Καντίς* για τον Γούντι Άλεν

0
1854

*Καντίς = Εβραϊκή Επιμνημόσυνη Προσευχή

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Είναι σίγουρα επικίνδυνο -για μένα- να γράφω έναν πρόωρο επικήδειο για τον Γούντι Άλεν.

Ναι, είναι 80 χρονών, αλλά δεν κάπνισε ποτέ, δεν έπινε, δεν δοκίμασε ουσίες, δεν ξενυχτούσε, έχει ιατρική περίθαλψη και πολύ χρήμα. Επιπλέον είναι Εβραίος της Αμερικής, οπότε μπορεί ο Ροκφέλερ να του δανείσει καμιά απ’ τις 5 καρδιές που έχει κάνει μεταμόσχευση ή μερικά μπουκάλια αγνό αίμα χριστιανών.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου απίθανο ν’ αποχαιρετήσω τον μάταιο τούτο κόσμο πριν απ’ τον γηραιό σταρ. Αλλά αφού εκείνος δεν πρόκειται να γράψει επικήδειο για μένα, θα σκαρώσω εγώ έναν πρόωρο για ‘κείνον, και δεν νομίζω να με παρεξηγήσει.

Άλλωστε ο Γούντι Άλεν δεν υπάρχει (του το είχε πει και η πρώτη του γυναίκα). Είναι μόνο η περσόνα ενός ανθρώπου.

«Το μοναδικό μου παράπονο απ’ τη ζωή είναι ότι δεν είμαι κάποιος άλλος».

~~

Ο αληθινός άνθρωπος, ο Άλεν Στιούαρτ Κένιγκσμπεργκ, γεννήθηκε τη 1η Δεκέμβρη του 1935, στο Μπρούκλιν. Ήταν παιδί μιας τυπικής μικροαστικής εβραϊκής οικογένειας, που δεν διέφερε σε πολλά απ’ τις αντίστοιχες ιταλικές και ελληνικές. Υπερπροστατευτική μητέρα (ο αρχηγός της οικογένειας), δεκάδες συγγενείς σε κάθε γιορτή, φωνές κι αρρώστιες κι η ελπίδα να γίνει το παιδί τους κάτι… ασφαλές.

Τα ιδεώδη της οικογένειας του Άλεν ήταν ο θεός και η ταπεινουργία. Ήθελαν ο γιός τους να κάνει ένα επάγγελμα που θα τον έβγαζε απ’ τη φτώχεια, ένα ασφαλές επάγγελμα, με προτίμηση στη φαρμακεία.

«Η οικογένεια μου ήταν τόσο φτωχή. Μία απ’ τις δουλειές του πατέρα μου ήταν να κάνει τον βοηθό σε παίχτες του μίνι γκολφ. Όταν τους ζήτησα κατοικίδιο με πήγαν σ’ ένα κατάστημα μεταχειρισμένων ζώων με ελαφρές βλάβες.»

Στο σχολείο ο Άλεν δεν τα πήγαινε πολύ καλά -και στην πραγματικότητα δεν ήθελε καθόλου να πηγαίνει. Το ίδιο και στη γειτονιά του, όπου λόγω της εμφάνισης του και των «τεσσάρων ματιών» του είχε γίνει ο στόχος των μικρών νταήδων…

«… κάποιου Γκυ ντε Μωπασάν Ραβίνοτς και κάποιου Σέλντον Φιλκεστάιν. Κι όταν πήγα σε μια πανθρησκευτική παιδική κατασκήνωση τις άρπαξα απ’ τα παιδιά κάθε ράτσας και θρησκεύματος. Ο μόνος μου θρίαμβος, σε ηλικία πέντε χρονών, ήταν η περιβόητη θεατρική μου επιτυχία στο ρόλο του Στάνλεϊ Κοβάλσκι».

Σε ηλικία εφτά χρονών είδε στον κινηματογράφο μια κωμωδία («The Road to Morocco») με τον Μπομπ Χοπ και τον Μπιγκ Κρόσμπι. Και αποφάσισε να γίνει κωμικός.

Κατάφερε να επιβιώσει απ’ το σχολείο και την οικογένεια του. Στο New York University κατάφερε να μείνει λίγο λιγότερο απ’ το πρώτο εξάμηνο και ποτέ δεν συνήλθε απ’ τον «καυγά» του με την ακαδημαϊκή νοοτροπία.

«Απ’ το πανεπιστήμιο μ’ έδιωξαν επειδή μ’ έπιασαν ν’ αντιγράφω στις εξετάσεις της μεταφυσικής. Κοιτούσα την ψυχή του διπλανού μου».

Όμως απ’ την εφηβεία ήδη έγραφε κωμικά κείμενα για αστέρια της τηλεόρασης, όπως ο Σιντ Σίζαρ, και για κωμικούς της stand up comedy. Ο Άλεν ασφυκτιούσε. Ήξερε πως δεν θα ‘μενε ικανοποιημένος σαν ένας ανώνυμος που δουλεύει για να κάνει άλλους να εμφανίζονται πνευματώδεις.

Ξεπέρασε τη δειλία του και τον φόβο του να εμφανιστεί σε ακροατήριο και έκανε το ντεμπούτο του στο Duplex Club, στη Νέα Υόρκη.

«Σπούδασα ηθοποιία στο Σχολείο της Γειτονιάς για Θεατρικές Τσόντες.»

Απ’ την πρώτη στιγμή εντυπωσίασε το κοινό. Δεν έμοιαζε με τους φωνακλάδες κονφερανσιέ που έλουζαν το ακροατήριο με χοντράδες, διαχυτικοί και εξωστρεφείς, σχεδόν μεθυσμένοι, πληθωρικοί και βωμολόχοι.

Εκείνος, μικροσκοπικός, διοπτροφόρος, χαμηλόφωνος και τρομαγμένος, να πλησιάζει το μικρόφωνο «λες και φοβόταν μην τον δαγκώσει». Αυτή ήταν η γέννηση του Γούντι Άλεν, της περσόνας που όλοι γνωρίζουμε πλέον.

Μιλούσε, με λεπτή και άχρωμη φωνή, για τις κακοτυχίες της ζωής του, για τον έρωτα, το σεξ, τον θάνατο, τη φιλοσοφία και το νόημα της ζωής.

«Στη ζωή υπάρχουν μόνο δύο πράγματα που είναι σημαντικά. Το ένα είναι το σεξ. Το άλλο… Το άλλο δεν είναι και τόσο σημαντικό.»

Η επιτυχία του ήταν καταιγιστική. Τον ζητούσαν σε κάθε κλαμπ της Νέας Υόρκης, έγραφε κωμικά κείμενα για το The New Yorker, εμφανιζόταν στην τηλεόραση -που πάντα μισούσε και συνέχισε να απεχθάνεται.

Οι γυναίκες έμοιαζαν να τον λατρεύουν και μπήκε στη λίστα των δέκα πιο σέξυ αντρών του Playgirl. Αλλά εκείνος, ο Γούντι Άλεν, η περσόνα, ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τις γυναίκες.

«Για να παρατείνω το σεξ συνηθίζω να σκέφτομαι ποδοσφαιρικά ματς. Κάποτε απορροφήθηκα τόσο πολύ απ’ το παιχνίδι που δεν πήρα χαμπάρι ότι η κοπέλα βρισκόταν ήδη δέκα λεπτά στο μπάνιο, κάνοντας ντους.»

Αλλά κι ο Άλεν Στιούαρτ Κένιγκσμπεργκ δεν τα πήγαινε καλύτερα στις σχέσεις του. Παντρεύτηκε δυο φορές και χώρισε άλλες τόσες, πριν κάνει την πρώτη του ταινία. Ο Γούντι ισχυρίστηκε ότι έφταιγαν εκείνες.

«Η πρώτη μου σύζυγος προσπάθησε να με πείσει, σε μια λογομαχία, ότι δεν υπήρχα. Κυριολεκτικά. Η δεύτερη ήταν πολύ ανώριμη. Έμπαινε στο μπάνιο και μου βύθιζε τα καραβάκια μου.»

Το 1964, στο κλαμπ Blue Angel, τον προσέγγισε ο κινηματογραφικός παραγωγός Τσαρλς Κ. Φέλντμαν. Τον «μίσθωσε» για να γράψει το σενάριο του «Τι νέα, Ψιψίνα;» Η ταινία ήταν μεγάλη εμπορική επιτυχία, αλλά ο Κένιγκσμπεργκ είπε πως αν τον άφηναν να κάνει ό,τι ήθελε θα είχε βγάλει διπλάσιο γέλιο -και μισή επιτυχία.

Μετά απ’ αυτή την ταινία και το «Καζίνο Ρουαγιάλ», κατάλαβε ότι μόνο αν είχε τον απόλυτο έλεγχο στις ταινίες του θα μπορούσε να κάνει αυτό που ήθελε. Όπως κι όταν ξεκίνησε τις εμφανίσεις του στα κλαμπ ο Κένιγκσμπεργκ δεν ανεχόταν να είναι ο «ανώνυμος», ο καταπιεσμένος. Ναι, φαίνεται παράξενο, αλλά είναι πολύ πιο κυριαρχικός τύπος απ’ αυτό που δείχνει με την περσόνα του.

«Στ’ αλήθεια είμαι στριφνός. Δεν ξέρω γιατί είμαι έτσι, αλλά ναι, είμαι.»

Κι ο δημοσιογράφος Τζακ Κρολ έγραψε:
«Όπως πολλοί μεγάλοι κωμικοί, ο Γούντι είναι ένας άγιος σχιζοφρενής, ένας άντρας που βρίσκεται στα μαχαίρια με τον εαυτό του».

Έπειτα ο Κένιγκσμπεργκ γνώρισε τους παραγωγούς Ρόλινς και Τζόφε, με τους οποίους θα έκανε όλες τις ταινίες του, καθώς εκείνοι τον άφησαν απολύτως ελεύθερο. Κάνει τρεις καλές -μετρίως καλές κωμωδίες- και μετά γυρίζει το Annie Hall (Νευρικός Εραστής).

Η ταινία κερδίζει τέσσερα όσκαρ (ανάμεσα τους τα τρία πιο σημαντικά, Καλύτερης ταινίας, Σκηνοθεσίας, Σεναρίου), και γίνεται μεγάλη επιτυχία.

Όμως τη Δευτέρα που έγινε η απονομή ο Κένιγκσμπεργκ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, και έπαιζε το κλαρινέτο με την μπάντα του, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε Δευτέρα. Την επομένη, αντί για συνέντευξη, ξεκίνησε την καινούρια του ταινία.

~~

Από τότε κάνει σχεδόν μια ταινία τον χρόνο -κωμωδίες και δραματικές, κάποιες καλύτερες, κάποιες μέτριες.

Αυτοί που τον γνωρίζουν τον περιγράφουν ως εργασιομανή, στριφνό, εξουσιαστικό και λιγομίλητο. Ο ίδιος λέει ότι είναι ανηδονικός, ότι δεν βρίσκει σε τίποτα ευχαρίστηση, γι’ αυτό δημιουργεί όσο μπορεί περισσότερο.

Η περσόνα του, εκείνη του νευρωτικού Εβραίου της Νέας Υόρκης, έχει κλέψει στοιχεία απ’ τον Σαρλό του Τσάπλιν, απ’ το πέτρινο πρόσωπο του Μπάστερ Κήτον, την ευφυΐα του Γκραούτσο Μαρξ και τον υπολογισμένο παραλογισμό του Άντι Κάουφμαν.

Καθώς κι απ’ τους λόγιους αμερικανο-εβραίους, Φίλιπ Ροθ, Σολ Μπέλοου, Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Τζόζεφ Χέλερ.

«Αν είναι να κλέψεις, κλέψε απ’ τους καλύτερους.»

Οι ορθόδοξοι Εβραίοι σίγουρα απεχθάνονται τον σαρκαστικό αθεϊσμό του.

«Όχι μόνο δεν υπάρχει θεός, αλλά σε βλέπω να ψάχνεις για υδραυλικό το Σαββατοκύριακο.»

Σπάνια ασχολείται με την πολιτική και έχει κάνει 40 χρόνια ψυχοθεραπεία, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

«Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Η ψυχανάλυση είναι η τέχνη του ανέφικτου.»

Οι γυναίκες τον λατρεύουν και τον αντιπαθούν, όσο κανέναν άλλο, ειδικά αφότου παντρεύτηκε την δεκαεννιάχρονη υιοθετημένη κόρη της πρώην γυναίκας του.

«Μας πάντρεψε ένας ανανήψας Ραβίνος. Πολύ ανανήψας. Ήταν Ναζί πριν.»

~~

Τελειώνοντας αυτό το καντίς θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Άλεν Στιούαρτ Κένιγκσμπεργκ και η περσόνα του, ο «Γούντι Άλεν», σημάδεψαν τον κινηματογράφο στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.

Κι όχι μόνο τον κινηματογράφο.

Ίσως γιατί όλοι μας μπορούμε να δούμε ένα δικό μας κομμάτι σ’ εκείνο τον τρελό, νευρωτικό, αποτυχημένο, αέναα ερωτευμένο, εγωπαθή Γούντι Άλεν.

Ίσως γιατί είναι ένας απ’ τους λίγους που κατάφεραν να παρουσιάσουν τόσο γοητευτικά κι ανάλαφρα το οξύμωρο της ανθρώπινης ύπαρξης.

«Κι αν τίποτα δεν υπάρχει τελικά; Κι αν όλα είναι μια ψευδαίσθηση, μια maya; Τότε μάλλον έδωσα πολλά για το καινούριο μου χαλί».

Ο Γούντι Άλεν είναι ο καθένας από μας που ζει τη βάναυση και μικρή ζωή του απολαμβάνοντας τις αποτυχίες του, ενώ φοβάται όσο τίποτα τον θάνατο, γιατί -όπως και να το κάνεις- είναι καλύτερα να ζεις, όπως ζεις, παρά να είσαι νεκρός.

Έτσι απλά, στα 42 του χρόνια, στο Μανχάταν, μετά από δύο αποτυχημένους γάμους κι άλλες δεκάδες αποτυχημένες σχέσεις, καταγράφει σ’ ένα μαγνητόφωνο τη λίστα του: Γιατί αξίζει να ζεις;

«Γιατί αξίζει να ζεις; Να μια καλή ερώτηση… Υπάρχουν πράγματα που κάνουν τη ζωή άξια να τη ζήσεις. Ποια πράγματα; Για μένα, θα έλεγα, ο Γκράουτσο Μαρξ, ο Γουίλι Μέις, το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας του Δία, ο Λούις Άρμστρονγκ στο “Potatohead Blues”, φυσικά οι σουηδικές ταινίες, η “Αισθηματική Αγωγή” του Φλωμπέρ, ο Μάρλον Μπράντο, ο Φρανκ Σινάτρα, τα φοβερά μήλα και αχλάδια του Σεζάν, τα καβούρια στου Σαμ Γόου, το πρόσωπο της Τρέισι…»

Κι εμείς χαμογελάμε. Όσο χάλια και να ‘ναι τα πράγματα, πάντα θα υπάρχει μια λίστα, από εκείνα τα μικρά και τα μεγάλα, για τα οποία αξίζει να ζεις.

Ο Γούντι ρωτάει: «Ποια είναι η δική σου λίστα;»

Λοιπόν… Οι ταινίες του Γούντι Άλεν και

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~