Όλοι οι άντρες είναι ίδιοι

0
699

(Ιστορίες από τον Κήπο)
Ήταν μια συνηθισμένη νύχτα στον Κήπο, όπως όλες οι προηγούμενες. Οι τουρίστες έπιναν πολύχρωμα κοκτέιλ και το σιντριβάνι ψιθύριζε τη φωνή του νερού. Από τα αθέατα ηχεία ακούγονταν ηλεκτρικές κιθάρες.
Η Αμάρτησα-για-το-παιδί-μου ήταν έγκυος, όπως πάντα. Ήρθε να πιει νερό από το σιντριβάνι και ύστερα κατέβηκε στη διπλανή ταβέρνα για να τσιμπήσει κάτι.
Ήταν μια συνηθισμένη νύχτα ώσπου η Αμάρτησα-κλπ, καθώς μασουλούσε ένα κόκαλο από χοιρινή μπριζόλα, αλύχτησε. Την ίδια στιγμή υγρά άρχισαν να τρέχουν από πίσω της, από το σημείο εκείνο που αποκαλείται «η προέλευση του κόσμου». Η σκύλα βγήκε στη μέση από το καλντερίμι τρέμοντας.
Η προέλευση του κόσμου
του Κουρμπέ
Πρώτα την είδε η Αγγελική, μια πελάτισσα που όταν ερχόταν στον Κήπο με ρωτούσε πόσες και ποιες γυναίκες-συγγραφείς έχω διαβάσει και γιατί δεν έχω διαβάσει περισσότερες.
Η Αγγελική, σαν άκουσε το αλύχτισμα, πετάχτηκε πάνω και έτρεξε δίπλα στην Αμάρτησα-κλπ.
«Γεννάει», φώναξε και σαν είχε δώσει το σύνθημα οι γυναίκες από τον Κήπο και απ’ όλα τα γύρω μαγαζιά σηκώθηκαν και περικύκλωσαν το ζώο. Έφτιαξαν μια ασπίδα γύρω του και κοιτούσαν τους άντρες σαν να έφταιγαν αυτοί που είχε γκαστρωθεί.
Μπορούσα να νιώσω την ένταση κι ας βρισκόμουν πίσω από την μπάρα, κατά κάποιο τρόπο προστατευμένος. Έτριζαν τα δόντια τους. Τα μάτια τους γυαλίζανε σαν των θηρίων. Έψαχναν να μας βρουν, να μας κοιτάξουν κατάματα για να μας μαρμαρώσουν.
Εμείς είχαμε καταλάβει τους καταχθόνιους σκοπούς τους και μιλούσαμε για τον Ταραντίνο, τους Ramones, για τον Τζωρτζ Μπεστ και το Φιντέλ Κάστρο.
Η Αγγελική ήρθε τρέχοντας στον Κήπο.
«Γεννάει», είπε, «θέλει βοήθεια.»
«Τι βοήθεια;» έκανε φλεγματικά ο Ηλίας που δούλευε στην απέναντι καφετέρια και είχε πεταχτεί για ένα σφηνάκι τεκίλα. «Να βράσουμε νερό;»
Όλοι οι άντρες γελάσανε.
«Γουρούνια», είπε η Αγγελική, «αυτό είστε όλοι, γουρούνια.»
Οι πανάρχαιες μνήμες κάποιου νησιού και κάποιας μάγισσας έκαναν μπουρμπουλήθρες στο μυαλό μας.
Κίρκη, του Μπάρκερ
«Πάρε τηλέφωνο», μου είπε η Αγγελική.
«Ποιον να πάρω;» ρώτησα απελπισμένος.
«Κάποιον… Να βοηθήσει… Σκέψου, δεν μπορείς να σκεφτείς; Το μυαλό γιατί το ‘χεις; Πάρε τηλέφωνο κάποιον, πάρε τηλέφωνο ΚΑΠΟΙΟΝ!!!!»
Είχε γουρλώσει τα μάτια της, απ’ το στόμα της έσταζαν σάλια και πραγματικά φοβήθηκα ότι θα μου επιτεθεί. Έπιασα το τηλέφωνο και κάλεσα… την αστυνομία.
«Ένα σκυλί γεννάει», πρόλαβα να τους πω και αυτοί, φυσικά, μου το κλείσανε.
«Δεν…» κατάφερα να ψελλίσω.
«Άχρηστοι! Είστε όλοι άχρηστοι. Μόνο να γκαστρώνετε ξέρετε», φώναξε η Αγγελική και επέστρεψε στον κλοιό που προστάτευε την Αμάρτησα-κλπ.
Στην μπάρα ο Μιχάλης είχε κατεβάσει το κεφάλι, ο Δημήτρης είχε κατεβάσει το κεφάλι, ο Τζίμης ο Άγιος είχε κατεβάσει το κεφάλι, όλοι οι αρσενικοί είχαν κατεβάσει το κεφάλι.
«Τι να ‘κανα;» ρώτησα σαν να ζητούσα έλεος.
Κανείς δε μίλησε.
Μετά από λίγο κάποια έφερε το αυτοκίνητο της και πήγανε το σκυλί στον κτηνίατρο. Οι γυναίκες περίμεναν να το δουν να απομακρύνεται και γυρίσανε στα τραπέζια τους. Δεν είπαν τίποτα. Συνέχισαν να πίνουν τα ποτά τους και κοιτούσαν με ένα χαιρέκακο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα μάτια τους. Είχαν κερδίσει άλλη μια μάχη.
Αφού πέρασε λίγη ώρα χωρίς να μιλήσει κανένας ο Δημήτρης χτύπησε την παλάμη του στην μπάρα και ζήτησε να του βάλω άλλο ένα τζιμ-μπιμ με κόκα. Έπειτα έδωσε μια στο Θανάση που καθόταν δίπλα του για να τον ξυπνήσει.
«Ακούστε τι σκέφτηκα μόλις τώρα», είπε και ήπιε. «Συνειδητοποίησα ότι οι γυναίκες πρέπει να αναλάβουν όλες τις δουλειές… Είναι πιο ικανές από τους άντρες σε όλα, έτσι δεν είναι; Έχετε δει το σπίτι εργένη; Φοβάσαι να μπεις μέσα αν δεν έχεις κάνει εμβόλιο για χολέρα. Και όταν παντρεύονται ποιοι αναλαμβάνουν τα πάντα; Οι άντρες; Άσε που οι γυναίκες είναι και πονόψυχες. Εμείς γελούσαμε με τη σκύλα κι αυτές έτρεξαν να τη βοηθήσουν… Όχι, το πήρα απόφαση. Να κυβερνάνε οι γυναίκες, να κάνουν διπλωματία οι γυναίκες, να διοικούν οι γυναίκες, να εργάζονται οι γυναίκες και μόνο αυτές… Έτσι μόνο θα σωθεί ο κόσμος.»
«Κι εμείς τι θα κάνουμε;» αναρωτήθηκα εύλογα και δυνατά.
«Εμείς… Εμείς θα κάνουμε τέχνη και θα φιλοσοφούμε», απάντησε ο Δημήτρης.
«Θα γίνουμε κηφήνες με άλλα λόγια», είπε ο Μιχάλης.
«Θα γίνουμε σαν τα ψάρια της αβύσσου», είπα και επειδή κανείς δεν κατάλαβε τι εννοούσα έδωσα περισσότερες εξηγήσεις.
«Μου είπε τις προάλλες ο Λουσιέν για ένα είδος ψαριού που ζει στην άβυσσο. Σ’ αυτό το είδος το θηλυκό είναι εκατό φορές μεγαλύτερο από το αρσενικό. Μόλις βρεθούνε στα σκοτάδια το αρσενικό χώνεται σε μια εσοχή στο σώμα του θηλυκού και μένει εκεί για την υπόλοιπη ζωή του. Το θηλυκό αναλαμβάνει να ταΐζει και τους δύο, καθώς και να αποφεύγει τους εχθρούς. Το μόνο που κάνει το αρσενικό είναι να διοχετεύει σπέρμα, όταν του ζητηθεί, μια φορά το χρόνο πάνω-κάτω. Τίποτα άλλο.»
«Είναι τέλειο», είπε ο Δημήτρης. «Αυτό θα έπρεπε να κάνουμε κι εμείς. Να ανεβαίνουμε πάνω σε μια γυναίκα και να μας κουβαλάει στη ράχη της για την υπόλοιπη ζωή της. Κι όταν χρειάζεται σπέρμα…»
«Γιατί; Κάνετε κάτι διαφορετικό;» είπε η Αγγελική που άκουγε τόση ώρα τη συζήτηση μας. «Το μόνο που σας χρειαζόμαστε, το μόνο που μπορείτε να κάνετε, είναι να γκαστρώνετε… Και να αερολογείτε.»
Εκείνη την ώρα μπήκε στην Κήπο ο Μάγκας και φάνηκε να ψάχνει για την Αμάρτησα-για-το-παιδί-μου. Δεν τη βρήκε και προσέγγισε την Αγελάδα. Εκείνη δεν έλεγε να σηκωθεί από το πάτωμα και ο Μάγκας ξεκίνησε να γαβγίζει και να τη δαγκώνει για να τη σηκώσει δια της βίας, ώστε να ικανοποιήσει τις ορέξεις του.
«Φύγε», του φώναξε η Αγγελική και τον έδιωξε, «βιαστή.»
Έπειτα πήγε και χάιδεψε την Αγελάδα για να την παρηγορήσει.
«Όλοι οι άντρες είναι ίδιοι», είπε η Αγγελική.
Ο Μιχάλης κατέβασε το κεφάλι, ο Τζίμης ο Άγιος κατέβασε το κεφάλι, ο Δημήτρης κατέβασε το κεφάλι, ο Θανάσης κατέβασε το κεφάλι.
Κι εγώ έκανα πως σκούπιζα την μπάρα.