώρας. Έκλεισα τα μάτια για να ξεκουραστώ. Κοιμήθηκα.

~~~

Μια πολύ ευχάριστη παρενέργεια της λεβοντόπας είναι τα όνειρα. Η έξτρα ντοπαμίνη σε κάνει να βλέπεις πιο έντονα όνειρα. Περισσότερα χρώματα, μυρωδιές και γεύσεις, πολύ έντονα συναισθήματα, και το καλύτερο: Μυθιστορηματική πλοκή.

Κι έβλεπα στον ύπνο μου τον Ρόκι, το σκύλο μου, αλλά δεν ήταν δελφίνι όπως τον είχα δει παλιότερα, ήταν σκυλόψαρο. Ήταν μέσα σε φέρετρο κι έλεγε: «Με πονάει το κεφάλι μου.»

«Τι έχεις;» τον ρώτησα.
«Σκουλήκια», είπε ο Ρόκι.

Κι άνοιξε το στόμα του. Από μέσα έβγαιναν σκουλήκια που έμοιαζαν πιο πολύ με φύκια και μύριζαν έτσι, θάλασσα.

«Με συγχωρείς», του είπα.
Ένιωθα ότι έφταιγα.

~~~~

Ξύπνησα και ήταν ακόμα μέρα. Είχε ζέστη κι υγρασία μαζί. Ο αέρας μύριζε θάλασσα. Η μέση θερμοκρασία στο Φουναφούτι, όλο το χρόνο, είναι τριάντα βαθμοί Κελσίου, δεν υπάρχει χειμώνας και καλοκαίρι.

Ντύθηκα και βγήκα έξω να περπατήσω. Το Φουναφούτι είναι μια μακρόστενη ατόλη, μια λωρίδα γης στη μέση του μεγαλύτερου ωκεανού. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος. Στο στενότερο κομμάτι της απ’ τη μια μεριά της θάλασσα ως την άλλη είναι είκοσι μέτρα, σχεδόν όσο ο δρόμος. Και μέγιστο υψόμετρο έχει τρία μέτρα.

Ξεκίνησα να περπατάω προς τον ήλιο, ενώ σκεφτόμουν ότι δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακό μέρος. Ήταν ένας μπορχικός λαβύρινθος. Ο Μπόρχες το είχε πει: Ο χειρότερος λαβύρινθος αποτελείται από μια ευθεία. Δεν μπορείς να χαθείς.

Τα κύματα ακούγονταν να σκάνε στην ακτή κι απ’ τις δύο πλευρές. Το νερό βρισκόταν δεξιά κι αριστερά, δεκαπέντε μέτρα απ’ τη μια, δέκα απ’ την άλλη, αυτός ήταν κι ο λόγος που τον προτιμούσαν τα μπλε χέλια.

Ο δρόμος ήταν γεμάτος από μικρές τρύπες. Ήξερα γιατί. Το Φουναφούτι ήταν το μοναδικό μέρος αναπαραγωγής των μπλε χελιών, που ήταν κάτι σαν ζωντανό απολίθωμα, πολύ αρχαίος οργανισμός.

Όπως τα ευρωπαϊκά χέλια γεννάνε στη θάλασσα των Σαργασσών, έτσι και τα Κυανά γεννάνε στο Τουβαλού.

Το παράξενο μ’ αυτά τα χέλια είναι ότι τα αρσενικά πάνε απ’ την ανατολική πλευρά, την πλευρά του ανοικτού ωκεανού. Τα θηλυκά πάνε απ’ τη δυτική πλευρά, την πλευρά της λιμνοθάλασσας, που είναι ανοικτή.

Στ’ ανατολικά, τα αρσενικά αδειάζουν το σπέρμα τους. Στα δυτικά, τα θηλυκά γεννάνε τα αβγά. Εκείνη τη μέρα η μια πλευρά του νησιού είναι άσπρη και η άλλη κοκκινωπή.

Τα δύο φύλα των χελιών δεν συναντιούνται ποτέ. Δεν κάνουν έρωτα, δεν ψιθυρίζουν ερωτόλογα, δεν ανταλλάσουν κάρτες του Αγίου Βαλεντίνου ούτε όρκους αιώνιας αγάπης, δεν τσακώνονται, δεν τα ξαναβρίσκουν.

Τ’ αγόρια χύνουν και πεθαίνουν. Τα κορίτσια γεννάνε και πεθαίνουν. Τόσο κοντά, τόσο μακριά. Ποτέ δεν συναντιούνται.

Όμως το Φουναφούτι και τα υπόλοιπα στο Τουβαλού είναι ατόλες. Αυτό σημαίνει ότι είναι κοραλλιογενή κι από κάτω είναι διάτρητα.

Ώσμωση. Τα ίδια τα χέλια, τα ενήλικα άτομα, παρότι δεν ξεπερνάνε τα δέκα εκατοστά, δεν χωράνε να περάσουν. Χωράνε τα αβγά τους και το σπέρμα τους.

Κάτω απ’ το Τουβαλού ενώνεται το θηλυκό με το αρσενικό. Γονιμοποιούνται τα αβγά. Και φυσικά δεν υπάρχει κανένας θηρευτής να τα απειλεί.

Τα αβγά σκάνε τρία φεγγάρια μετά, στην πανσέληνο πάντα, και οι νύμφες που είναι μπλε βγαίνουν μέσα απ’ το χώμα του νησιού. Πλημμυρίζουν τα πάντα εκείνη τη μέρα. Κι οι ντόπιοι την έχουν γιορτή. Είναι η Μπλε Νύχτα και κανείς δεν επιτρέπεται να βγει απ’ το σπίτι του.

Τα μικροσκοπικά χέλια, δεκάδες δισεκατομμύρια, πέφτουν στη θάλασσα.

Αυτό που μελετάνε οι επιστήμονες κι ακόμα πιο πολύ τους παραξενεύει, είναι ότι τα μισά πέφτουν στην μεριά της λιμνοθάλασσας, τ’ άλλα στη μεριά του ωκεανού. Κι ενώ ακόμα δεν έχουν γεννητικά όργανα ξεχωρίζουν την πορεία τους, χωρίζονται. Αυτά που πέφτουν ανατολικά θα επιστρέψουν ως αρσενικά, αυτά που πέφτουν δυτικά θα επιστρέψουν ως θηλυκά.

Τα μικρά που θα γίνουν αρσενικά πάνε στη Χιλή, όπου θεωρούνται σπουδαίος μεζές. Τα μικρά που θα γίνουν θηλυκά πάνε στην Κίνα, όπου θεωρούνται σπουδαίος μεζές.

Όσα επιβιώσουν επιστρέφουν στο Τουβαλού για αναπαραγωγή και για θάνατο.

Αυτή είναι η μοίρα των Κυανών Χελιών, που είναι πιο παλιά απ’ τους δεινόσαυρούς. Κι εγώ αναρωτιόμουν μήπως είναι μοίρα όλων των πλασμάτων. Μήπως ποτέ δεν συναντιόμαστε.

~~~~~

Η Μπλε Νύχτα ήταν σ’ ένα μήνα, στην επόμενη πανσέληνο, και σκεφτόμουν ότι θα ήμουν εκεί για να τη δω. Για την ώρα περπατούσα μέσα στην κάψα.

Ο ήλιος δημιουργούσε Φάτα Μοργκάνα στην άσφαλτο. Έμοιαζε ο ουρανός ν’ αντανακλάται κάτω, λες και είχαν κατέβει τα Ουράνια στη Γη.

Κι από κει μέσα, είδα μέσα στον αντικατοπτρισμό, τρεις φιγούρες λεπτές σαν κλωστές. Έρχονταν προς το μέρος μου. Δεν υπήρχε κι άλλος δρόμος να πάνε. Μισόκλεισα τα μάτια για να δω καλύτερα.

Ανατρίχιασα, κι ας είχε 35 βαθμούς. Δεν είχα καταλάβει τι έβλεπα ακόμα, αλλά ο εγκέφαλος βλέπει πριν απ’ τη συνείδηση. Χρειαζόμουν λίγο χρόνο να επεξεργαστώ το θέαμα των τριών, ίσως για να πιστέψω στα μάτια μου.

Κι αλήθεια για λίγο φαντάστηκα ότι ο σκύλος μου ο Ρόκι θα εμφανιζόταν ανάμεσα τους, παίζοντας καστανιέτες με τα μπροστινά του πόδια.

Δεν θα ήταν και τόσο παράξενο. Γιατί αυτοί που είδα να πλησιάζουν απ’ τον νότο του Φουναφούτι ήταν γνωστοί. Να συναντήσεις έναν γνωστό στο Τουβαλού, τυχαία, είναι λιγότερο πιθανό απ’ το να σου πέσει στο κεφάλι μια μπάλα από τιτάνιο, εξάρτημα Ρωσικού δορυφόρου.

Το να συναντήσεις τρεις γνωστούς είναι σαν να σε χτυπήσει ολόκληρος ο δορυφόρος.

Κι όμως τους είχα εκεί μπροστά μου. Τους τρεις Χιτάνος, που με είχαν σώσει απ’ τους Αμερικάνους στα Χανιά. Τους Χιτάνος που μου είχαν δώσει το φιλί της ζωής.

Μέσα στη Φάτα Μοργκάνα έμοιαζαν να έχουν αμυγδαλοειδείς αύρες ή σαν να έχουν φτερά. Ήταν ο Στεφ κι ο Εμ-Τζέι. Ήταν κι ο Μπίκο. Ήταν στο Τουβαλού και με πλησίαζαν χαμογελώντας.

Δεν γύρισα να τρέξω. Πού να πάω; Η ευθεία είναι ο χειρότερος λαβύρινθος.

~~~~{4}~~~~

Στο Φουναφούτι δεν πρόκειται να βρεις μπιτς μπαρ, παρότι όλη η ατόλη είναι δύο παραλίες.

Είχαμε κάτσει, τέσσερις ξένοι, έξω από ένα παντοπωλείο, ένα μαγαζάκι με πέντε ράφια, τρώγαμε SPAM και πίναμε κοκακόλα.

Σ’ αυτό το νησιωτικό σύμπλεγμα δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ζώα εκτροφής, τι να φάνε; Μόνο λίγα γουρούνια υπάρχουν και είναι περισσότερο σαν κατοικίδια. Επιπλέον δεν υπάρχει ζάχαρη ή μέλι ή κάποια γλυκαντική ουσία.

Για πρωτεΐνη βασίζονταν στα ψάρια. Για ζάχαρη σ’ ένα ενδημικό φρούτο, το πάου πάου, που είναι γλυκό και δηλητηριώδες. Περιέχει ανονακίνη, μια νευροτοξική ουσία που η χρόνια κατανάλωση της προκαλεί εγκεφαλίτιδες παρόμοιες με το Πάρκινσον ή με αυτό που είχα πάθει για τρία χρόνια.

Έτσι έτρωγαν ελάχιστο κρέας και ελάχιστη ζάχαρη, σχεδόν καθόλου. Αυτά άλλαξαν όταν οι Αμερικάνοι έριξαν την ατομική βόμβα. Τότε οι Γιαπωνέζοι αποσύρθηκαν απ’ τα νησιά και τ’ ανέλαβαν οι ΗΠΑ. Μαζί με τον στρατό πήγαν τις κονσέρβες SPAM και την κοκακόλα.

Οι Τουβαλιανοί εθίστηκαν. Πλέον στη χώρα θεωρείται πλούσιος εκείνος που μπορεί να σου κάνει το τραπέζι και ν’ ανοίξει μόνο κονσέρβες SPAM. Κι όλοι πίνουν κοκακόλα. Διαρκώς. Η ζάχαρη είναι το πιο σκληρό ναρκωτικό.

Όπως έπινα τη δική μου σ’ εκείνο το παντοπωλείο κοιτούσα τους συνδαιτυμόνες μου κι αναρωτιόμουν πόσο στημένη ήταν η παρτίδα.

~~

«Πρέπει να φύγεις αμέσως», είπε ο Μπίκο.

Χαιρόμουν που τον έβλεπα. Τον είχα δώσει στην αστυνομία κι αισθανόμουν άβολα μ’ αυτό, αλλά ήταν ωραίος τύπος, μου ‘χε λείψει σχεδόν.

«Το αμέσως στο Τουβαλού είναι σχετικό», του είπα. «Πότε φεύγει το επόμενο αεροπλάνο; Μεθαύριο;»
«Φύγε με πλοίο.»
«Σιγά μη φύγω και κολυμπώντας. Είμαστε στη μέση του Ειρηνικού.»

Ήπια λίγη κοκακόλα. Η ζάχαρη έκανε τα δόντια μου να πονάνε. Άραγε είχαν οδοντίατρο στο νησί;

Ο Εμ-Τζέι έκανε κάποια νοήματα. Κατάλαβα πάνω κάτω τι έλεγε πριν να μου εξηγήσουν. Ήταν κάτι σαν: «Δεν καταλαβαίνει. Πρέπει να τον πάρουμε με το ζόρι.»

«Αυτό που δεν καταλαβαίνω», είπα δείχνοντας τους, «είναι πώς στο διάολο βρεθήκατε εδώ; Με ακολουθήσατε; Κι εσύ δεν ήσουν φυλακή;»

Έφαγα μια κουταλιά SPAM. Ήταν αηδιαστικό. Αλλά δεν είχα φάει τίποτα τις τελευταίες ώρες, οπότε ήταν καλό.

«Μπίλη», έκανε ο Στεφ σαν να προσπαθούσε να με καθησυχάσει. «Τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα απ’ όσο μπορείς να καταλάβεις.»
«Εσύ είσαι ο αρχηγός τελικά;»
«Δεν έχουμε ιεραρχία.»
«Τι είστε; Ο μυστικός στρατός των Ισπανών τσιγγάνων. CIA; Τρομοκράτες;»

Ο Εμ-Τζέι είχε διαβάσει τα χείλη μου. Έκανε νόημα ότι ήμουν τρελός κι όχι χαζός.

«Μπίλη, αν νομίζεις ότι ο κόσμος σου είναι σκατά, πού να δεις και τους άλλους.»
«Των άλλων ανθρώπων;»
«Των άλλων Κόσμων.»

Δεν έκανε πλάκα. Μάλλον εκείνος ήταν τρελός.

«Το βασικό θέμα είναι», είπε ο Μπίκο, «ότι μέχρι να φύγεις και να φύγουμε, μεθαύριο έστω, δεν γίνεται να πας πιο κάτω στο δρόμο.»
«Γιατί;»
«Απαγορεύεται, γι’ αυτό.»

Είδα τον Εμ-Τζέι να τον μαλώνει. Κατάλαβα γιατί.

Γιατί ήμουν άνθρωπος και ήμουν νέος. Αν πεις σ’ έναν νέο ότι απαγορεύεται να κάνει κάτι είναι σαν να του θέτεις το ερώτημα: Θα το κάνεις ή είσαι κότα;

Είναι το Παράδοξο της Γένεσης. Ο Κήπος της Εδέμ ήταν απέραντος. Χιλιάδες δέντρα. Αν έμεναν όλα απλώς Δέντρα, τότε η πιθανότητα να φάνε το Μήλο οι Πρωτόπλαστοι ήταν μηδενική.

Αλλά ο Παντογνώστης που μάλλον δεν σκάμπαζε τίποτα από ανθρώπινη ψυχολογία, ήταν λιγάκι αψυχολόγητος όπως λένε, τι έκανε; Τους είπε: Μπορείτε να τρώτε απ’ όλα. Εκτός από Εκείνο. Και τους το έδειξε.

Πάλι καλά που δεν έβαλε νέον πινακίδες ν’ αναβοσβήνουν από πάνω του: Φάε με, Φάε με. (Αυτό μπορεί να λειτουργούσε κι αποτρεπτικά.)

Έτσι κι εγώ, ως άλλος Αδάμ, μόλις άκουσα ότι απαγορεύεται να πάω παρακάτω ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Αλλά δεν τους το είπα. Συμφώνησα να επιστρέψω στο ξενοδοχείο.

«Εσείς πώς με βρήκατε; Δεν μου είπατε», τους ρώτησα καθώς περπατούσαμε προς το βορρά.
«Το πρόβλημα σου δεν είμαστε εμείς. Ας πούμε ότι εμείς είμαστε οι καλοί της ιστορίας.»
«Κι εγώ είμαι ο κακός;»
«Εσύ είσαι η πριγκίπισσα, το έπαθλο.»

Δεν ήθελαν να μου πουν περισσότερα, δεν χρειαζόταν να ξέρω περισσότερα, έτσι λέγαν. Με συνόδευσαν πίσω στο ξενοδοχείο και περίμεναν να μπω στο δωμάτιο μου. Είχε σχεδόν νυχτώσει. Άνοιξα την τηλεόραση και την έβαλα δυνατά. Στο κινέζικο κανάλι έδειχνε κάτι που έμοιαζε με σεισμό 8.1 Ρίχτερ στη Νέα Ζηλανδία. Και αναβόσβηνε με κόκκινα μια προειδοποίηση. Διεθνής λέξη. Τσουνάμι.

~~~

Κανένα κελί δεν μπορούσε να με κρατήσει μακριά απ’ το Απαγορευμένο. Το παράθυρο του μπάνιου έβλεπε πίσω. Περίμενα να νυχτώσει για τα καλά και πήδηξα έξω. Τους είδα να στέκονται στην μπροστά αυλή και να μιλάνε. Οι λέξεις που άκουσα δεν ήταν ισπανικές. Ίσως τσιγγάνικα. Έμοιαζαν πιο αρχαία, σαν σανσκριτικά, αλλά λένε πως από εκεί ξεκίνησαν οι τσιγγάνοι. Το πιο παράξενο δεν ήταν η γλώσσα που μιλούσαν. Το παράξενο ήταν ότι άκουγα τρεις φωνές. Η μία ήταν του Εμ-Τζέι.

Έφυγα τρέχοντας σκυφτός, με τα παπούτσια στο χέρι για να μη μ’ ακούσουν. Πήγαινα προς τα νότια, όπου υπήρχε μια φήμη για πανσέληνο κι απαγορευμένα φρούτα.

Πέρασα το παντοπωλείο με τα Spam κι είχα προχωρήσει αρκετά, όταν πάτησα το πρώτο. Ήταν σαν να ‘χα λιώσει μια μύξα. Κοίταξα την πατούσα μου. Φωσφόριζε γαλάζια.

Συνέχισα παρακάτω, λίγο πιο αργά, και τότε ξεκίνησε το θαύμα.

Μπροστά μου και πίσω μου, παντού στην ευθεία της ατόλης, ξεκίνησαν να βγαίνουν απ’ το χώμα γαλάζιες φωσφορίζουσες κλωστές. Αναβόσβηναν, όπως οι πυγολαμπίδες, αλλά ήταν μακρουλές λάμψεις.

Οι προνύμφες, οι λάρβες των χελιών έβγαιναν μέσα απ’ το χώμα. Είχαν εκκολαφτεί είκοσι εννιά μέρες νωρίτερα απ’ το προβλεπόμενο.

Σταμάτησα για να θαυμάσω –και για να μην πατήσω κάποια. Ήταν κάτι που μόνο με τριπλή δόση LSD, μαζί με πεγιότ και αμανίτα μουσκάρια, μπορούσες να δεις.

Ένας διάδρομος γαλάζιων λάμψεων μπροστά και πίσω μου που αναβόσβηναν συγχρονικά. Τα χέλια είχαν συντονίσει την περιοδικότητα κι αυτό που σχηματιζόταν ήταν ένα γαλάζιο κύμα απ’ το βορρά προς το νότο, και παραδίπλα προς την Πανσέληνο.

Το Βόρειο Σέλας δεν άξιζε ούτε μια δεκάρα σε σχέση μ’ αυτό που είχαν δημιουργήσει τα σκουλήκια. Γιατί ο ουρανός αντανακλούσε την γαλαζωπή αύρα κι έφτιαχνε θέαμα που ελάχιστοι άνθρωποι είχαν δει. Μήπως γι’ αυτό δεν ήθελαν τουρίστες στο Τουβαλού; Μπορεί να ήταν ένα οικογενειακό μυστικό.

Το πιο υπέροχο ήταν ότι η λάμψη των χελιών είχε ρυθμό. Ήταν μουσική από φως. Δεν αναβόσβηναν χαοτικά. Γρήγορα κατάλαβα το ρυθμό, ήταν η Ακολουθία Φιμπονάτσι: 5, 3, 2, 1, 1, 0.
Και μετά πάλι αντίστροφα: 0, 1, 1, 2, 3, 5.

Καθόλου πρωτότυπο, όλο το Σύμπαν είναι στημένο πάνω στη Φιμπονάτσι. Μερικά δισεκατομμύρια από προνύμφες χελιών έπαιζαν μουσική με φως όλες μαζί, χωρίς να χάνουν ούτε χτύπο.

Αλλά πάνω που είχα συνηθίσει το ρυθμό είδα ότι άρχισε να χάνεται. Ένα στιγμιαίο χάος φωτός, ένα ανακάτωμα για λίγο. Και μετά η αποκάλυψη:
Οι δυο πλευρές του φωτεινού ποταμιού άρχισαν να διαχωρίζονται.

Αυτά που πήγαιναν να πέσουν στα ανατολικά, στον ωκεανό, και να επιστρέψουν κάποτε ως αρσενικά συνέχιζαν με το 5, 3, 2, 1, 1, 0.
Εκείνα που πήγαιναν προς τη λιμνοθάλασσα, για να επιστρέψουν κάποτε ως θηλυκά, άλλαξαν ρυθμό. Πάλι Φιμπονάτσι, αλλά κόντρα: 0, 1, 1, 2, 3, 5.

Έγιναν δύο ρεύματα που αναβόσβηναν σε διαφορετικούς ρυθμούς, αλλά οι κοινοί τόνοι, έδιναν τη μουσική.

Αν παιζόταν σε μουσική θα ήταν έτσι

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι fibona-copy-1.jpg

Και το θηλυκό με το αρσενικό διαχωρίστηκε έτσι, τραγουδώντας, παίζοντας μουσική, έστω με φως, γιατί τι είναι η μουσική πέρα από ρυθμό.

Είχαν διαχωριστεί, αλλά κρατούσαν τον ρυθμό τους, ήταν σε απόλυτο συγχρονισμό, κάτι σαν υπόσχεση επιστροφής, αιώνιας σύνδεσης.

Ύστερα το ένα κομμάτι, το 5, 3,2,1,1 άρχισε να πέφτει στον ωκεανό. Το άλλο στη λιμνοθάλασσα και ν’ απλώνονται εκεί μέσα, μια πανδαισία που απλωνόταν με ρυθμό στο νερό, απλωνόταν προς τις δυο μεριές βάφοντας μαζί και τον ουρανό.

Κι ήμουν ευτυχισμένος που το είχα δει. Αν είχα πάθει και κάνει τόσα χρόνια, μόνο για να δω αυτό το θέαμα, ήμουν ευτυχισμένος. Είχα μείνει εκεί ακίνητος, μέσα σε μια απέραντη τελειότητα.

~~~~

Δεν άργησε πολύ να σβήσει το υπερθέαμα. Δεν ξέρω πόσο ακριβώς κράτησε και δεν έχει σημασία.

Τότε αναβόσβησε στο μυαλό μου ένα λαμπάκι. Ήταν ένα από εκείνα τα μικρά, αλλά σημαντικά, που σου λένε ότι κοντεύει να τελειώσει η βενζίνη.

Θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει παλιότερα, στο σχολείο ίσως. Βιοφωταύγεια. Η ικανότητα των ζωντανών οργανισμών να παράγουν φως. Πώς το κάνουν;

Στάθηκα και παρατηρούσα τις μπλε λάρβες να εξαφανίζονται στη θάλασσα.

Πώς το κάνουν; Πώς παράγουν φως; Μου ήρθε στο νου σαν εικόνα η καθηγήτρια βιολογίας, η Ανετάκη, μια ψηλή καθηγήτρια, αντρογυναίκα, να λέει:
«Είναι η οξείδωση μιας ομάδας χημικών ουσιών που τις λέμε… Εωσφορίνες ή λουσιφερίνες.»

Όλο εκείνο δεν ήταν ακριβώς θαύμα θεϊκό. Πιο πολύ ο Εωσφόρος έπρεπε να πάρει τα εύσημα. Το Τουβαλού ολόκληρο γιόρταζε τη Νύχτα του Εω-φωσφορισμού. Κι εγώ είχα πάει εκεί για να κρυφτώ απ’ το Διάβολο.

Μάλλον ήμουν καλός στο να παίρνω λάθος αποφάσεις.

~~~~~~

Συνέχισα να προχωράω προς το νότο, χωρίς να τρέχω πια, χωρίς να βιάζομαι, είχα ηρεμήσει απ’ την ομορφιά που είδα.

Πηγαίνοντας παρακάτω, κι ενώ οι λάμψεις των τελευταίων χελιών έσβηναν στον ωκεανό, αντιλήφθηκα νευρικότητα και υπερδραστηριότητα στις καλύβες των ντόπιων, δεξιά κι αριστερά στο δρόμο.

Ακούγονταν κλάματα και φωνές, προσταγές και περισσότερα κλάματα. Οι Τουβαλιανοί έβγαιναν απ’ το σπίτι και γέμιζαν τη βάρκα με Spam και κοκακόλα.

Ρώτησα κάποιους τι γινόταν. Δεν μου απαντούσαν. Είχαν επικεντρωθεί να στοιβάζουν προμήθειες στις βάρκες.

Μόνο σε μια καλύβα ταλαιπωρημένη και παλιά, όπου καθόταν ένας γέροντας φαφούτης, με το δέρμα ξεραμένο στα κόκαλα χωρίς κρέας από κάτω, μόνο εκεί επικρατούσε ηρεμία.

Ο γέρος ήταν γαλήνιος σαν Βουδιστής μοναχός.

Τον ρώτησα στα αγγλικά τι συνέβαινε, χωρίς να έχω πολλές ελπίδες να μου απαντήσει. Και όμως, μίλησε με προφορά που θύμιζε Τζον Γουέιν.

«Τα σκουλήκια», μου είπε.
«Τα χέλια;»
«Ναι, βγήκαν νωρίτερα. Έπρεπε να βγουν το επόμενο φεγγάρι.»
«Και τι σημαίνει αυτό;»

Είπε κάτι στη γλώσσα τους. Ακούστηκε πολύ μελωδικό, κι έτσι όπως το είπε χαμογελώντας έμοιαζε σαν να είχε πει: Δωρεάν παγωτό για όλους.

Αλλά δεν το άφησε έτσι, έπρεπε να μου εξηγήσει τι σημαίνει αυτό, γιατί τα χέλια βγήκαν νωρίτερα, γιατί οι Τουβαλιανοί φόρτωναν τις βάρκες τους.

Τελευταία φορά είχε συμβεί τον Οκτώβριο του 1972. Τα σκουλήκια βγήκαν νωρίτερα και φύγανε. Λίγο μετά πέρασε απ’ το Φουναφούτι ο Κυκλώνας Μπεμπέ, που καθόλου μπεμπέ δεν ήταν. Το νησί καταστράφηκε σχεδόν ολόκληρο –το 90%

Ο γέρος ξαναείπε εκείνη τη φράση που στη γλώσσα τους, συγγενική με τα χαβανέζικα, έμοιαζε σαν δωρεάν παγωτό. Και μετάφρασε:

«Το Τέλος του Κόσμου», μου είπε και ξελιγώθηκε να γελάει.

Ακριβώς όπως το είχε πει ο ποιητής:

This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a laughter.

~~~~~~~

Άφησα το γέλιο του πίσω μου και συνέχισα να περπατώ προς το νότο, προς το φεγγάρι. Δεν είχε νόημα αυτό που έκανα, αλλά ήταν φυσικό.

Ήμουν σαν ένα χέλι κι εγώ. Με καθοδηγούσε ένα id βαθύτερο από εκείνο που μίλησε ο Φρόυντ, βαθύτερο απ’ τον εαυτό μου, ίσως ένα απέραντο δίκτυο από Ids, κάτι σαν την πρωταρχική ενέργεια του ίδιου του Κόσμου, ίσως βαθύτερο κι απ’ τον ίδιο τον Κόσμο, κάτι σαν την κρυφή αρμονία του Ηράκλειτου, βάθη κάτω απ’ τα βάθη, ως τα αχανή έγκατα του ανείπωτου, ένα προαιώνιο id βαθύτερο απ’ όλα τ’ άλλα, ούτε καλό ούτε κακό, ούτε ηθικό ούτε ανήθικο, ούτε ορθολογικό ούτε παράλογο, ούτε σε τάξη ούτε σε αταξία, η αστείρευτη δημιουργική δύναμη που εκπορεύεται απ’ το καθαυτό πνεύμα του Σύμπαντος, αυτή η αιώνια αυτοπραγματούμενη βούληση, η καρδιά του σκότους και του φωτός, το υπερβατικό κέντρο των πραγμάτων και των ουσιών.

Προχωρούσα προς το φεγγάρι, σε μια ατόλη του Ειρηνικού, σ’ έναν λαβύρινθο ευθεία, ενώ ο κόσμος έφτανε στο τέλος του.

Κι αναρωτιόμουν: Τι επέλεξα; Πού βρίσκεται η ελεύθερη επιλογή;

Ήμουν ένας μέτριος που σαν βρέθηκε μπροστά μου η Καλαμαζού έπεσα με τα μούτρα. Ποιος άνθρωπος θα αρνιόταν τον Καρπό απ’ το Δέντρο της Αθανασίας; Ο Εωσφόρος το είχε πει στην Εύα: «Όποιος φάει απ’ το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού δεν θα πεθάνει, θ’ ανοίξουν τα μάτια του και θα γίνει ως θεός.»

Έτσι ήμουν προγραμματισμένος, αυτό είχε προαποφασιστεί, αυτό έκανα, καμία ελευθερία. Κι έτσι βρέθηκα στο Τουβαλού, μόνος, πιο μόνος από ποτέ.

Θα πέθαινα χωρίς έρωτα. Και το χειρότερο ήταν ότι δεν μ’ ένοιαζε. Γιατί είχε πεθάνει ο έρωτας μέσα μου. Δεν μπορούσα να ερωτευτώ γιατί δεν μπορούσα να επιλέξω. Κι όταν ο άνθρωπος παύει να επιλέγει παύει να είναι και άνθρωπος. Τα ζώα κι οι άγγελοι δεν επιλέγουν, μόνο κάνουν.

Αυτό ήταν το πιο νεκρό κομμάτι της ζωής μου. Πιο χαμηλά δεν γινόταν. Είχα προδώσει τους φίλους, είχα καταστρέψει το Ζωρζ, το θεϊκό ταλέντο, είχα παραδώσει την Έλσα στην Καλαμαζού, τα είχα κάνει σκατά όλα.

Η ιστορία μου τέλειωνε αρνητικά. Δεν ήμουν στο Κάνσας πια, δεν είχα καρδιά, δεν είχα θάρρος, δεν είχα μυαλό, και δεν θα γυρνούσα ποτέ σπίτι.

Και δεν μ’ ένοιαζε. Ήμουν πιο άδειος από χιονοδρομικό κέντρο τον Αύγουστο.

Τίποτα. Ούτε μια στάλα έρωτα μέσα μου. Και συνέχιζα να περπατώ προς το φεγγάρι, εκεί όπου συναντούσε τον ωκεανό, εκεί που τέλειωνε το νησί.

Η αντανάκλαση στο νερό μεγάλωνε όσο πλησίαζα, ενώ το φεγγάρι από πάνω έμενε το ίδιο. Και μετά κατάλαβα ότι η πανσέληνος έφτιαχνε το δρόμο της στα δεξιά μου. Αυτό μπροστά δεν ήταν η αντανάκλαση στο νερό.

Ήταν μια φωτεινή σκηνή, ακριβώς στην άκρη του Φουναφούτι. Πλησίασα και έχανα περισσότερο τη σχέση με την πραγματικότητα. Γιατί όλο εκείνο ήταν λάθος.

Στην άκρη της ατόλης, στη μέση του Ειρηνικού Ωκεανού, ήταν στημένη μια σκηνή τσίρκου.

Και φυσικά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο, δεν υπήρχε άλλη επιλογή, απ’ το να μπω.

~~~~~{5}~~~~~

Η παράσταση δεν είχε αρχίσει ακόμα. Μόνο ένας προβολέας έπεφτε στη μέση της σκηνής, φωτίζοντας το χώμα. Ακουγόταν μουσική του Νίνο Ρότα.

Δεν είχα πρόβλημα να βρω θέση. Το τσίρκο ήταν άδειο, καθόλου παράξενο αφού ερχόταν το τέλος του κόσμου. Έκατσα κι ακούμπησα πίσω. Προτού βαρεθώ και πριν καταλάβω ότι μύριζε ποπ κορν κι ασφόδελους, ακούστηκε ντραμς να χτυπάει εισαγωγή.

Ο προβολέας μετατοπίστηκε και κύκλωσε τον παρουσιαστή της παράστασης, τον κονφερασιέ.

Ψηλό σκληρό καπέλο, σμόκιν και παντελόνι με ρίγες. Μακριά δάκτυλα. Μάτια τονισμένα με άι-λάινερ.

Ήταν ο Χουάν.
Φυσικά και με είχε βρει.
Μάλλον δεν με είχε βρει, με είχε οδηγήσει ως το νησί της λουσιφερίνης. Ήμουν μόνο ένα χέλι.

«Κυρίες και κύριοι, μανταμς ε μεσιές, λείντις εντ τζέντλεμεν, καλωσήρθατε.»

Κοίταξα γύρω. Ήμουν ο μοναδικός θεατής.

«Καλώς ήρθατε στο Τσίρκο της Γνώσης του Καλού και του Κακού.»

Η μουσική δυνάμωσε. Κι ενώ πριν ο Χουάν απευθυνόταν γενικά στο κοινό, στο ανύπαρχτο κοινό, μετά την τελευταία φράση και την υπόκλιση, σήκωσε τα μάτια, με κοίταξε και μου είπε:
«Σε περιμέναμε, Μπίλη!»

Θα μπορούσα να σηκωθώ να φύγω, αλλά πού να πήγαινα; Ήταν το τέλος του κόσμου, κι αν δεν ήταν ολόκληρου θα ήταν σίγουρα του Φουναφούτι, που με το επερχόμενο τσουνάμι θα γινόταν Νέα Ατλαντίδα.

Οπότε, αφού θα έπαιζα αυτό το ρόλο, θα τον έπαιζα καλά. Ξεκίνησα να χειροκροτάω. Αργά στην αρχή, δίνοντας το έναυσμα να χειροκροτήσουν κι οι άλλοι, όπως γίνεται στις ταινίες, σαν να ήταν όλο αυτό μια κωμωδία, μια φάρσα. Ανέβασα το ρυθμό. Δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Ούτε καν ηχώ απ’ τα δικά μου χειροκροτήματα. Ήμουν ο μόνος θεατής. Σε τι θέαμα;

Ο κονφερασιέ Χουάν μου έλυσε την απορία. Έκανε δυο βήματα πίσω και είπε στο μικρόφωνο που κρεμόταν απ’ τη σκηνή:
«Καλωσορίστε τις…» Ντραμς με σασπένς «… Αγάπες του Μπίλη.»

~~

Πρώτη μπήκε η Ρίτα. Φορούσε τα ρούχα που την είχα πρωτοδεί, στην τρίτη λυκείου. Τζιν σορτσάκι και πουκάμισο καρό δεμένο πάνω απ’ τον αφαλό.

Κανονικά θα έπρεπε να σηκωθώ και να φωνάξω: «Ρίτα! Τι κάνεις εδώ; Φύγε! Θα καταστραφεί ο Κόσμος.»

Αλλά με το «κανονικά» είχα σταματήσει ν’ ασχολούμαι. Όταν σταμάτησε κι εκείνο ν’ ασχολείται με μένα.

Η Ρίτα περπάτησε ευθεία μέχρι τη μέση της σκηνής, ακριβώς στο κέντρο, ενώ ο προβολέας την ακολουθούσε. Το μικρόφωνο κατέβηκε και το έπιασε με τα δύο χέρια. Κοίταξε κάπου μακριά, στο άπειρο και είπε με την υπέροχη φωνή της:
«Καλντεέρα.»

Κανείς δεν χειροκρότησε. Κι ήταν κρίμα γιατί το είχε πει τόσο ωραία.

Μετά είπε:
«Τιθοόρα.»

Η ορχήστρα έπαιξε ροκ μουσική για λίγο.

Μετά είπε:
«Κυριαάκος.»

Τότε ακριβώς άναψε ένας δεύτερος προβολέας και φώτισε στην άλλη μεριά της σκηνής. Από εκεί μπήκε τρέχοντας αστεία ο Κυριάκος. Το κεφάλι του ήταν στη θέση του. Πήγε και πήρε το μικρόφωνο απ’ τη Ρίτα.

Και σαν να έκανε stand-up comedy άναψε ένα τσιγάρο. Έβηξε. Σίγουρα δεν κάπνιζε και μετά είπε:
«Γιατί πέρασε ο πρωθυπουργός το δρόμο;»
Μια παύση.
«Επειδή τον ψηφίσατε.»
Τύμπανο και πιατίνι, του – πςς

Κανένα γέλιο δεν ακούστηκε.

«Δύσκολο κοινό σήμερα. Τι έγινε; Σας δείρανε οι μπάτσοι;»
Τύμπανο και πιατίνι, του – πςς
Κανένα γέλιο.

«Ή μήπως έπρεπε να πω οι… κλώτσοι;»

Γέλασε μόνος του και βγήκε κάνοντας υπόκλιση.

Έμεινε ο προβολέας της Ρίτας που πήρε πάλι το μικρόφωνο. Στάθηκε, με κοίταξε, έτσι νομίζω, αλλά δεν υπήρχε και κανείς άλλος να κοιτάξει. Και είπε με τη φωνή της:
«Ψυχαάκιας.»
«Τρελαάρας.»

Έκανε υπόκλιση. Ο προβολέας της δυνάμωσε.

«Χειροκροτήστε τη Ρίτα!» είπε ο κονφερασιέ. Δεν χειροκρότησα. Ούτε κανείς άλλος.

Η Ρίτα έφυγε περπατώντας έτσι όπως περπατούσε πάντα.

~~~

Μετά ακούστηκαν τρομπέτες, όχι μεταποκαλυπτικές, αλλά μεξικάνικες.

«Κυρίες και κύριοι», είπε ο Χουάν. «Χρειαζόμαστε μια εθελόντρια.»

Μες στη σκηνή πήδηξε η Ζόε. Φορούσε ένα αστραφτερό κορμάκι με τους γλουτούς της να λάμπουν σαν τα δίδυμα φεγγάρια της Τζέι Λο. Σαραντάρα και τέλεια, μεξικανή θεά.

Χαιρετώντας και στέλνοντας φιλιά πήγε στην άκρη της σκηνής όπου υπήρχε ένας τροχός όρθιος, μεγάλος σαν άνθρωπος. Στάθηκε πάνω του, με ανοιχτά πόδια και χέρια, σαν να ήταν η Βιτρούβια γυναίκα.

Ο Χουάν μίλησε στο μικρόφωνο:
«Λευτέρη, θα μας βοηθήσεις;»
«Φυσικά, μαέστρο.»

Ο μπουζουξής που είχαμε δει να παίζει στην Αμοργό εμφανίστηκε απ’ το σκοτάδι. Πήγε στο τροχό κι έδεσε τα χέρια και τα πόδια της Ζόε. Μετά τον γύρισε. Εκείνη γυρνούσε και χαμογελούσε, πάνω κάτω, πάνω κάτω.

Ακούστηκαν πάλι τα ντραμς της αγωνίας. Ο Χουάν τράβηξε το σακάκι του. Από κάτω έκρυβε μια ζώνη με μαχαίρια και μπαλτάδες.

«Και με κλειστά μάτια», είπε ο Χουάν.
«Φυσικά, μαέστρο.»

Ο Λευτέρης έτρεξε και του έβαλε ένα μαντήλι. Τα ντραμς συνέχιζαν.

Ο Χουάν πέταξε το πρώτο μαχαίρι. Καρφώθηκε δίπλα στο πρόσωπο της, κόβοντας μια τούφα απ’ τα μαλλιά της.
Η Ζόε χαμογελούσε, πάνω κάτω, γύρω γύρω.

Το δεύτερο μαχαίρι της έσκισε το κορμάκι στο ύψος της μέσης. Χωρίς να χυθεί σταγόνα αίμα.
Η Ζόε χαμογελούσε, πάνω κάτω, γύρω γύρω.

Έβγαλε έναν μπαλτά απ’ τη ζώνη. Τον πέταξε χωρίς σκέψη. Ο μπαλτάς πήγε και καρφώθηκε ανάμεσα στα πόδια της.
Η Ζόε χαμογελούσε, πάνω κάτω, γύρω γύρω.

«Και το τελευταίο», είπε ο μαχαιροβγάλτης Χουάν. Έπιασε έναν μεγάλο μπαλτά.

Τον πέταξε με δύναμη. Εκσφεντονίστηκε και ακούστηκε όταν τρύπησε τον τροχό, κόβοντας μαζί και το μικρό δάκτυλο της Ζόε. Αλλά εκείνη δεν ούρλιαξε.
Η Ζόε χαμογελούσε, πάνω κάτω, γύρω γύρω.

Μ’ έπιασε φαγούρα στο μέλος φάντασμα, στο χαμένο μου δαχτυλάκι.

Ο Χουάν έβγαλε το μαντήλι και φώναξε:
«Χειροκροτήστε τη θεά του έρωτα των Μάγια.»

Κανείς δεν χειροκρότησε. Ούτε εγώ. Ο Λευτέρης μπήκε και την έβγαλε απ’ τη σκηνή.

~~~~

Τότε ακούστηκαν αστραπές και βροντές απέξω. Αλλά δεν έβρεχε, ήταν ηλεκτρική καταιγίδα σε ξηρό αέρα. Κι ακούστηκε ένας ακόμα πρωτόγνωρος ήχος, σαν κάτι να φεύγει, σαν νερό που χάνεται, και σαν χιλιάδες πλάσματα που ουρλιάζουν χωρίς φωνή.

Ο προβολέας μέσα στην σκηνή έσβησε. Έμεινε μοναδικό φως εκείνο που ερχόταν απ’ έξω, αστραπές ξανά και ξανά, σαν ένα χαλασμένο στροβοσκόπιο, χωρίς ρυθμό.

Ακούστηκε η φωνή του Χουάν μέσα στο σκοτάδι, βιβλική και σατιρική μαζί, να λέει:
«Έλα να σου δείξω πώς πρέπει να τιμωρηθεί η μεγάλη πόρνη, που κάθεται πλάι σε πολλά νερά και γεμίζει το κύπελό της με το αίμα των αγίων. Οι βασιλιάδες της γης αμάρτησαν μαζί της, κι οι κάτοικοι της γης μέθυσαν απ’ το κρασί της πορνείας της».

Και τότε άνοιξαν περισσότερα φώτα κι είδα τη Μόλλυ να κάθεται πάνω σ’ ένα κόκκινο θηρίο, που έμοιαζε με ταύρο, αλλά είχε δέκα κέρατα, και παντού ήταν γεμάτο αυτοκρατορικούς τίτλους, προσβλητικούς για το Θεό.

Και γύρω της ακολουθούσαν θηρία πολλά, τίγρεις και λιοντάρια κι ένας κουτσός σκύλος.

Η Μόλλυ ήταν ντυμένη στην πορφύρα και στο κόκκινο, ολόχρυσο από το μάλαμα, και στολισμένη πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια· στο χέρι της κρατούσε ένα χρυσό ποτήρι γεμάτο ποτό.

Πάνω στην τέντα αναβόσβηνε μια επιγραφή: «Βαβυλώνα η μεγάλη, η μάνα των πορνών και των βδελυγμάτων της γης».

Η Μόλλυ πάτησε στα δυο της πόδια, πάνω στη ράχη του θηρίου στάθηκε, κι άρχισε να χορεύει ιρλανδέζικους χορούς. Το έκανε υπέροχα, ακόμα κι εκεί.

«Χειροκροτήστε την πόρνη της Βαβυλώνας», είπε ο Χουάν.

Κανείς δεν χειροκρότησε.

Η Μόλλυ με το θηρίο και την ακολουθία των ζώων έκανε 3 κύκλους προς τα δεξιά, μετά 2 κύκλους προς τ’ αριστερά, μετά 1 δεξιά, μετά 1 αριστερά, και τελικά βγήκαν απ’ τη σκηνή. Ο κουτσός σκύλος άργησε λιγάκι παραπάνω, αλλά ήταν πολύ γλυκός, έτσι όπως προσπαθούσε.

~~~~~

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπήκαν απ’ την είσοδο, όπως είχα κάνει κι εγώ, οι τρεις Χιτάνος. Έτρεξαν στη μέση της σκηνής και κοίταξαν στις εξέδρες να με βρουν.

«Μπίλη, πρέπει να φύγεις», φώναξε ο Στεφ.

«Καλωσορίστε τους κλόουν μας», είπε ο Χουάν στο μικρόφωνο.

Ο Μπίκο κάτι πήγε να κάνει, αλλά σκόνταψε κι έπεσε πάνω στον Στεφ. Ο Εμ-Τζέι ξεκίνησε να χορεύει τις φιγούρες του Μάικλ Τζάκσον, αλλά για πρώτη φορά χόρευε χειρότερα κι απ’ τη Μαντόνα.

Ο Στεφ σηκώθηκε και πήγε θυμωμένος προς τον Χουάν, αλλά πάτησε μια μπανανόφλουδα κι έπεσε ξανά. Ο Μπίκο βρέθηκε μ’ έναν κουβά σφηνωμένο στο πόδι του, ενώ ο Εμ-Τζέι έκανε το μίμο, παριστάνοντας ότι είχε παγιδευτεί σ’ ένα γυάλινο κλουβί –αλλά μπορεί και να ‘χε παγιδευτεί στ’ αλήθεια.

Με χίλια ζόρια ο Στεφ σηκώθηκε. Ήταν σαν να πατούσε σε γλιστερό έδαφος, όλο έπεφτε. Αλλά κατάφερε να προχωρήσει και να φτάσει κοντά στο Χουάν.

«Μην τον κρατάς», είπε ο Στεφ δείχνοντας προς τις εξέδρες, δείχνοντας εμένα.
«Δεν τον κρατάω», είπε ο Χουάν. «Μόνος του μένει.»

~~~~~~

Τότε έσβησαν όλα τα φώτα κι ακούστηκε σουίνγκ τζαζ. Πνευστά, έγχορδα και κοφτές φράσεις.

Ο προβολέας φώτισε την είσοδο της σκηνής. Κι εκεί εμφανίστηκε η Μισέλ, που φορούσε ένα κολλητό λευκό φόρεμα που αστραφτοκοπούσε σαν να ήταν ασημένια λέπια, τόσο στενό που την έκανε να περπατάει σαν γοργόνα που μόλις είχε αποκτήσει πόδια, και σίγουρα δεν φορούσε εσώρουχα από κάτω.

Η Μισέλ πήγε αργά στη μέση της σκηνής. Περνώντας δίπλα απ’ τον Μπίκο τον άγγιξε ελαφρά στον ώμο.

Στάθηκε κρατώντας το μικρόφωνο. Έβγαλε έναν αναστεναγμό και μετά ξεκίνησε να τραγουδάει, σαν να νιαουρίζει η πιο όμορφη γάτα που έχει περάσει απ’ το γατοβασίλειο:

«I wanna be loved by you, just you
And nobody else but you
I wanna be loved by you, alone!
Boop-boop-a-doop!»

Συνέχισε το τραγούδι της κι όλοι ακούγαμε σαν να ήταν η πρώτη φορά που ακούγαμε γυναίκα. Κράτησε τόσο λίγο. Σαν τέλειωσε χειροκρότησα, πώς θα μπορούσα αλλιώς; Το ίδιο έκαναν κι οι τρεις Χιτάνος κλόουν.

Η Μισέλ με έδειξε με το μικρό της δαχτυλάκι, μου έκλεισε το μάτι, και βγήκε.

Τότε ο Στεφ φώναξε στον Χουάν, σαν να περίμενε να τελειώσει το διάλειμμα:
«Δεν σου ανήκει.»
«Ούτε σε σας. Τι θες;» του είπε ο Χουάν.
«Τον πιέζεις να διαλέξει.»
«Καμιά πίεση. Δεν είναι κήρυγμα. Παράσταση βλέπει.»

Τους έκανε νόημα να τραβηχτούν πίσω κι έπιασε το μικρόφωνο. Έσβησαν όλα τα φώτα, εκτός απ’ τον προβολέα του κονφερασιέ.

«Κυρίες και κύριοι, μαντάμς και μεσιές, λέιντις εντ τζέντλεμεν, και τώρα το μεγάλο μας νούμερο.»

~~~~~~~

Ακούστηκε μια γλυκιά μπόσα-νόβα από μια κιθάρα. Έπαιξε ένα μέτρο και μετά μπήκε η φωνή.

«Tall and tan and young and lovely
The girl from Ipanema goes walking and
When she passes each one she passes goes laboo-du-di-daa»

Δεν ήταν γλυκιά, δεν ήταν μπλουζ, δεν ήταν ροκ. Ήταν ζεστή σαν αγκαλιά, αλλά μαζί και σαν χαστούκι.

Ο προβολέας άνοιξε κι έδειξε το χώμα της αρένας. Τίποτα. Ούτε ένα δίχτυ ασφαλείας. Αλλά η φωνή της τραγουδούσε. Το φως στράφηκε προς τα πάνω.

Εκεί, σ’ ένα τεντωμένο σχοινί, 34 μέτρα πάνω απ’ το έδαφος, καθόταν η Μαύρη Έλσα, κι έπαιζε μποσανόβες με την Καλαμαζού.

Τα τρία χρόνια που είχαν περάσει την είχαν κάνει ακόμα πιο όμορφη –και πολύ πιο κακιά. Παραλίγο να ξεχάσω ότι ήταν εκείνη που με είχε πυροβολήσει στο κεφάλι και με σκότωσε. Αλλά είδα τα μάτια της και θυμήθηκα. Ήταν τόσο σκοτεινή και τόσο ποθητή, μια Αφέντρα, μια θεά του σκότους. Κι ήταν μόλις δεκαεννιά χρονών. Πού θα έφτανε;

Φορούσε μαύρα, όπως πάντα, ένα μακρύ φόρεμα από τούλι. Έτσι όπως την φώτιζε ένας προβολέας από πίσω μπόρεσα να δω ότι είχε βάλει σιλικόνη στα βυζιά της. Όχι υπερβολική, τα είχε τονίσει, να είναι ισάξια της περιφέρειας.

Κι όπως έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε ήταν χειρότερη από Σειρήνα και Κίρκη μαζί. Μεσμεριστική, σε υπνώτιζε χωρίς να φας λωτούς.

Έφτασε ως το σημείο όπου υπάρχει σόλο και τότε άναψε ένας ακόμα προβολέας. Έδειξε το χώμα. Ο Ζωρζ Σαντ ήταν εκεί κάτω, παντοτινός πιστός της Έλσας, κι έπαιζε το σαξόφωνο. Αλήθεια μπορούσε να παίξει τα πάντα.

Τους άκουγα μαζί κι ήταν πραγματικά υπέροχοι, μου ήρθαν δάκρυα, αλλά τότε μου τράβηξε το μάτι μια έλλειψη. Γύρισα προς την είσοδο της σκηνής. Έλειπε η αντανάκλαση της Σελήνης στο νερό.

Κι ενώ η Έλσα έπιασε την τελευταία στροφή κατέβηκα τα σκαλιά ως την είσοδο. Κοίταξα έξω. Δεν έλειπε το φεγγάρι. Έλειπε η θάλασσα.

Τα νερά είχαν τραβηχτεί κι είχε μείνει μόνο στεριά. Ερχόταν το Τέλος.

~~~~~~~~

Ένιωσα ένα χέρι στον ώμο μου, όχι εχθρικά, πατρικά μάλλον. Ο Χουάν στεκόταν πίσω μου. Η φωνή του ακούστηκε ανθρώπινη, διόλου φωνή κονφερασιέ, ακούστηκε κουρασμένη και βραχνή, όπως τη μέρα που τον πρωτογνώρισα, τότε στο πλοίο για τις Κυκλάδες.

«Έτσι είναι, γιε μου», είπε κι έκανε ένα βήμα για να σταθεί απέναντι μου. «Κι ο πατέρας μου θέλησε να κρυφτεί. Κι εγώ το ίδιο έκανα όταν ήρθε η ώρα. Όμως δεν μπορείς να ξεφύγεις από τον εαυτό σου. Γιατί αυτό που σε κυνηγάει, τώρα, πάντα, αυτό που σε κυνηγάει είναι ο εαυτός σου, να το ξέρεις.»
«Εγώ νιώθω να με κυνηγάς εσύ», του είπα.
«Εγώ; Νομίζεις ότι εγώ τα έκανα όλα αυτά;»
«Ποιος;»
«Θυμάσαι τις Ερινύες;»
«Τύψεις;»
«Έτσι παρουσίασαν οι αρχαίοι Έλληνες τη διαταραχή της τάξης. Αλλά δεν μπορείς να είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι.»
«Και ποιος ορίζει τι είμαι;» του είπα, ενώ σκεφτόμουν τον αέναο κύκλο επιστροφής των χελιών.
«Το Πολυσύμπαν.»

Γέλασα. Μου άρεσε η απάντηση του. Δεν είχε πει το πεπρωμένο, ο θεός κι ο διάβολος, η τύχη, το χάος, το Σύμπαν. Γιατί όλα αυτά συμπεριλαμβάνονταν στο Πολυσύμπαν. Multiverse, χωράει τα πάντα και συμφέρει.

Προτού του απαντήσω κάτι, κι αλήθεια δεν ήξερα τι θα μπορούσα να του πω, μπήκαν στη μέση οι Χιτάνος.

«Δεν του χρωστάς τίποτα», είπε ο Μπίκο.
«Φοράς ακόμα την κόκκινη μύτη κλόουν», του είπα.
Την έβγαλε.

«Αλήθεια», χώθηκε ο Στεφ, «μην αφεθείς στις σκέψεις του.»
«Είναι πολύ αργά γι’ αυτό, δεν νομίζετε;» είπε ο Χουάν κι έδειξε έξω.

Η θάλασσα είχε τραβηχτεί πολλά χιλιόμετρα προς τα μέσα. Ψάρια σπαρταρούσαν στη νέα ξηρά. Όμως το χειρότερο ήταν αυτό που θα ακολουθούσε. Γιατί το νερό δεν χάνεται. Τραβιέται προς τα πίσω, προς το μέρος του σεισμού και μετά επιστρέφει. Το νερό είναι το πιο ισχυρό στοιχείο, πάντα υποχωρεί και πάντα νικάει.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησα τον Χουάν κι έδειξα την επικείμενη καταστροφή.
«Εγώ;» έκανε ο Χουάν με γνήσια απορία.
«Ποιος;»
«Ποιος είναι ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΟΣ; Ποιος έπνιξε όλη την ανθρωπότητα κι όλα τα ζώα και τα φυτά, επειδή δεν του έκαναν το κέφι; Ποιος δημιούργησε τον Κατακλυσμό; Ποιος κατέστρεψε τα Σόδομα και τα Γόμορρα, επειδή έκαναν σεξ παρά φύσιν; Τι πάει να πει παρά φύση;»

Οι Χιτάνος χώθηκαν στη μέση κι άρχισε ο διάλογος. Έλεγε ο Χουάν, έλεγαν κι αυτοί, αλλά εγώ δεν ήθελα ν’ ακούω.

Πήγα ως τη μέση της σκηνής. Ένας προβολέας άναψε πάνω μου. Το φως με τύφλωνε. Παράξενο ήταν. Συνήθως το σκοτάδι σε τυφλώνει. Υπήρχε κόσμος στις εξέδρες, αλλά δεν μπορούσα να δω πρόσωπα.

«Τι θέλετε από μένα;» είπα σαν τραγικός ηθοποιός.
«Πρέπει να διαλέξεις.»
«Γιατί;»
«Γιατί ο Κόσμος ολόκληρος κρέμεται απ’ τη δική σου επιλογή.»
«Τη δική μου;»
«Και κάθε άλλου.»

Έβαλα το χέρι για να δω ποιος μιλούσε. Δεν είδα.

«Τι επιλογές έχω;» τους είπα.

Οι προβολείς έφυγαν από πάνω μου. Έδειξαν την αριστερή πλευρά στις εξέδρες. Εκεί καθόταν η μαύρη Έλσα. Δίπλα της είχε την Καλαμαζού.
Δόξα, σεξ, νιάτα, χρήμα.

Οι προβολείς μετακινήθηκαν, έδειξαν τους Χιτάνος. Ο πρώτος κρατούσε μια προτομή του Σωκράτη, που μάλλον υπονοούσε την αυτογνωσία, ο δεύτερος μια αγιογραφία γυναίκας που θήλαζε, μάλλον έλεγαν για την οικογένεια, κι ο τρίτος τη φωτογραφία ενός γέρου που ξάπλωνε σε μια λίμνη γαλήνης.

Στάθηκα για να σκεφτώ. Έπρεπε να διαλέξω, δεν γινόταν να κρύβομαι και να υπεκφεύγω. Πάντα πρέπει να διαλέγεις με ποια πλευρά είσαι.

Κι είχα τις προσφορές:
Απ’ τη μια, όμορφη ζωή σε ένταση. Που ίσως να τέλειωνε νωρίς.
Απ’ την άλλη, όμορφη ζωή σε ηρεμία. Που θα κρατούσε πολύ.

Να φωτίσεις και να καείς σαν πυροτέχνημα;
Να φωτίσεις και να καείς σαν κερί;

Το καλό και το κακό, το φως και το σκοτάδι, το ηθικό και το ανήθικο, το αρσενικό και το θηλυκό, το αιώνιο δίπολο.

Γιατί έπρεπε να διαλέξω; Οι στιγμές δυστυχίας ήταν αυτές που με έκαναν να εκτιμώ την ευτυχία. Η υγεία δεν έχει σημασία, αν δεν ξέρεις πώς είναι η αρρώστια.

Τα αντίθετα δεν είναι εχθροί, είναι μέρος του ίδιου πλαισίου. Το θαύμα ήταν εκείνη η μπλε αποκάλυψη που αναδύθηκε κάτω απ’ τα πόδια μου πριν λίγη ώρα.

Δεν θα μπορούσε να υπάρχει το θαύμα χωρίς το αρσενικό και το θηλυκό. Κι ο θάνατος τους ήταν που δημιουργούσε τη ζωή. Κι η ζωή τους οδηγεί αναπόφευκτα στο θάνατο.

Τίποτα ζωντανό δεν είναι αθάνατο. Αλλά ο θάνατος δίνει ζωή.

Δεν είναι πάλη, δεν είναι αντίθεση, είναι συγκερασμός.

Η μουσική έχει ματζόρε και μινόρε.
Η ζωή έχει αμαρτία και αθωότητα.

Δεν ήθελα να είμαι άγιος.
Ούτε και φονιάς.

Οπότε μπορούσα να είμαι τα πάντα. Όπως το είχε πει ο άγιος φονιάς, ο Μπάροουζ: Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται.

Ναι, ο κόσμος είναι maya. Κάνε ό,τι νιώθεις.

Έδειξα την Έλσα, που καθόταν στις κερκίδες, και της έκανα νόημα ότι θα πήγαινα. Είδα τη σκοτεινιά στο βλέμμα της ν’ αστράφτει σαν μαύρη τρύπα.

Καθώς ανέβαινα, αργά, τα σκαλιά, είδα τον Εμ-Τζέι να πηγαίνει στον Χουάν και να του δίνει μερικά κατοσταδόλαρα. Ο Χουάν είχε κερδίσει το στοίχημα.

~~~~~~~~~

Έφτασα δίπλα στην Έλσα. Μύριζε σαν αμαρτία ανολοκλήρωτη. Δίπλα της είχε την Καλαμαζού, όρθια και γυμνή. Κι ένα μέτρο παραδίπλα καθόταν ο Ζωρζ Σαντ, κρατώντας εκείνο τον γκροτέσκο χάλκινο φαλλό, το σαξόφωνο.

«Συγνώμη», της είπα, έσκυψα και τη φίλησα.

Το στόμα της ήταν απολαυστικό σαν τις καραμέλες μόκα με βούτυρο. Κι ήταν αποπλανητικό σαν τη Σπηλιά του Πλάτωνα. Μπορούσες να μπεις εκεί μέσα, ν’ αλυσοδεθείς οικειοθελώς, και να μείνεις στην αυταπάτη των σκιών για πάντα.

Καθώς ωρίμαζε γινόταν όλο και πιο ισχυρή. Στα σαράντα θα ήταν πιο δυνατή από ατομική έκρηξη.

Δεν κρατήθηκα, όσο χαζό κι αν ήταν. Σήκωσα το χέρι και χούφτωσα το νέο βυζί. Ήταν σχεδόν σαν αληθινό. Λίγο παραπάνω τέλειο απ’ όσο συνηθίζουν να είναι τα αληθινά βυζιά.

«Στο ανταπόδωσα», μου είπε η Έλσα σαν βγήκα απ’ τη σπηλιά της.
«Ποιο απ’ όλα;»
«Με βίασες. Σε σκότωσα.»

Είχε αλλάξει και τα δόντια της. Πριν ήταν κανονικά, πιο ανθρώπινα. Νομίζω ότι τα κάτω ήταν λίγο στραβά. Πλέον τα είχε κάνει τέλεια. Σε σχήμα και σε λευκότητα. Λίγο παραπάνω τέλεια απ’ όσο συνηθίζεται να είναι τ’ αληθινά δόντια.

«Δεν πέθανα», της είπα.
«Κρίμα», έκανε η Έλσα, χωρίς καθόλου να αστειεύεται.
«Δεν ζήτησα συγνώμη για τα παλιά», της είπα και γονάτισα πιο χαμηλά, σαν να την προσκυνούσα. Έπιασα τις άκρες απ’ το τούλινο φόρεμα της.
«Για ποιο τότε;»
«Γι’ αυτό!»

Πετάχτηκα πάνω και την κουκούλωσα με το φόρεμα. Σαν να έπαιζα σε φάρσα. Μετά την έσπρωξα στις εξέδρες κι έπεσε πίσω. Άρπαξα την Καλαμαζού. Ο Ζωρζ Σαντ μου έπιασε τον καρπό.

Ήταν μόνο ένα δευτερόλεπτο. Σκεφτόμουν ότι αυτή, η Καλαμαζού, ήταν το επίκεντρο της τραγωδίας. Κι είχε διαδοθεί εξαιτίας μου, σε ομόκεντρους κύκλους που όλο απλώνονταν. Οπότε μπορούσα να κάνω κάτι καλό και όμορφο, να την εξαφανίσω απ’ τον κόσμο.

Δεν ξέρω τι σκεφτόταν ο Ζωρζ. Αλλά, σαν άκουσε τις σκέψεις μου, με άφησε. Και είπε:
«Καλή τύχη.»

Ήταν ξηγημένο άτομο ο μικρός.

Πήρα την κιθάρα και κουτρουβάλησα τα σκαλιά προς την έξοδο. Η Έλσα ελευθερώθηκε και φώναξε: «Κλέφτης! Πήρε την κιθάρα!»

Όλοι γύρισαν να με δουν, ένιωσα τα μάτια τους πάνω μου. Άκουσα τον Στεφ να λέει:
«Μα τι κάνει; Τελειώσαμε.»

Και νομίζω ότι ο Χουάν είπε:
«Είναι ηλίθιος.»

Δεν ξέρω τι ακούστηκε, πόσες βρισιές και πόσες βλαστήμιες, γιατί εκείνη τη στιγμή βγήκα έξω, με την Καλαμαζού και τίποτα άλλο.

~~~~~~{6}~~~~~~

Ξεκίνησα να τρέχω στον ξεραμένο πυθμένα, ακολουθώντας τη θάλασσα που υποχωρούσε. Δεν ήμουν Οδυσσέας που αναζητούσε την Ιθάκη. Δεν ήμουν Αχιλλέας που γύρευε την υστεροφημία. Δεν ήμουν ήρωας.

Όλοι οι θεοί κι οι διάβολοι ήταν εναντίον μου –κι οι άνθρωποι δεν με συμπαθούσαν ιδιαίτερα. Μ’ εξαίρεση τον Ζωρζ.

Ήμουν ο Μαργίτης, εκείνη η ομηρική φιγούρα που χάθηκε στα βάθη των αιώνων, που καταποντίστηκε στην ιστορία, το κωμικό βιβλίο του Ομήρου, όπως και το δεύτερο μέρος της Ποιητικής του Αριστοτέλη, όπου έγραφε για την Κωμωδία. Η Τάξη ποτέ δεν ήθελε την κωμωδία.

Ήμουν ο Μαργίτης, ήμουν ο Ηλίθιος, ήμουν ο Τρελός, ναι, ήμουν ο Τρελός της Αρκάνας, που κάνει το βήμα στο γκρεμό χωρίς κανένα προστάτη, ούτε θεό ούτε διάβολο, χωρίς κανένα κέρδος.

Έτρεχα με την Καλαμαζού στο χέρι, έτρεχα προς την άβυσσο, τον μεγαλύτερο γκρεμό απ’ όλους, χωρίς να φοβάμαι να την αντικρίσω πια. Πίσω άκουγα φωνές ν’ ακολουθούν, να με κυνηγάνε σαν σκυλιά.

Τι ήθελαν να σώσουν; Εμένα, την Καλαμαζού ή τον Κόσμο;

Ο πυθμένας ήταν κατηφορικός, παντού πέθαιναν ψάρια, σπαρταρώντας στον αέρα χωρίς οξυγόνο. Πρώτα ήταν τα πιο μικρά, αλλά καθώς κατηφόριζα μέσα στην άδεια θάλασσα προσπερνούσα όλο και μεγαλύτερα ψάρια, μεγαλύτερα από μένα, και μέδουσες και χέλια κι άλλα που δεν ξέρω πώς τα λένε, όλα καρφωμένα στον πυθμένα.

Θυμήθηκα τον αγαπημένο μου ποιητή καθώς προσπερνούσα ένα καρκινοειδές: “I should have been a pair of ragged claws scuttling across the floors of silent seas.”

Οι φωνές πίσω μου έμοιαζαν ν’ απομακρύνονται. Ή μπορεί να μην ακούγονταν καλά, γιατί ένας καινούριος θόρυβος ερχόταν από μπροστά.

Σταμάτησα να πάρω ανάσα. Ένιωσα το έδαφος να τραντάζεται. Κοίταξα και το είδα. Πέρα μακριά, έμοιαζε σαν βουνό, βαμμένο με μπλε του κοβαλτίου ανακατωμένο με πολύ λευκό, ερχόταν η θάλασσα.

Το νερό επέστρεφε.

Γι’ αυτό είχαν φύγει οι διώκτες μου. Δεν είχαν κουραστεί.

Τα ψάρια ένιωσαν τη σωτηρία τους να πλησιάζει και ξεκίνησαν να σπαρταράνε πιο έντονα.

Δεν υπήρχε άλλος δρόμος για μένα. Ο Τρελός των Ταρώ έπεσε στο γκρεμό. Μάλλον ο γκρεμός ερχόταν κατά πάνω μου.

Είδα ένα λευκό καρχαρία εκεί, να κάνει υπομονή, σαν να με περίμενε. Έκατσα δίπλα του.

~~

Όλα ήταν σωστά βαλμένα. Η κάρτα του Τρελού ήθελε κι ένα λευκό σκύλο. Ο Ρόκι δεν μπορούσε να έρθει. Βρήκα το σκυλόψαρο.

Ο Τρελός. Είχα ξεκινήσει το ταξίδι ως καλός και ηθικός κι όλα τα ρέστα. Πέρασα βουνά και δοκιμασίες. Είχα γίνει ο κακός της ιστορίας. Ναι, το παραδέχομαι. Κι είχα πεθάνει. Κι είχα αναστηθεί.

Τι είχα κερδίσει; Ήμουν στο μηδέν. Πώς μπορείς να κερδίζεις όταν είσαι στο μηδέν;

Μπορούσα, γιατί αισθανόμουν ωραία. Ναι αυτό ήταν το συναίσθημα που είχα, και το συναίσθημα έχει σημασία, κάποιες φορές μόνο το συναίσθημα έχει σημασία. Ένιωθα καλά. Δεν ήμουν χαρούμενος ούτε ολοκληρωμένος. Αλλά ένιωθα καλά.

Τι σήμαινε αυτό; Ότι δεν μ’ ένοιαζε πια. Ήξερα ποιος ήμουν και δεν μ’ ένοιαζε . Ούτε το δίλημμα του Καλού και του Κακού, ούτε ο συγκερασμός τους. Ούτε γινγκ γιάνγκ, τίποτα.

Εκείνη τη στιγμή, καθώς άκουγα τον γκρεμό να πλησιάζει, φωτίστηκα.

Όλα είναι Maya, εκτός από την ευχαρίστηση που νιώθεις όταν τρως ένα παγωτό.
Όταν μεθάς και γίνεσαι μύστης.
Όταν κάνεις σεξ και γίνεσαι αθάνατος.
Όταν κοιτάς τον ήλιο να δύει.
Όταν ακούς το αγαπημένο σου τραγούδι στο ρηπήτ.
Όταν σ’ αγκαλιάζει κάποιος για είκοσι ένα δευτερόλεπτα.
Όταν κλέβεις το κράτος.
Όταν πίνεις νερό –ειδικά όταν είσαι διψασμένος και πίνεις νερό.
Όταν βουτάς στο νερό.
Όταν έχεις σκάσει και καταφέρνεις να πας για κατούρημα.
Όταν ξυπνάς από έναν εφιάλτη.
Όταν βλέπεις όνειρα όπου πετάς.
Όταν η γιαγιά σου φτιάχνει τηγανίτες με μέλι.
Όταν βλέπεις τα δέντρα να πετάνε πράσινα νέα φύλλα, στην αρχή της άνοιξης.
Όταν μαγειρεύεις για τους φίλους σου.
Όταν μεθάτε με την παρέα τόσο πολύ που χορεύετε ακόμα και το συρτάκι του Ζορμπά.
Όταν καίγεσαι απ’ τον ήλιο και βουτάς στη θάλασσα.
Όταν παίρνεις στα χέρια σου ένα μικρό πλασματάκι και είναι παιδί σου.
Όταν δίνεις κρυφά στον παππού σου που πεθαίνει ένα τελευταίο τσιγάρο, να ‘χει για το δρόμο.
Όταν μένεις ξάγρυπνος ως το πρωί, γιατί έκανες έρωτα τόσο όμορφο που δεν θες να κοιμηθείς.
Όταν ακούς ένα αστείο και γελάς.
Όταν αγαπάς.
Όταν βλέπεις τον άνθρωπο που αγάπησες, το παιδί που αγάπησες, τη μουσική που αγάπησες, τα βιβλία που αγάπησες, τις ταινίες, τα φαγητά, τα μέρη, όλα όσα αγάπησες.

Το συναίσθημα. Αυτό που νιώθεις με όλο σου το σώμα. Αυτό που έχεις και μοιάζει με αιωνιότητα. Τι είναι πιο μεγάλο;

~~~

Ο καρχαρίας δίπλα μου συμφώνησε. Περίμενε το νερό να έρθει, για να νιώσει πάλι.

Έκατσα λίγο καλύτερα στο βράχο κι έβαλα την Καλαμαζού στο πόδι για να παίξω. Τη δοκίμασα. Ήταν κουρδισμένη, όπως πάντα.

Το παράξενο ήταν ότι δεν με τίναξε, δεν με έδιωξε, παρότι θα την κατέστρεφα, μαζί με τον εαυτό μου. Μάλλον ο Τρελός είναι πολύ παράξενος για να τον καταλάβει το Κακό.

Αλλά δεν μου έδωσε τη δύναμη της. Το κατάλαβα όταν έπιασα το πρώτο ακόρντο. Ένα απλό Ντο ήταν, αλλά ακούστηκε με τρίξιμο.

Η Καλαμαζού, εκεί μπροστά στο χαμό της, είχε γίνει μια κανονική κιθάρα. Ίσως να το έκανε για να με εκδικηθεί. Οπότε έπρεπε να παίξω έτσι όπως ήξερα, κι ό,τι ήξερα. Δεν είχα να περιμένω για βοήθεια από πουθενά. Ούτε θεός ούτε διάβολος. Τουβαλού.

Κι η αλήθεια είναι ότι μου άρεσε αυτό. Ήμουν εγώ. Μπορεί να ήμουν τρελός και μόνος, αλλά ήμουν εγώ. Κι ήθελα να παίξω ένα εύκολο τραγούδι για την αγάπη. Χωρίς παράξενα ακόρντα και πολύπλοκα σόλο. Ναι, κάτι απλό. Γιατί η αγάπη είναι απλή. Έπιασα εκείνο που είχε γράψει ο Θωμόπουλος, ο σκηνοθέτης, και τραγουδούσε ο Παύλος.

Ξεκίνησα να παίζω το Να μ’ αγαπάς.

Κι ίσως να ήταν πράγματι πέντε το πρωί, σ’ εκείνη τη μεριά του Ειρηνικού, στον άδειο πυθμένα μιας επερχόμενης καταστροφής, δίπλα σ’ έναν λευκό καρχαρία που λίγο ηρέμησε σαν ξεκίνησα να τραγουδώ τους στίχους:

«Σου γράφω πάλι από ανάγκη
η ώρα πέντε το πρωί
το μόνο πράγμα που έχει μείνει
όρθιο στον κόσμο είσαι ‘συ.
Τι να τις κάνω τις τιμές τους;
Τα λόγια τα θεατρικά,
μες στην οθόνη του μυαλού μου,
ψεύτικα είδωλα νεκρά.
Να μ’ αγαπάς,
όσο μπορείς,
να μ’ αγαπάς.»

~~~~

Δεν πρόλαβα να τραγουδήσω τη δεύτερη στροφή. Καθώς τέλειωνα το ρεφραίν είδα τον γκρεμό να έρχεται, τον Ωκεανό που καθόλου Ειρηνικός δεν ήταν να επιστρέφει, το Τέλος του Κόσμου.

Άφησα την Καλαμαζού στην άκρη. Τη χάιδεψα. Δεν ήταν κακή, αντικείμενο της κακίας ήταν, ποτέ δεν θα μπορούσε ν’ αποκτήσει την ελευθερία της τρέλας.

Το σκυλόψαρο δίπλα μου χοροπηδούσε πια, άκουγε τη ζωή να έρχεται πίσω.

Κι έπειτα γύρισε η θάλασσα, ο γκρεμός έπεσε στον τρελό.

~~~~~

Ίσως να ήταν ωραίο να έχω επιζήσει. Το πιο ωραίο ήταν ότι είχα ζήσει.

Είναι ανώφελο να μετράμε σε χρόνια και σε μέρες. Όλα περνάνε. Η ζωή είναι maya. Όσα χρόνια ημερολογιακά και να ζήσεις, αυτά που νιώθεις είναι σημαντικά.

Τι μετράει; Ο θεός κι η αρετή; Ο διάβολος κι η αμαρτία; Το ζεν κι η ισορροπία;

Όλα είναι αληθινά, αλλά τίποτα δεν είναι στο τέλος. Όλα είναι ιερά, όμως όλα επιτρέπονται.

Καθώς με έπνιγε το τσουνάμι, που είναι σαν να πέφτει πάνω σου διάφανη χιονοστιβάδα, δεν λυπήθηκα. Το νερό με πήγαινε πάνω κάτω, γύρω γύρω, ήταν λιγάκι σαν λούνα παρκ, χαρούμενος θάνατος, κι είχα πιάσει την Καλαμαζού, για παρηγοριά, και για να βεβαιωθώ ότι θα καταστραφεί μαζί μου.

Με κλειστά τα μάτια και το στόμα έπεσα στον γκρεμό. Ο Τρελός της Ταρώ έπεσε στον γκρεμό ή μπορεί να είχε πέσει ο γκρεμός μέσα του.

Αυτό ήταν το Τέλος του Κόσμου. Ο θάνατος μου ήταν το Τέλος του Κόσμου. Γιατί οι άνθρωποι θα συνέχιζαν ν’ αγαπάνε και να τρώνε παγωτά. Αλλά εγώ δεν θα ήμουν.

Καθώς χανόμουν άκουγα τον Sting να τραγουδάει

He’s the hero of the day
It takes a man to suffer ignorance and smile
Be yourself no matter what they say

Και χαμογελούσα.

Είναι ωραίο να χάνεσαι έτσι. Χαμογελώντας.

~~~~~~~{7}~~~~~~~

ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Νησιά της Αυγής, νήσοι Μάρσαλ, Ειρηνικός Ωκεανός

Ο Αμάτα έφαγε το χαστούκι απ’ τον πατέρα του. Δεν μίλησε. Κι η μάνα του δεν είχε μιλήσει. Νόμιζε ότι θα τον υπερασπιζόταν. Πάντα το ίδιο νόμιζε, αλλά εκείνη ποτέ δεν είπε κάτι. Βγήκε απ’ το σπίτι χωρίς να κλάψει. Είχε σταματήσει να κλαίει πριν καιρό.

Κατέβηκε στην παραλία. Το τσουνάμι είχε σκάσει στο Τουβαλού την προηγούμενη μέρα, το είχαν δει στις ειδήσεις. Στα νησιά Μάρσαλ έφτασαν τα απομεινάρια της βίας, κύματα τυφώνα, καθόλου πρωτόγνωρα για το νησί. Άλλωστε εκεί ήξεραν κι από πυρηνικές εκρήξεις. Τι να σου κάνει το τσουνάμι;

Περπατούσε και κλωτσούσε τα βότσαλα στο νερό. Έφαγε ξύλο πάλι. Γιατί; Ο Αμάτα δεν μπορούσε τ’ αγγλικά, δεν μπορούσε το σχολείο. Δεν μπορούσε τους συμμαθητές του.

Ήξερε πως είχε πρόβλημα.
Του το είχε πει ο δάσκαλος: «Έχεις πρόβλημα».
Το είχε πει στον πατέρα του: «Ο Αμάτα έχει πρόβλημα».
Του το έλεγαν και τα παιδιά στο σχολείο: «Έχεις πρόβλημα».

Αλλά εκείνος αισθανόταν μια χαρά. Μήπως είχαν οι άλλοι πρόβλημα; Δεν του άρεσε το μέρος τους. Σε κανέναν δεν άρεσε, αλλά εκείνος θα έφευγε. Παλιότερα λυπόταν τη μητέρα του. Μετά την ξεπέρασε κι εκείνη. Δεν έκανε τίποτα να τον υπερασπιστεί. Μόνο κοιτούσε με τα θλιμμένα μάτια της. Δεν τον ένοιαζε, έπρεπε να φύγει.

Πήγε λίγο πιο μακριά από εκεί που συνήθιζε. Πέρασε τη στροφή, εκεί όπου γυρνούσε η παραλία προς τα νότια. Είδε τα σκουπίδια απ’ το τσουνάμι στην παραλία. Οι τυφώνες πάντα έφερναν πράγμα, αλλά το τσουνάμι ήταν σαν χριστουγεννιάτικο δώρο.

Κι άλλοι κάτοικοι ήταν κατέβει να μαζέψουν. Η χώρα ήταν φτωχή, ζούσε σαν επαίτης των ΗΠΑ, που τους αποζημίωναν για τις πυρηνικές δοκιμές. Και φυσικά τους έδιναν ελάχιστα.

Κάποιοι μάζευαν τα ψάρια που είχε βγάλει το νερό. Ένα γιγάντιο θράψαλο, πάνω από τρία μέτρα μακρύ, κουνιόταν ακόμα όταν έπεσαν πάνω του με ματσέτες να το κόψουν για να το κάνουν παστό.

Άλλοι μάζευαν τα ξύλα. Είτε κορμούς δέντρου και κλαδιά είτε απομεινάρια απ’ τα σπίτια των Τουβαλιανών, θα χρησίμευαν για οικοδομικές εργασίες.

Τα πτώματα που ξεβράζονταν τα στοίβαζαν σε μια άκρη για να τα θάψουν όλα μαζί.

Ο Αμάτα πήγε παρακάτω. Δεν τους άντεχε τους ανθρώπους, δεν μπορούσε να είναι κοντά τους, του προκαλούσαν δυσφορία. Στην άκρη της νότιας παραλίας είδε ένα ωραίο ξύλο να επιπλέει, φουσκωτό και λαμπερό. Τον τράβηξε από μακριά, κατάλαβε ότι ήταν κάτι ξεχωριστό.

Μπήκε με τα γόνατα ως το νερό να το περιμένει. Το είδε να πηγαίνει προς τους άλλους. Βούτηξε μέσα ολόκληρος –κι ας έτρωγε ξύλο απ’ τον πατέρα πάλι.

Το έπιασε. Την έπιασε. Ήταν μια κιθάρα.

Βγήκε έξω και πήγε όσο πιο κρυφά μπορούσε στο καταφύγιο του. Είχε φτιάξει ένα χαζό μέρος, κάτι σαν σπηλιά. Ήταν δικό του, κανείς άλλος δεν έμπαινε εκεί.

Σκούπισε την κιθάρα, την στέγνωσε όσο καλύτερα μπορούσε. Μετά την κράτησε έτσι όπως την κρατούσε ο Βασιλιάς. Κοίταξε την αφίσα που είχε στο καταφύγιο του.

Δεν είχε κάνει ποτέ μαθήματα μουσικής, ούτε είχε πιάσει κιθάρα. Ήξερε πώς γίνεται μόνο γιατί κάποιος Αμερικανός στρατιώτης του είχε δώσει ένα περιοδικό Rolling Stone, που είχε αφίσα τον Έλβις με τη θρυλική Gibson J-200.

Είχε ακούσει τη μουσική του Βασιλιά, όλοι την ήξεραν.

Χτύπησε τις χορδές στην τύχη. Ακούστηκαν τέλεια. Τις ξαναχτύπησε. Ακόμα καλύτερα. Ξεκίνησε να βαράει στην τύχη, μπήκε ένα τέλειο ροκ εν ρολ.

Η Καλαμαζού ποτέ δεν έκανε λάθος.

ΤΕΛΟΣ

Ευχαριστώ τα παιδιά απ’ το Εργαστήριο Μυθοπλασίας, που ήταν μαζί μου απ’ το χειμερινό ηλιοστάσιο ως την εαρινή ισημερία.

Ευχαριστώ τον Κωστή Ανετάκη για την επιμέλεια -και τις πληροφορίες σχετικά  με τις κάρτες Ταρώ.