Τον Ρέμπραντ ή τον ΜΑΤατζή;

0
297

Είναι γνωστό σε όλους το δίλημμα που έθεσε ο γλύπτης Giacometti στις αρχές του προηγούμενου αιώνα:

Έστω ότι βρίσκεσαι μέσα σε ένα φλεγόμενο κτίριο (πχ Αττικόν). Λίγο πριν το κτίριο καταρρεύσει αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει ένας αυθεντικός πίνακας του Ρέμπραντ κρεμασμένος στον τοίχο. Στην άλλη μεριά μια γάτα που έχει κοκαλώσει από τον τρόμο. Προτού φύγεις έχεις το περιθώριο να σώσεις μόνο ένα: Τον Ρέμπραντ ή τη γάτα. Ποιον θα έσωζες;

 

Ένα αντιδεοντολογικό πείραμα που έκανε ο Φέστινγκερ στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ το 1964 έδειξε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, σε μια τέτοια κατάσταση, δε θα έσωζαν ούτε τη γάτα ούτε τον πίνακα. Θα έφευγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν για να σώσουν το τομάρι τους.

 

Εμείς θα παραβλέψουμε τα αποτελέσματα αυτού του πειράματος για να ασχοληθούμε με την ηθική πλευρά του διλήμματος.

Οι περισσότερες γυναίκες θα έσωζαν τη γάτα. Γιατί είναι ένα ζωντανό πλάσμα, μια ψυχή (αν και η Εκκλησία θα διαφωνούσε με αυτό). Ειδικά αν επρόκειτο για γατάκι, χαριτωμένο και αδύναμο, με το μεγάλο του κεφάλι να θυμίζει μωρό.

Οι περισσότεροι άντρες θα έσωζαν τον Ρέμπραντ. Είτε για να τον πουλήσουν μετά είτε για να αποκομίσουν τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας που τους αντιστοιχούν είτε –πολύ απλά και κυνικά- γιατί γάτες υπάρχουν εκατομμύρια, αδέσποτες και οικόσιτες, ενώ πίνακες του Ρέμπραντ;

 

Όμως ας μεταλλάξουμε λιγάκι το δίλημμα:

Έστω ότι μπαίνεις σε ένα φλεγόμενο κτίριο (πχ το Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας). Στη μια μεριά ο Ερμής του Πραξιτέλη. Στην άλλη ένας ματατζής, λιπόθυμος από τις αναθυμιάσεις. Πριν το κτίριο καταρρεύσει προλαβαίνεις να σώσεις μόνο έναν από τους δύο. Ποιον θα έσωζες;

Η πλειονότητα των Ελλήνων –και των περισσότερων εθνικοτήτων- θα έλεγε ότι θα έσωζε τον Ερμή. Κάποιοι ίσως να αφήνανε το γλυπτό να καεί και να πήγαιναν να βεβαιωθούν ότι ο ματατζής είναι καταδικασμένος. Οι πιο πωρωμένοι θα έμεναν να τον ποδοπατούν και να τον φτύνουν, αδιαφορώντας ακόμα και για τη ζωή τους.

 

Το ίδιο φυσικά, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, θα έκανε ένας ματατζής αν αυτός που κινδύνευε ήταν κουκουλοφόρος ή διαδηλωτής.

 

Και δεν αναρωτιέμαι καν τι απόφαση θα έπαιρναν οι πάντες αν αυτός που βρισκόταν προ του ολοκαυτώματος ήταν ο Βενιζέλος.

 

Αυτό το ψευτοδίλημμα μπορεί να μπει ως καθρέφτης μπροστά μας για να μας αποκαλύψει την πεμπτουσία της κοινωνικής αποσάθρωσης.

Δεν είναι η αγανάκτηση ούτε το αίσθημα του δικαίου ούτε καν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Είναι το μίσος. Καθαρό και ατόφιο μίσος.

 

Ο ματατζής μισεί τον κουκολοφόρο που του πετάει μολότωφ. Μισεί το διαδηλωτή που τον βρίζει. Μισεί τους ιθύνοντες που τον έχουν στρέψει ενάντια στο συμπολίτη του. Μισεί τον εαυτό του που είναι αναγκασμένος να γίνεται πιόνι για το βασικό μισθό (αν έπαιρνε όσα ο πρωθυπουργός θα αισθανόταν καλύτερα).

 

Ο διαδηλωτής μισεί, καταρχήν και καταρχάς, τους ιθύνοντες που του καταστρέφουν τη ζωή. (Εδώ θα κάνω ένα καθαρά υποκειμενικό σχόλιο: Τι άλλο θα μπορούσε να αισθάνεται;) Μισεί εκείνους που ξεπερνούν την κρίση αλώβητοι ή την εκμεταλλεύονται για να γίνουν πλουσιότεροι. Μισεί εκείνους που πλήττονται εξίσου και μένουν στα σπίτια τους άπραγοι. Μισεί τους ματατζήδες επειδή τον μισούν και επειδή δε χάνουν ευκαιρία για να εκδηλώσουν το μίσος τους.

 

Το κυρίαρχο συναίσθημα –πέρα από την απογοήτευση, την αίσθηση απώλειας του ελέγχου και τη θλίψη, αν όχι κατάθλιψη- είναι το μίσος. Ίσως επειδή το μίσος είναι το πιο έντονο συναίσθημα, μετά βεβαίως από την αγάπη. Αλλά ποιος μπορεί να μιλήσει για αγάπη πια χωρίς να χαρακτηριστεί –στην καλύτερη των περιπτώσεων- γραφικός;