Αν δεν υπάρχει ταχυδρόμος δεν υπάρχουν γράμματα – της Στεργιάνας Τζέγκα

0
170

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι EnIZjSOXEAQVwk_.jpg

Η παρακάτω ιστορία είναι εντελώς αληθινή. Το ξέρω γιατί συνέβη σ’ εμένα. Θα μου πείτε μπορεί και να ήταν όνειρο, όμως κι έτσι να ναι, συνέβη. Έχουν περάσει μόλις λίγες μέρες ή μερικές δεκαετίες. Ο χώρος στον οποίο αναφέρομαι, βέβαια, δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη.

Η Λίλη ξυπνάει. Απλώνει τα χέρια της ψηλά. Τεντώνεται έξω από τη γκρεμισμένη στέγη και ξεπλένει γρήγορα το πρόσωπό της μ’ ένα παραφουσκωμένο σύννεφο. Το πετάει στο πάτωμα. Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί θα σκουπίσει σε λίγο. Σηκώνεται, πιάνεται απ’ την ξύλινη κουπαστή και κατεβαίνει τα όσα σκαλοπάτια υπάρχουν ακόμα. Ο κάτω όροφος του σπιτιού της αποτελείται από έναν μεγάλο ενιαίο χώρο με θρυμματισμένους καθρέφτες γύρω γύρω, ένα μικρό κουζινάκι χωρίς συσκευές κι ένα μέρος του παλιού γκαράζ. Παίρνει τη σκούπα κι αρχίζει να σκουπίζει διεξοδικά τη σκόνη που μπαίνει από παντού και συνέχεια. Από ένα κενό στους τοίχους μπαίνει και ο Λόλο, καπνίζοντας.

-Καλημέρα Λίλη.
-Καλημέρα Λόλο.
-Πώς κοιμήθηκες;
-Κοιμήθηκα;
-Δεν ξέρω. Εσύ θα μου πεις.
-Νιώθω πολύ κουρασμένη.
-Θα σου περάσει.
-Θέλεις πρωινό; Έσφαξα έναν κορυδαλλό απ’ αυτούς που κάθονταν στα μπράτσα μου και μ’ έγλειφαν.
-Όχι, ευχαριστώ. Έφαγα χθες.
-Ήθελες κάτι;
-Ήθελα να σου πω πως πάλι δεν ήρθε κανένα γράμμα.
-Το φαντάστηκα.
-Πολλά φαντάζεται κανείς, αλλά η πραγματικότητα είναι άλλο πράγμα.
-Είσαι πολύ καλός άνθρωπος, Λόλο. Σ’ ευχαριστώ. Τώρα όμως πρέπει να συνεχίσω.
-Θες να ρίξω τις στάχτες μου στο πάτωμα να χεις κι άλλη δουλειά;
-Όχι.
-Πλάκα έκανα έτσι κι αλλιώς.

Η Λίλη μένει μόνη της. Περνάει όλες τις γωνίες και τις επιφάνειες δύο και τρεις φορές, για σιγουριά. Κάθε τόσο σηκώνει τα χέρια ψηλά, να μην της πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Πού και πού βγάζει κι έπειτα στερεώνει καλύτερα το μαντήλι που έχει στα μαλλιά της. Κοιτιέται στα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη. Δεν έχει καμία συγκεκριμένη έκφραση.

Η Λίλη έχει στο πίσω μέρος της αυλής θαμμένα τα τρία παιδιά της και τον άντρα της, που σκοτώθηκαν στον τελευταίο βομβαρδισμό. Όχι ότι δεν έχει σκεφτεί να πάει να μείνει αλλού, αλλά προτιμάει να ‘ναι κοντά τους. Μπορεί καμιά μέρα να φυτρώσουν λουλούδια γύρω απ’ τους τάφους τους, θα ‘ταν κρίμα να χάσει τέτοιο συμβάν.

Η μέρα περνάει κάπως αργά και κάπως γρήγορα. Εννοείται ότι δε θα ερχόταν κανένα γράμμα. Οι μέρες που έρχονται τα γράμματα πρέπει να έχουν μια άλλη αίσθηση, πιο φωτεινή.

Την επόμενη μέρα το πρωί ο Λόλο ξαναμπαίνει στο σπίτι από τους ανύπαρκτους τοίχους. Δε βρίσκει τη Λίλη στο σαλόνι κι έτσι ανεβαίνει στο δωμάτιό της για να σιγουρευτεί πως είναι καλά. Ο πάνω όροφος έχει ακόμα λιγότερο ταβάνι από τον κάτω. Η Λίλη κοιμάται.

-Λίλη κοιμάσαι;
-Ναι.
-Συγνώμη, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω.
-Δε με ξύπνησες.
-Βλέπεις όνειρο;
-Βλέπω ότι ήμασταν όλοι ζωντανοί. Βλέπω ότι τα πάντα ήταν ολόκληρα. Βλέπω πουλιά να πετάνε κι ύστερα να τα πυροβολούν και να πέφτουν στα κεφάλια μας.
-Σ’ αφήνω να συνεχίσεις, τότε.
-Λόλο;
-Ναι;
-Ήρθε κανένα γράμμα για μένα;
-Δεν ήρθε κανένα γράμμα για κανέναν. Ξεκουράσου.

Μετά τον πόλεμο το χιούμορ λες και κρύφτηκε κάτω απ’ τη γη και πείσμωσε να μείνει εκεί για πάντα. Όσοι είχαν καταφέρει να κρατήσουν τα λογικά τους και είχαν κανένα γνωστό μακριά, έφυγαν. Πίσω έμειναν, όπως πάντα, οι πιο ανήμποροι σωματικά, οικονομικά και ψυχολογικά. Ό,τι είχε μείνει όρθιο από την ηγεσία της χώρας, υποσχόταν στα ραδιόφωνα ότι σύντομα θα έφταναν με τα ταχυδρομεία οι αποζημιώσεις για τους πληγέντες. Αυτός ήταν για κάποιους λόγος να κάνουν καριέρα το πήγαινε έλα στα άδεια σπίτια και να ελέγχουν καθημερινά όσα περισσότερα γραμματοκιβώτια μπορούσαν και τους επέτρεπαν και οι υπόλοιποι που είχαν επιλέξει την ίδια καριέρα. Όλοι περίμεναν τις επιταγές. Αν θεωρήσουμε πως ο χρόνος σε μια κατεστραμμένη χώρα κυλάει φυσιολογικά, είχε περάσει ένας χρόνος, τέσσερις μήνες και δεκατρείς ημέρες από την τελευταία μεγάλη καταστροφή· μικρές συνέβαιναν συνέχεια.

Ο Λόλο κάνει βόλτα με την σκυλίτσα του. Η Λίλη πλένει τα τρία ραγισμένα πιάτα ξανά και ξανά. Σκέφτεται τη μητέρα της. Πόσο τρυφερή ήταν και πόσο μακριά είναι τώρα. Τώρα όλων οι μητέρες είναι μακριά. Αποφασίζει αύριο να ξαναλλάξει διαρρύθμιση στα ελάχιστα έπιπλα. Μια μεγάλη μπανιέρα που έχει γίνει κάτι σαν καναπές, μια κουτσομπόλα δίπλα σ’ ένα τηλέφωνο που ούτε λειτουργεί κι ούτε και να λειτουργούσε θα χτυπούσε ποτέ, κι ένα πιάνο. Δεν ζει ακριβώς σε σπίτι, ούτε όμως και στην ύπαιθρο. Ο αέρας μπαίνει από παντού, αφού δε βρίσκει καμία αντίσταση και μαζί του φυσάει και μια αδιανόητη μοναξιά.

Η Λίλη κάθεται στο πιάνο. Στο παραμικρό πάτημα του πεταλιού το όργανο τρίζει ολόκληρο. Απ’ τα 88 πλήκτρα λειτουργούν μόνο τα 57. Εσύ που ξέρεις από μουσική, για πες, φτάνουν για να παίξει το «Nostalgia»; Κάποιος περνάει απ’ έξω. Ένα σκυλί γαβγίζει. Ταχυδρόμος θα ναι! Όχι είναι ο Λόλο με την άσπρη σκυλίτσα του. Μπαίνουν μέσα αφού σκουπίσουν καλά τα πόδια τους στο πατάκι της εισόδου, όχι ότι αυτό έχει ιδιαίτερο νόημα. Η Λίλη, όμως, εκτιμάει την κίνηση.

-Νόμισα πως ήσουν ο ταχυδρόμος.
-Δεν υπάρχει τελικά ταχυδρόμος. Πέτυχα έναν γνωστό πριν λίγο, που μένει στο κέντρο και μου είπε πως ο ταχυδρόμος έφυγε σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη, που κανέναν δεν ξέρουμε και κανείς δε μας ξέρει. Και δεν τον αντικατέστησαν ακόμη.
-Κι άμα έρθουν τα γράμματα;
-Φαντάζομαι θα τα φυλάξουν στο ταχυδρομείο για κάποιο καιρό.
-Αυτό είναι κάπως άδικο. Να κάνουμε κάτι;
-Σαν τι;
-Μια διαμαρτυρία.
-Έχει νόημα;
-Σωστά, δεν έχει. Αν στέλναμε ένα γράμμα στην κυβέρνηση;
-Αν έχει φύγει ο δικός μας ταχυδρόμος σκέψου αυτοί της πρωτεύουσας που θα ναι.
-Δίκιο έχεις.
-Κοιμήθηκες καλά;
-Μη μου το ρωτάς συνέχεια αυτό. Δυο χρόνια έχω να κοιμηθώ καλά. Από τώρα και για πάντα θέλω να υποθέτεις πριν με δεις καν ότι έχω κοιμηθεί χάλια. Διακεκομμένα και με εφιάλτες.
-Με συγχωρείς.
-Δεν πειράζει.
-Θα ήθελα κάπως να σε βοηθήσω.
-Γίνε ταχυδρόμος.

Ο Λόλο κοιτάει τη Λίλη με απόγνωση. Ο χρόνος μετράει ανάποδα ή δεν μετράει καθόλου. Έξω αρχίζει να ψιχαλίζει. Και μέσα ψιχαλίζει φυσικά. Ένα μεγάλο κομμάτι σοβά πέφτει με θόρυβο στο πάτωμα, λίγα εκατοστά μακριά από εκεί που στέκονται. Τώρα είναι σαν να ‘χει χιονίσει. Η Λίλη παίρνει τη σκούπα κι αρχίζει να σκουπίζει διεξοδικά τη σκόνη που μπαίνει από παντού και συνέχεια.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Στεργιάνα Τζέγκα, σαν άσκηση πάνω στη λογοτεχνία του Παράλογου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία A postman on his rounds finds the address on his envelope is a smoking ruin. Coventry. England. GB. 1940. © George Rodger/Magnum Photos

Προηγούμενο άρθροΟ ανεπιθύμητος
Επόμενο άρθροΗ φλόγα του κεριού
Avatar
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα. (Προσθήκη, 12 χρόνια μετά. Το έκοψα το κάπνισμα).