Η μετεμψύχωση των Θατσερικών αδέσποτων

0
347

(Ιστορίες από τον Κήπο)
Στη μέση του Κήπου υπήρχε ένα σιντριβάνι. Ήταν ένα μικρό, κακόγουστο και βρόμικο σιντριβάνι. Αλλά για τα ζώα του νησιού ήταν σαν μια γούρνα νερού στην ξεραμένη σαβάνα. Γάτες, σκύλοι, περιστέρια και σπουργίτια ερχόντουσαν για να ξεδιψάσουν. Με τις γάτες και τα πτηνά δεν είχαμε ιδιαίτερη σχέση, καθώς απέφευγαν τους ανθρώπους, αλλά οι σκύλοι ήταν μέρος της ζωής μας.
Πρέπει να ζούσαν στη Χώρα πάνω από δέκα αδέσποτα και όλα περνούσαν κάποια ώρα από τον Κήπο. Οι τουρίστες με ρωτούσαν σε ποιον ανήκουν και τους απαντούσα ότι δεν ανήκουν σε κανέναν, είναι ελεύθερα.
«Τα καημένα», έκαναν οι τουρίστες, αλλά τα σκυλιά καθόλου δεν κακοπερνούσαν.
Είχαν μάθει τι ώρα μαζευόταν κόσμος στις ταβέρνες και δεν έχαναν κανένα γεύμα. Είχαν κάποια έκτη αίσθηση για να ξεχωρίζουν τους τουρίστες από τους Έλληνες. Οι τουρίστες πάντα τα τάιζαν, ενώ από τους Έλληνες κινδύνευαν να φάνε μόνο κλωτσιές.
Έτρωγαν πρωί, μεσημέρι, βράδυ και τις ενδιάμεσες ώρες έπεφταν όπου έβρισκαν σκιά για να κοιμηθούν. Είχαν γίνει όλα χοντρά και δυσκίνητα.
Τρία ήταν τα αγαπημένα σκυλιά των πελατών του Κήπου.
Το πρώτο το είχαμε ονομάσει Αμάρτησα-για-το-παιδί-μου. Ήταν μια χοντρή καφέ σκύλα, με αμέτρητα σημάδια από καβγάδες και το ένα αυτί κομμένο. Η Αμάρτησα-για-το-παιδί-μου ήταν πάντα έγκυος και συνήθως την ακολουθούσανε τρεις-τέσσερις σκύλοι σε οίστρο.
Μάλλον οι σκύλοι έχουν διαφορετικά πρότυπα ομορφιάς από εμάς, αφού η εν λόγω σκύλα δεν έμοιαζε καθόλου με τα καλοχτενισμένα μοντέλα που βλέπουμε στα αντίστοιχα καλλιστεία.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρακολουθήσαμε ζωντανό σεξ-σόου μέσα στον Κήπο, με την Αμάρτησα-για-το-παιδί-μου να ικανοποιεί τρεις αρσενικούς στη σειρά.
Οι τουρίστες τη λυπόντουσαν που ήταν έγκυος και της έριχναν περισσότερα αποφάγια. Κάποιοι ντόπιοι υποστήριζαν ότι η Αμάρτησα-για-το-παιδί-μου δεν ήταν έγκυος, παρά χοντρή. Αυτή η εικασία αποδείχτηκε λάθος όταν η Αμάρτησα-κλπ γέννησε ακριβώς έξω από τον Κήπο.
Το άλλο δημοφιλές σκυλί, το οποίο καθόλου δε συμπαθούσα, ήταν η Αγελάδα. Επίσης θηλυκό, αλλά πολύ σεμνή και συγκρατημένη. Ήταν άσπρη με μαύρες κηλίδες και τα μάτια της έφερναν στο νου τη βοϊδομάτα Αθηνά.
Γενικά ήταν πολύ ήσυχο σκυλί και πολύ διακριτικό, τόσο που κανείς δεν το έβλεπε και η σερβιτόρα σκόνταφτε πάνω του κουβαλώντας το δίσκο.
Την Αγελάδα την αντιπαθούσα επειδή μια μέρα ξέρασε μέσα στον Κήπο και όταν πήγα να τα μαζέψω αντιλήφθηκα ότι είχε φάει κάτι με γούνα –ποντίκι ή γάτα. Ήταν πολύ δυσάρεστη εμπειρία –για μένα, δεν ξέρω πόσο δυσάρεστη ήταν για την Αγελάδα- αλλά δεν μπορούσα να διώξω το σκυλί, γιατί θα δυσαρεστούσα τους φιλόζωους τουρίστες.
Τέλος ήταν ένας πολύ μάγκας αρσενικός, τον οποίο φωνάζαμε απλώς «Μάγκα». Αυτός ήταν ο μόνος σκύλος που δεν έπινε νερό από το λιμνάζον του σιντριβανιού, αλλά σκαρφάλωνε και έπινε από το αναβλύζον, που ήταν σίγουρα πιο καθαρό –ή έτσι φαινόταν.
Ο Μάγκας ήταν συνέχεια κολλημένος –κυριολεκτικά- με την Αμάρτησα-για-το-παιδί-μου, καθώς τη βάτευε σε καθημερινή βάση, αδιαφορώντας για την εγκυμοσύνη της και τη ματαιότητα της πράξης του.
Είχε αθλητική κορμοστασιά και ουρά που ανέμιζε ψηλά σαν παντιέρα. Δε φοβόταν τους θηριώδεις σκύλους ράτσας –ροντβάιλερ ή πίτμπουλ- που διεκδικούσαν κάποιες φορές την Αμάρτησα-για-το-παιδί-μου, καθώς αυτοί ήταν αστοί σκύλοι που ζούσαν σε σκυλόσπιτα και πήγαιναν γυμναστήριο, ενώ ο Μάγκας ήταν αληταράς, σκληραγωγημένος από τους δρόμους, και είχε φτιάξει μπράτσα καυγαδίζοντας με κάθε λογής σκύλους, γάτες, ανθρώπους και μηχανάκια.
Τα σκυλιά αυτά ήταν κάτι παραπάνω από κοπρίτες. Ήταν μέρος του Κήπου.
Και δε θυμάμαι αν το είδα στον ύπνο μου ή αν απλά το σκέφτηκα, αλλά είμαι σίγουρος ότι στην προηγούμενη ζωή τους τα σκυλιά του Κήπου ήταν ανθρακωρύχοι στα ορυχεία της Μεγάλης Βρετανίας.
Κάθε βράδυ πήγαιναν στην παμπ της γειτονιάς, εξουθενωμένοι από τη σκληρή δουλειά και απελπισμένοι από τον συννεφιασμένο ουρανό. Έπιναν πολλά λίτρα μπύρα –ποτέ μαύρη, γιατί τους θύμιζε τις γαλαρίες. Μεθούσαν και τραγουδούσαν πιασμένοι αγκαλιά.
Έπρεπε να προλάβουν να ξεχάσουν την κούραση, να προλάβουν να θυμηθούν την νεανική τους ηλικία, που πνίγηκε στο κάρβουνο. Να προλάβουν να ζήσουν λίγη ξενοιασιά προτού γυρίσουν σπίτι.
Εκεί η γυναίκα τους τούς έβριζε επειδή ξόδευαν το μισθό τους στην παμπ, τα παιδιά τσιρίζανε και έκλαιγαν (ίσως επειδή ήξεραν ότι το μέλλον τους θα ήταν παρόμοιο με των γονιών τους τη ζωή) και η Θάτσερ στην τηλεόραση διέταζε να γίνουν περικοπές και να μειωθούν οι μισθοί και να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά στα Φώκλαντ.
Ένα βράδυ, μέσα στη μέθη τους, οι τρεις ανθρακωρύχοι προσευχήθηκαν στο θεό των εργατών να συμβεί κάτι και να μη χρειαστεί να ξαναδουλέψουνε. Κάτι να γίνει και να μην νιώθουν τη βροχή στο καπνισμένο πρόσωπο τους. Κάτι να γίνει και να μην ανησυχούν πως θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Οι προσευχές τους εισακούστηκαν.
Την επόμενη μέρα σκοτωθήκανε σε μια έκρηξη. Ξαναγεννηθήκανε ως κοπρίτες στην πιο ηλιόλουστη γωνιά του πλανήτη, τις Κυκλάδες.
Και από τότε «δουλεύανε σαν τα σκυλιά».
Και ένα τραγούδι των Pink Floyd για τη Μάγκι: “Oh, Maggie, what have we done”