Το επάγγελμα του μέλλοντος –με άλλη διάθεση

0
569

Καλά το έλεγαν οι αρχαίοι: «Ουδέν καλό αμιγές κακού». Ή μήπως έλεγαν το αντίστροφο; «Ουδέν κακό αμιγές καλού»;
Δεν έχει σημασία τι ακριβώς έλεγαν, αφού αυτά τα δύο είναι ισοδύναμα. Είναι σαν το γιν-γιάνκ της σινικής φιλοσοφίας: Η αρμονία δημιουργείται από το καλό και το κακό, τα οποία πάντα εμπεριέχουν και μια δόση από το αντίθετο τους.
Είναι σαν το ποτήρι που είναι πάντα μισοάδειο και μισογεμάτο και κάποιος το πίνει και ξεδιψάει, είναι σαν τον Ράιαν που τραγουδάει πάνω στο σταυρό: «Always look at the bright side of life», ενώ λίγο πιο πριν λέει: «Life is a piece of shit, when you look at it».
Αυτό το «σκατό» είναι η ζωή, αλλά “enjoy it its your last chance anyhow… and… always look…»
Ένα εκατομμύριο άνεργοι στην Ελλάδα (στην καλύτερη περίπτωση) αυτή τη στιγμή. Και λοιπόν; Ό,τι πιο εποικοδομητικό μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο μετά τα τριάντα είναι… να μείνει άνεργος!
Από εκεί που είχε συνηθίσει να κάνει μια άχαρη και βαρετή δουλειά και να μην προλαβαίνει να κοιτάξει τα πόδια του, ξαφνικά βρίσκεται με άπλετο ελεύθερο χρόνο για να ασχοληθεί με τόσα πράγματα που ποτέ δεν του είχαν περάσει από το μυαλό –ή δεν προλάβαινε.
Έχει χρόνο να ασχοληθεί με την οικογένεια του και τον εαυτό του. Έχει χρόνο να διαβάσει εκείνο το βιβλίο του Ντοστογιέφκσι που πάντα ανέβαλε να διαβάσει μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Ε, λοιπόν, ήρθε.
Έχει χρόνο να σταθεί για μια στιγμή και να δει τις παλιές φωτογραφίες, να διαβάσει τα ποιήματα που έγραφε έφηβος, τότε που ορκιζόταν ότι θα αλλάξει τον κόσμο και ότι θα ακολουθήσει τα όνειρα του.
Δεν τα ακολούθησε γιατί βρήκε δουλειά, έκανε οικογένεια και έτρεχε δέκα ώρες την ημέρα για να προφτάσει την καθημερινότητα.
Έχει χρόνο για να μάθει το μουσικό όργανο που πάντα ήθελε (και ας μην έχει λεφτά για δάσκαλο) και χρόνο για να κάνει διαλογισμό ή να μάθει να φτιάχνει τσουκνιδόπιτες.
Μόνο στην αρχή η ανεργία σου φαίνεται καταστροφική σαν ένα τσουνάμι που σαρώνει τις ξαπλώστρες. Μετά τη συνηθίζεις και απολαμβάνεις την αναζήτηση του χαμένου ελεύθερου χρόνου.
Αρχικά σου λείπουνε κάποια πράγματα που τόσο καιρό νόμιζες ότι είχες ανάγκη, ότι ήταν αδήριτη ανάγκη σαν την ανακούφιση στην τουαλέτα.
Αλλά εύκολα καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις ανάγκη το ipod για να επιβιώσεις ούτε χρειάζεται να βάζεις μαγιονέζα στη σαρδέλα και το γαύρο.
Άσε που τελικά η σαρδέλα είναι πιο νόστιμη από το σολομό ιχθυοτροφείου –και πιο υγιεινή.
Και ταυτόχρονα έχεις την ευκαιρία να αναπτύξεις καινούριες ικανότητες, να παίξεις, με μόνο όφελος τη σωτηρία της ψυχής σου.
Ο Γελωτοποιός είχε ασχοληθεί με τη γραφή και τη μουσική, αλλά δεν ήξερε πως να κάνει μια ευθεία γραμμή ή να ανακατεύει χρώματα. Χάρη στην ανεργία ξεκίνησε να μαθαίνει κάτι καινούριο: Να ζωγραφίζει (και ας μη μιλήσουμε για τις βλάχικες πίτες, τα μαστορέματα και τα βαψίματα τοίχων, στα οποία έχει αγγίξει την τελειότητα).
Και δεν είναι καθόλου εύκολο να ανακατεύεις χρώματα. Στην αρχή νόμιζε ότι το crimson redαν αναμιχτεί με το deep olive greenθα παράγει ένα «λαδί μωβ».
Το αποτέλεσμα ήταν ένα θαμπό «σκατί», σαν να έχεις φάει παντζάρια με σπανάκι.
Καθώς λοιπόν πειραματιζόταν με τα χρώματα, χαμένος στην απροσδιόριστη αειφορία της ανεργίας, είδε να περνάει έξω από το εργαστήριο της αγαπημένης του ο «γνωστός γέρος».
Ήταν συνταξιούχος στρατιωτικός και συνέχιζε να έχει το ίδιο στρατιωτικό παράστημα και βάδισμα –σε ταχύτητα βραδύποδα.
Φορούσε, όπως συνήθως, τα μαύρα του γυαλιά, το καπελάκι του και το αεροπορικό –με γούνα- μπουφάν του. Στάθηκε για μια στιγμή έξω από το στούντιο και τελικά άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.
Παρά τα χρόνια του κρατιόταν πολύ καλά και κάτι μου λέει ότι αν είχε μια είκοσι πεντάχρονη μνηστή θα μπορούσε να της δείξει πως το κάνουν οι προπολεμικοί.
Ζήτησε από το Γελωτοποιό να του φτιάξει το μπουφάν, αλλά σαν εκείνος πλησίασε κατάλαβε ότι ο γέρος είχε βάλει το μπουφάν ανάποδα.
Δεν είναι και τόσο άσχημο όσο ακούγεται.
Αν καταφέρεις να επιβιώσεις για τόσα χρόνια και έχεις την πνευματική διαύγεια να ξεχωρίζεις το μπουφάν από το παντελόνι, τότε είσαι ευλογημένος.
Μετά του ζήτησε να του ανοίξει μια τρύπα στο ζωνάρι και ο Γελωτοποιός θυμήθηκε τον Ψαθά.
Έγραφε εκείνος για την πιο σκοτεινή περίοδο της νεότερης Ελλάδας, την Κατοχή. Και έλεγε ότι αυτό που τους είχε κρατήσει ζωντανούς ήταν το χιούμορ, η ακατανίκητη ορμή να αστειευτούν με τα τόσο σοβαρά.
Καθόντουσαν, λέει ο Ψαθάς, τα παιδιά έξω από ένα εστιατόριο όπου έτρωγαν οι Γερμαναράδες. Ήταν νηστικά, ένας θεός ξέρει πόσο καιρό, αλλά δεν το έβαζαν κάτω. Όποτε περνούσε από το δρόμο ένας καινούριος τον φώναζαν:
«Έλα», του έλεγαν, «κερνάω σήμερα.»
«Τι έχει;» ρωτούσε ο νεοφερμένος.
«Μακαρόνια με κιμά», απαντούσαν οι «οικοδεσπότες».
«Α, δεν τα μπορώ τα μακαρόνια, με πειράζουν στο έντερο… Μήπως έχει κάνα κοτόπουλο;»
«Έλα, έχει και κοτόπουλο.»
Καθόντουσαν απ’ έξω τα παιδιά και μοιράζονταν –με τη φαντασία τους- το κοτόπουλο με τους ναζήδες.
«Πόσο χρονών ήσασταν στην Κατοχή;» ρώτησα το γέρο.
«Δεκατέσσερα», είπε κοφτά αυτός, που δεν του άρεσαν οι προσωπικές ερωτήσεις.
«Και που βρισκόσασταν;»
«Στην Αθήνα».
«Πρέπει να ήταν δύσκολα εκεί.»
«Μια χαρά ήμασταν», είπε ο γέρος. «Όλη μέρα στους δρόμους. Άδεια η κοιλιά, αλλά παίζαμε και ξεχνιόμασταν… Πιο εύκολη ήταν τότε η πείνα. Γιατί την είχαμε συνηθίσει. Τώρα σας ήρθε απότομα εσάς, πάνω που είχατε συνηθίσει να έχετε τα πάντα, και νομίζετε ότι θα τελειώσει ο κόσμος αν σας κόψουν το τηλέφωνο… Αλλά και χωρίς τηλέφωνο μια χαρά ζει ο άνθρωπος.»
Καθώς του έκανα την πέμπτη τρύπα στη ζώνη ρώτησα την ηλικία του –αν και θα μπορούσα να κάνω μια απλή αριθμητική πράξη.
«Ογδόντα πέντε», μου είπε αυτός, κοφτά, τσεκουράτα, στρατιωτικά.
«Ογδόντα πέντε και βγαίνει κάθε πρωί για ψώνια; Μια χαρά είναι το γερόντιο, μακάρι να φτάσουμε τα χρόνια του κι εμείς», σκέφτηκα, «και να έχουμε σώας τας φρένας.»
Σταμάτησα να του κάνω τρύπες –κατόπιν αυστηρής εντολής- και πήγα να του κλείσω το φερμουάρ. Αλλά κι εκείνο ήταν χαλασμένο.
«Ας ‘το», είπε ο γέρος, «ας ‘το και θέλει κόλπο για να κλείσει.»
Χωρίς να με ευχαριστήσει για τις τρύπες που του έκανα –που κάποτε θα άξιζαν έως και δυόμιση δραχμές- άνοιξε την πόρτα και έφυγε.
Έξω έκανε κρύο, παγωνιά, αλλά δεν είχα κάπου να πάω. Έμεινα να ανακατεύω χρώματα και να ακούω τις μουσικές του Danny Elfman (το μουσικό alter ego του Τιμ Μπάρτον) στο Τρίτο.
Αν δεν είχα μείνει άνεργος δε θα είχα ανακαλύψει το Τρίτο Πρόγραμμα ούτε θα είχα διαβάσει εκατό+  βιβλία αυτό το χρόνο ούτε θα είχα ξεκινήσει να γράφω το Γελωτοποιό. Ουδέν κακόν αμιγές καλού και ίσως χρειαζόμαστε λίγη στέρηση για να εκτιμήσουμε το ψωμί και αλάτι που θα φάμε με έναν φίλο, για να εκτιμήσουμε τα νεφρά μας που συνεχίζουν να δουλεύουν ακατάπαυστα και τα μάτια μας που όλο γνωρίζουν καινούρια χρώματα.
Κι αν μας κόψουν το τηλέφωνο και το ίντερνετ ίσως να αρχίσουμε να βγαίνουμε ξανά στις γειτονιές και να γνωριζόμαστε. Όσο είμαστε όρθιοι και περπατάμε όλα καλά είναι –κι ας έχουν αυτά τα «καλά» και λίγο μαύρο.
Χρειάζεται η μαυρίλα για να εκτιμήσουμε το λευκό που τόσα χρόνια είχαμε αφήσει ενέχυρο στους ενοικιαστές του χρόνου μας.
Ετούτο το χειμώνα της δυσαρέσκειας αρχίζουμε να μαθαίνουμε πόσο ακριβή είναι η άνοιξη.
Κι ίσως σιγά-σιγά –με ταχύτητα βραδύποδα, με ταχύτητα ογδονταπεντάχρονου γέρου- να αρχίσουμε να παλεύουμε για να γυρίσει ο ήλιος.