Ο δίδυμος (1. Προ γενετής δολοφόνος)

0
391

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 11.jpg

Ένας σοφός είχε πει ότι ζούμε για να εξιλεωθούμε.
Κι όταν έρθει ο θάνατος, να ‘ναι η ψυχή μας πιο ελαφριά απ’ το τελευταίο δάκρυ.

Τα δάκρυα είναι σαν τις χιονονιφάδες. Δεν υπάρχουν δύο ίδια. Κι είναι διαφορετικά τα δάκρυα της χαράς, εκείνα του πόνου, τα δάκρυα της απώλειας ή του θαυμασμού.

Έλεγε ο σοφός πως το πιο βαρύ, το πιο πολύτιμο δάκρυ είναι εκείνο της συγχώρεσης.

Όχι όταν μας συγχωρούν, αλλά όταν εμείς συγχωρούμε τους άλλους.

Για να εξιλεωθείς και να ζήσεις πρέπει να συγχωρέσεις.

Εγώ έμαθα από πολύ νωρίς για τι έπρεπε να εξιλεωθώ, αλλά μου πήρε καιρό να καταλάβω ποιον έπρεπε να συγχωρέσω.

Κι όλα ξεκίνησαν όταν έπεσε στα Ταρώ η κάρτα Δικαιοσύνη.

~~

Η μητέρα μου είναι παλαβή. Όχι κυριολεκτικά, μακάρι να ήταν έτσι. Είναι χειρότερη. Κολλημένη με τους κρυστάλλους, με τα ενεργειακά πεδία και τις προβλέψεις Ταρώ, τους αγγέλους και τις μετενσαρκώσεις. Τα πιστεύει όλα, δεν έχει πρόβλημα.

Έτσι αποφάσισε να μου κάνει την αποκάλυψη. Δεν τη συμβούλεψε παιδοψυχολόγος. Της το είπαν τα χαρτιά που της έριξε ο γκουρού της, ο Τζόνζι. Έπεσε η κάρτα Δικαιοσύνη. Αν αυτή πέσει ανάποδα τότε σημαίνει ότι πρέπει να κρύψεις πράγματα. Αν πέσει κανονικά τότε σημαίνει ότι πρέπει να αποκαλύψεις όλη την αλήθεια για το θέμα που ρώτησες –και να δεχτείς τις συνέπειες της αποκάλυψης.

Ήμουν δεκαπέντε χρονών τότε κι είχα αρκετά προβλήματα με την εφηβεία. Δεν το χρειαζόμουν κι αυτό, γιατί οι συνέπειες της αποκάλυψης βάρυναν τη δική μου ψυχή.

Είχε γυρίσει απ’ τον Τζόνζι και με φώναξε στο σαλόνι.

«Πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι», είπε κι έβαλε μια κούπα τσάι-μάτσα.Έκατσα απέναντι της. Το μυαλό μου ξεκίνησε να κάνει σενάρια. Πρώτα σκέφτηκα ότι είχε αποφασίσει να παντρευτεί. Δεν θα ήταν άσχημο, αρκεί να μη μ’ έδερνε ο πατριός.

Μετά φαντάστηκα ότι θα μου έλεγε ποιος είναι ο πατέρας μου. Πάντα ονειρευόμουν να ήταν κάποιος διάσημος και πλούσιος. Όλα τα παιδιά αγνώστου πατρός ονειρεύονται να έχουν για πατέρα τον Δία.

«Θα στο πω για να καταλάβεις πόσο δυνατός είσαι», μου είπε.

Μου ήρθε άλλη ιδέα. Ήμουν υιοθετημένος. Αλλά γιατί δεν μου το είχε πει νωρίτερα. Και δεν ταίριαζε με τις φωτογραφίες και τα τεκμήρια. Στο πρώτο άλμπουμ, σ’ εκείνο που όλοι έχουν, με το μωρό στο εξώφυλλο, γαλάζιο ή ροζ, είχε κρατημένο τον αφαλό μου.

Άλλωστε μου είχε πει και το άλλο παράδοξο, ότι γεννήθηκα με δόντια. Όχι όλα, αλλά χαμογελούσα απ’ την πρώτη μέρα. Με εξέτασαν για σύνδρομο  Ellis–Van Creveld. Οι νοσοκόμες δεν ήθελαν να με παίρνουν αγκαλιά, τους προκαλούσα ανατριχίλες, λιγάκι φοβόντουσαν. Έριχναν κλήρο ποια θα με πάρει να με πάει στη μάνα μου.

Οπότε δεν ήμουν υιοθετημένος. Ποια θα ήταν η εξομολόγηση;

«Δεν ήσουν μόνος σου μες στην κοιλιά μου», είπε κι ήπιε μια γουλιά.

Μου την έσπαγε τόσο αυτό που έκανε. Έλεγε μια φράση και περίμενε από σένα να μαντέψεις τα υπόλοιπα, να φωτιστείς, σαν να ήμουν Βουδιστής μοναχός και να ‘χα ακούσει κοάν.

«Έχω δίδυμο αδελφό;»
«Όχι.»
«Τότε ποιος ήταν μαζί μου, ο Σκούμπι Ντου;»
«Μη γίνεσαι σαρκαστικός, λερώνεις την ψυχή σου.»
«Χέστηκα για την ψυχή μου.»

Αυτό ήταν λάθος. Δεν ήθελε να βρίζω. Δεν με τιμωρούσε, όχι όπως κάνουν οι άλλοι γονείς, οι κανονικοί. Μόνο σταματούσε να μου μιλάει. Και μπορεί να διαρκούσε ο όρκος σιωπής για πολύ καιρό. Το μεγαλύτερο διάστημα ήταν ένας μήνας. Όταν γινόταν αυτό μου άφηνε φαγητό στο τραπέζι σαν να ήμουν σκύλος. Χειρότερα κι από σκύλο, σε κείνους μιλάμε.

Η μάνα μου πήρε το τσάι της και σηκώθηκε να φύγει.

«Εντάξει, συγνώμη», της είπα.

Συνέχισε να φεύγει.

«Σε παρακαλώ, μαμά, συγνώμη, δεν θα ξαναβρίσω, τ’ ορκίζομαι.»
«Δεν πρέπει να ορκίζεσαι», μου είπε τρομαγμένη. Τουλάχιστον είχε σπάσει τη σιωπή.

Πέρασαν λίγα λεπτά ακόμα μέχρι να επιστρέψει στη θέση της, να κάτσει, να φτιάξει τη φούστα της, να πιει τσάι, κι εγώ ήθελα ν’ αρχίσω να βλαστημάω. Συγκρατήθηκα.

«Ήσασταν δίδυμα.»
«Και;»
«Πρέπει να σου πω κάτι ακόμα για μένα, για να καταλάβεις.»

~

Έτσι έμαθα ότι η μάνα μου που έπινε μόνο μάτσα, πότε μαύρο τσάι ή καφέ, που ήταν βίγκαν και δεν ακουμπούσε αλκοόλ ή τσιγάρο, όταν έμεινε έγκυος ήταν ηρωινομανής. Τζάνκι κανονικό, δεκάξι χρονών κορίτσι.

«Είχα φύγει απ’ το σπίτι κι έκανα πολλά άσχημα πράγματα. Δεν κατάλαβα καν ότι ήμουν έγκυος πριν τον πέμπτο μήνα.»

Σαν το ανακάλυψε πήγε στην εκκλησία να προσευχηθεί. Η Παναγία εμφανίστηκε και της είπε να γυρίσει στο χωριό. Ο παππούς κι η γιαγιά μου ήταν αμόρφωτοι άνθρωποι, αλλά καλλιεργημένοι. Τη δέχτηκαν και τη βοήθησαν. Έκοψε την πρέζα, όμως η ζημιά είχε γίνει. Ο πλακούντας δεν λειτουργούσε κανονικά κι ήταν πολύ νωρίς για πρόωρο τοκετό.

Μέσα στη μήτρα υπήρχαν δύο έμβρυα. Ο πλακούντας της μπορούσε να δώσει οξυγόνο και τροφή μόνο στο ένα. Και δεν μπορούσε να διαλέξει ποιο θα σώσει. Οπότε θα πέθαιναν και τα δύο.

«Πήγα και προσευχήθηκα ξανά στην Παναγία. Ξέρεις τι μου είπε; Κι εγώ ένα παιδί γέννησα.»
«Οπότε ο αδελφός μου πέθανε μέσα στη μήτρα;» είπα κι ήμουν αληθινά στεναχωρημένος.

Όλη μου τη ζωή, εκείνα τα δεκαπέντε πρώτα χρόνια έστω, αισθανόμουν σαν να ήμουν μισός. Όταν κάναμε το Συμπόσιο του Πλάτωνα έμαθα τον πλατωνικό έρωτα. Οι άνθρωποι στην αρχή ήταν διπλοί, δυο κεφάλια, δυο καρδιές, τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια. Ο Δίας τους χώρισε στη μέση. Από τότε ψάχνουμε το άλλο μας μισό.

Κι ένιωθα ότι δεν ήταν ερωτικό το πρόβλημα. Δεν ήταν αυτό που μου έλειπε. Μόνο σαν έμαθα για τον νεκρό αδελφό κατάλαβα. Αλλά δεν είχα καταλάβει ακόμα.

«Κανονικά δεν θα έπρεπε να στο πω αυτό», συνέχισε η μητέρα, «αλλά ο Τζόνζι όταν μου έριξε τη Μεγάλη Αρκάνα, βρήκε τη Δικαιοσύνη. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Έχω δεσμευτεί να στα πω όλα.»

Συμφώνησα εκείνη τη στιγμή, αλλά μετά θα προτιμούσα να είχε πέσει μια άλλη κάρτα. Ο Τρελός, γιατί όχι;

«Ο αδελφός σου δεν πέθανε. Ήσουν ο πιο δυνατός. Τον σκότωσες.»
«Μεταφορικά το λες αυτό», είπα έτοιμος να κλάψω.
«Όχι. Λυπάμαι. Τον σκότωσες και τον έφαγες. Βρήκαν κομμάτια σάρκας μισοχωνεμένα στα περιττώματα σου.»
«Μπορεί να ήταν…»
«Ακριβώς το ίδιο DNA  με σένα. Μόνο οι δίδυμοι είναι έτσι.»

~

Ποια είναι τα πέντε στάδια του πένθους; Άρνηση, οργή, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή; Εγώ τα πέρασα όλα μαζί, ταυτόχρονα. Ήταν ένα μικρό ψυχωτικό επεισόδιο, χωρίς να πω τίποτα.

Αλλά σκέφτηκα:
Αποκλείεται μαλακίες λέει δεν μπορεί να είναι αλήθεια κι αν είναι γιατί μου το λέει τώρα γιατί μου το λέει γιατί μου το λέει τρελή μπορεί να είναι τρελή να νομίζουν ότι έγιναν έτσι αλλά να τα είδε σε ταινία να ψάξω τα ιατρικά αρχεία σκατά είμαι φονιάς όχι εκ γενετής χειρότερα προ γενετής είμαι καταδικασμένος πρέπει να το δεχτώ

«Μην το βλέπεις αρνητικά», είπε η μητέρα.
«Ναι, θ’ αρχίσω να χορεύω απ’ τη χαρά μου. Γιατί μου το είπες τώρα;»
«Το έδειξαν οι κάρτες. Έπρεπε να μάθεις.»

Σηκώθηκα να βγω έξω, να πάρω αέρα και να πηδήσω από ένα ψηλό κτίριο. Θα ήθελα να μην έχω μια τρελή μάνα. Θα ήθελα να έχω έναν πατέρα. Θα ήθελα να μην είχα φάει τον δίδυμο αδελφό μου. Θα ήθελα να έχω έναν άνθρωπο που να με καταλαβαίνει. Είναι δύσκολο να είσαι έφηβος.

«Να πάνε να γαμηθούν οι κάρτες σου», της είπα και δεν μ’ ένοιαζε αν θα μου ξαναμιλούσε τρία χρόνια, μέχρι να ενηλικιωθώ και να φύγω απ’ το τρελόσπιτο.

~~{}~~

Κι ενηλικιώθηκα. Όχι πολύ πετυχημένα, αλλά πόσοι μπορούν να καυχηθούν ότι τα κατάφεραν επιτυχώς; Δεν ήμουν ούτε ο καλύτερος ούτε ο χειρότερος. Ένας απλός άνθρωπος, χωρίς το άλλο του μισό.

Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να έχω γίνει επιθετικός, βίαιος. Διάβαζα ότι ο θηλυκός Διάβολος της Τασμανίας έχει μόνο τέσσερις θηλές μες στο μάρσιπο. Αλλά γεννάει είκοσι έως τριάντα μικρά. Εκείνα πρέπει ν’ ανταγωνιστούν για το γάλα, για να επιβιώσουν. Μόνο τέσσερα, τα πιο δυνατά, τα πιο βίαια, κερδίζουν. Τους χαμένους τους τρώνε, για έξτρα πρωτεΐνη.

Ήμουν κι εγώ ένας μικρός Διάβολος, είχα φάει τον αδελφό μου. Αλλά δεν ήμουν βίαιος. Ήταν σαν να είχα εξαντλήσει όλα τ’ αποθέματα βίας μέσα στη μήτρα.

Έγινα ακριβώς τ’ αντίθετο ενός Διαβόλου. Δεν μπορώ τον ανταγωνισμό, δεν θέλω να διεκδικώ. Ευτυχώς με τα κορίτσια, καθώς ενηλικιωνόμουν, δεν χρειαζόταν να προσπαθώ. Και στις δύο σχέσεις που είχα εκείνες έκαναν την πρώτη κίνηση, αυτές μου την έπεσαν κι εγώ αφέθηκα. Δεν κράτησαν πολύ. Και οι δύο μου είπαν ότι είμαι άβουλος. Δεν είμαι, αλλά δεν θέλω να το ζορίζω το θέμα, γενικά. Αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθει, δε γαμιέται;

Έφυγα νωρίς απ’ το σπίτι, πήγα φαντάρος. Έκανα πολλές δουλειές. Η τελευταία ήταν σ’ ένα εστιατόριο. Προς θεού, όχι σεφ ή σου-σεφ, με τίποτα. Έχετε μπει ποτέ σε κουζίνα εστιατορίου; Είναι Βιετνάμ κανονικό, σκηνικό μάχης. Ο σεφ δεν είναι μάγειρας, είναι ηγέτης, πρέπει να διευθύνει τη διμοιρία του.

Δούλευα λάντζα/βοηθός κουζίνας/καθαριστής. Έκανα όλες τις αγγαρείες με άλλα λόγια. Είναι βαριά δουλειά, με πολλή ένταση, αλλά δεν ανταγωνιζόμουν κανέναν, μόνο ακολουθούσα εντολές. Κι είμαι πολύ καλός σ’ αυτό.

~

Η ρουτίνα μου ήταν πάντα έτσι:

Ο πρώτος που πηγαίνει στην κουζίνα, απ’ το μεσημέρι, κι ας ανοίγουμε το βράδυ. Κάνω προετοιμασίες, βάζω σκεύη στη θέση τους, γεμίζω λάδια και μπαχάρια, βγάζω λαχανικά και κρέατα, σύμφωνα πάντα με το μενού της ημέρας.

Δεύτερος έρχεται ο Σεφ. Είναι ένας ωραίος τύπος, έχει κι εκπομπή στην τηλεόραση. Μακρύ μαλλί ως τη μέση που το πιάνει γαλλική κοτσίδα και –φυσικά- τατουάζ παντού.

Σαν το ανέκδοτο.
Πάει το παιδί στη μάνα:
«Μάνα, θέλω να γίνω σεφ.»
«Τρελάθηκες, παιδί μου; Πού θα βρούμε τόσα λεφτά για τατουάζ;»

Ο Σεφ δεν έχει όνομα. Στην τηλεόραση έχει, αλλά στην κουζίνα τον λέμε Σεφ, σαν να τον λέγαμε Λοχαγό.

Όταν έρχεται ελέγχει προσωπικά τα τρόφιμα που έχω βγάλει.

«Η πρώτη ύλη είναι και η τελευταία ύλη.»

Αυτή την ατάκα τη σκέφτηκε ο ίδιος, την έχει κατοχυρώσει,  και τη λέει καμιά δεκαριά φορές στην εκπομπή του.

Αφού δει ότι όλα είναι εντάξει και προτού αρχίσουν να ‘ρχονται οι υπόλοιποι με κερνάει έναν καφέ. Η πρώτη ύλη είναι κι η τελευταία ύλη. Έχει μανία με τον καφέ του. Του φέρνουν έναν μονοποικιλιακό από Ονδούρα, που έχει νότες γιασεμιού. Τον πληρώνει πιο ακριβό από μαύρη τρούφα.

Έχει και μια παραδοσιακή μηχανή εσπρέσο, πριν τον ηλεκτρισμό φτιαγμένη, με γκάζι λειτουργεί. Της βάζει φωτιά και παρακολουθεί με ευλάβεια τη θερμοκρασία που ανεβαίνει. Εκείνη τη στιγμή αν του μιλήσεις θα απολυθείς. Έτσι έφυγε ο προκάτοχος μου απ’ την κουζίνα του Λουζιτάνια.

Όταν όλα είναι έτοιμα βάζει τον καφέ, το διπλό στόμιο και δυο φλιτζάνια από κάτω. Βρήκε τη μηχανή κάπου στη Νάπολη, αντίκα, αλλά είχε μόνο το διπλό. Το μονό χάθηκε στον πόλεμο και δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει άλλης μηχανής. Ο Σεφ ήταν λιγάκι κολλημένος, νομίζω ότι είναι φανερό.

Έτσι φτιάχνει αναγκαστικά δυο καφέδες. Να πιει και τους δύο δεν επιτρέπεται, θα του χαλάσει την τελειότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να τον πετάξει. Οπότε χρειάζεται άλλο ένα άτομο για να μοιραστούν τον καφέ. Έτυχε να είμαι εγώ.

Ο καφές του είναι απόσταγμα. Δεκαπέντε ml ακριβώς. Χρησιμοποιεί εμφιαλωμένο νερό απ’ την Νάπολη, από κάποια πηγή εκεί, για να μην έχει χλώριο. Τα φλιτζανάκια είναι αυθεντικά του 1848. Ζάχαρη, και πρόσθετα απαγορεύονται. Είμαι σίγουρος πώς αν ήθελε γάλα θα έφερνε μια αγελάδα από την Ιταλία, για να την αρμέγει εκείνη την ώρα.

Μια γουλιά καθαρού καφέ, που το πίνει αργά, αλλά μονορούφι. Αυτός είναι ο μόνος καφές που πίνει ο Σεφ όλη μέρα.

Αφού πίνουμε εκείνη τη θεσπέσια γουλιά μιλάμε για πέντε λεπτά. Ουσιαστικά ο Σεφ μιλάει, εγώ ακούω και λέω μερικά μονολεκτικά για να φαίνεται ότι ακούω.

Δεν λέει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Περί ανέμων και υδάτων για τη ζωή του Σεφ, που είχε ξεκινήσει απ’ το μηδέν κι έχει πλέον δική του εκπομπή, ένα αστέρι Μισελέν και πέντε τετραγωνικά τατουάζ.

Μετά έρχεται ο σου-σεφ, έρχονται κι οι υπόλοιποι και αρχίζει η μάχη.

Αυτό έκανα, χωρίς καμία απόκλιση.

~~

Την τελευταία μέρα που δούλεψα στο Λουζιτάνια ο Σεφ είχε ξεκινήσει να λέει για τη θητεία του στο στρατό. Είχε ξεκινήσει την εκπαίδευση στο Γύθειο, στο τρίτο τάγμα των μαγείρων, αλλά δεν μπορούσε ν’ ακούσει τις υποδείξεις του άσχετου που είχαν επικεφαλή, τα έκανε λίμπα και τον έδιωξαν δυσμενή.

«Όταν είσαι γεννημένος σεφ, δεν μπορείς να δεχτείς τίποτα λιγότερο», μου είπε. Κι έβγαλε ένα μικρό μπλοκάκι που είχε για να σημειώσει την ατάκα. Θα την έλεγε στην επόμενη εκπομπή.

Σκέφτηκα ότι λιγάκι τα παράλεγε. Κι η γιαγιά μου μαγείρευε υπέροχα. Κανείς ποτέ δεν θα φτιάξει κοτόσουπα σαν τη δική της. Αλλά δεν είχε καβαλήσει το καλάμι. Όλοι μπορούν να μαγειρέψουν.

«Με καλεί ο διοικητής και μου λέει: Ή ακολουθείς τις εντολές ή θα σε στείλω στη Γκασμαδία. Κι εγώ του λέω…»
«Ή ταν ή επί τας;» τον έκοψα, μην αντέχοντας να κρατηθώ.

«Γίνεσαι σαρκαστικός;» είπε ο Σεφ, εκνευρισμένος που τον διέκοψα.
«Όχι, Σεφ, χιούμορ κάνω», του είπα γέλασα κι έκλεισα τα μάτια. Ήταν κάτι σαν τικ, το έκανα όταν αγχωνόμουν.

Με κοίταξε καλά-καλά, σαν να με έβλεπε για πρώτη φορά.

«Έχεις αδελφό;» μου είπε.

Ταράχτηκα, αλλά δεν το έδειξα.
«Έχει πεθάνει.»
«Το πρόσωπο σου, τώρα που γέλασες. Μου φαίνεται γνωστό.»
«Είμαι κοινή φυσιογνωμία. Μέσος όρος κι ούτε ένα τατουάζ.»

Δεν έπιασε το αστείο. Κοίταξε την ώρα. Ο πρώτος σου-σεφ θα έμπαινε σε τρία λεπτά –το αργότερο. Αν καθυστερούσε θα απολυόταν αμέσως.

«Με στείλαν Λέσβο, σε μια μονάδα του κώλου. Γενική επιστασία με είχαν, αλλά φαγητό έπαιρναν απ’ το τάγμα. Σκουπίδια. Πρότεινα στο λοχαγό να τους μαγειρεύω εγώ, αρκεί να μην κάνω βάρδιες κι αγγαρείες. Έφαγαν την πρώτη φορά, τους έκανα κόκορα κοκκινιστό με πουρέ μελιτζάνας, έπαθαν πλάκα.»

Αυτό ήταν ένα απ’ τα πιο διάσημα πιάτα του, έτσι πήρε το Μισελέν.

Ο Σεφ κοίταξε το ρολόι του. Δυο λεπτά ακόμα.

«Θυμάμαι τον Λοχία. Ήταν ένας τύπος χωρίς λαιμό. Αρχίδι τελείως, με μουστάκι Καραϊσκάκη. Μόνο εμένα δεν άγγιζε, τους άλλους τους είχε κάνει τη ζωή πατίνι, πολύ ξύλο.»

Με κοίταξε διερευνητικά.

«Για βγάλε το σκούφο», μου είπε.

Δεν το έκανα. Αυτό ήταν βέβαιη απόλυση στην κουζίνα. Ακόμα κι αν σε πυροβολούσαν στο κεφάλι δεν έπρεπε να βγάλεις το σκούφο.

«Βγάλ’ τον», μου είπε ξανά.
Το έκανα και τον κράτησα με τα δύο χέρια. Παρατήρησε το κεφάλι μου. Κοίταξε το ρολόι του. Ένα λεπτό ακόμα. Ένιωσα ότι είχε μείνει ένα λεπτό πριν αλλάξουν όλα.

«Ειδικά ήταν ένας πιτσιρικάς που είχε μπλέξει.»
«Με τι;»
«Εσύ πού έκανες φαντάρος;»
«Σούδα, ναυτικό.»
Δεν φάνηκε να με πιστεύει.

«Ο μικρός δεν άντεχε. Στην αρχή τον βρίσκαμε στην τουαλέτα παρέα με τη τζίνα. Γέμιζε μια σακούλα με βενζίνη και την κρεμούσε απ’ τ’ αυτιά του. Μύριζε μέχρι να πέσει κάτω. Ήθελε να ξεφύγει απ’ το Λοχία.»

Με κοίταξε πάλι, χωρίς να δει το ρολόι του. Ούτε κι εμένα μ’ ένοιαζε πια.

«Μετά ξεκίνησε την πρέζα. Και τρυπιόταν, όχι καπνιστή.»

Άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του. Έβγαλε ένα ζευγάρι γυαλιά μυωπίας. Είχε χαμηλό βαθμό και του χαλούσανε το στυλ. Σπάνια τα έβαζε. Τα φόρεσε και ήρθε πιο κοντά.

«Αυτό είναι!» φώναξε και σηκώθηκε όρθιος. «Αυτός είσαι!»

Ο σου-σεφ και δύο βοηθοί περίμεναν στην πόρτα να τους επιτρέψει την είσοδο.

«Ο τζάνκι είναι ίδιος εσύ. Ίδιος σου λέω, σαν δίδυμος.»

Σηκώθηκα, πήγα προς την αποθήκη, γύρισα προς το ψυγείο, μετά κοίταξα έξω, γυρνούσα σαν παγιδευμένος ποντικός, σαν να ήμουν πειραματόζωο κάποιου επιστήμονα. Αλλά δεν υπήρχε επιστήμονας, μόνο ο Σεφ, που ήταν γάτα.

«Περίμενε!» φώναξε κι ήρθε κοντά μου. Πλέον είχε μαζευτεί όλο το προσωπικό της κουζίνας απέξω. Είχαν στριμωχτεί και περίμεναν, είχαν μαζευτεί κι άκουγαν, απολάμβαναν αυτό το σπάσιμο της ρουτίνας.

«Περίμενε», είπε. «Ο τύπος έλεγε ότι όταν γεννήθηκε είχε σημάδι. Μας το ‘χε δείξει. Στο δεξί χέρι. Σαν φεγγάρι.»

Ένιωθα να πνίγομαι, δεν ήθελα ν’ ακούσω άλλα.

«Εσύ έχεις;» Μου σήκωσε το δεξί μανίκι. «Δεν έχεις.»

Ανάσες, ανάσες, ανάσες.

«Όχι, περίμενε… Στο αριστερό μπράτσο ήταν.»

Μου σήκωσε το μανίκι και το είδε. Ναι, το είχα εκεί εκ γενετής. Εγώ έλεγα ότι μοιάζει με κέρατα.

«Εσύ είσαι», είπε θριαμβευτικά ο Σεφ. «Είσαι το τζάνκι.»

Πήγα στον πάγκο όπου είχε τη μηχανή του εσπρέσο και τα δύο συλλεκτικά φλιτζάνια. Έπιασα το ένα και το άφησα να πέσει στα πλακάκια. Ακούστηκε ένα «οοοο» πριν τον ήχο του σπασίματος. Ο Σεφ δεν είπε τίποτα, είχε μείνει χωρίς ανάσα. Πώς θα έπινε καφέ μ’ ένα μόνο φλιτζάνι;

Έβγαλα την ποδιά μου και την άφησα πάνω στη ψηστιέρα. Την άναψα. Πήρε φωτιά αμέσως. Έτρεξαν να τη σβήσουν ενώ εγώ έφευγα. Ο Σεφ δεν μιλούσε. Καθώς έβγαινα κάποιοι με χτυπούσαν στον ώμο.

Δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Όλο αυτό είχε τελειώσει. Είχα άλλο θέμα πια. Έπρεπε να βρω τον νεκρό αδελφό.

~~~{}~~~

Μη φανταστείτε ότι ξεκίνησα να το παίζω ντετέκτιβ ή ότι έγινα χάκερ. Ναι, έτσι κάνουν στις ταινίες. Ο ήρωας μπαίνει απ’ τον υπολογιστή του στα αρχεία του στρατού, βρίσκει το πρόσωπο του αδελφού του στις φωτογραφίες κάνει ταύτιση με τα αρχεία της ΚΥΠ και τον εντοπίζει.

Εγώ λειτούργησα αυθόρμητα, το ‘χω αυτό, κάνω ό,τι μου ‘ρθει. Ξενοίκιασα το στούντιο, μάζεψα ένα σακίδιο πράγματα, αυτά που είχα όλα κι όλα, και πήρα το πλοίο για τη Λέσβο. Λεφτά δεν είχα, αλλά δεν με πείραζε, μπορούσα να δουλέψω. Αρχή σεζόν ήταν, ήξερα πως θα έβρισκα κάτι. Δεν φοβόμουν.

Νομίζω ότι είναι ένα δικό μου χαρακτηριστικό. Δεν είμαι θαρραλέος, καθόλου, αλλά δεν αγχώνομαι. Απλώς πάω με τη ροή της ζωής κι όπου με βγάλει.

~

Έμαθα ότι η στρατιωτική μονάδα του Πολιχνίτου ήταν κοντά στη Νυφίδα, τουριστικό μέρος. Έψαξα εκεί για δουλειά, βρήκα σχεδόν αμέσως. «Καλλονή», μια μικρή ταβέρνα που την είχαν τρεις γυναίκες, τρεις γενιές. Τις συνταγές τις είχε κληροδοτήσει η γιαγιά, η κυρά Σταμάτα, η «Στρατηγός», όπως την έλεγαν. Πλέον δεν μπορούσε να κουνήσει. Καθόταν έξω με μια μυγοσκοτώστρα κι όταν κάποια μύγα έκανε το λάθος να προσγειωθεί στο τραπέζι τη σκότωνε με επιτυχία εκατό τοις εκατό. Μετά έφτυνε το πλαστικό τραπεζομάντιλο για να το καθαρίσει.

Η μητέρα μαγείρευε, η κόρη σέρβιρε. Δέκα τραπέζια είχαν όλα κι όλα, αλλά χρειάζονταν έναν βοηθό, άντρα, για να κάνει όλα τ’ άλλα και τις αγγαροδουλειές. Μου έδωσαν και στέγη. Ένα δωματιάκι πάνω απ’ το εστιατόριο, που μύριζε γεμιστά και σαρδέλα –τις Τρίτες. Αλλά με την πρώτη ματιά το αγάπησα πιο πολύ απ’ το διαμέρισμα στην πόλη.

Το ξέρω ότι ακούγεται χαζό, αλλά έτσι ξεκίνησα την έρευνα για το δίδυμο. Δεν έκανα τίποτα άλλο, ούτε βιάστηκα να ψάξω. Πρώτα ήθελα να τακτοποιηθώ, να βρω τη σειρά μου εκεί, και μετά θα ερχόταν μόνο του. Ναι, δεν νομίζω ότι χρειάζεται πολύς κόπος για τίποτα. Γιατί όλα περνάνε, χάνονται, οπότε τζάμπα χαραμίζεις κι εσύ τις δυνάμεις σου. Χαλάρωσε και πήγαινε με τη ροή.

Μην το παρακάνεις στην προσπάθεια. Ακόμα καλύτερα, μην προσπαθείς καν. Στάσου ακίνητος κι άσε τον κόσμο να γυρίζει γύρω σου, μέχρι να μπουν τ’ αστέρια στη σωστή θέση. Κι αν δεν μπουν, μη σκας, θα το ‘χεις διασκεδάσει.

~~

Έτσι έπιασα δουλειά στην «Καλλονή» και πολύ γρήγορα μ’ εκτίμησαν οι τρεις αφεντικίνες. Γιατί ήμουν ήσυχος, εργατικός και βολικός. Ρουτίνα ξανά και οι μήνες πέρασαν χωρίς να το καταλάβω, κάθε μέρα ίδια με την άλλη.

Πέρα απ’ τη δουλειά δεν έκανα τίποτα. Μόνο μια βουτιά στη θάλασσα το μεσημέρι στο διάλειμμα. Και μετά τη δουλειά διάβαζα στο δωματιάκι μου.

Δεν ξέρω γιατί οι άνθρωποι απεχθάνονται τη ρουτίνα. Εμένα μου ταιριάζει.

«Είσαι λιγάκι σαν γέρος», μου είπε η κυρά Σταμάτα, μια νύχτα που τρώγαμε αφού είχαμε μαζέψει.
«Τι του λες του ανθρώπου, ρε μάνα!»
«Μα είναι.»
«Εμένα μου φαίνεται σοφός», είπε η εγγονή.
«Δεν πρέπει να μιλάς για τους παρόντες σε τρίτο πρόσωπο», είπε η μάνα.
«Ούτε για τους απόντες», είπε η γιαγιά.

Και κάπως έτσι πήγαινε πάντα η κουβέντα. Μιλούσαν οι τρεις τους, κι εγώ παρών απών άκουγα μόνο. Ίσως γι’ αυτό να της φαινόμουν σοφός.

«Μπορεί να είναι άγιος», είπε η κόρη.
«Σιγά μην είναι και νεομάρτυρας», έκανε η μητέρα και γελάσαμε όλοι.

Τότε, ακριβώς με το γέλιο, είδα ένα φύλλο να πέφτει. Η αυλή της «Καλλονής» ήταν κάτω από μια θεόρατη μουριά. Είχανε βάλει ξύλινα δοκάρια για να κρατάνε τα κλαδιά, που ήταν χοντρά σαν κορμοί κι εκείνα.

Είδα ένα μικρό φύλλο να πέφτει στην πλάκα, δυο μέτρα απ’ το πόδι μου. Το ζήλεψα. Ήταν τόσο ήσυχο. Δεν ήξερε ότι είχε πεθάνει. Εκείνο το φύλλο δεν ήξερε τίποτα για το θάνατο. Και ήταν κάτι σαν οιωνός αυτή η σκέψη.

Είχα μείνει τρεις μήνες στη Νυφίδα, με πιο μακρινή διαδρομή ως τη θάλασσα για βουτιές. Έπρεπε να πάω να κάνω μια βόλτα κοντά στο στρατόπεδο. Τους το είπα. Αν μπορούσα να πάρω ρεπό μια μέρα.

«Όποτε θες», είπε η μάνα. Το σκέφτηκε λιγάκι. «Εκτός από Σαββατοκύριακο.»
«Και την Τετάρτη έχουμε το γάμο», είπε η κόρη.
«Σωστά… Και Πέμπτη, Παρασκευή λένε θα έρθουν γκρουπ από Τουρκία.»
«Οπότε αύριο», τους είπα. Ήταν Κυριακή.
«Ναι, Δευτέρα δεν έχουμε τίποτα. Μόνο να κουβαλήσεις τα…»
«Θα τα κάνω όλα προτού φύγω, μην ανησυχείς.»

Καληνύχτισα και σηκώθηκα να πάω για ύπνο. Άκουσα τη κυρά Σταμάτα να λέει: «Κάτι κουβαλάει αυτός στην ψυχή του. Γι’ αυτό γέρασε.»

~~~

Την επομένη, κι αφού τέλειωσα τις αγγαρείες, πήρα το ποδήλατο της κόρης. Η Πολιχνίτος δεν ήταν μακριά, πέντε χιλιόμετρα. Έμαθα που ήταν το στρατόπεδο και πέρασα απέξω. Στην πύλη ήταν ένας βαριεστημένος φαντάρος, που μετά βίας μου μίλησε.

«Εδώ έκανα τη θητεία μου», του είπα.

Δεν φάνηκε να νοιάζεται. Να τελειώνει τη βάρδια και να βγει ήθελε.

«Έχετε ακόμα τον ίδιο λοχία;» τον ρώτησα.
«Ποιον απ’ όλους;»
«Πώς τον λέγανε; Ένας μαλάκας με μουστάκι.»
«Όλοι μαλάκες είναι. Οι πιο πολλοί και με μουστάκι.»
«Χωρίς λαιμό», είπα και σήκωσα τους ώμους. Δεν κατάλαβε. «Εκείνον που έδερνε τους φαντάρους.»
«Α, λες για τον… Ναι, είχα ακούσει γι’ αυτόν. Δεν τον πρόλαβα, τον έδιωξαν όταν έκανε έναν φαντάρο ν’ αυτοκτονήσει. Πήδηξε απ’ το γκρεμό στη θάλασσα.»

Θυμήθηκα το φύλλο που έπεσε.

«Ποιος φαντάρος; Ξέρεις τι—»
«Πρεζάκι ήταν. Δεν ξέρω ονόματα και τέτοια. Αλλά έχει γίνει μύθος. Πρόσεχε μην την πάθεις σαν το πρεζάκι. Αυτό είναι το πρώτο που σου λένε όταν έρχεσαι εδώ. Μάλλον φανταρίστικος μύθος θα είναι, όπως ο άλλος με τη Ραχήλ, στη Θράκη.»

Ξεκίνησε να μου λέει το φανταρίστικο μύθο της Ραχήλ, της νεκρής κοπέλας που παίρνει μαζί της φαντάρους στο νεκροταφείο και τους σκοτώνει. Τον ήξερα, όλοι όσοι πάνε στρατό τον έχουν ακούει. Και δεν με ένοιαζε ν’ ακούσω την εκδοχή του πιτσιρικά. Ένιωσα σαν να είχα χάσει τον αδελφό μου ξανά. Τουλάχιστον δεν τον είχα φάει.

«Πού βγαίνετε εδώ πέρα;» τον ρώτησα. Χρειαζόμουν επειγόντας κάτι να πιω.
«Εδώ πέρα πουθενά. Βλάχοι τελείως. Κάτω στη Σκάλα πηγαίνουμε. Με το ποδήλατο είσαι; Κατηφόρα, ένα τέταρτο.»

~~~~

Είχα ρεπό όλη μέρα, οπότε ξεκίνησα για τη Σκάλα. Χρειαζόμουν μια Γκίνες, κάτι πικρό και μαύρο, σαν το θάνατο.

Η Σκάλα ήταν τουριστική και με πολύ περισσότερο κόσμο απ’ τη Νυφίδα. Τουρίστες πήγαιναν κι ερχόντουσαν, μιλούσαν για τον Μικελάντζελο. Ρώτησα τρεις ντόπιους μέχρι να μάθω πού σερβίρανε Γκίνες βαρέλι.

Η Γκίνες σε κουτάκι ή μπουκάλι είναι για πέταμα. Καμία σχέση με το βαρέλι. Μάλλον το καβουρντισμένο κριθάρι θέλει να συνεχίσει να ζυμώνεται. Κάποιος Ιρλανδός μου είχε πει ότι η καλύτερη Γκίνες είναι πάντα η τελευταία του βαρελιού, σε μικρά μαγαζιά χωρίς κατανάλωση, γιατί έχει αρχίσει να χαλάει.

Ήταν ένα ωραίο μπαράκι, σε στυλ παμπ, που λεγόταν Beckett. Δεν είχε καμιά σχέση με τα υπόλοιπα του νησιού, ούτε μοδάτο ούτε Zorba the Greek. Μάλλον ήταν λιγάκι παράταιρο, αλλά έτσι ήμουν κι εγώ, ταίριαξα.

Πήγα κι έκατσα στη μπάρα. Ο μπάρμαν ήταν μάλλον και ιδιοκτήτης, αφού ήταν σαράντα φεύγα, και κανείς δεν προσλαμβάνει μεσήλικες μπάρμαν.

Είχε γυρισμένη πλάτη. Κοιτούσε τα μπουκάλια του κι έγραφε τι απόθεμα είχε. Έκατσα μπροστά στην κάνουλα της Γκίνες. Στα ηχεία έπαιζε μέταλ. Ή γκράντζ; Έπαιζε Alice in Chains. Και τα δύο μαζί.

Ο μπάρμαν με είδε στον καθρέφτη κι έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας, σαν να έλεγε: «Τι θέλει αυτός, τόσο νωρίς;»

Ζήτησα απ’ την πλάτη του μια Γκίνες. Και του είπα ν’ αφήσει να σταθεί μες στο ποτήρι πριν τη γεμίσει.

«Μπορώ να περιμένω τον Γκοντό», του είπα.

Δεν του άρεσε το αστείο μου. Ή μπορεί να τσαντίστηκε που του υπέδειξα πώς να κάνει τη δουλειά του. Γέμισε τα τρία τέταρτα του ποτηριού και την άφησε να κατακάτσει, να γίνει μαύρη. Όσο περιμέναμε με κοιτούσε.

«Τι;» του είπα.

Εκείνος μόνο σήκωσε τα φρύδια. Δεν ήταν ο πιο ευγενικός μπάρμαν της χώρας. Μπορεί να είχε επηρεαστεί κι απ’ το όνομα της παμπ και τα έργα του Ιρλανδού.

Κοίταξα τριγύρω. Ωραία διακόσμηση, όλα από θέατρο του παραλόγου. Μπέκετ, Ιονέσκο, Αντάμοφ και Ζενέ. Ψαγμένη παμπ. Κάπου στην άκρη είχε και την καθιερωμένη γωνία με τις φωτογραφίες των πελατών, μαζί με σχόλια γραμμένα με μαρκαδόρο και χαρτονομίσματα απ’ όλο τον κόσμο. Ήταν το μόνο συνηθισμένο μέσα στο παράλογο. Αυτό και η μουσική.

Ο μπάρμαν μου έδωσε την μπύρα, άψογα εκτελεσμένη.

«Φιστίκια δε θες», είπε κι έφυγε.

Ο αγενής μπάρμαν. Θα μπορούσε να είναι τίτλος θεατρικού. Αλλά είχε δίκιο, δεν ήθελα φιστίκια, είμαι αλλεργικός.

Ο Μπέκετ βγήκε έξω με το κινητό του και μίλησε για λίγο. Δεν του έδωσα σημασία, γιατί η μουσική είχε γίνει παράλογη. Μετά τη μαυρίλα των Alice in Chains, μετά το Angry Chair, ξεκίνησε να παίζει Σίντι Λόπερ, “Girls just wanna have fun.”

«Ποιος διαλέγει τα τραγούδια;» του είπα σαν μπήκε.

Μου έδειξε, χωρίς να μιλήσει, ένα cd-jukebox, στην άκρη του μαγαζιού, vintage, αλλά όχι αντίκα, όπως θεωρούνται εκείνα με τα βινύλια.

«Τυχαία;» του είπα.
«Περίμενε και θα δεις», είπε ο μπάρμαν. Νομίζω ότι χαμογέλασε λιγάκι.

Περίμενα πίνοντας μπύρα. Το επόμενο που έπαιξε ήταν η «Μαντουμπάλα»  του Στέλιου Καζαντζίδη. Και σαν τέλειωσε αυτό ξεκίνησε ν’ ακούγεται κάτι κλασικής μουσικής. Σαν Μότσαρτ έμοιαζε.

Ήταν τελείως παράλογο. Ταίριαζε με το μαγαζί.

~~~~~~

Λίγο μετά, ενώ έπινα τη δεύτερη Γκίνες θυμήθηκα τον αδελφό μου. Είχε αυτοκτονήσει τελικά; Είχε γίνει τζάνκι σαν τη μητέρα μας, αλλά εκείνος δεν είχε την Παναγία να τον βοηθήσει, μόνο ένα Λοχία χωρίς λαιμό που τον έσπρωξε στο κενό.

Ένα ζευγάρι Ρώσων μπήκαν εκείνη τη στιγμή. Πήγαν κι έκατσαν σε τραπεζάκι. Ο μπάρμαν πήρε παραγγελία, το ίδιο μουτρωμένος όπως πάντα.

Γύρισε στην μπάρα και ξεκίνησε να φτιάχνει Μαργαρίτα. Έβαλε τεκίλα Milagro, που ήξερα απ’ το Λουζιτάνια ότι είναι η καλύτερη για κοκτέιλ, και σίγουρα πολύ ακριβή για ένα μαγαζάκι στη Σκάλα Καλλονής. Για triple sec έβαλε Grand Marnier. Και χυμό από λάιμ που έστυψε εκείνη τη στιγμή. Το αλάτι, είμαι σίγουρος, ήταν απ’ τις αλυκές του νησιού.

Η πρώτη ύλη είναι η τελευταία ύλη. Ο τύπος ήταν μαμούχαλος, αλλά ήξερε να κάνει τη δουλειά του. Και το τζουκ μποξ έπαιζε «I can’t escape myself».

«Left alone, i’ m with the one I most fear
I’m sick and I’m tired of reasoning
Just want to break out shake off this skin”

Είχα ξεχάσει τον αδελφό μου, μέχρι που τον θυμήθηκα πάλι εξαιτίας της μουσικής. Αλλά δεν ήξερα πια αν ήθελα να τον θυμάμαι. Υπήρχαν πολλά όμορφα για να ζήσω, γιατί ν’ ασχολούμαι μαζί του;

Ενώ έπινα την τρίτη κι ακούγαμε Μαρία Κάλλας, ξεκίνησε να έρχεται περισσότερος κόσμος. Πρώτα μπήκε μια παρέα από αγόρια, κοντοκουρεμένοι όλοι, σίγουρα φαντάροι. Μετά δυο σαραντάρες, και οι φαντάροι έκαναν παιχνίδι.

Το τζουκ μποξ του Μπέκετ, σαν να ήθελε να τους βοηθήσει ξεκίνησε να παίζει Τζορτζ Μάικλ, το Freedom.

Τους είδα να γελάνε, παρατήρησα πώς έφτιαχνε ο μπάρμαν τα Μοχίτο, περίμενα να τελειώσει για να παραγγείλω κι άλλη μπύρα.

Λίγο μετά, μόλις άλλαξε κομμάτι, μπήκε μια κοπέλα όλη στα μαύρα. Ταίριαζε. Γιατί εκείνη την ώρα έπαιζε το “Killing an arab”. Ήταν λες και περίμενε ν’ αρχίσει το κομμάτι για να μπει στο μαγαζί.

Κοίταξε γύρω και με πρόσεξε. Κατάλαβα ότι της έκανα εντύπωση, κι αυτό ήταν παράξενο, γιατί δεν είμαι και κανένας ωραίος. Ίσα που δεν με λες άσχημο. Αλλά εκείνη ήρθε κατευθείαν πάνω μου.

«Πλάκα μου κάνεις;» μου είπε κατάμουτρα.

Είχε ωραία γαλαζογκρί μάτια, σαν τη θάλασσα τις συννεφιασμένες μέρες. Έκαναν αντίθεση με το μαυρισμένο δέρμα της -κι όλα τ’ άλλα τα μαύρα της.

Ο μπάρμαν έβγαινε εκείνη την ώρα, κουβαλώντας στο δίσκο τα Μοχίτο. Στάθηκε για μια στιγμή δίπλα στη γκοθού.

«Στο είπα», έκανε ο μπάρμαν.
«Μου είπες, αλλά δεν περίμενα…»
Με έδειξε και δεν τέλειωσε την πρόταση της.

«Τι κάνεις εδώ;» μου είπε η κοπέλα, με ένταση στη φωνή της.
«Πίνω μια Γκίνες;»

Και τότε με χαστούκισε. Σφαλιάρα δυνατή κανονική, που δεν την είδα να έρχεται, ούτε πρόλαβα να αντιδράσω. Όλοι γύρισαν να κοιτάξουν. Ο μπάρμαν χαμογέλασε, κανονικά αυτή τη φορά, του άρεσε.

«Νόμιζα ότι πέθανες», είπε η κοπέλα. Είχε δακρύσει. Πήγα να πιω λίγη Γκίνες για να πάρω φόρα και να της εξηγήσω. Είχε αδειάσει. Γύρισα στην κοπέλα.

«Συγνώμη», της είπα, «αλλά δεν σε ξέρω.»

Σλαπ! Δεύτερη σφαλιάρα, πιο δυνατή. Είχαμε γίνει φαρσοκωμωδία πλέον.

«Γαμιέσαι!» μου είπε με γνήσιο μίσος. «Αμνησία έχεις πάθει;»
«Όχι. Δεν νομίζω. Αλλά δεν σε ξέρω.»
«Αλήθεια; Για έλα λίγο.»

Με τράβηξε ως τη γωνιά με τις αναμνηστικές φωτογραφίες. Μου έδειξε. Υπήρχε μία εκεί, ναι, υπήρχε μία όπου ο νεότερος εαυτός μου, πιο αδύνατος και μαυρισμένος, πόζαρε μάγουλο με μάγουλο δίπλα στη γκοθού.

Έμεινα να κοιτώ το πρόσωπο του αδελφού μου. Υπήρχε, δεν ήταν φαντασίωση. Ήταν φαντάρος στη Λέσβο, ο Σεφ είχε δίκιο. Ήταν αυτός που είχε αυτοκτονήσει.

Χρειαζόμουν μια μπύρα, χρειαζόμουν ένα τραγούδι του Eric Clapton, χρειαζόμουν κάποιον να μου πει την αλήθεια. Κι είχα άδειο ποτήρι, την Αρλέτα που τραγουδούσε για τη Σερενάτα -και μια τύπισσα με γκρι μάτια. Γαλαζογκρί, δεν ξέρω πώς λέγεται αυτό το χρώμα.

~~~~{}~~~~

Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια, φτιάξε λεμονάδα. Αυτή ήταν η αγαπημένη φράση της μητέρας μου. Κι εκείνη τη στιγμή ταίριαζε αλήθεια.

Όλα ήταν περίεργα και παράλογα, οπότε μπορούσα να τα στύψω και να φτιάξω το κατάλληλο ρόφημα. Το τζουκ μποξ ήταν ζωντανό. Ή μπορεί εγώ να προσαρμοζόμουν σ’ όσα έπαιζε.

Μετά την Αρλέτα άρχισε να παίζει την Ορνιθολογία του Τσάρλι Πάρκερ με τον Μάιλς Ντέιβις. Όλα είναι τέλεια όταν ακούς αυτή την τόσο τρελά τέλεια μουσική.

Η γκοθού, που πρώτη φορά την έβλεπα, ήταν έτοιμη να μου φάει το λαρύγγι. Δεν με πείραζε. Ίσως να μου άρεσε κιόλας. Αλλά δεν γινόταν να συνεχίζουμε τα σε-ξέρω, δε-με-ξέρεις. Άνοιξα το πορτοφόλι κι έβγαλα την ταυτότητα μου. Κοίταξα τη φωτογραφία. Σ’ αυτή έμοιαζα πιο πολύ ίδιος με τον αδελφό μου. Αλλά δεν μπορούσα παρά να της τη δείξω.

«Ναι, τι;» είπε εκείνη που είχε δει μόνο την μπροστινή όψη.
Της έδειξα την πίσω πλευρά. Όνομα, επώνυμο και λοιπά στοιχεία. Μου την πήρε απ’ το χέρι για να την δει καλύτερα. Την κοίταξε κι απ’ την άλλη, τη ζύγισε, για μια στιγμή πίστεψα ότι θα την δάγκωνε κιόλας για να πειστεί ότι ήταν αυθεντική.

«Δεν παίζει», είπε η γκοθού.
«Παίζει. Είναι ο δίδυμος αδελφός μου.»
«Δεν παίζει. Αυτά είναι Μπόλιγουντ μόνο.»
«Όπως νομίζεις.»
«Έχετε διαφορετικό επίθετο;»
«Δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ», της είπα. Γέλασε.

Ναι, ήταν Μπόλιγουντ, αλλά εγώ μπορούσα να πιστέψω κάθε παράλογο. Γιατί όχι;

«Και πού ξέρεις ότι είναι ο δίδυμος αδελφός σου;» είπε η γκοθού. «Μπορεί να είναι ο ντοπελγκάνγκερ, πώς τον λένε αυτόν τον σατανικό σωσία σου; Ή κάποια οντότητα ίδια με σένα, από κάποιο παράλληλο σύμπαν.»

Τότε κατάλαβα ότι η τύπισσα ήταν πιο τρελή από την Ορνιθολογία του Πάρκερ. Θα έκανε άνετα παρέα με τη μάνα μου.

«Να σε κεράσω ένα ποτό να μου πεις τι πιστεύεις;» τη ρώτησα.
Γυρίσαμε στην μπάρα. Εκείνη κοίταξε το άδειο ποτήρι μου.

«Πίνεις Γκίνες!» είπε -με αποτροπιασμό σχεδόν.
«Ναι, δεν μ’ αρέσουν οι λάγκερ.»
«Κι ο Μάξιμος έπινε Γκίνες.»

Μάξιμος! Μάξιμος. Είχα μάθει το όνομα του αδελφού μου. Συγκινήθηκα, και η γκοθού το είδε. Το είδε και το τζουκ μποξ. Άλλαξε το κομμάτι, έβαλε Elvis Costello, Almost blue.

«Almost me
Almost you
Almost blue».

Σκέφτηκα ότι ο αδελφός μου είχε πολύ καλύτερο όνομα από μένα.

Το δικό μου δεν ήθελα να το θυμάμαι, να το λέω, να το χρησιμοποιώ. Η μάνα μου όταν γέννησε ένιωσε υποχρεωμένη στους γονείς της και μου έδωσαν το όνομα του παππού μου. Δεν λέω, υπέροχος άνθρωπος ήταν, αλλά είχε χάλια όνομα.

Εκείνον στο χωριό τον φώναζαν με το παρατσούκλι του, Πατακέλας. Πού και πού, με το όνομα του: «Παντέλο, τι χαμπάρια;»

Εμένα με βάφτισαν Παντελή. Το έκαναν χειρότερο. Με φώναζαν Λάκη. Το μισούσα, δικαίως, δεν πρέπει κανένα παιδί να το λένε Λάκη ή Ρούλα.

Το μισούσα, αλλά έπρεπε να βρω τρόπο να το ξεπεράσω. Κάποια στιγμή διάβασα κι έμαθα ότι τον Λούκι Λουκ, του κόμικ, κανονικά τον λένε Λάκι Λουκ. Έτσι ξεκίνησα να υπογράφω στα λευκώματα των κοριτσιών, στο σχολείο, ως Lucky.

Ο κόσμος συνέχισε να με φωνάζει Λάκη, αλλά εγώ το άκουγα ως Lucky. Όλα είναι θέμα προοπτικής.

~~

Παραγγείλαμε ποτά, χρειαζόμασταν κάτι δυνατό. Πήρα Νεγκρόνι, η γκοθού White Russian.

«Δεν μου είπες τ’ όνομα σου», της είπα.
«Λιβία», είπε συνεχίζοντας να κοιτάει την ταυτότητα απ’ όλες τις μεριές, σαν να ήταν πλαστή.
«Λυδία;»
«Όχι, Λιβία, με βήτα και δυο γιώτα.»
«Από πού βγαίνει;»
«Δεν βγαίνει από πουθενά.»
«Εσύ το σκέφτηκες;»
«Ναι, απαγορεύεται να διαλέξω το όνομα μου;»
«Η ταυτότητα σου τι γράφει;»
«Σου αρέσουν τα πικρά;» άλλαξε τη συζήτηση.
«Τα πικρά;»
«Ραδίκια ή αντίδια;»
«Ραδίκια, εννοείται. Τ’ αντίδια είναι σαν μαρούλι βραστό.»
«Ο Μάξιμος τρελαινόταν για γκρέιπφρουτ.»

Κατάλαβα πού το πήγαινε. Κι εγώ έπινα γκρέιπφρουτ, ειδικά το φρέσκο. Με βότκα ή σκέτο. Ο μπάρμαν μας άφησε τα ποτά. Δοκίμασα το Νεγκρόνι. Το είχε κάνει τέλειο, ήμουν σίγουρος γι’ αυτό.

«Και τα πολύ ξινά; Βάζεις λεμόνι στις τηγανιτές πατάτες», είπε η Λιβία.
«Τους πάει γίνονται σαν…»
«Καλαμαράκια!»

Το είπαμε ταυτόχρονα. Ήταν το αγαπημένο μου ψαροφαγητό –και του Μάξιμου. Τηγανιτά καλαμαράκια, αλλά μόνο σε ταβέρνα, που είχαν δυνατά τηγάνια, που έψηναν στο γκάζι. Στην ηλεκτρική κουζίνα του σπιτιού ποτέ δεν πετύχαιναν.

Δεν ήταν παράλογο όλο αυτό, ούτε μεταφυσικό. Το είχα διαβάσει. Όταν έμαθα ότι είχα φάει τον δίδυμο μου ξεκίνησα να διαβάζω ό,τι βιβλίο υπήρχε σχετικά με το θέμα, έψαξα το διαδίκτυο. Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις διδύμων που είχαν χωριστεί στη γέννα, μεγάλωσαν σε εντελώς διαφορετικές οικογένειες, αλλά είχαν κάποιες κοινές συνήθειες και προτιμήσεις, που δεν μπορούσαν να εξηγηθούν στατιστικολογικά.

Λάτρευαν να φοράνε καρό πουκάμισα, οδηγούσαν το ίδιο αυτοκίνητο –και δεν ήταν το top seller της χρονιάς. Παρόμοιες λίστες στο spotify, ίδια γούστα στο φαΐ. Αν ήταν ο ένας ομοφυλόφιλος τότε σίγουρα ήταν κι ο άλλος –ακόμα κι αν το έκρυβε ως τότε. Και παντρεύονταν παρόμοιους ανθρώπους, ίδια μαλλιά, ίδιο σωματότυπο, σαν να ήταν καταγεγραμμένο εκ γενετής κι αυτό.

«Ήσασταν ζευγάρι, έτσι δεν είναι;» της είπα.
«Δεν ξέρεις πόσο παράξενο είναι να το ρωτάς αυτό.»
«Τουλάχιστον εκεί διαφέρουμε με τον Μάξιμο.»
«Σε τι;»
«Εγώ προτιμώ τις ξανθιές.»
«Δε γαμιέσαι λέω ‘γω», είπε η Λιβία και σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα.

Ο μπάρμαν ήταν κοντά μας εκείνη την ώρα και κρυφάκουγε, έτσι όπως συνηθίζουν να κάνουν οι μπάρμαν. Τον είδα να χαμογελάει, πλατιά όμως, εντυπωσιακά, κι ήρθε να μου μιλήσει.

«Μάλλον δεν είσαι παρατηρητικός. Δες τη φωτογραφία.»

Πήγα στη γωνία με τ’ αναμνηστικά. Ο Μάξιμος είχε στην αγκαλιά του τη Λιβία. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα, αλλά φαινόταν καθαρά ότι ήταν ξανθιά, ένα παράξενο κίτρινο, σαν χρυσό ναυάγιο.

Γύρισα στην μπάρα. Το τζουκ μποξ έπαιζε Beck, Everybody’s Gotta Learn Sometimes, το τραγούδι από το Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού.

Μήπως κάτι τέτοιο είχε γίνει και με μένα; Μήπως ήμουν ο Μάξιμος, είχα ερωτευτεί τη Λιβία, και μετά έσβησα τη μνήμη μου; Όταν επέστρεψε τη ρώτησα να μου πει τα πάντα για εκείνον.

«Όσα ξέρω», είπε κι έσπρωξε την ταυτότητα. «Ήταν παράξενο άτομο, έκρυβε πράγματα, κουβάλαγε πολλά.»

~~~

Η Λιβία πήγε στη Λέσβο ως φοιτήτρια. Τέλειωσε τις σπουδές της, αλλά κόλλησε στο νησί κι αποφάσισε να μείνει. Κάπου εκεί γνώρισε τον Μάξιμο. Μάλλον θα ήταν καλύτερο να πούμε ότι έσωσε τον Μάξιμο.

Είχε πάει για νυχτερινό μπάνιο μόνη της. Τον Οκτώβρη δεν κυκλοφορούν τουρίστες. Γδύθηκε, χωρίς μαγιό. Της άρεσε η αίσθηση του νερού στο σώμα της. Είχε και σχεδόν πανσέληνο εκείνο το βράδυ, κολύμπησε στο μονοπάτι της σελήνης.

Ήπια το Νεγκρόνι μου. Ακουγόταν το Time, του Hans Zimmer. Είτε το τζουκμποξ ήταν ο καλύτερος dj είτε η φαντασία μου έβρισκε το νήμα που τα ένωνε, σίγουρα ήταν σαν σάουντρακ για το μπάνιο της Λιβίας στο φεγγαρόφωτο.

Έκανε ανάποδες και βουτιές, ξάπλωσε με τα μάτια ανοικτά να βλέπει τον γαλαξία. Αγαπούσε εκείνες τις στιγμές, έτσι είπε. Γι’ αυτό έμεινε στη Λέσβο, για να μπορεί να μένει μόνη της με τ’ αστέρια.

Κι όπως κολυμπούσε γυμνή είδε κάτι παράξενο στο νερό, κάτι που δεν ταίριαζε. Πήγε πιο κοντά. Είδε ότι ήταν ένας νεαρός, αναίσθητος. Η Λιβία ήταν καλή στο κολύμπι. Τον έπιασε και τον έβγαλε έξω.

Δεν ανέπνεε. Κοντά μαλλιά, ξυρισμένα. Φορούσε στρατιωτικές αρβύλες. Τον χαστούκισε. Τίποτα. Του έδωσε το φιλί της ζωής. Δεν ήξερε ΚΑΡΠΑ, έκανε ό,τι είχε δει στην τηλεόραση. Τον πάτησε δυο φορές στο στήθος, του άνοιξε το στόμα και φύσηξε μέσα. Άλλες τρεις πατημασιές, φύσημα.

Κι όπως ο Πρίγκιπας ανασταίνει τη Χιονάτη, έτσι η Χιονάτη ανέστησε τον Αυτοκράτορα Μάξιμο.

Εκείνος έφτυσε το νερό που είχε καταπιεί και ανακάθισε. Κοίταξε τη γυμνή κοπέλα που καθόταν από πάνω του.

`

Εκεί ήταν που διέκοψα την αφήγηση της Λιβίας.

«Δηλαδή, θες να πεις, ότι εκείνη τη στιγμή στην παραλία της Καλλονής, στο φεγγαρόφωτο, υπήρχε μια γοργόνα με πόδια; Κι έσωσε έναν φαντάρο φιλώντας τον;»
«Κι όμως έγινε!» είπε εκείνη.

Γαμώτο, αυτό είναι το πιο παράξενο. Ότι γίνονται τέτοια παράξενα. Η ζωή είναι πιο παράξενη από κάθε ταινία και βιβλίο.

Από εκείνη τη νύχτα ερωτευτήκανε. Έστω η Λιβία τον ερωτεύτηκε. Ή μπορεί μόνο να συνέχιζε να προσπαθούσε να τον σώσει, να τον βοηθήσει, είχε πάρει τον μητρικό ρόλο και προστάτευε ένα αγόρι που λειτουργούσε διονυσιακά και αυτοκαταστροφικά.

«Είναι το κλασικό μοντέλο», είπε μια φωνή δίπλα μας. Ήταν ο μπάρμαν, που φυσικά είχε ακούσει τα πάντα. «Οι άντρες που μεγαλώνουν χωρίς μητέρα ή με ελαττωματική μητέρα, απόμακρη, ψάχνουν όλη τους τη ζωή κάποια να την αντικαταστήσει.»

Τον κοιτάξαμε ταυτόχρονα.

«Οκτώ χρόνια υπαρξιακή ψυχοθεραπεία», είπε ο μπάρμαν και μας έβαλε δυο σφηνάκια τεκίλα.

Αυτό σήμαινε ότι είχα γίνει μέλος της παρέας. Όταν λες στον άλλον ότι έχεις περάσει από θεραπεία, όταν του αποκαλύπτεις κάτι τόσο δικό σου, και μετά τον κερνάς τεκίλα, είστε παρέα. Αυτό είναι το καλό και το κακό με τα μικρά μέρη. Είτε σε αποδέχονται είτε σε διώχνουν. Δεν μπορείς να μείνεις ανώνυμος

«Μείνατε καιρό μαζί;» ρώτησα τη Λιβία.
Πάλι με κοίταξε καχύποπτα, δυσκολευόταν να το πιστέψει ότι δεν ήμουν ο Μάξιμος που είχε σβήσει τη μνήμη του.

«Ένα μήνα», είπε τελικά.
«Εντάξει, δεν το λες και γάμο», της είπα, γιατί έτσι όπως τα έλεγε είχα πιστέψει ότι είχαν περάσει μαζί χρόνια.
«Αλήθεια δεν είσαι ο Μαξ.»
«Ακόμα το σκέφτεσαι; Δεν είμαι.»
«Σίγουρα. Εκείνος δεν ήταν τόσο μαλάκας
«Ήταν περισσότερο;»
«Ένας μήνας έρωτα και πάθους είναι σαν μια ζωή, δεν το καταλαβαίνεις;»
«Τόσο ωραίο σεξ κάνατε;»

Πήγε να μου ρίξει σφαλιάρα πάλι. Κρατήθηκε.

«Γι’ αυτό σου λέω ότι είσαι μαλάκας. Δεν κάναμε σεξ. Όχι ολοκληρωμένο τουλάχιστον. Δεν μπορούσε.»

~~~~

Ο Μάξιμος είχε πέσει στη θάλασσα για να γλιτώσει απ’ την ηρωίνη. Έστω πεθαίνοντας. Όταν τον έσωσε η γοργόνα προσπάθησε να την κόψει. Έφυγε απ’ το στρατόπεδο, λιποτάκτης, κανείς δεν ξανάμαθε για εκείνον. Έτσι εξηγείται ο φανταρίστικος μύθος του αυτόχειρα.

Στο σπίτι της Λιβίας έπινε τόνους αλκοόλ, κάπνιζε φούντα, έπαιρνε χάπια, για να κρατηθεί. Δεν μπορούσε να φάει, δεν μπορούσε να χέσει, δεν μπορούσε να γαμήσει. Ήταν ένα σκέλεθρο που προσπαθούσε να νικήσει τη βασίλισσα Η.

Δυο φορές βγήκαν απ’ το σπίτι εκείνο το μήνα. Μία όταν πήγανε στο Beckett. Τη δεύτερη μια νύχτα με πανσέληνο που πήγαν στο μέρος όπου τον είχε βρει.

Ήταν προς το τέλος του μήνα, ο Μαξ πλέον δεν χρειαζόταν χάπια, πήγαινε και στην τουαλέτα. Σεξ δεν είχαν κάνει. Αλλά καλυτέρευε.

«Πώς νιώθεις;» τον είχε ρωτήσει η Λιβία στην παραλία.
«Μισός.»
«Νιώθεις άσχημα;»
«Όχι, νιώθω ότι πρέπει να κάνω ό,τι πρέπει να κάνω», της είπε απότομα.
«Σε ενοχλώ;»
«Καλύτερα ήμουν με την ηρωίνη», είπε ο Μάξιμος. «Χωρίς προβλήματα.»
«Εγώ είμαι το πρόβλημα;»
«Εσύ; Εσύ δεν είσαι τίποτα. Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Και πήγα να γλιτώσω απ’ αυτό. Δεν μ’ άφησες.»
«Σ’ έσωσα.»
«Με κατέστρεψες. Με γύρισες πίσω. Δεν θέλω να είμαι εδώ. Δεν θέλω να το κάνω.»
«Ποιο να κάνεις;»

Η Λιβία έπιασε το ποτό της. Ήταν άδειο. Έκανε νόημα στον μπάρμαν να της βάλει καινούριο.

«Τι δεν ήθελε να κάνει ο Μάξιμος;» τη ρώτησα.
«Δεν ξέρω. Δεν μου είπε. Με κοίταξε σαν να μην με ήξερε. Όπως με κοιτούσες κι εσύ νωρίτερα.»
«Εγώ δεν σε ήξερα», διαμαρτυρήθηκα.
«Δεν μου κάνει διαφορά», είπε η Λιβία κι άδειασε το μισό ποτό της, αμέσως μόλις της το άφησε ο μπάρμαν.

Απ’ το τζουκμποξ ακουγόταν ο Σερζ Γκαινσμπούργκ να τραγουδάει: Je suis venu te dire que je m’en vais. Ήρθα για να σου πω ότι θα φύγω και τα κλάματα σου δεν θα βοηθήσουν σε τίποτα.

Ακούσαμε για λίγο τη μουσική.

«Δεν είναι άδικο;» είπε η Λιβία.
«Τι πράμα;»
«Ν’ αγαπάς και να μην σε αγαπάνε.»

Δεν είπα τίποτα.

~~~~~~

Την επόμενη μέρα από την τελευταία νύχτα, όταν η Λιβία πήγε στη δουλειά, ο Μαξ μάζεψε τα πράγματα του κι έφυγε. Της άφησε ένα μήνυμα. Της έλεγε ότι πήγαινε για να πεθάνει για να μη σκοτώσει.

«Μόνο αυτό;»
«Ναι, έτσι απλά.»
«Πήγε σπίτι του; Πού πήγε;»
«Εξαφανίστηκε. Τον δήλωσαν νεκρό τελικά.»

Ο τρίτος θάνατος του αδελφού μου. Ο τρίτος; Είχα χάσει το μέτρημα πια. Έτριψα τα μάτια μου, σαν να προσπαθούσα να ξυπνήσω από κάτι.

«Εντάξει», της είπα. «Τα πράγματα είναι απλά.»
«Τι λες;»
«Θα πάμε να τον βρούμε.»
«Τι λες; Κανείς δεν ξέρει τίποτα. Οι δικοί του έβαλαν ντετέκτιβ. Δεν βρέθηκε.»
«Ίσως να μην ήθελε να βρεθεί.» Αυτή ήταν ατάκα που είχα ξεσηκώσει από ταινίες.
«Και πώς θα τον βρούμε εμείς;» ρώτησε η Λιβία, κι είχε δίκιο να ρωτάει, αφού δεν ήξερα.

Ζήτησα ένα ακόμα Νεγκρόνι για να σκεφτώ ή για να φανεί ότι σκέφτομαι. Αλλά δεν ήμουν της επαγωγικής σκέψης, το ήξερα. Η Λιβία σήκωσε το τηλέφωνο της. Βγήκε έξω να μιλήσει. Το τζουκμποξ έπαιζε τις παράξενες μουσικές της PJ Harvey.
Down by the water.

«Το βρήκα!» είπε η Λιβία σαν γύρισε.
«Τον Μάξιμο;»
«Έλα, help me Jesus, δεν γίνεται έτσι.»
«Τότε;»
«Βρήκα πώς θα ψάξουμε.»

Με άφησε για λίγο να περιμένω, έτσι όπως έκανε κι η μάνα μου. Αλλά υπήρχε λόγος. Να προετοιμαστώ γι’ αυτό που θα ακούσω. Αφού ήπιε λιγάκι από το ποτό της μου εξήγησε τι είχε σκεφτεί. Ήταν τελείως ηλίθιο, αλλά μου άρεσε, μου ταίριαζε.

Ήθελε να κάνουμε όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες: Να πάρουμε την οδηγία απ’ το σύμπαν, τον Κόσμο. Υπήρχαν μαντεία όπου σου έλεγαν να εμπιστευτείς το τυχαίο, αφού τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η λύση στο πρόβλημα σου είναι το πρώτο που θα ακούσεις μόλις θα βγεις από το μαντείο -ή μόλις ξυπνήσεις.

Ήταν σαν να σου λέγανε να ανοίξεις ένα βιβλίο στην τύχη και να διαβάσεις μια πρόταση.

Σαν να σου λέγανε να πιστέψεις στα τραγούδια που έπαιζε τυχαία ένα τζουκ μποξ.

«Μου αρέσει», της είπα. «Πότε θα το κάνουμε;»
«Τώρα!»

Ο μπάρμαν ήρθε και στάθηκε πίσω μας, σαν να ήταν μάρτυρας σε κάποια ιεροτελεστία. Στο τζουκ μποξ έπαιζε Μπιόρν, Venus as a boy. Πίστεψα ότι ο επόμενος που θα έμπαινε θα ήταν απ’ την Ισλανδία και θα μας έστελνε στο Ρέκιαβικ.

Μπήκε ένα ζευγάρι. Εκείνη ήταν εντελώς ginger. Η Λιβία πήγε να τους μιλήσει. Η Μπιόρν στρίγγλιζε υπέροχα, όπως συνηθίζει. Δεν ακούσαμε τι είπανε.

Γύρισε κι έκατσε. Πάλι το κόλπο του σασπένς. Ήπιε λίγο ποτό ακόμα.

«Ιρλανδία», στοιχημάτισε ο μπάρμαν. Θα μπορούσε.
«Σκωτία», είπα για να του πάω κόντρα.
«Λάθος κι οι δύο. Πράγα.»

Οπότε θα πηγαίναμε στην Τσεχία για να βρούμε τον χαμένο μου δίδυμο και τον χαμένο της εραστή.

Μου άρεσε. Η ζωή έχει πλάκα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ