Η τραγωδία του Φειδία

0
191

(Ιστορίες από τον Κήπο)

«Η θάλασσα! Που να ξέρετε εσείς τι είναι η θάλασσα; Εσείς είστε κουτάβια. Μόλις που άνοιξαν τα μάτια σας και μάθατε να περπατάτε στο χώμα, που να την ξέρετε τη θάλασσα;

Θάλασσα δεν είναι να πας στην Πάρο ή στον Πειραιά. Θάλασσα είναι ο ωκεανός, εκεί πέρα, πέρα από το βράχο του Γιβραλτάρ…
Από την πρώτη φορά που μπάρκαρα το κατάλαβα, την άκουσα να έρχεται από μίλια μακριά και τρόμαξα, αλλά κατάλαβα ότι θα την νικήσω… Αν ξέρατε πόσους ωκεανούς έχω περάσει.
Και πόσες φουρτούνες.
Το νερό να βρίσκεται παντού, να μπλέκει η θάλασσα με τον ουρανό και να μην ξέρεις τι κοιτάς. Κοιτάς πάνω ή κάτω; Τον ουρανό ή το νερό; Κι εγώ, κάθε φορά, σε κάθε φουρτούνα, να προσεύχομαι στην Παναγιά την Παντάνασσα: Βοήθα μας, Παναγιά μου, να δέσουμε σε λιμάνι, βοήθα να σωθούμε και δε θα ξανανέβω σε πλοίο. Θα ‘ρθω στα γόνατα στο ξωκλήσι σου και θα σου ανάψω μια λαμπάδα στο μπόι μου και δεν πρόκειται να ξαναμπώ σε πλοίο. Θα μείνω στο χωριό να βγάζω τις πατάτες και δεν πρόκειται να ξαναμπαρκάρω…
Έτσι έλεγα κάθε φορά, έτσι έλεγα σε κάθε φουρτούνα, μα μετά περνούσε και άλλαζαν τα μυαλά μου. Κι έλεγα να κάνω λίγη υπομονή ακόμα να φτιάξω ένα κομπόδεμα για τα παιδιά μου… Τα παιδιά μου!»
Ο γερο-ναυτικός ξεφύσησε.
«ΤΑ ‘ΧΑΣΑ ΟΛΑ», είπε και αυτό που βγήκε από μέσα του δεν ήταν αέρας. Χολή βγήκε.

Είχε έρθει στον Κήπο αργά, την ώρα που μαζεύαμε, και έκατσε σε μια καρέκλα, χωρίς να μας μιλήσει, χωρίς να ζητήσει κάτι.

Η Θέμη, η σερβιτόρα, με ρώτησε με ένα βλέμμα αν έπρεπε να πάει να του πάρει παραγγελία κι εγώ της έδειξα ότι είχαμε λίγη ώρα μέχρι να κλείσουμε.
Ο Κήπος ήταν άδειος, αλλά μας άρεσε να καθόμαστε λίγη ώρα παραπάνω και να πίνουμε ένα τελευταίο ποτό με την ησυχία μας.

Έβαλα ένα σκέτο ιρλανδέζικο ουίσκι για τον αργοπορημένο, έφτιαξα και δύο τζιν-τόνικ για μας και έκατσα έξω από την μπάρα. Η Θέμη έβαλε τα λεφτά του ιρλανδέζικου στο ταμείο και ένα δεκάευρω στη γυάλα με τα φιλοδωρήματα. Άξιζε η καθυστέρηση.
Καθώς κατεβάζαμε την πρώτη μας γουλιά τον ακούσαμε να κλαίει. Έκλαιγε σιωπηλά, περήφανα, και κάθε τόσο έλεγε με βαριά φωνή: «Τα ‘χασα όλα.»

Συνεννοηθήκαμε στα βουβά με τη Θέμη και πήγαμε κοντά του.«Είστε καλά;» τον ρώτησα κι αυτός χωρίς να με κοιτάξει ξαναείπε ότι τα είχε χάσει όλα.
Ήταν η εποχή που είχε σκάσει η φούσκα του χρηματιστηρίου και πολλοί μικροεπενδυτές τα είχαν χάσει, πραγματικά, όλα. Νόμιζα ότι το ίδιο είχε πάθει κι αυτός. Ώσπου τον ακούσαμε να λέει:
«Ο Γιωργάκης μου, ο γιόκας μου».
Τράβηξα μια καρέκλα και έκατσα κοντά του. Η Θέμη έμεινε όρθια δίπλα μας. Εκείνος, μόλις κατάλαβε ότι είχε ακροατήριο, ξεκίνησε να μιλάει:

«Εγώ είμαι φτωχός. Δεν έχω λεφτά και δε φοράω χρυσάφια. Να, κοιτάξτε», είπε και μας έδειξε το δασύτριχο του στήθος, τα φαγωμένα από την αλμύρα και τα σκοινιά χέρια του.

«Κοιτάξτε το λαιμό μου, τα χέρια μου, δεν έχω ‘γω χρυσαφικά. Μια ζωή δουλεύω στα καράβια για τα παιδιά μου. Τα παιδιά μου είναι το χρυσάφι μου… Τα παιδιά μου… Τα ‘χασα όλα… Μήπως δεν ήμουν καλός πατέρας; Μια ζωή στη θάλασσα την πέρασα, πότε να προλάβω να τα δω; Η θάλασσα! Που να ξέρετε εσείς τι είναι η θάλασσα; Εσείς είστε κουτάβια…»

Μιλούσε κοιτώντας το αμπέλι και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Τ

ο στόμα του τραβιόταν κάθε τόσο στα αριστερά, σε έναν νευρόσπαστο μορφασμό. Η φωνή του ήταν σκληρή και μπάσα, σαν τον ήχο που κάνουνε τα κύματα του Ειρηνικού –υποθέτω.

«Είμαι λίγο αλανιάρης, το ξέρω, έτσι είμαστε εμείς οι ναυτικοί. Τι πειράζει, άντρες είμαστε, λιμάνι πιάνουμε μετά από μήνες, γυναίκα βλέπουμε μετά από μήνες, θέλουμε κάπου να ξεδώσουμε… Να μη ζήσω κι εγώ; Τι να κάνω; Όμως τη Μαρία μου την έχω κορώνα στο κεφάλι μου.»
Πήρε ένα τσιγάρο και έλιωσε στη χούφτα του το άδειο πακέτο.
«Εγώ, παιδιά μου, είμαι δάσκαλος», είπε καθώς του άναβα το τσιγάρο. «Πάντα ήμουν δάσκαλος για τους άλλους. Τους συμβούλευα και τους βοήθαγα και όσα λεφτά είχα στην τσέπη μου τα ‘βγαζα και τα ‘δινα, πάντα έτσι ήμουν, δάσκαλος…»
Κι ενώ φάνηκε ότι είχε ξεπεράσει το νευρικό κλονισμό, ξαφνικά, σαν τον μανιοκαταθλιπτικό Ιανό, έκλεισε τα μάτια και μούγκρισε: «Ο Γιωργάκης μου, τα ‘χασα όλα.»

«Τι έπαθε ο Γιωργάκης σας;» ρώτησα για να καταλάβω τι έπρεπε να πω για να τον παρηγορήσω, όσο μπορούσα, αν μπορούσα.
«Έφυγε», είπε ο γερο-ναυτικός απαρηγόρητος.
«Και που πήγε;» ρώτησε η Θέμη.
Ο γέρος πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Στη Μύκονο», είπε τελικά.
Με δυσκολία κρατήθηκα να μη γελάσω. Τον είχε χάσει επειδή πήγε σε άλλο νησί; Ή μήπως ήταν ομοφυλόφιλος;
«Και πειράζει αυτό;» είπε η Θέμη για να με καλύψει.
Ο γέρος το σκέφτηκε λίγο και μετά είπε σαν να ζητούσε επιβεβαίωση:
«Ο αστυνομικός μου είπε ότι ο Γιωργάκης μου περνάει τη φειδία.»
«Την ποια;» κάναμε ταυτόχρονα με τη Θέμη.
«Εγώ δεν πέρασα φειδία», είπε ο γέρος σαν να μη μας είχε ακούσει. «Δεν ήμουνα εγώ παιδί;»
«Μάλλον την εφηβεία εννοεί», μου είπε η Θέμη χαμηλόφωνα.
«Πάλι καλά που δεν περνάει ο Γιωργάκης την πραξιτέλη», της απάντησα, εξίσου χαμηλόφωνα, κι εκείνη μου έκανε νόημα να σταματήσω.
«Η αστυνομία γιατί ανακατεύτηκε;» ρώτησε η Θέμη. «Τι έκανε ο Γιωργάκης;»
«Τον πιάσανε με κάτι χαπάκια», είπε και έκρυψε το πρόσωπο του μες στις χούφτες του.

«Μην ανησυχείτε», του είπα. «Τώρα περνάει τη φειδία, θα στρώσει.»
Ο γέρος ούτε που μ’ άκουσε.
«Όπως έγινε και με τον Κολόμπο», είπε πικραμένος.
«Ποιον Κολόμπο;» ρώτησα τελείως χαμένος. «Το Χριστόφορο;»
«Τον Κολόμπο, το σκύλο μου στο χωριό.»«Άντρες της δίωξης ναρκωτικών συνέλαβαν σκύλο με έκσταση στη Μύκονο», πήγα να πω στη Θέμη, αλλά ο γέρος με πρόλαβε:
«Μου το φόλαρε τον Κολόμπο.»
«Ποιος;» είπε η Θέμη.
«Ας ήξερα… Έτσι θα τον έπνιγα», είπε και άρχισε να πνίγει τον αόρατο άνθρωπο, ο οποίος δεν έφερε καμία αντίσταση.
«Νόμιζα ότι ήμουν δάσκαλος… Αλλά ήμουν κερατάς», είπε μετά και η Θέμη με κοίταξε με νόημα.

Ήταν ώρα να φεύγουμε.

«Όμως θα με δείτε, θα με δείτε στις εφημερίδες, στις δέκα του μηνός. Θα τον καθαρίσω τον πούστη, δεν τον αφήνω, εγώ είμαι από την Κρήτη, θα τον καθαρίσω… Θα με κλείσουν στον μπουντρούμι, μα δε με νοιάζει. Κορίτσι μου», είπε κοιτώντας τη Θέμη. «Θα μου φέρνεις τσιγάρα στη φυλακή; Καρέλια καπνίζω.»
«Δε με νοιάζει τι καπνίζετε», είπε η Θέμη που πάντα έπαιρνε πολύ στα σοβαρά τον κόσμο. «Με ποιο δικαίωμα θα σκοτώσετε κάποιον; Επειδή σας φόλαρε το σκύλο; Δεν μπορείτε—»
«Με το δικαίωμα ότι μου πήρε τη μουνάρα μου, την Ελενίτσα μου», είπε στεγνά ο ναυτικός.«…Τι εννοείτε; Ποιος την πήρε; Που την πήγε; Ποια είναι αυτή η Ελενίτσα;» φώναξε η Θέμη αγανακτισμένη.
«Αυτός, αυτός, εγώ τον τάιζα καραβίδες και αστακούς, για να μπορεί να γκαστρώνει ο κερατάς, για να γκαστρώσει την Ελενίτσα μου. Αλλά έτσι είναι. Όταν έχεις το μέλι κάτω από τη μύτη σου δεν μπορείς να μην το γλύψεις. Μου τη χάλασε την κορούλα μου ο κερατάς.»
«Μπορεί να την αγαπάει», είπα βαριεστημένος.
«Να την αγαπάει;» έκανε ο ναυτικός και με κοίταξε σαν να την είχα γκαστρώσει εγώ. «Αν την αγαπούσε δε θα μου έκανε εκβιασμό να του δώσω τόσα λεφτά για να την παντρευτεί. Και μετά», κούνησε το χοντρό του δάκτυλο μπροστά στο πρόσωπο μου, «δε θα την παράταγε γκαστρωμένη επειδή του είπα ότι δε θα του δώσω δεκάρα.»

«Ω, κοινόν αυτάδελφον Ισμήνης κάρα, είναι κανένα από τα κακά που να μη μας έχει στείλει ο Δίας;» απάγγειλα από μέσα μου.
«Και δε με νοιάζει», συνέχισε ο ναυτικός, αφού βάρεσε το χέρι του στο τραπέζι, «δε με νοιάζει να ‘ταν φτωχός, εγώ θα τον βοηθούσα. Να ‘ταν κοντός, άσχημος, κουτσός, δε θα με ένοιαζε.»
«Και τι κακό έχει;» ρώτησα.
Ο ναυτικός μουρμούρισε κάτι. Τον ρώτησα τι είχε πει. Μουρμούρισε και πάλι, λίγο πιο δυνατά: «Κουμαριτζής.»
«Κομιτατζής; Τι είναι αυτό;»
Απ’ το μυαλό μου πέρασαν καλπάζοντας Βούλγαροι και Μακεδονομάχοι.
«ΚΟΥΜΑΡΙΤΖΗΣ!» φώναξε με πόνο ο ναυτικός.
«Κουμαρι-τι;»
«Κουμαρτζής, τζογαδόρος», μου έλυσε την απορία η Θέμη.
«Όμως θα το δείτε, θα το διαβάσετε στις δέκα του μηνός στις εφημερίδες. Θα τον καθαρίσω τον κερατά», είπε αποφασιστικά και σηκώθηκε όρθιος ρίχνοντας πίσω την καρέκλα.
«Και τι θα κερδίσετε έτσι;» τον ρώτησε η Θέμη.
«Θα το φχαριστηθώ», είπε ο γερο-ναυτικός και έφυγε.Μαζέψαμε το μαγαζί, κλείσαμε και φύγαμε βλαστημώντας που είχαμε χάσει την ώρα μας.
Στις δέκα του μηνός αγόρασα μια εφημερίδα και έψαξα στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Δεν έγραφε τίποτα για κομιτατζήδες.