Όταν ο χρόνος είπε αντίο

0
140

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι montypythonillustrations2.jpgαπό τον Δημήτρη Λιμνιώτη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Επίλογος

Στο σύμπαν αντιπαλεύουν δύο ισχυρές δυνάμεις. Η ελκτική της Μαύρης Τρύπας, απ’ την οποία ούτε το φως μπορεί να ξεφύγει και η απωθητική της ακατάσχετης Διάρροιας, που είναι αδύνατο να συγκρατηθεί.

Όταν ο Στίβεν Χόκινγκ, έγραφε την έρευνά του για τις Μελανές Οπές, ένοιωσε ένα υπόκωφο ρέψιμο στα σωθικά κι ευθύς εγκατέλειψε την εργασία, στην προσπάθεια να προλάβει την τουαλέτα. Έστριψε το ηλεκτρικό του καρότσι κι έβαλε πρώτη, μαρσάροντας. Δυστυχώς δεν πρόλαβε ούτε τη δεύτερη και με δάκρυα στα μάτια ξεκίνησε να γράφει τις, πολύτιμες πλέον, Εξισώσεις της Ακράτειας, που εξηγούν τον τρόπο γέννησης των πάντων.

1.

Το ρολόι στο χέρι του είχε σταματήσει απ’ ώρα να δουλεύει. Οι μικροί φωσφορίζοντες δείκτες ήταν φανερά εξαντλημένοι απ’ τον μαραθώνιο πολλών χρόνων κι είχαν μείνει να ξαποστάσουν. Ο πρώτος ακούμπησε στο ένα κι ο άλλος στο δώδεκα. Δεν είχε σημασία, πού βρισκόταν ποιος, παρά μόνο το γεγονός πως, ο χρόνος είχε τελειώσει οριστικά, σα να βρισκόταν όλος μέσα σε μία τεράστια μπανιέρα με διαρροή.

Χειρότερο δεν υπάρχει απ’ αυτό. Αρκεί να σηκώσεις το κεφάλι και να ‘ρθει η πρώτη σταγόνα απ’ το ποτισμένο ταβάνι στο κούτελο, για να καταλάβεις, πως η ζωή σου έχει αλλάξει για πάντα.

Όταν και η τελευταία ψηφίδα χρόνου έπεσε στο μωσαϊκό του σύμπαντος, όλα τα ρολόγια σ’ αυτό σταμάτησαν, όπως ακριβώς θα συνέβαινε και σε καλτ κινηματογραφική παραγωγή. Ο Θεός, απέδειξε τότε το γεγονός πως, δεν απείχε πολύ στη φαντασία από κακό σκηνοθέτη του ‘60. Ήταν τρομακτικό, πως δε μπορούσε να σκαρφιστεί κάτι καλύτερο απ’ το να τελειώσει ο χρόνος και να σταματήσουν τα ρολόγια. Η περιορισμένη Του έμπνευση ήταν τόσο απογοητευτική, που ο Ζαφείρης τράβηξε δύο μούντζες ψηλά, έφτυσε στα πόδια του κι έριξε ένα σιχτίρι στην άδικη μοίρα.

Το ραντεβού του με την Χρύσα ήταν ακριβώς στις δύο το μεσημέρι και με τον χρόνο να είναι πλέον ανύπαρκτος, το ραντεβού αυτό έμοιαζε μ’ ένα σημείο αναφοράς άτακτα ζωγραφισμένο στο χάος των άχρονων στιγμών που ακολουθούσαν ή μάλλον υπήρχαν, αφού το ακολουθούσαν δηλώνει χρόνο κι αυτός ήταν πλέον παρελθόν. Όχι παρελθόν, κι αυτό χρόνο δηλώνει. Ήταν, τίποτα. Μία αναφορά στο τίποτα.

Είχε λοιπόν ντυθεί, είχε σενιαριστεί, είχε βάψει τα παπούτσια του και πάλευε μ’ αγωνία να βρει τον τρόπο που θα πήγαινε στην πλατεία μία ώρα που, προφανώς, δε θα έφθανε ποτέ.

Αν κι έμενε μόνος στην μικρή του γκαρσονιέρα, άλλοι δύο τον συντρόφευαν τελείως αναπάντεχα. Μία γηραιότερη εκδοχή του χυμένη στην πολυθρόνα, μπροστά στην τηλεόραση και μια παιδική στο πάτωμα, που έπαιζε με τις παντόφλες της προηγούμενης. Η τηλεόραση, έδειχνε μπερδεμένα αποσπάσματα από Σταρ Τρεκ, Φόρεστ Γκαμπ και παλιές κλασικές τσόντες με τον αείμνηστο Γκουσκούνη. Τα πλάνα είχαν τόσο μπερδευτεί, που ο Γκουσγκούνης έμοιαζε να γαμάει τον Κάπτεν Κερκ, ενώ τους παρακολουθούσε τραυλίζοντας ο Φόρεστ. Του φάνηκε περίεργη η αλληλουχία μα προτίμησε να μην το σχολιάσει με τον γέρο, που καθόταν κατουρημένος στην πολυθρόνα του και κοίταζε βαθιά, με ξεχασμένο βλέμμα, μέσα στο φωτεινό κρύσταλλο.

Πήρε ένα ξεχασμένο πανωφόρι, από την πλάτη της καρέκλας και βγήκε απ’ το σπίτι κλειδώνοντας την πόρτα στους δύο εναλλακτικούς εαυτούς.

Έπρεπε να βρει τον τρόπο για να την συναντήσει.

2.

Η Χρύσα δε βρισκόταν σε πολύ διαφορετική κατάσταση. Πρώτα την παραξένεψε ο καφές, που δεν έλεγε να βράσει κι έπειτα, η νεκρή της μάνα• δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί απ’ το καθιστικό και την ενοχλούσε διαρκώς με παρατηρήσεις. Το μεγάλο δωμάτιο είχε γεμίσει ιπτάμενες σερβιέτες και η νεαρή Χρύσα, μία εκδοχή της πολύ παλιά, τις κυνηγούσε με μία μικρή απόχη. Ήταν αδύνατο για κείνη ν’ ανακαλέσει την νεαρή εικόνα του εαυτού της κι έμοιαζε παράξενο, που η μικρούλα είχε επιλέξει θέμα απ’ το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι.

 Απίστευτο τι κουβαλάει κάθε άνθρωπος στην ψυχή του, μεγάλο μυστήριο.

Είχε τοποθετήσει τα ρούχα της προσεκτικά το ένα δίπλα στ’ άλλο κι ετοιμαζόταν να κάνει μία απέλπιδη προσπάθεια να βρει τον αγαπημένο της.

Φόρεσε το φλοράλ φόρεμα, με τις ριχτές τιραντούλες κι ένα ζευγάρι ψηλά πέδιλα, που τόνιζαν περισσότερο την καλλίγραμμη κορμοστασιά της. Άρπαξε την τσάντα και πέταξε μέσα ότι βρήκε μπροστά της. Μισοκοίταξε τη νεκρή της μάνα, γιατί σίγουρα θα έλεγε κάτι, που θα την έβγαζε εκτός εαυτού.

«Με το βρακί θα βγεις έξω; Κάτι πιο μακρύ δεν έχεις να φορέσεις;»

«Το ξέρεις πως έχεις πεθάνει εδώ και χρόνια και δεν έχεις δικαίωμα να μου κάνεις παρατηρήσεις;»

«Ο θάνατος δεν είναι ντροπή! Η κόρη σου στον δρόμο ξεβράκωτη είναι!», της είπε η νεκρή μάνα καθαρίζοντας φασολάκια.

Η Χρύσα χτύπησε νευριασμένη την πόρτα κι εξαφανίστηκε.

 3.

Ο Ζαφείρης μόλις είχε βγει έξω και τα πράγματα έδειχναν, με την πρώτη ματιά, φυσιολογικά. Αν όμως πρόσεχε περισσότερο θα έβλεπε πως, το μπέρδεμα ήταν άνευ προηγουμένου. Ο κόσμος είχε μετατραπεί σε μία μπάλα από πολύχρωμα κουρέλια. Όλα τα γεγονότα είχαν συγχωνευτεί σαν να πέρασε κάποιος την ιστορία από μηχανή του κιμά, την πακετάρισε και την παρέδωσε στα χέρια της θείας που στεκόταν βαριεστημένη μπροστά το ταμείο.

Πρώτα απ’ όλα, το τουρλουμπούκι στους δρόμους· ένας καπουτσίνος μοναχός, βγαλμένος απ’ το «Άρωμα του Ρόδου», συνομιλούσε με κάποιον, που θα ορκιζόταν, πως έμοιαζε τον Βοναπάρτη, ενώ ταυτόχρονα μερικοί Αμερικανοί στρατιώτες απ’ την απόβαση της Νορμανδίας κυνηγούσαν μία μαϊμού ντυμένη μπαλαρίνα. Ένας μίμος με ξυλοπόδαρα ισορροπούσε στο κεφάλι μίας τεράστιας, καφέ αρκούδας κι ένας γύφτος με ηλεκτρική κιθάρα έπαιζε παλιές επιτυχίας του Κάρλος Σαντάνα. Δύο μαυροντυμένες χείρες έκλαιγαν μπροστά σ’ ένα άδειο φέρετρο, ενώ απορημένος τις κοίταζε ο άντρας, γύρω στα πενήντα, με μαύρο κουστούμι και χλωμή όψη.

Ο Ιησούς μόλις είχε μπει στο διπλανό στενό κουβαλώντας έναν τεράστιο σταυρό και πίσω του μία δεκαρχία τύπων με κόκκινες χλαμύδες και κράνη τραγουδούσαν το Άβε Μαρία. Ένας χοντρός με μπαλόνια, έγλειφε το πόδι ενός λεπρού και δύο-τρία φτερωτά μωράκια χοροπήδαγαν στο χορτάρι του μικρού πάρκου απέναντι. Άλλος ένας σωματώδης τύπος, ανεβασμένος σ’ έναν στύλο της Δ.Ε.Η. φώναζε, «Είμαι ο Ηρακλής και είμαι μεγάλη καύλα!», ενώ το μικρό πλήθος που είχε συγκεντρωθεί από κάτω, έκραζε με πάθος «Σά-κης! Σά-κης!». Στον διπλανό στύλο, ο σύντροφος Ουλιάνοφ μειδίαζε τη στιγμή που το απόσπασμα, μπροστά του, ετοιμαζόταν να πυροβολήσει κι ο Νίκος Παπάζογλου τραγουδούσε εύστοχα Στη Ρωγμή του Χρόνου.

Ο κόσμος είχε γεμίσει ευτράπελα. Μόνο ο Ζαφείρης έμοιαζε να έχει τα λογικά του κι η επιθυμία να συναντήσει την Χρύσα, έξω απ’ το κτίριο της Νομαρχίας, έσπρωχνε τα βήματά του όλο και μακρύτερα σ’ αυτό το παράξενο χάος.

Δυστυχώς για κείνον, δεν γνώριζε πως, με το τέλος του χρόνου, το σύμπαν διασπάστηκε σε πολλαπλές πραγματικότητες, που πλέον υπήρχαν ταυτόχρονα, όμως η μία αγνοούσε την ύπαρξη της άλλης. Κάτι εκεί, σχετικό με τις χορδές, την απροσδιοριστία του Χάιζεμπεργκ, την σταθερά του Πλανκ και μπόλικη εντροπία, έκανε μπάχαλο κάθε λογική συνέχεια του απείρου. Αν έστηνες αφτί μπορούσες ν’ ακούσεις ξεκάθαρα τους ήχους των υποατομικών σωματιδίων καθώς χτυπούσαν μανιασμένα το ένα με τ’ άλλο, σαν αυτοκινητάκια σε αρένα λούνα παρκ. Ακόμα κι εκείνος με τ’ όνομα σαν λόξιγκα, ο κύριος Χιγκς θα ήταν περήφανος που ο θεός του απέδειξε, πως το σωματίδιό του ήταν ένας απ’ τα πιο ανθεκτικά σε κάθε κρας τεστ που υποβλήθηκε ο μικρόκοσμος την μέρα εκείνη. Τετάρτη νομίζω.

Τότε έφτασε έξω απ’ το κτίριο στης Νομαρχίας, την στιγμή ακριβώς που ο Λήσταρχος Νταβέλης έβγαινε απ’ την απέναντι τράπεζα φορτωμένος δύο σάκους και ξοπίσω του ένα σμάρι από αλαλάζοντες Βουσμάνους έπιναν λίτρα Κόκα Κόλα κι εκτόξευαν ακόντια.

Το μεγάλο ρολόι της Νομαρχίας ήταν κι αυτό σταματημένο. Ο Ζαφείρης σταμάτησε στο σημείο του ραντεβού και κάθισε απογοητευμένος μπροστά απ’ το μεγάλο σιντριβάνι, που ήταν πάντα στεγνό.

4.

Στο ίδιο σημείο ακριβώς είχε απ’ ώρα φτάσει η Χρύσα και περίμενε μ’ ανυπομονησία, σ’ έναν ίδιο κόσμο μα ταυτόχρονα τελείως διαφορετικό. Σε μία άλλη πραγματικότητα, όπου δε θα είχε ελπίδα να συναντήσει τον Ζαφείρη, αφού ήταν ήδη παντρεμένος με τέσσερα παιδιά και την ώρα εκείνη τακτοποιούσε κάποια εμπορεύματα στα ράφια του σούπερ μάρκετ που εργαζόταν.

«Πουτάνα τύχη!», έφτυσε εκνευρισμένος ο Ζαφείρης.

«Πού να βρίσκεσαι;», σκέφτηκε λυπημένη η Χρύσα, με το φορεματάκι της ν’ ανεμίζει.

Στον κόσμο της Χρύσας, ένα κοπάδι πελαργών πετούσε μωρά στις εξώπορτες κι αυτά με γκελ χτυπούσαν αριστερά και δεξιά. Η Χιονάτη, σήκωνε μετρητά απ’ το κοντινό ATM την ώρα που ετοιμαζόταν να δαγκώσει ένα κατακόκκινο μήλο. Πραγματικότητα και παραμύθι είχαν γίνει ένα. Η Σταχτοπούτα κυνηγούσε με μανία τον πρίγκιπα μ’ ένα κάρο από κολοκύθα, που έσερναν επτά ιδρωμένοι νάνοι. Και πιο πίσω, στους θάμνους του πάρκου, μία διμοιρία των ΜΑΤ, βίαζε την Ωραία Κοιμωμένη, που προσποιούνταν την κοιμωμένη και στον κόσμο της Χρύσας, ήταν καταξιωμένη πρωταγωνίστρια ταινιών για ενήλικες.

Όλα είχαν πάρει έναν δρόμο, που όπως λέγεται ήταν κατά διαόλου!

Εκείνοι οι δύο εραστές θα ήταν αδύνατο να βρεθούν. Οι άπειρες παραλλαγές του σύμπαντος, μέσα στο χάος που προξένησε η απώλεια της διάστασης του χρόνου, ήταν τόσο μπερδεμένες και τόσο διαπλεκόμενες, που κάθε μία γεννούσε ασταμάτητα δισεκατομμύρια άλλες.

Το χαλινάρι της λογικής είχε οριστικά χαθεί και τώρα τ’ άλογο του κόσμου κάλπαζε μανιασμένο, ανεξέλεγκτα στα λιβάδια του παράλογου. Της άχρονα, στάσιμης και κορεσμένης από εντροπία ύπαρξης. Εκεί που κάποτε έτρεχε καθαρό νεράκι, τώρα έρεε αργά μία πηχτή κρέμα Γιώτης με γεύση σοκολάτα.

«Να δεις που δε θα έρθει. Να δεις που δε θα μπορέσω να την δω. Κι αν όχι, όλα είναι μάταια, δίχως σημασία», μονολόγησε ο Ζαφείρης θλιμμένα, ανάβοντας ένα ακόμα τσιγάρο, αν και το προηγούμενο αρνιόταν πεισματικά να τελειώσει.

«Τι θα κάνω αν δεν έρθει; Πώς θα μπορέσω αν δεν σε συναντήσω σήμερα;», αναρωτήθηκε η Χρύσα με σκυμμένο το κεφάλι.

«Σ’ αγαπώ, γαμώτη μου!», φώναξε ο Ζαφείρης, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν ο Αθανάσιος Διάκος παραδίπλα ενοχλήθηκε απ’ την κραυγή του και μονομιάς έσφαξε μερικούς Αναρχικούς.

«Σ’ αγαπώ!», ψιθύρισε δακρυσμένη η Χρύσα, καθώς ένα σμάρι άγριες μέλισσες τσιμπούσαν με δύναμη στην πλάτη τον Φρέντυ Κρούγκερ, που έτρεχε αλαφιασμένος μέσα στο ξερό σιντριβάνι.

Και τότε, όπως πάντα συμβαίνει σε τέτοιου είδους χολιγουντιανές παραγωγές, η δύναμη της αγάπης έκανε πάλι το θαύμα της.

Ένας ανεπαίσθητος τριγμός, δημιούργησε ένα μικρό βαθούλωμα στην χορδή που άνηκε το σύμπαν τους, του Ζαφείρη και της Χρύσας. Δεν ήταν κάτι σημαντικό για ν’ αλλάξει τα πράγματα, ήταν όμως κάτι διαφορετικό. Αυτό το διαφορετικό, έκανε ένα μποζόνιο απ’ το σύμπαν του Ζαφείρη, να κατρακυλήσει αργά στο κέντρο του βαθουλώματος που τώρα είχε μετατραπεί σε μία μικρή οπή. Τ’ άνοιγμα ήταν τόσο ασήμαντο στην αρχή που το μποζόνιο τρίφτηκε, μάτωσε στα τοιχώματά της προκειμένου να περάσει απ’ την άλλη μεριά. Όταν όμως τα κατάφερε, χτύπησε με δύναμη το μποζόνιο που ερχόταν απ’ το σύμπαν της Χρύσας. Εκεί ακριβώς, στο τρακάρισμα, δημιουργήθηκε ένα λιλιπούτειο βαρυτικό πεδίο κι άρχισε να παρασέρνει άλλα σωματίδια.

Τα νετρίνα στροβιλίζονταν χαρούμενα γύρω του, μερικά κουάρκς χόρευαν μπαλέτο. Στο χορό, σιγά – σιγά προστέθηκε ένας ολόκληρος θίασος από Ανδρόνια, Βαρυόνια, Λεπτόνια, Μεσόνια κι άλλα μποζόνια και κάποια κανόνια, που βαρούσαν θριαμβευτικά.

«Σ’ αγαπώ Χρύσα μου!», φώναξε απελπισμένος ο Ζαφείρης με το κεφάλι σηκωμένο στον ουρανό και τα χέρια ανοιχτά.

«Σ’ αγαπώ Ζαφείρη μου!», φώναξε η Χρύσα στην ίδια ακριβώς στάση.

Τότε, η κρίσιμη μάζα των σωματιδίων έσκασε, αφού κατέρρευσε κάτω απ’ το ίδιο της το βάρος.

Οι δείκτες των ρολογιών, αργά και βαριά έκαναν ένα κλικ δεξιά και τίναξαν τ’ άκρα τους για να ξεμουδιάσουν.

5.

«Τελικά, έτσι δουλεύει το γαμημένο!», μονολόγησε ο Θεός κι ακούμπησε το δοκιμαστικό κατσαβίδι στο τραπέζι.

«Χρύσα μου!»

«Ζαφείρη μου!»

Το σιντριβάνι έβηξε στιγμιαία, οι σωλήνες μούγκρισαν και καμάρες πολύχρωμου νερού έλουσαν την πλατεία. Όλα τελικά κούμπωσαν στη θέση τους, τη στιγμή που ο Ζαφείρης ξεκούμπωνε το πάνω κουμπάκι απ’ το φόρεμα της αγαπημένης του

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

από τον Δημήτρη Λιμνιώτη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

Η εικόνα είναι απ’ τα animation του Τέρι Γκίλιαμ, Monty Python