Τα χρώματα που έγιναν στιχάκια – Ανά τρία

1
454

«Τα χρώματα που έγιναν στιχάκια»

Ξύπνησε μ’ ένα επίμονο στιχάκι στο κεφάλι του.

Εντάξει, σκέφτηκε, δεν είναι και τόσο παράξενο. Μέσα στα στιχάκια και τις μουσικές ζω.

Μικρός, κάτω από εννιά χρονών. Μικρός, σοφός, φευγάτος λιγάκι. Μα πώς μπορούσε να ‘ναι αλλιώς; Σόι πάει το βασίλειο, λένε.

Δίπλα στο σπίτι του, το σπίτι της Ευγενούλας. Λίγο μικρότερη αυτή, αλλοπαρμένη, λιγομίλητη – ξωτικό λες. Μπορεί και να ‘φταιγε η ορφάνια.

Μ’ ένα φως να την κυκλώνει, να την τυλίγει όπως το κουκούλι τυλίγει τον μεταξοσκώληκα, πιο διάφανο όμως και πιο κρουστό.

Γαλάζιο, λιλά, ροζ, πράσινο, σμαραγδί, να ξεδιπλώνει και να μαζεύεται ανάλογα με τη διάθεσή της είτε περπατούσε είτε ησύχαζε.

Ο πατέρας της είχε πάντα λίγα τα λόγια του. Μα τώρα, μετά την απώλεια, ένας τραχύς πόνος είχε μπλέξει στα γένια του. Έγνοιες πολλές τον τριγυρίζανε.

-Πώς θα μεγαλώσει το κακορίζικο;

Μια μάνα χρειαζότανε.

Με τα πολλά, έγιναν τα προξενιά, έγινε και ο γάμος. Μπήκε καινούρια νοικοκυρά στο σπίτι, να κλείσει όσες πληγές γινότανε να κλείσουν, να μαλακώσει το σφίξιμο του χαμού.

Ο Αντώνης, στο διπλανό σπίτι, ξύπνησε με ένα καινούριο στιχάκι στο κεφάλι του. Παράξενο. Αυτός, χορτασμένος από τα παιχνίδια και τα τρεχαλητά, κοιμήθηκε χαρούμενος. Γιατί να’ ναι το στιχάκι του λυπητερό;

~~

Στην αρχή, χάθηκε το ροζ της Ευγενούλας. Ώρες – ώρες μια σκιά σα να τη σκέπαζε. Για λίγο. Όταν χάθηκε και το πράσινο, όλοι άρχισαν να το προσέχουν.

Ο Αντώνης, όλο και πιο συχνά ξυπνούσε με ένα καινούριο στιχάκι να τον βασανίζει.

Χάθηκε και το γαλάζιο. Η σκιά όλο και συχνότερα την τύλιγε και την άφηνε.

Δυνάμωσαν οι ψίθυροι. Κακοπερνά η Ευγενούλα, σέρνονταν σαν φίδια οι σκέψεις από παράθυρα σε πόρτες, και στο καφενείο στις μισές κουβέντες και τα συννεφιασμένα μάτια, έσμιγαν τα φρύδια και ανατρίχιαζαν οι καρδιές. Μοναδική τους απόδειξη, τα χρώματα και οι σκιές.

Κι ο πατέρας όλο και να ξεμακραίνει. Αυτόν τον έπαιρνε μακριά ο πόνος που κατηφόριζε, σταματούσε την καρδιά και μούδιαζε τις πατούσες. Και ύστερα ανηφόριζε και καθότανε στο κεφάλι, σφιχτός σκούρος σκούφος.

Ο Αντώνης που από μικρός βασάνιζε και δοκίμαζε τη λύρα του πατέρα του, είχε αρχίσει να γεννά ήχους που είχαν νόημα, λέγανε λόγια και γλύκαιναν κούτελα.

Έφυγε και το λιλά. Το σμαραγδί, να παλεύει με τη σκιά, που τώρα αυτή, χοντρό παλτό σκέπαζε την Ευγενούλα. Επίμονα άνοιγε ρωγμές, τρύπωνε στις χαραμάδες και ξεπήδαγε πότε από το γιακά και πότε από το μανίκι, να τη σώσει.

Ο Αντώνης σα να γινότανε πιο τραχύς και αψύς, κάθε πρωί να ξυπνά με καινούρια στιχάκια. Δεν τα ήθελε πια, τον πόναγαν, πάσχιζε να τους κρυφτεί, να ξεφύγει.

Τα τραγουδούσε σιγανά, κρυφά τη νύχτα, μόνος του αγκαλιά με τη λύρα του, που ανταποκρινότανε με απαλούς τρυφερούς σπαραγμούς.

~~

Το τέλειωσε το τραγούδι του. Τότε, στα δεκάξι του. Το τραγούδησε ξανά και ξανά, για χρόνια, κρυφά, μόνος αυτός η λύρα του, και τα μυστικά τους.

Πολύ μα πολύ αργότερα, άντεξε να το μοιραστεί μαζί μας: Πού ’σαι πετροπέρδικά μου…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Ελπίδα Π. στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Ανά τρία»

Εκεί που κάθομαι, σκέφτομαι, καιρό τώρα τα σκέφτομαι.
Εκεί που κάθομαι, μου ‘ρχονται από πίσω προς τα μπρος, πλάι απ’ τα αυτιά μου περνάνε, μερικοί μπαίνουν μέσα και άλλοι συνεχίζουν και μου κλείνουν τα μάτια. Μου κλείνουν τα μάτια και με πηγαίνουν όπου να ναι.

Εκεί. Εκείνη ακριβώς την ώρα είναι η ανάγκη. Ανάγκη.

Τα ακροδάχτυλά μου ανατριχιάζουν, ανά τρία χιάζουν και κάθονται το ένα πάνω από το άλλο. Δεν μπορώ να περπατήσω έτσι. Αδύνατον. Μήπως εσύ μπορείς; όχι, γιατί αν μπορείς, μήπως βοηθήσεις και μένα, αφού μπορείς.

Να σου δείξω πώς γίνονται τα ακροδάχτυλά μου. Ένα λεπτό θα μου πάρει να σου τα κάνω και σένα έτσι. Όχι τίποτα, απλά για να δεις πόσο δυσκολεύομαι να περπατήσω έτσι. Μόνο να δεις.

Εσύ βλέπω έχεις ωραία δάχτυλα στα πόδια, ωραία πέλματα, όμορφα. Λογικά, θα τρέχεις γρήγορα. Έτσι φαίνεται με βάση την λογική. Λογική. Μάλλον εσύ είσαι σταθερός τύπος και ξέρεις τι σου γίνεται. Λογικά, εσύ δεν φοβάσαι, με τέτοια πόδια.

Αν εσύ με τέτοια πόδια φοβάσαι τότε τι να πω εγώ.

Μήπως κρύβεσαι πίσω από τα ωραία σου δάχτυλα και μεις νομίζουμε ότι ξέρεις τι σου γίνεται και δεν φοβάσαι; Καλά. Εσύ; Θέλεις να σου κάνω έτσι τα δάχτυλά σου και σένα να δεις και συ γιατί δυσκολεύομαι να περπατήσω;

Καλά. Μονάχα με κοιτάζεις μία στα πόδια μία στα μάτια. Μετά, αφού μου κλείσουν τα μάτια μου κλείνουν και το στόμα. Μα, καλά, το στόμα; Τίποτα δεν γίνεται. Σίγουρα τίποτα δεν μπορεί να γίνει έτσι. Μα, κοίτα τα πόδια μου. Δεν φτάνει που έρχονται από πίσω, περνάν από τα αυτιά μου επάνω, μου κλείνουν τα μάτια και μετά μου κλείνουν και το στόμα.

Ξέφυγες πάλι. Λογική. Με την λογική. Μία τρισύλλαβη λέξη που με σώζει κάθε φορά. Λογική. Και μόνο που την λέω ηρεμώ. Ηρεμώ μέσα μου.

Ανατρίχιασαν πάλι. Ανά τρία χίασαν πάλι τα ακροδάχτυλα. Το σύνθημα. Κάπου θα υπάρχει ένα σύνθημα ανάμεσα σε μένα και παραδίπλα σας. Λίγη καθοδήγηση να μου δώσετε εσείς που είστε πάνω.

Καλά είστε εκεί. Εκεί απ’ έξω μόνο θα βοηθήσετε, εκεί είστε ευρύχωροι. Αν μπείτε από μέσα, χαθήκαμε όλοι. Είναι κακό αυτό το μέσα. Είναι κακό, μεγάλο και μας χωράει όλους.

Δεν θα σας αφήσω να έρθετε μέσα. Δεν καλωσορίζω κανέναν εδώ. Σας κρατάω απ’ έξω να μου κάνετε λίγα νοήματα αν πηγαίνω καλά, έστω και στο περίπου. Να βρούμε κάποιο σύνθημα. Ένα σινιάλο. Όταν έρχεται η στιγμή που σας έχω ανάγκη. Ανάγκη. Να σας κάνω το σινιάλο/ σύνθημα.

Αφού δεν θέλετε να σας κάνω, έτσι για λίγο μόνο τα δάχτυλά σας σαν τα δικά μου μήπως και με καταλαβαίνατε που νιώθω ανήμπορος. Να βλέπατε λίγο τον κόσμο από την μεριά μου, τότε, ίσως, μόνο αυτή την χάρη να μου κάνετε.

Ένα σύνθημα απλό να βρούμε όταν έρχεται αυτή η καταραμένη ώρα που σας έχω ανάγκη. Ανάγκη.

Όταν, ανά τρία χιάζουν τα δάχτυλά μου και οι άλλοι έρχονται από πίσω και μπαίνουν από τα αυτιά και μου κλείνουν τα μάτια και μετά το στόμα. Ίσως να βρίσκαμε ένα σινιάλο με τα ρουθούνια. Μόνο αυτά έχω κάπως ελεύθερα.

Μου τα αφήνουν, λένε, για να αναπνέω, άκου τώρα, περίεργο. Έτσι, λένε, πρέπει, γιατί χωρίς τα ρουθούνια δεν γίνεται τίποτα απολύτως. Άκου τώρα τι μου λένε. Τα άλλα, λένε, δεν χρειάζονται αλλά τα ρουθούνια οπωσδήποτε. Μόνο τα ρουθούνια είναι στο ‘οπωσδήποτε’.

Τα χέρια; Καλά. Σινιάλο/σύνθημα με τα χέρια δεν μπορώ να κάνω. Τα έχω για ισορροπία. Πρέπει να είναι κάπως τεντωμένα μακριά από το σώμα και σε περίεργες, συνεχόμενες, κυκλικές κινήσεις. Δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Μόνο αν έρθετε την στιγμή που σας έχω ανάγκη. Ανάγκη. Και με δείτε πώς ακριβώς κάνω και ταλαντώνομαι για να μην πέσω. Αλλιώς πέφτω. Ειδικά την στιγμή της ανάγκης.

Ανάγκη.

Όχι τα χέρια. Κάτι να σκεφτούμε με τα ρουθούνια. Μόνο αυτά έχω κάπως ελεύθερα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Ακυλίνα Μανουάλια στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι της Carolyn Drake

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΣκοτώνουμε τα εγγόνια μας πριν να γεννηθούν
Επόμενο άρθροΑμερικανιές
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.