Τραγελαφικές μετατάξεις στο δημόσιο

0
768
Προσπαθώντας η κυβέρνηση να φανεί υπάκουη εταίρα στους εταίρους και τις εταιρείες, ενώ ταυτόχρονα να μην απογαλακτιστούν τα «δικά της παιδιά», προέβηκε σε βιαστικές και τυχαίες μετατάξεις, οι οποίες είχαν τραγελαφικά αποτελέσματα –στα όρια της τραγωδίας.
Ο Γελωτοποιός, πάντα στην πρώτη γραμμή της ενημέρωσης, σας παρουσιάζει μερικές περιπτώσεις.
1)      87ο δημοτικό σχολείο Θεσσαλονίκης – ώρα 8:30 π.μ.
Τα παιδιά της πρώτης δημοτικού είναι μόνα τους στην τάξη. Τρέχουν, χοροπηδάνε, τσακώνονται, γράφουν στον πίνακα και μουτζουρώνουν τα θρανία τους. Η δασκάλα τους πήρε μετάταξη για κάποιο ακριτικό χωριό.
Κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και στην είσοδο στέκεται ευθυτενής και σκυθρωπός ο λοχίας πυροβολικού Νίκος Οικονόμου. Τα παιδιά γυρνάνε και τον κοιτάνε, προσπαθώντας να καταλάβουν αν ήρθαν οι αποκριές πριν από τα Χριστούγεννα.
Ο λοχίας αρχίζει να φωνάζει:
«ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΔΩ; ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ; ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ; ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ; ΣΥΝΤΑΧΤΕΙΤΕ! ΤΩΡΑ!»
Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει «συνταχτείτε», δεν καταλαβαίνουν καν τι συμβαίνει και γιατί τους φωνάζει αυτός ο κύριος με τη στολή.
«ΜΠΕΙΤΕ ΓΡΗΓΟΡΑ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ, ΣΤΡΑΒΟΓΙΑΝΝΑ!» φωνάζει ο λοχίας και αρχίζει να τραβάει τα παιδιά για να μπουν στη σειρά.
Ένα αγοράκι αρχίζει να κλαίει. Ο λοχίας το πλησιάζει και του φωνάζει κατά πρόσωπο:
«ΚΛΑΙΣ; ΚΛΑΙΣ; ΜΗΠΩΣ ΘΕΛΕΙΣ ΤΗ ΜΑΜΑΚΑ ΣΟΥ;»
Το παιδάκι κουνάει το κεφάλι του καταφατικά.
«ΞΕΧΝΑ ΤΗ ΜΑΜΑ ΣΟΥ, ΣΤΡΑΒΟΓΙΑΝΝΟ. ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΔΕΙΣ ΑΝ ΔΕ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΥΠΑΚΟΥΣ. ΚΟΜΜΕΝΕΣ ΟΙ ΕΞΟΔΟΙ. ΘΑ ΜΕΙΝΕΤΕ ΕΔΩ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΑΝΤΡΕΣ. ΑΚΟΥΣ; ΑΚΟΥΤΕ; ΕΓΩ ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΑΝΤΡΕΣ! ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ ΓΡΗΓΟΡΑ!»
Τα παιδιά μπαίνουν στη σειρά. Κάποια κλαίνε.
«ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ ΤΑ ΑΣΤΕΙΑ. Ή ΘΑ ΜΑΘΕΤΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ Ή ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ. ΘΑ ΣΑΣ ΛΙΩΣΩ ΣΑΝ ΚΑΤΣΑΡΙΔΕΣ.»
Κάποιο παιδάκι, που είναι σκληραγωγημένο από το σπίτι του, γελάει με την τελευταία παρατήρηση του λοχία. Εκείνος το πλησιάζει απειλητικά.
«Γελάς; Σου φαίνομαι αστείος;» Το παιδάκι δεν απαντάει.
«ΣΟΥ ΦΑΙΝΟΜΑΙ ΑΣΤΕΙΟΣ, ΕΙΠΑ, ΣΟΥ ΦΑΙΝΟΜΑΙ ΑΣΤΕΙΟΣ; ΠΕΣΕ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΔΩΣ’ ΜΟΥ ΠΕΝΗΝΤΑ.»
Το παιδάκι δεν καταλαβαίνει τι του λέει ο καινούριος του δάσκαλος. Κοιτάει το πάτωμα και αναρωτιέται τι πενήντα θέλει να του δώσει.
«ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ; ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;»
Το παιδάκι πάλι δεν απαντάει.
Ο λοχίας γυρνάει προς το πίνακα και δείχνει το γράμμα που είναι γραμμένο εκεί.
«ΠΟΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;»
«Το βου», λέει το παιδάκι.
«Το βου; ΤΟ ΒΟΥ; ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΟΥ; Ο ΒΕΓΓΟΣ ΕΙΣΑΙ; ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΝΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ΒΟΥ. ΒΗΤΑ, ΤΟ ΛΕΝΕ, ΒΗΤΑ. ΠΕΣ ΒΗΤΑ, ΣΤΡΑΒΟΓΙΑΝΝΟ.»
«Η κυρία μας μας έχει πει να το λέμε βου», λέει ένα κοριτσάκι από την άλλη μεριά.
Ο λοχίας γυρνάει προς το μέρος του.
«Η κυρία σας; ΞΕΧΑΣΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΣΑΣ, ΕΓΩ ΚΑΝΩ ΚΟΥΜΑΝΤΟ ΕΔΩ…»
Σκύβει και πιάνει τα μακριά μαλλιά του κοριτσιού.
«ΤΙ ΜΑΛΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ; ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ; ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ; ΘΑ ΚΟΠΟΥΝ ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΛΙΟ ΑΝΑΡΧΟΚΟΜΜΟΥΝΙ, ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΓΩ, ΕΛΛΗΝΕΣ.»
Το κοριτσάκι βάζει κι αυτό τα κλάματα.
«Δε θέλω να κόψω τα μαλλιά μου.»
«ΔΕ ΘΕΛΕΙΣ; ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΡΩΤΗΣΕ ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ; ΓΡΗΓΟΡΑ», αρπάζει το κοριτσάκι και το βγάζει από την τάξη, «ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΚΑΙ ΑΝΑΦΕΡΣΟΥ… ΤΩΡΑ!»
Το κοριτσάκι φεύγει τρέχοντας για το γραφείο. Ο λοχίας κλείνει την πόρτα και γυρνάει προς τα παιδιά, δήθεν ήρεμος και ευγενικός.
«Λοιπόν… Αν δε θέλετε να κάνετε την υπόλοιπη σχολική σας θητεία στη φυλακή θα μιλάτε μόνο όταν σας ρωτάω, καταλάβατε;»
Τα παιδάκια κουνάνε το κεφάλι.
«ΚΑΤΑΛΑΒΑΤΕ;»
«Ναι», λένε τα παιδάκια.
«ΔΕ ΣΑΣ ΑΚΟΥΣΑ… ΚΑΤΑΛΑΒΑΤΕ;»
«ΝΑΙ!!» φωνάζουν τα παιδιά.
«ΝΑΙ; ΝΑΙ; ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΥΡΙΕ, ΘΑ ΛΕΤΕ, ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΥΡΙΕ…. ΠΡΟΣΟΧΗ ΟΛΟΙ ΤΩΡΑ! ΘΑ ΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΜΑΣ ΥΜΝΟ…»
Ξεκινάει να τραγουδάει, αλλά κανείς δεν τον ακολουθεί. Προτού αρχίσει να φωνάζει ανοίγει η πόρτα και μπαίνει το κοριτσάκι. Πίσω του ο καινούριος διευθυντής του σχολείου, ο ταγματάρχης πεζικού Αντρέας Κολονέλος.
Ο λοχίας βαράει προσοχή και χαιρετάει.
«Τι έγινε, λοχία;» τον ρωτάει ο Κολονέλος.
«Όλα καλά, ταγματάρχα. Τους μαθαίνω τον εθνικό μας ύμνο.»
«Εύγε! Να ενημερώσεις και τους γονείς ότι αύριο έχουμε άσκηση. Θα ανεβούμε με πλήρη εξάρτηση στο Σέιχ-Σου και θα στήσουμε σκηνάκια. Να μην τα περιμένουν πίσω πριν το τέλος της βδομάδας.»
«Μάλιστα, κύριε!»
«Συνέχισε, λοχία.»
Ο ταγματάρχης βγαίνει και ο λοχίας γυρνάει προς τα παιδιά.
«Πάμε έξω για γυμναστική. ΟΛΟΙ ΕΞΩ! ΤΩΡΑ! ΑΣΕ ΤΟ ΜΠΟΥΦΑΝ ΣΟΥ, ΒΟΥΤΥΡΟΜΠΕΜΠΕ, ΕΓΩ ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΑΝΤΡΕΣ. ΕΞΩ!»
Τα παιδάκια βγαίνουν τρέχοντας στην πρωινή παγωνιά. Από πίσω τους ο λοχίας φωνάζει: «ΤΟ ΠΡΩΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΓΗ – ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ – ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΚΟΡΜΙΑ – ΠΟΥ Θ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΣΤΑ ΜΩΡΑ».

 

2)      Αφετηρία αστικού λεωφορείου 33 – 9:00 πμ

Οι επιβάτες έχουν κάτσει στη θέση τους και περιμένουν τον οδηγό.

 Έκπληκτοι βλέπουν να μπαίνει ένας πιλότος της πολιτικής αεροπορίας και μια ιπτάμενη συνοδός. Ο πιλότος κάθεται πίσω από το τιμόνι. Οι επιβάτες κοιτιούνται παραξενεμένοι. Η ιπτάμενη συνοδός αρχίζει να μιλάει:
«Κυρίες και κύριοι, καλωσήρθατε στην πτήση 33. Παρακαλώ κλείστε τα κινητά σας και δέστε τη ζώνη σας. Σε λίγο θα ξεκινήσουμε…»
Πηγαίνει στη μέση του διαδρόμου και αρχίζει να δίνει οδηγίες.
«Κάτω από το κάθισμα σας θα βρείτε σωσίβιο (κάποιοι επιβάτες κοιτάνε). Οι έξοδοι κινδύνου είναι στα δεξιά σας. Σε περίπτωση αναταράξεων μείνετε ήρεμοι και βάλτε το κεφάλι σας ανάμεσα στα χέρια σας. Κατά τη διάρκεια της πτήσης θα σερβιριστεί πρωινό.»
«Καιρός ήταν», λέει κάποιος επιβάτης, «τόσο που έχει πάει το εισιτήριο».
Η ιπτάμενη συνοδός πηγαίνει και κάθεται σε μια θέση κοντά στον οδηγό. Εκείνος βάζει μπροστά και ξεκινάει να προχωράει, λίγο πιο γρήγορα απ’ ό,τι συνηθίζεται.
Μετά ακούγεται η φωνή του από το μικρόφωνο:
«Κυρίες και κύριοι, είμαι ο πιλότος σας, Αναστάσιος Μαυρίδης. Ο καιρός είναι πολύ καλός και η ορατότητα στο 95%. Θα φτάσουμε στον προορισμό μας σε 25 λεπτά ακριβώς. Παρακαλώ, δέστε τις ζώνες σας γιατί το λεωφορείο έχει αρχίσει να τροχοδρομεί.»
Ο οδηγός αναπτύσσει ταχύτητα και προσπερνάει την πρώτη στάση.
«Στάση, οδηγέ!» φωνάζει μια κυρία.
Ο οδηγός όμως όλο και αναπτύσσει ταχύτητα. Κάποιοι σηκώνονται για να διαμαρτυρηθούν, οι υπόλοιποι κάνουν το σταυρό τους.
«Καθίστε, παρακαλώ», τους λέει η αεροσυνοδός, «σε ένα λεπτό απογειωνόμαστε».
Οι επιβάτες αρχίζουν να ουρλιάζουν. Το λεωφορείο αναπτύσσει διαρκώς ταχύτητα.
3)      Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, τμήμα μαιευτικής – 10:30 π.μ.
Μια ετοιμόγεννη στο κρεβάτι παίρνει κοφτές ανάσες και βρίζει τον άντρα της.
«Καριόλη, τράβα να φωνάξεις κάποιον, φου-φου-φου-φου, τρέχα, ρε μαλάκα, ΓΕΝΝΑΩ!»
Ο άντρας της βγαίνει στο διάδρομο κάθιδρος.
Μετά από λίγο μπαίνει ένας νοσοκόμος στο θάλαμο. Περπατάει με το πάσο του.
«Ορίστε, τι πρόβλημα έχετε;» λέει στην ετοιμόγεννη και κάθεται στην καρέκλα δίπλα της.
Εκείνη τον κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω.
«Γεννάω, φου-φου-φου-φου, τι πρόβλημα έχω, γεννάω.»
Ο νοσοκόμος βγάζει ένα τετράδιο και σημειώνει κάτι.
«Όνομα;» τη ρωτάει.
Εκείνη του λέει, ανάμεσα σε κοφτές ανάσες.
«ΑΦΜ;» τη ρωτάει μετά.
«ΑΦΜ; ΤΙ ΤΟ ΘΕΣ ΤΟ ΑΦΜ ΑΝΘΡΩΠΕ ΜΟΥ; ΓΕΝΝΑΩ ΣΟΥ ΛΕΩ, ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΦΤΑΣΕΙ ΤΟ ΜΩΡΟ ΣΤΟ –φου-φου-φου-φου.»
«Σας παρακαλώ, κυρία μου, μη φωνάζετε, τη δουλειά μας προσπαθούμε να κάνουμε κι εμείς… Σε ποια ΔΟΥ ανήκετε;»
Η γυναίκα ουρλιάζει: «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ»,
«Στην πρώτη;» τη ρωτάει ο νοσοκόμος.
Τότε μπαίνει ο σύζυγος.
«Αγάπη μου, βρήκα το γιατρό.»
Πίσω του έρχεται ένας τύπος που βαριεστημένα προσπαθεί να φορέσει τη ρόμπα του χειρούργου, αλλά έχει μπερδευτεί. Απευθύνεται στον «νοσοκόμο»:
«Ρε Κώστα, πως το φοράνε αυτό το πράγμα;»
Η γυναίκα τον κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια.
«Ποιος είσαι εσύ; Που είναι ο γιατρός μου;»
«Γιώργος Θεοχαράκης, ορκωτός λογιστής…» λέει ο γιατρός. «Ο γιατρός σας μετατάχτηκε… Κάπου.»
«ΑΑΑΑΑ», κάνει η γυναίκα, «βγαίνει!!!»
«Κάντε κάτι, γιατρέ», λέει ο σύζυγος.
«ΠΟΙΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ, ΗΛΙΘΙΕ» φωνάζει η γυναίκα.
«Τι να κάνω;» λέει ο Θεοχαράκης.
Μετά απευθύνεται στον νοσοκόμο: «Κώστα, βράσε νερό. Και φέρε μερικές καθαρές πετσέτες.»
«ΑΑΑΑΑΑΑ», στριγκλίζει η γυναίκα.

 –

«Υπομονή, αγάπη μου», της λέει ο σύζυγος.
«Τι υπομονή, ρε καριόλη; Αν εσένα σου έβγαινε ένα πεπόνι μέσα από τον κωΑΑΑΑΑΑ!»
Ο νοσοκόμος βγαίνει –με το πάσο του- από το θάλαμο. Ο «γιατρός» πλησιάζει αμήχανα τη γυναίκα.
«Ανοίξτε, ε, τα πόδια σας», της λέει.
«ΆΙ ΓΑΜΗΣΟΥ!!! ΑΑΑΑ», φωνάζει αυτή.
«Μην την παρεξηγείτε», λέει ο σύζυγος, «έτσι γίνεται όταν στρεσάρεται.»
Ο «νοσοκόμος» περπατάει σαν χαμένος στο διάδρομο, ψάχνοντας για βραστήρα.
Βλέπει μια νοσοκόμα.
«Αδελφή, ξέρεις που θα βρω ζεστό νερό;»
«Δεν είμαι νοσοκόμα», λέει αυτή. «Σήμερα με φέρανε από τα ΚΕΠ… Αλλά νομίζω ότι έχει μηχάνημα με καφέ στη γωνία.»
«Βγάζει και ζεστό νερό;»
«Μάλλον, δεν ξέρω, από τα ΚΕΠ ήρθα.»
Ο «νοσοκόμος» πάει στη γωνία και αρχίζει να γεμίζει ένα πλαστικό ποτήρι με ζεστό νερό. Καθώς γυρνάει με το νερό και χαρτοπετσέτες ακούει κλάματα μωρού. Ο «γιατρός» βγαίνει στην πόρτα, ιδρωμένος και χαμογελαστός.
«Άστο, Κώστα, γεννήθηκε. Αγόρι είναι… Νομίζω.»
Ο «νοσοκόμος» κοιτάει το ποτήρι και μετά λέει:
«Να φέρω το βιβλίο να του βγάλουμε ΑΜΚΑ;»