Γιωταλία (14. Αρχή τέταρτου μέρους)

0
442

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 4-1-1024x602.jpg

Σε pdf εδώ

~~~~~{}~~~~~

47

Το Έσσεξ έφτασε στο λιμάνι της Μασσαλίας αψεγάδιαστο και στιλβωμένο, σαν καινούριο. Ο Άλμπατρος το οδήγησε ακριβώς στο μέρος όπου περίμενε η Τενερίφη. Το έφερε ν’ ακουμπήσει στον ντόκο απαλά. Κι έριξαν τη σκάλα.

Μέσα απ’ τις σκιές του λιμανιού βρήκαν μερικοί άντρες, αθώοι σαν το Μεφιστοφελή, που επιβιβάστηκαν για να συζητήσουν την τιμή της ηρωίνης και του κατ.

Η Τενερίφη έμεινε εκεί όπου ήταν, παρατηρώντας αδιάκριτα το πλήρωμα του πλοίου. Το καταλάβαινε πως είναι όλοι μοροζώντανοι, καταραμένοι πεθαμένοι που δεν ξέρουν ότι πέθαναν και ζουν μέχρι να λυθεί η κατάρα τους.

Έπειτα φάνηκε στην κορυφή της σκάλας το κορίτσι. Ήταν κουκουλωμένη, και στο ημίφως δεν την είδε καλά, αλλά ένιωσε ότι είχε μεγάλη δύναμη στη μαγεία. Ήταν πολύ πιο δυνατή απ’ την ίδια σίγουρα, μάλλον κι απ’ την Φουέρτε. Ίσως να ήταν ισχυρή σαν τον Άβαρι. Τότε μόνο η Τενερίφη συνειδητοποίησε ότι η μαγεία της μικρής Ζήνας, της μάγισσας που είχε βαφτίσει Ζανζιβάρη, ήταν ό,τι πιο ισχυρό είχε συναντήσει. Ακόμα κι ο Υπερβόρειος την είχε θαυμάσει.

Η Γιωταλία κατέβηκε τη σκάλα. Μαζί της πήγαινε ένας νεαρός, καθόλου μαγικός, κι ένας σκύλος που έλαμπε. Στάθηκαν μπρος στην Τενερίφη, σαν να τη γνώριζαν, τη μύρισε και της έγλειψε τα χέρια.

«Αυτός είναι χαζός σαν τον Λανθαρότε μου», είπε και τον χάιδεψε. Η Νέδα έπεσε ανάποδα με τα πόδια ανοικτά για να της ξύσει την κοιλιά. Έτσι διαλύθηκε η αμήχανη ομίχλη της πρώτης συνάντησης.

«Χαζό, αλλά αθάνατος», είπε η Γιωταλία, γνωρίζοντας ότι μιλούσε σε μάγισσα. Της θύμιζε τόσο έντονα τη Λάιλα Λου.

Ο Θάνος ξεκίνησε να γελάει, αλλά σταμάτησε όταν αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν αστείο.

«Δεν είναι αθάνατος», είπε η Τενερίφη. «Τίποτα δεν είναι αθάνατο. Μπορεί να έχει αντοχή στο θάνατο. Κάποια στιγμή θα πεθάνει. Εσύ είσαι η Γιωταλία, λοιπόν;»
«Ναι, εγώ είμαι.»
«Κι αυτός ο άμαγος τι είναι;»
«Αυτός; Κάποιος που τον έστειλαν να με σκοτώσει.»
«Κι όπως φαίνεται απέτυχα», είπε ο Θάνος.

Οι δυο γυναίκες στράφηκαν και του δώσανε σήμα: Άντρας κι άμαγος, καλύτερα θα ήταν μόνο ν’ ακούει, σαν τον σκύλο.

«Σ’ ένιωσα από μακριά», συνέχισε η Γιωταλία. «Δεν ξέρω τι συμβαίνει, αλλά νομίζω ότι συνδεόμαστε.»
«Όλα συνδέονται με όλα στον κόσμο. Είμαστε μέρος ενός συνόλου. Συνήθως δεν το νιώθουμε. Εμείς, πέρα απ’ τη μαγεία, έχουμε κι άλλο κοινό. Τη μητέρα σου.»
«Ξέρεις πού βρίσκεται;»
«Αυτό είναι πρόβλημα.»

Της έκανε νόημα να περπατήσουν μαζί. Πήγαιναν μπροστά οι δύο μάγισσες, πίσω ο άντρας κι ο σκύλος.

«Πέθανε;»
«Μάλλον, αν και ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις με τη Φουέρτε.»
«Έτσι τη λένε;»
«Το κοριτσίστικο όνομα της ήταν Φρύνη. Όταν έγινε μάγισσα πήρε άλλο όνομα, Φουερτεβεντούρα, έτσι όπως πρέπει να γίνεται.»
«Δεν ήξερα πως πρέπει ν’ αλλάξω όνομα», είπε η Γιωταλία.
«Ίσως και ν’ άλλαξες ήδη.»

Ο Θάνος περπατούσε πίσω τους, άκουγε τις γυναίκες να μιλάνε, η μεγάλη σε κάποια παράξενη καθαρεύουσα, όχι τόσο στεγνή όσο των παπάδων, η μικρή στη μαλλιαρή, κι αναρωτιόταν τι σκατά έκανε. Όλα ήταν τρελά πλέον. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μείνει εκεί. Τους υπόλοιπους διασωθέντες του Πάτρα τους είδε να κατεβαίνουν απ’ το Έσσεξ και να φεύγουν, για να βρουν τρόπο να γυρίσουν πίσω. Εκείνος τι έκανε; Ήξερε. Είχε τον καλύτερο λόγο, προσωρινή παράνοια, την τρέλα του Έρωτα. Θα έμενε δίπλα στη γοργόνα πάση θυσία. Ξεκίνησε να σφυρίζει ένα σκοπό.

«Αν δεν ξέρεις, γιατί λες ότι πέθανε;» ρώτησε η Γιωταλία.
«Είναι δύσκολο να το αποδεχτείς, το ξέρω, αλλά… Γεννήθηκε, γεννηθήκαμε, πριν… Δυο χιλιάδες χρόνια πάνω κάτω. Μάλλον θα έχει πεθάνει τώρα.»

Η Γιωταλία κοντοστάθηκε. Μαζί της κι ο Θάνος. Είχε ακούσει κι εκείνος κι είχε μείνει άναυδος με την τρέλα που κουβαλούσε η μαυροφορεμένη. Αλλά η Γιωταλία ήξερε ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο ό, τι μπορούμε να αντιληφθούμε.

«Εσύ δεν πέθανες.»
«Ούτε ο σκύλος σου πέθανε.»
«Νέδα τη λένε, σαν το ποτάμι. Μπορεί κι η μητέρα μου να είναι ζωντανή.»

Η Τενερίφη χάιδεψε ξανά τη Νέδα, σαν να ήταν το μουλάρι που είχε αφήσει πίσω, δυο χιλιάδες χρόνια πίσω.

«Πώς ήρθες εδώ;» είπε η Γιωταλία. «Γιατί ήρθες εδώ;»
«Δεν ήρθα μόνη. Τέσσερις ήρθαμε.»
«Πού είναι οι άλλοι;»
«Ο ένας δολοφονήθηκε. Ο άλλος μάλλον είναι προδότης. Για την τρίτη δεν ξέρω τίποτα.»
«Γιατί ήρθατε;»
«Γιωταλία, είσαι πιο σημαντική απ’ όσο νομίζεις. Κι ο κόσμος είναι πιο παράξενος απ’ όσο νομίζεις. Μάλλον ποτέ δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πόσο παράξενος είναι.»

«Μπορώ να πω κάτι;» μπήκε στη μέση ο Θάνος. Σαν είδε το βλέμμα της Τενερίφης, που πάλι ήθελε να τον κάνει να σωπάσει, της είπε: «Πάταξον μεν, άκουσον δε!»
«Πού τον ξέρεις εσύ το Θεμιστοκλή;» είπε η Τενερίφη, έκπληκτη, και κάπως χαρούμενη που είχε ακούσει μια ρήση της εποχής της.
«Μου αρέσει να διαβάζω.»
«Άμαγος. Άντρας. Του αρέσει να διαβάζει. Κατάλαβα. Προδότης», έκανε η Τενερίφη.
«Είμαι. Προδότης αυτού που μ’ έστειλε να σκοτώσω τη… Γιωταλία.»

Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε το όνομα της, εκείνη είχε ακούσει την ταραχή στη φωνή του, εκείνος θα ήθελε να το λέει για πάντα.

«Ποιος είναι;» του είπε η Τενερίφη.
«Θα σας πω ό,τι ξέρω γι’ αυτόν. Και για το σύγχρονο κόσμο, γιατί είστε εντελώς ξένες στην πραγματικότητα. Ωραία τα μαγικά, αλλά πρέπει να καταλάβετε πού βρίσκεστε.»

Η Τενερίφη το παραδέχτηκε με μια κλίση του κεφαλιού. Η Γιωταλία δεν ήθελε να παραδεχτεί τίποτα, ήταν έφηβη και τα ήξερε όλα.

«Αλλά…» συνέχισε ο Θάνος. «Προτείνω να πάμε να συνεχίσουμε τη συζήτηση σε ασφαλές μέρος. Εδώ στο λιμάνι νιώθω λιγάκι εκτεθειμένος. Πάμε να βρούμε ένα καπηλειό, να πιούμε μια μπύρα Θα μιλήσουμε καλύτερα έτσι.»

Της Τενερίφης της άρεσε η ιδέα της μπύρας, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν θα έπρεπε να πάει μαζί του. Ο Θάνος ένιωσε τη δυσπιστία της.

«Δεν θα σας καταδώσω», της είπε. «Έχω δει τι μπορεί να κάνει αυτή.» Κι έδειξε τη Γιωταλία.

Η Τενερίφη δεν χρειαζόταν να της πει κανένας ότι ο φόβος δεν ήταν το κίνητρο του Θάνου. Είχε ξαναδεί ερωτευμένο.

«Ωραία, πάμε να πιούμε», είπε η Τενερίφη και σαν άκουσε τα λόγια της έσπασε η καρδιά της. Τελευταία φορά είχε πιει με τον Αυτόλυκο -κι ήταν η τελευταία φορά που έπινε μαζί του. Εκτός κι αν τον έβρισκε μετά, στους Κόκκινους Βάλτους. Λίγο ζαλίστηκε απ’ τη θλίψη και παραπάτησε. Πήγαν να την κρατήσουν.

«Καλά είμαι», είπε και στάθηκε όσο πιο ίσια μπορούσε.

Δεν ήταν καλά, είχε κουραστεί απ’ την πάλη κι απ’ τις απώλειες, απ’ τις προδοσίες, αλλά έπρεπε να μείνει όρθια, για να βρει τη Ζήνα, μόνο αυτό, να τη βρει.

~~

Σαν έκατσαν στην ταβέρνα και παράγγειλαν κατάλαβαν ότι υπήρχε πρόβλημα: Δεν είχαν χρήματα πάνω τους. Τα λεφτά που είχε δώσει ο Καρπόφ στο Θάνο είχαν γίνει στάχτη. Η Γιωταλία είχε αφήσει το χρυσό της, εκείνο της Λάιλας και τα χρήματα του Νετασκέτα, στο Έσσεξ. Κι η Τενερίφη είχε κάτι φραγκοδίφραγκα στην τσέπη.

«Θα το λύσουμε μετά αυτό», τους είπε. «Πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με το αληθινό πρόβλημα. Το πολύ πολύ να τους δώσουμε το σκύλο. Λέγε, εσύ τι ξέρεις;»

Ο Θάνος ξεκίνησε λέγοντας ότι τον κάλεσαν όταν η Γιωταλία είχε σκοτώσει το γιο του Καρπόφ.

«Βασιλιάς είναι αυτός;»
«Τύραννος μάλλον.»
«Ποιας πόλης;»
«Αν σου πω ολόκληρης της Ελλάδας; Κι όχι μόνο.»

Η Τενερίφη εντυπωσιάστηκε. Γύρισε στη Γιωταλία.

«Κι εσύ σκότωσες το γιο του;»
«Ήθελε να με βιάσει.»
«Καλά του ‘κανες.»

Η σερβιτόρα έφερε τις μπύρες κι ένα πιάτο με λουκάνικα και πανσέτες. Ζήτησε να πληρωθεί επιτόπου. Σε τέτοια χαμαιτυπεία δεν αφήνεις ανοικτούς λογαριασμούς. Η Τενερίφη προσπάθησε να κωλυσιεργήσει και να την πείσει με λειψά γαλλικά, ότι θα την πλήρωναν αργότερα. Η σερβιτόρα ήταν σκληρό καρύδι, δεν μασούσε με κόλπα κι απειλές. Σαν είδε ότι έφερναν αντιρρήσεις κοίταξε μόνο μια φορά πίσω. Αυτό ήταν το σύνθημα. Δυο μπρατσωμένοι μαχαιροβγάλτες στάθηκαν δίπλα της για να υποστηρίξουν το δίκιο της γκαρσόνας.

Η Γιωταλία ετοιμάστηκε να κάνει ένα μικρό ξόρκι παραίσθησης, όταν ακούστηκε μια φωνή να λέει στα γαλλικά: «Τα πληρώνω εγώ, Σάνσα. Αυτά κι άλλες τρεις γύρες και φέρνε και φαγητό να τρώμε. Και κράτα τα ρέστα να κεράσεις τα παλικάρια.»

Ο άντρας της άφησε στο χέρι μερικά χαρτονομίσματα, που μάλλον έφταναν για πολλές παραπάνω γύρες ποτών. Η Σάνσα έφυγε χαρούμενη, όπως κι οι μαχαιροβγάλτες της. Η Τενερίφη με την παρέα της περίμεναν εξηγήσεις.

~~~

«Ελπίζω να μην σας πειράζει που παρενέβην», είπε ο άντρας στα ελληνικά.

Μιλούσε με παράξενη προφορά, που κανείς δεν είχε ξανακούσει. Ήταν ψηλός και κοιλαράς, καλοζωισμένος, κοντά στα πενήντα.

«Έλληνας είστε;» του είπε ο Θάνος.
«Είμαι, αλλά σε παρακαλώ, στον ενικό. Ναι, σε περνάω κάμποσα χρόνια, όμως δεν είμαι άρχοντας ούτε παπάς. Μόνο…»
«Και γιατί μας κέρασες;» τον έκοψε η Τενερίφη.
«Θα σας εξηγήσω. Μπορώ να κάτσω;»
«Όχι.»
«Εντάξει, δεκτό. Να σας συστηθώ. Ονομάζομαι Δημήτρης Καρόγλου. Είμαι γιος κάποιου.»
«Πρώτη φορά ακούω κάποιον να συστήνεται ως γιος άλλου.»
«Αν ο άλλος είναι ο σπουδαίος έμπορος σταφίδας Καρόγλου, της Σμύρνης, τότε ο γιος δεν είναι τίποτα άλλο.»
«Και συνηθίζουν οι γιοι εμπόρων σταφίδας απ’ τη Σμύρνη να κερνάνε αγνώστους;»

Η Γιωταλία γέλασε. Της άρεσε η Τενερίφη, της θύμιζε τη Λάιλα Λου, ενώ ήταν τόσο διαφορετική. Η δασκάλα της ήταν ήπιων τόνων, πάντα υποχωρούσε κι έσκυβε το κεφάλι. Αυτή η μάγισσα ήταν έτοιμη να τσακωθεί και με τον αέρα. Της άρεσε, γιατί κι εκείνη δεν γούσταρε να κάνει πίσω.

«Θα μπορούσα να πω ότι το έκανα επειδή είστε πατριώτες», είπε ο Καρόγλου.
«Δεν είμαστε, οπότε μην το πεις.»
«Θα σας πω την αλήθεια.»
«Περιμένουμε πώς και πώς.»
«Πιστεύετε στη μοίρα;» είπε ο Καρόγλου.

Ξεκίνησε να τους λέει για τον Ηράκλειτο, τον σκοτεινό φιλόσοφο. Εκείνος είχε γράψει: Η κρυφή αρμονία είναι πιο ισχυρή απ’ τη φανερή.

Η μητέρα του Καρόγλου, που δεν ήταν φιλόσοφος, του είχε μιλήσει χίλιες φορές για τ’ αδιόρατα νήματα που συνδέουν τα πάντα. Αυτό που κάποιοι θεωρούν τυχαιότητα ή σύμπτωση είναι η κρυφή αρμονία, που δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε.

Κι ο Καρόγλου συνέχισε: «Μου είχε πει η μητέρα μου, λίγο καιρό πριν πεθάνει: Όταν βλέπεις μια σύμπτωση που δεν σου μοιάζει τυχαία, τότε να ξέρεις ότι δεν είναι τύχη, δεν είναι σύμπτωση, είναι μοίρα, πεπρωμένο, ειμαρμένη, μόρος. Πρέπει ν’ ακολουθήσεις.»
«Τι έκανε η μάνα σου;» τον ρώτησε η Τενερίφη.
«Σπίτι έμενε, αλλά έρχονταν πολλές γυναίκες να τη δουν. Έλεγε το φλιτζάνι, τους έριχνε τα χαρτιά, διάβαζε το χέρι τους.»
«Μάντισσα λοιπόν η μάνα.»
«Χαρτορίχτρα. Έτσι την έλεγαν. Πέθανε απ’ τη στεναχώρια της. Ο πατέρας μου είχε σπιτώσει μια Τουρκάλα πιτσιρίκα.»
«Έλα κάτσε να πιεις μαζί μας.»

Η Τενερίφη τραβήχτηκε στη μέσα μεριά του πάγκου για να του κάνει χώρο. Αν έχεις μάνα μάγισσα και πεθαμένη μπαίνεις αυτόματα στη λέσχη.

~~~~

Είχαν φτάσει στην τρίτη γύρα και πλέον γελούσανε. Ουσιαστικά η Τενερίφη με τον Καρόγλου τα είχαν πιει όλα. Ο Θάνος με τη Γιωταλία ταλαιπωρούσαν ακόμα την πρώτη τους μπύρα.

Η Γιωταλία αισθανόταν άβολα με τον νεαρό ακριβώς δίπλα της. Αν είχε προσπαθήσει να τη χουφτώσει ή να την προσεγγίσει ερωτικά θα τον είχε διαολοστείλει –ή θα του είχε ρίξει ένα ξόρκι. Εκείνος μόνο καθόταν εκεί, καθόταν κι ίδρωνε. Οι παλάμες ήταν πιο μουσκεμένες απ’ όταν είχε πέσει στη θάλασσα. Κρατούσε το μαντίλι του και τις σκούπιζε. Ήθελε να του πει να χαλαρώσει, ότι δεν θα πάθαινε κάτι, αλλά ήξερε ότι δεν ήταν φόβος. Κι αυτό ήταν χειρότερος. Η Γιωταλία δεν είχε ερωτευτεί ποτέ κανέναν. Κι εκείνη κανείς δεν την είχε ερωτευτεί. Εκτός ίσως απ’ τον κάπτεν Μπαντ. Για να τον ξεχάσει απευθύνθηκε στον έμπορο, που εκείνη τη στιγμή έλεγε ρατσιστικά ανέκδοτα για τους Γάλλους.

«Πώς ληστεύει ένας Γάλλος; Σας παρακαλώ, θα θέλατε να…»
«Συγνώμη, κάτι ξέχασες να μας πεις», τον έκοψε.

Ο Καρόγλου την κοίταξε ξαφνικά και κόντεψε να πετρώσει απ’ την ομορφιά της. Δεν ήταν ότι δεν την είχε δει και πριν, αλλά η Γιωταλία, καθώς σκεφτόταν τον έρωτα των αντρών για εκείνη είχε πάρει χρώμα και λάμψη που θα έκανε τη Φουέρτε να σχίζει τα πτυχία της πορνείας.

«Τι όμορφη που είναι αυτή», είπε ο Καρόγλου στην Τενερίφη.
«Είναι περισσότερο επικίνδυνη από όμορφη, πρόσεχε.»
«Δεν το είπα για κακό. Προς θεού! Είμαι σαράντα οκτώ χρονών.»
«Ναι, σας ξέρουμε εσάς τους μεσήλικες. Άλλο είναι το θέμα: Γιατί έκατσες εδώ; Ποια λες ότι είναι η κρυφή αρμονία;»
«Μα, είναι απλό. Ο Καρπόφ είναι ο άνθρωπος που περισσότερο μισώ στον κόσμο.»
«Κι άκουσες εμάς να μιλάμε γι’ αυτόν, σ’ ένα καπηλειό στη Μασσαλία. Παραείναι σύμπτωση.»
«Ακριβώς! Δεν το καταλαβαίνεις; Αυτή είναι η κρυφή αρμονία. Κάτι που δεν μπορείς να πιστέψεις ως τυχαίο. Πρέπει να έρθω μαζί σας.»

Τα μάγουλα του Καρόγλου είχαν ανάψει απ’ την έξαψη και το πιοτό.

«Τι σου ‘χει κάνει ο Καρπόφ;» τον ρώτησε ο Θάνος, σαν να βρισκόταν σε ανάκριση και να ‘ψαχνε για ανακρίβειες κι ανακολουθίες.
«Είναι με τους Νεότουρκους.»
«Τι είναι οι Νεότουρκοι;» ρώτησε η Γιωταλία.
«Υπάρχουν και παλιοί δηλαδή; Τι είναι οι Τούρκοι;» έκανε η Τενερίφη.

Ο Καρόγλου προσπάθησε για λίγο να καταλάβει αν του έκαναν πλάκα. Δεν τον πείραζε και να του έκαναν. Είχε μεγαλώσει μ’ έναν πατέρα που πάντα τον καπέλωνε.

Τους εξήγησε ότι οι Νεότουρκοι ήταν ένα νέο εθνικιστικό κίνημα, που ξεκίνησε απ’ τη Θεσσαλονίκη κι είχε ως σκοπό την ανατροπή του Σουλτάνου. Αυτό ίσως και να ακουγόταν καλό, αλλά στην ατζέντα τους είχαν σκληρές τακτικές. Σε αντίθεση με την Υψηλή Πύλη που προτιμούσε την ειρηνική συνύπαρξη εθνοτήτων και θρησκευμάτων στα Οθωμανικά εδάφη, οι Νεότουρκοι είχαν ένα σύνθημα: Η Τουρκία στους Τούρκους.

Είχαν δρομολογήσει τις γενοκτονίες των Αρμενίων, τον Ποντίων, των Ασσυρίων. Στα περίχωρα της Σμύρνης, στον Πόντο και στις Αρμενικές περιοχές η πυρκαγιά είχε ξεκινήσει.

Ο Καρόγλου με μερικούς ακόμα πλούσιους Έλληνες της Μικρασίας συναντήθηκαν με την ελληνική κυβέρνηση για να συζητήσουν την προστασία της ελληνικής κοινότητας. Σκιώδης πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Καρπόφ.

«Δεν έχω ξαναδεί τέτοιον άνθρωπο», είπε ο Καρόγλου και παράγγειλε άλλη μια γύρα. «Εκείνα τα μάτια, ένιωθες αδύναμος μπροστά του.»

Ο Θάνος συμφώνησε. Θυμόταν τόσο έντονα τις δυο συναντήσεις μαζί του. Ένιωθες ότι ήταν ανώφελο ν’ αντισταθείς.

«Η επιτροπή έλεγε ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Εμείς, που ζούσαμε ήδη τον φόβο κι ετοιμαζόμασταν για τα χειρότερα, διαμαρτυρηθήκαμε. Ο πατέρας μου, που ήταν αιματώδης άνθρωπος, εκρηκτικός, σηκώθηκε όρθιος και τους έλεγε όλους προδότες. Ε, τότε σηκώθηκε κι ο Καρπόφ. Καθόταν πιο πίσω, νομίζαμε ότι ήταν διπλωματικός ακόλουθος. Σταματήσαμε να το πιστεύουμε σαν έφτασε στο τραπέζι. Ήρεμα, σαν το διάβολο τη νύχτα, ρώτησε τον πατέρα μου πώς λεγόταν. Φυσικά και ήξερε το όνομα του, αλλά ήθελε να το κάνει.»

«Είναι κόλπο της ανάκρισης», είπε ο Θάνος. «Το ‘χω διαβάσει. Βάζεις τον ανακρινόμενο ν’ απαντάει σε κοινότοπες ερωτήσεις, απλές, για να συνηθίσει ν’ απαντάει, να νιώσει οικεία, και μετά τον απειλείς.»
«Αυτό ακριβώς! Ναι! Αστυνομικός είσαι;»
«Ήμουν.»
«Αυτό έκανε. Τον ρώτησε πώς τον λένε, από πού είναι, αν έχει παιδιά, τι εμπορεύεται και μετά, το ίδιο ήρεμα, του είπε: Ποιος θα σε κληρονομήσει όταν πεθάνεις;»

Ο πατέρας του Καρόγλου, ο μεγάλος έμπορος σταφίδας, είχε μείνει άναυδος. Δεν ήταν τόσο τι έλεγε ο Καρπόφ, αλλά ο τρόπος που το έλεγε. Έπειτα τους είχε κοιτάξει όλους, έναν έναν, στα μάτια και τους είχε πει:
«Πηγαίνετε ν’ αποχαιρετίσετε τους δικούς σας.»

Κι είχε γυρίσει κι έφυγε αθόρυβα, σχεδόν γλίστρησε πίσω στις σκιές. Κανείς δεν είπε τίποτα, γιατί είχαν καταλάβει. Μόνο ο θάνατος μπορεί να είναι έτσι.

«Αυτό μου θυμίζει τον Άβαρι», είπε η Τενερίφη.
«Τι ‘ν’ αυτός;»
«Ένας πολύ ισχυρός μάγος, τον θεωρούσαν ημίθεο.»
«Ο Καρπόφ δεν είναι μάγος. Δαίμονας είναι.»

Λίγες μέρες μετά τη συνεδρίαση άρχισαν να πεθαίνουν οι μικρασιάτες εκπρόσωποι. Όλοι σε τραγικά δυστυχήματα, πνίγηκαν ή έπεσαν από γκρεμό, χτύπησαν στο μπάνιο, έφαγαν δηλητηριώδη μανιτάρια. Δηλητηριώδη ή δηλητηριασμένα; Ο πατέρας του Καρόγλου είδε τον θάνατο να πλησιάζει κι έδιωξε το γιο του απ’ τη Σμύρνη. Τον έστειλε ανώνυμο πακέτο στη Μάλτα. Κι ας πήγαινε όπου ήθελε μετά.

«Έμαθα ότι πέθανε ο πατέρας μου απ’ τις εφημερίδες. Δεν πήγα στην κηδεία του.»
«Δεν το κατάλαβε, μην ανησυχείς», έκανε η Τενερίφη κι άδειασε την μπύρα της. Όλοι πεθαίνουν κάποτε, κι όταν πεθάνουν δεν νιώθουν τίποτα πια. Καλός διακανονισμός είναι, αν σκεφτείς πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η ζωή.

«Οπότε», είπε ο Θάνος στον Καρόγλου, «δεν είναι η εκδίκηση το κίνητρο σου.»
«Τι είναι;»
«Η επιβίωση.»

Ο Καρόγλου το σκέφτηκε λιγάκι, ήπιε κρασί, κέρασε τσιγάρο μικρασιάτικο την Τενερίφη. Εκείνη πνίγηκε με τον καπνό, ήταν πολύ πιο βαρύ απ’ τα ευρωπαϊκά. Το λάτρεψε.

«Επιβίωση, εκδίκηση, θέλω να σας βοηθήσω. Θα σας παρέχω ό,τι χρειάζεστε. Έχω πολλά λεφτά.»
«Όχι όσα ο Καρπόφ», είπε ο Θάνος.
«Θα πάμε βόρεια», χώθηκε η Γιωταλία.
«Βόρεια. Πού;»
«Βόρεια.»
«Μπορώ να σας πάω με τ’ αυτοκίνητο μου. Είναι τετραθέσιο.»
«Θα ‘ρθεις κι εσύ;» είπε η Τενερίφη.
«Ξέρεις κανείς σας να οδηγάει;»
«Μουλάρι ξέρω.»
«Αυτοκίνητο δεν ξέρεις. Οπότε πάμε μαζί για… Περιπέτεια!»

Ο Καρόγλου χειροκρότησε και χτύπησε τα χέρια του. Κατάλαβε ότι τον κοιτούσαν περίεργα.

«Ακούστε, να καταλάβετε. Είμαι ένα τίποτα με πολλά λεφτά. Και δεν είναι δικά μου, ο πατέρας μου τα έκανε. Δεν έχω οικογένεια, γυναίκα, παιδιά, τίποτα. Ούτε μέρος να γυρίσω. Η ζωή μου, εν κατακλείδι, δεν έχει κανέναν νόημα. Μαζί σας το βρήκα. Περιπέτεια και εκδίκηση. Κι επιβίωση, που λέει ο…»
«Πόσων χρονών είσαι; Δέκα;» του είπε η Τενερίφη.
«Νομίζω ότι μόλις μπήκα στην εφηβεία», είπε ο Καρόγλου κι άδειασε την μπύρα του. «Σε πειράζει;»

48

Με τη συζήτηση και το ποτό η ώρα πήγε τρεις το πρωί. Στο λιμάνι της Τουλούζης τα καπηλειά δεν έκλειναν ποτέ, αφού ναυτικοί έφταναν κι έφευγαν όλες τις ώρες της ημέρας.

Ο Καρόγλου πρότεινε στην παρέα να μην επιστρέψουν στο πλοίο.

«Έχει ωραία δωμάτια επάνω. Θα σας κλείσω δύο για να κοιμηθείτε κι αύριο το πρωί τρώμε κάτι και ξεκινάμε.»
«Γιατί δύο;» είπε η Γιωταλία.

Ο Καρόγλου προσπάθησε να ξεπεράσει το μεθύσι και την πρεσβυωπία του. Κοίταξε τη Γιωταλία και τον Θάνο απέναντι του, που σίγουρα θα ταίριαζαν να είναι ζευγάρι.

«Α, εντάξει, σας είχα για παντρεμένους. Τρία λοιπόν.»
«Εγώ δεν μπορώ να φύγω αν δεν πάω απ’ το πλοίο πρώτα. Να πάρω τα πράγματα μου και να χαιρετήσω», είπε η Γιωταλία.
«Μην το κάνεις τώρα, όμορφη. Βραδιάτικα στην Τουλούζη δεν κυκλοφορούν οι πιο ευσεβείς και οι πιο ηθικοί άνθρωποι της Γαλλίας.»
«Σαν το Κατάκολο κάτι.»
«Σαν το Κατάκολο επί χίλια. Σε όλα.»
«Δεν φοβάμαι.»
«Αν το κάνεις θα έρθω μαζί σου», της είπε ο Θάνος.

Η Τενερίφη, που είχε κουραστεί πολύ εκείνη τη μέρα κι ονειρευόταν ένα μαλακό στρώμα, τους είπε ότι θα ήταν καλύτερο να δεχτούν την προσφορά, να κοιμηθούν εκεί.

«Σε τέσσερις ώρες σηκωνόμαστε. Καλύτερα να είμαστε ξεκούραστοι, όσο μπορούμε… Και στο πλοίο θα κοιμούνται τώρα.»

Τελικά συμφώνησαν όλοι, ακόμα κι ο σκύλος, κι έμειναν να τελειώσουν τα ποτά τους, όσο ο Καρόγλου κανόνιζε την πληρωμή. Έδωσαν ραντεβού για το επόμενο μεσημέρι, στην προβλήτα 13. Ο Καρόγλου βγήκε έξω παραπατώντας.

«Αυτός γιατί δεν κοιμάται εδώ;» είπε η Γιωταλία.
«Γιατί είναι πολύ φτηνό. Σίγουρα έχει νοικιασμένη σουίτα σ’ άλλο ξενοδοχείο. Δεν έχεις ακούσει τι λένε για τους Σμυρνιούς;»
«Ας ελπίσουμε να είναι αυτό», έκανε η Τενερίφη

~~

Περίμεναν τη σερβιτόρα να τους πάει στα δωμάτια τους. Εκείνη έδερνε έναν μπεκρή που δεν ήθελε να πληρώσει -χωρίς τη βοήθεια των μπράβων. Ήταν μια χοντροκόκαλη Βρετονή, που σ’ άλλες εποχές θα ήταν πολεμίστρια ή πειρατής. Τον πέταξε έξω κλοτσηδόν. Γύρισε ατσαλάκωτη και ήρεμη. Άλλη μια μέρα στη δουλειά. Τους οδήγησε στον πάνω όροφο και τους έδειξε τα πίσω δωμάτια, τις πόρτες Οκτώ και Εννιά.

«Συγνώμη, κοπελιά», της είπε η Τενερίφη, η μόνη που ήξερε λίγα γαλλικά. «Τρία, όχι δύο.»
«Δυο.»
«Τρία, τρία.»

Τότε η Βρετονή ξεκίνησε να μιλάει εξαιρετικά γρήγορα. Τους άφησε δυο κλειδιά κι έφυγε.

«Τι είπε;» ρώτησε ο Θάνος.
«Θα έχουμε δυο δωμάτια.»
«Αυτό το κατάλαβα κι εγώ.»

Άνοιξαν την πόρτα και το φως του Οκτώ. Είχε ένα ημίδιπλο κρεβάτι με σεντόνια που έμοιαζαν να μην έχουν αλλαχτεί απ’ τον προηγούμενο αιώνα. Ύποπτοι λεκέδες, που στην καλύτερη περίπτωση ήταν σπέρμα, κοσμούσαν όλο το σεντόνι, ακόμα και το μαξιλάρι. Η μούχλα σε βαρούσε στη μύτη -και δεν ήταν η χειρότερη μυρωδιά. Αρκετές κατσαρίδες πήγαν να κρυφτούν σαν άνοιξε το φως. Το χειρότερο ήταν ότι δεν έφυγαν αμέσως, λιγάκι το σκέφτηκαν, είχαν συνηθίσει να ζουν με τους ανθρώπους. Κάτω απ’ το κρεβάτι ήταν ένα εμαγιέ δοχείο νυκτός, άδειο, αλλά όχι επιμελώς καθαρισμένο.

«Πάω στοίχημα ότι έχει κοριούς το στρώμα», είπε ο Θάνος.
«Μην σου πω και κροκόδειλους», απάντησε η Γιωταλία.

Ο Θάνος γέλασε. Ώστε η γοργόνα μπορούσε να κάνει κι αστεία.

«Για να δούμε και το Εννιά», είπε η Τενερίφη, αλλά ο τόνος της φωνής της έδειχνε ότι δεν πίστευε στα θαύματα.

Και καλά έκανε, γιατί το Εννιά ήταν χειρότερο, δεν είχε καν σεντόνια.

«Μάλλον δεν συνηθίζουν να κοιμούνται σ’ αυτά. Μπουρδέλο!», είπε ο Θάνος και κοκκίνισε. Δεν το είχε πει μεταφορικά.
«Τι κάνουμε;»
«Κοιμόμαστε, τι κάνουμε; Διαλέξτε δωμάτιο», είπε η Τενερίφη.
«Τι εννοείς; Θα κοιμηθώ μ’ αυτόν;»
«Ναι, γιατί; Λες να σου κάνει κακό;»

Ο Θάνος ξερόβηξε για να μπορέσει να μιλήσει. Του είχε κοπεί η αναπνοή. Να ξάπλωνε, μόνο να ξάπλωνε στο ίδιο κρεβάτι με τη γοργόνα ήταν πέρα απ’ τα πιο τρελά του όνειρα, αλλά έπρεπε ν’ αρνηθεί.

«Δεν νομίζω ότι είναι σωστό.»
«Γιατί; Δεν σας είπα να πηδηχτείτε. Εκτός κι αν το θέλετε.»
«Μ’ αυτόν; Αποκλείεται.»
«Α, ναι, ξέχασα», έκανε η Τενερίφη. «με τέτοιο θεό που έχετε είστε λίγο… Δεν ξέρω πώς το λένε. Ωραία. Μικρή, διάλεξε δωμάτιο να πας με τη χαζή σκύλα σου. Θα πάει τους ψύλλους της να κάνουν παρέα στους κοριούς.»
«Γιωταλία. Δεν με λένε μικρή. Το Εννιά. Πάρτε εσείς το καλό», είπε και πήρε το κλειδί.
«Ωραία, κι εμείς, μορφονιέ, στο Οκτώ, να δούμε ποιος θα φάει περισσότερα τσιμπήματα.»

Χωρίστηκαν. Η Γιωταλία με το σκύλο μπήκε στο δωμάτιο της και κλείδωσε. Ο Θάνος κοίταξε για μια στιγμή την κλειστή πόρτα και πήγε να ξαπλώσει με την Τενερίφη.

~~~

Έκατσαν στις δυο πλευρές του κρεβατιού.

«Να ξέρεις ότι αν κοιμηθείς μαζί μου θα το κάνουμε», του είπε η Τενερίφη.
«Θα κοιμηθώ στο πάτωμα!» είπε εκείνος και πετάχτηκε.

Η Τενερίφη γέλασε τόσο πολύ που κόντεψε να πνιγεί. Κάποιος της χτύπησε απ’ το Εφτά. Ηρέμησε και ξάπλωσε όπως ήταν, με τα ρούχα και τα παπούτσια.

«Πέσε να κοιμηθείς στο στρώμα, στο πάτωμα θα σου φάνε τ’ αυτί τα ποντίκια. Παρθένος είσαι;» Ο Θάνος δεν απάντησε. «Το ίδιο κι εκείνη. Έχετε πολύ δρόμο. Αλλά να ξέρεις… Δεν σ’  εμπιστεύομαι. Ούτε εσένα ούτε τον άλλον τον έμπορο. Πρέπει ν’ αποδείξεις την αξία σου για να…»

Και συνέχισε να λέει κάποια πράγματα ακόμα, μέχρι που αποκοιμήθηκε και τα λόγια έγιναν ροχαλητό.

Ο Θάνος έκατσε στην άλλη μεριά, ξάπλωσε και κοίταξε το ταβάνι. Έμπαινε φως απ’ έξω. Μια κηλίδα από υγρασία ήταν ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι του. Το χειμώνα σίγουρα θα έσταζε. Μέσα στην κηλίδα είδε δυο πρόσωπα. Το δικό του και της γοργόνας. Φιλιόντουσαν. Έπειτα τους είδε ολόκληρους, να βγάζουν τα ρούχα τους.

Έχοντας το ροχαλητό της μάγισσας ως απόδειξη ύπνου, έβαλε το χέρι του μέσα απ’ το παντελόνι και ξεκίνησε ν’ αυνανίζεται. Ναι, την ήθελε, αλλά εκείνη δεν θα καταδεχόταν ποτέ να τον κοιτάξει. Εκτός κι αν έκανε αυτό που του είπε η Τενερίφη, αν έδειχνε ότι αξίζει. Τέλειωσε μέσα στο παντελόνι του, έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε.

~~~~

Το ίδιο εύκολα κοιμήθηκε κι η Γιωταλία. Είδε ένα όνειρο. Έμπαινε μέσα στον καθρέφτη και περνούσε σε μια άλλη χώρα, όλο ομίχλη και πέτρα.
«Ανάμ» φώναζε και περπατούσε.
Την πλησίασε μια γυναίκα και της είπε: «Ναρά».
Ακουγόταν η Νέδα να γαβγίζει μέσα στο όνειρο.

Άνοιξε τα μάτια της, στο δωμάτιο των κοριών. Η Νέδα γάβγιζε στ’ αλήθεια. Κοίταξε προς το μέρος που έδειχνε το σκυλί. Με δυσκολία διέκρινε μια μορφή στη γωνία, προς το κάτω μέρος του κρεβατιού. Απ’ το μέγεθος κατάλαβε ότι ήταν ένα παιδί, αγόρι.

«Ποιος είσαι;»

Το αγόρι δεν μίλησε ούτε κουνήθηκε.

«Ονειρεύομαι ακόμα;»

Τίποτα. Η Γιωταλία είπε το πρώτο ξόρκι του φωτός για να δει περισσότερα. Σαν έγινε αυτό πάγωσε η ψυχή της. Το παιδί ήταν ένα αγόρι, εφτά-οκτώ χρονών. Ήταν κατάλευκο, εκτός από ένα κομμάτι στο κρανίο που του έλειπε. Φαινόταν το μυαλό του –Και δεν ήταν κόκκινο. Το παιδί δεν είχε μάτια, μόνο κάτι σαν καθρέφτες, που αντανακλούσαν αυτό που κοιτούσε. Μέσα στο ασήμι των κογχών έβλεπε το φωσάκι που είχε ανάψει η ίδια. Η Νέδα δεν σταματούσε να γαβγίζει. Είχε ξυπνήσει όλο το πανδοχείο. Απέξω της χτύπησαν την πόρτα.

«Μικρή, είσαι καλά; Άνοιξε μας!» Ήταν η Τενερίφη.
«Γιωταλία!» φώναξε ο Θάνος.

Το σκέφτηκε να μιλήσει ή να σηκωθεί να τους ανοίξει, αλλά ένιωθε όπως σε κάποια όνειρα, που δεν μπορείς να κουνηθείς, που θες να μιλήσεις, αλλά δεν βγαίνει μιλιά.

Και τότε το άσπρο παιδί άρχισε να την πλησιάζει. Άνοιξε το στόμα του και σίγουρα δεν το έκανε για να της μιλήσει. Αν μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι μπορεί να ήταν φιλικό φάντασμα, σαν είδε τα δόντια του άλλαξε γνώμη. Ήταν σαρκοφάγο κι είχε πάει εκεί για να την καταβροχθίσει.

Καθώς το αγόρι πλησίαζε αργά, με τα χέρια πεσμένα στο πλάι, και το στόμα ν’ ανοίγει περισσότερο, αποκαλύπτοντας περισσότερα δόντια, η Γιωταλία είπε το ξόρκι του θανάτου, χωρίς καθόλου να σκεφτεί για τους υπόλοιπους.

Η σφαίρα θανάτου σκότωσε τη Νέδα ακαριαία και ταρακούνησε τους τοίχους. Η Τενερίφη και ο Θάνος πετάχτηκαν πίσω, αλλά χωρίς να σκοτωθούν. Το άσπρο παιδί δεν έπαθε τίποτα, έφτασε στο κρεβάτι.

Η Γιωταλία είπε και το ξόρκι του Χρόνου, ένα απ’ τα δυνατά, που χρησιμοποιούσε για πρώτη φορά. Καθυστερούσε το χρόνο για τους άλλους, ενώ αυτός που το χρησιμοποιούσε συνέχιζε να κινείται. Ούτε κι αυτό έπιασε στο άσπρο παιδί, που ίσως μόνο με λίγη καθυστέρηση ανέβηκε στο κρεβάτι και ίσως λιγάκι ακόμα βραδύτητα μπουσούλησε προς τη μάγισσα. Εκείνη κόλλησε πίσω στο κεφαλάρι, περιμένοντας το τέλος.

~

Τότε ήταν που έσπασε η πόρτα κι ο Θάνος έπεσε στο πάτωμα απ’ τη φόρα που είχε πάρει. Το άσπρο παιδί γύρισε να δει, όχι το Θάνο, όχι την πόρτα, αλλά την Τενερίφη που ερχόταν κι έλεγε έναν εξορκισμό. Τη μισούσε, ειδικά εκείνη, τη μισούσε, γιατί το έδιωχνε και πάλι.

Χωρίς να κάνει ήχο το άσπρο παιδί εξατμίστηκε, αφήνοντας πίσω του μόνο μια τολύπη καπνού, μια σπείρα που ανέβηκε προς το ταβάνι χωρίς να διαλυθεί, κόλλησε εκεί για λίγο και μετά έσβησε.

Η Τενερίφη έτρεξε στη Γιωταλία.
«Τι ‘ταν αυτό; Του ‘ριξα θάνατο και δεν έπαθε τίποτα.»
«Έχει πεθάνει πριν καιρό. Ποια ξόρκια της Μαύρης Δωδεκάτευχου ξέρεις;»
«Τα εννιά πρώτα. Τ’ άλλα τρία έχουν χαθεί.»
«Απ’ τον κόσμο σας… Μικρέ, πήγαινε να φέρεις κάτι να πιούμε να συνέλθουμε. Και να φάμε. Άντε, τι κοιτάς;»
«Και λεφτά;»
«Αλήθεια τώρα; Τα λεφτά έχουν σημασία τώρα. Πήγαινε κλέφτα!»

Ο Θάνος κατέβηκε κουτρουβαλώντας τις σκάλες.

~~~~~

«Τι ‘ταν αυτό;»  ξανάπε η Γιωταλία.
«Νεκυοδαίμονας. Έτσι τους λέγαμε εμείς. Τώρα μπορεί να τους λέτε αλλιώς. Αλλά είναι το ίδιο, όπως και να το πεις.»
«Σαν τους ναύτες του Έσσεξ;»
«Καμία σχέση. Οι νεκυοδαίμονες προέρχονται απ’ τους ανθρώπους που πέθαναν πρόωρα, βίαια ή άδικα. Οι ψυχές τους δεν μπορούν να ηρεμήσουν και να σβήσουν στον Άδη, να ξεχάσουν. Αυτό πρέπει να ήταν απ’ τις χειρότερες περιπτώσεις. Και πρόωρος και βίαιος. Κακόμοιρο παιδί, δεν θα βρεις ανάπαυση.»

Η Γιωταλία κρατήθηκε απ’ το χέρι της Τενερίφης για να πατήσει κάτω. Πήρε ανάσα.

«Η Λάιλα μου είχε μιλήσει για φαντάσματα και βουρβούλακες, για λάμιες, για διάφορα… Αλλά ποτέ κάτι τέτοιο. Και γιατί με κυνηγούσε, γιατί εμένα;»
«Οι νεκυοδαίμονες θέλουν να εκδικηθούν σκοτώνοντας κι άλλους. Αλλά δεν επιτίθενται από μόνοι τους.»
«Κάποιος τον έστειλε;»
«Ναι, ένας οδηγός τον έστειλε.»
«Οδηγός.»
«Ναι, μια μάγισσα, όπως ήταν η Μέγαιρα, ή μάγος, όπως ο Άβαρις. Αλλά αυτούς τους σκοτώσαμε. Είναι παράξενο που υπάρχει ακόμα τόσο ισχυρή σκοτεινή μαγεία. Μήπως ο Άβαρις το έχει στήσει;»

Η Γιωταλία είχε σταματήσει να την ακούει. Παρατήρησε τη Νέδα, που είχε πεθάνει απ’ το ξόρκι της, αλλά δεν είχε επιστρέψει χαζοχαρούμενη όπως πάντα. Ήταν εκεί πεσμένη, νεκρή σαν νεκρός σκύλος.

Έπεσε πάνω της.
«Νέδα, Νέδα», τη φώναζε και την ταρακουνούσε.
«Της τέλειωσε η αθανασία. Μάλλον θα ήταν κανονικό σκυλί που έτρωγε κεραυνόχορτο. Το ‘χω ακούσει πολλές φορές με κατσίκες.»

Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Θάνος μ’ έναν δίσκο, όπου είχε τρεις μπύρες κι ένα πιάτο λουκάνικα. Έμεινε να κοιτάζει τον θρήνο. Η Τενερίφη σηκώθηκε κι άρπαξε ένα ποτήρι. Είχε τόση ανάγκη να πιεί. Έτσι όπως το πήρε, κι ενώ ο Θάνος κρατούσε με το ένα χέρι το δίσκο, χάθηκε η ισορροπία. Του ‘φυγε στον αέρα, γεμίζοντας περισσότερους λεκέδες το κρεβάτι και τους τοίχους.

Ένα λουκάνικο προσγειώθηκε δέκα εκατοστά απ’ τη μουσούδα της Νέδας. Κι όπως την κρατούσε η Γιωταλία ένιωσε παλμό και ζεστασιά. Πριν να πει κάτι είδε τη σκύλα να οσφρίζεται τον αέρα, να βγάζει τη γλώσσα της και να προσπαθεί ν’ αγγίξει το λουκάνικο. Ο Θάνος το κλώτσησε στο στόμα της. Το σκυλί ξεκίνησε να μασουλάει, έτσι στο πλάι όπως ήταν πεσμένο. Έπειτα άνοιξε τα μάτια, έγλειψε τη Γιωταλία και σηκώθηκε όρθιο. Κόντεψε να το ξαναπνίξει σφίγγοντας το.

«Είναι πολύ επικίνδυνη η κατάσταση», είπε η Τενερίφη μόλις ηρεμήσανε. Είχε μαζέψει ένα λουκάνικο απ’ το πάτωμα και το έτρωγε. «Οι νεκυοδαίμονες είναι ανίκητοι.»
«Το νίκησες.»
«Τον έδιωξα. Θα σου μάθω το ξόρκι.»
«Ξέρεις και τα δώδεκα;»
«Ναι, αλλά δεν λειτουργούν τόσο καλά συνήθως. Όχι από μένα. Δεν είναι τα λόγια που κάνουν τη μάγισσα, η μάγισσα κάνει μαγικά τα λόγια. Αν τα πει αυτός δεν θα γίνει τίποτα.»

Ο Θάνος δεν έπιασε την προσβολή, που μάλλον δεν θα του φαινόταν ως τέτοια, αφού δεν είχε καμία διάθεση να γίνει μάγος. Παρατηρούσε το δωμάτιο.

«Κοιτάξτε αυτό», τους είπε και χτύπησε με το χέρι το στρώμα. Μια λεπτή κόκκινη σκόνη πετάχτηκε. «Ξέρετε τι είναι. Ψόφιοι ψύλλοι. Χιλιάδες ψόφιοι ψύλλοι. Δείτε κι εδώ.»

Τους έδειξε σε μια γωνιά τέσσερις νεκρές κατσαρίδες, κι άλλες τόσες από δω κι από κει.

«Σκότωσες ό,τι έντομο υπήρχε στο δωμάτιο», είπε στη Γιωταλία.
«Θα μπορούσες να το κάνεις κι επάγγελμα», είπε η Τενερίφη και τους ήρθαν γέλια, όχι τόσο για το αστείο, αλλά για να πανηγυρίσουν που ήταν ακόμα ζωντανοί.

Η Νέδα τους άκουσε να γελάνε και πήγε πιο κοντά να πάρει το μερτικό της απ’ τη χαρά, να τη χαϊδέψουν. Πήγε κουτσαίνοντας. Το πίσω δεξί πόδι δεν το πατούσε.

«Τι έπαθε;» έκανε η Γιωταλία.
Την έπιασε να δει τα νύχια της, μην είχε κάποια πληγή. Τίποτα, αλλά το σκυλί είχε μείνει τρίποδο.
«Άργησε να γυρίσει», είπε η Τενερίφη. «Ήρθε κουτσή. Αυτός ήταν ο τελευταίος της θάνατος. Λάθος, αυτή ήταν η τελευταία της νεκρανάσταση. Θα πεθάνει άλλη μια φορά. Οριστικά.»

Έμειναν εκεί, χαϊδεύοντας την κουτσή Νέδα, τρώγοντας λουκάνικα απ’ το πάτωμα, μέχρι που ξημέρωσε.

49

Πήγαν κι οι τρεις και το κουτσό σκυλί στην προβλήτα δεκατρία. Οι δύο μάγισσες σκέφτονταν τον νεκυοδαίμονα. Ο Θάνος προσπαθούσε να μη φαίνεται ότι σκέφτεται και κοιτάει τη γοργόνα, αυτό μόνο τον ένοιαζε. Σαν περάσανε δίπλα από δυο αστυνομικούς θυμήθηκε τη δουλειά του.

«Τώρα θα με νομίζουν νεκρό», σκέφτηκε δυνατά.
«Και; Τι σε πειράζει; Έχεις τίποτα πίσω να σε περιμένει;» του είπε η Τενερίφη.
«Τη μάνα μου.»
«Παιδιά, γυναίκα δεν έχεις. Μια χαρά είσαι. Απόλαυσε το.»
«Θα παντρευτώ, θα πεθάνω γέρος, θα ‘χω εγγόνια.»
«Πού το ξέρεις;» του είπε η Γιωταλία.
«Το είδα σ’ ένα όνειρο.» Κατάλαβε ότι η μάγισσα τον κοιτούσε στραβά. «Τι; Καταραμένα πλοία, μάγισσες, νεκρά πνεύματα. Δεν επιτρέπεται να πιστεύω στα όνειρα;»
«Δεν είσαι μάγος», του είπε η Τενερίφη.
«Πού ξέρεις; Μπορεί και να είμαι.»
«Δεν είσαι, θα το ένιωθα.»
«Το δαίμονα δεν τον είδες να ‘ρχεται.»

Η Γιωταλία είχε σταματήσει πίσω τους. Προσπαθούσε να τραβήξει τη Νέδα απ’ τον πάγκο ενός πλανόδιου που πουλούσε φαλάφελ.

«Πάλι πεινάει αυτό το σκυλί;»
«Πάντα.»
«Γι’ αυτό έτρωγε κεραυνόχορτο εκεί που ήσασταν. Αλήθεια, πού ήσασταν;»

Η Γιωταλία της εξήγησε το μέρος. Της μίλησε για το ποτάμι, το Λύκαιον Όρος εκεί κοντά, η Τενερίφη κατάλαβε.

«Κι άλλο παράξενο. Είμαστε συντοπίτες. Εσύ, ανύπαντρε, από πού είσαι;»
«Εκατό χιλιόμετρα απ’ τη Θάλαττα.»
«Τι είναι τα χιλιόμετρα;»
«Μ’ ένα μουλάρι το κάνεις σε πέντε ώρες.»
«Κι εσύ δικός μας δηλαδή. Κι ο Αυτόλυκος ήταν…» Μπλέχτηκε λιγάκι η φωνή της απ’ τον πόνο, αλλά κατάπιε τον κόμπο. «Κι η Ζήνα από ‘κει ήταν. Γιατί;»
«Τυχαίο δεν μπορεί, ε;»
«Αν ήταν οι μισοί εντάξει, αλλά όλοι; Μάλλον είναι αυτή η κρυφή αρμονία που έλεγε ο έμπορος.»
«Η Λάιλα, η γυναίκα που με μεγάλωσε, μου έλεγε ότι υπάρχουν μέρη όπου η μεμβράνη ανάμεσα στους κόσμους είναι πιο λεπτή. Εκεί συμβαίνουν θαύματα, είναι τόποι ιεροί.»
«Στο Λυκαίο γεννήθηκε ο Δίας.»
«Πιστεύεις στο Δία;» έκανε ο Θάνος έτοιμος να γελάσει.
«Καλύτερος απ’ το δικό σας, τον Σταυρωμένο.»
«Χριστός.»
«Γιατί σταυρώθηκε αλήθεια;»
«Για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας.»
«Παράξενος θεός.»

~~

Με τη συζήτηση ούτε που το κατάλαβαν πώς έφτασαν στην προβλήτα δεκατρία. Το Έσσεξ ήταν εκεί. Στο φως της μέρας έμοιαζε ακόμα λιγότερο καταραμένο. Σε σύγκριση με τα υπόλοιπα λαθρεμπορικά του ντόκου ήταν το πιο γυαλιστερό.

«Θα έρθεις;» ρώτησε η Γιωταλία.
«Δεν έχω τίποτα να κάνω», είπε ο Θάνος. «Και να σου πω, μετά απ’ αυτά  που πέρασα δεν νομίζω ότι θέλω να ξανανέβω σε πλοίο.»
«Εσύ;»
«Δεν μ’ αρέσει καθόλου που θ’ ανέβεις», της είπε η Τενερίφη. «Τώρα το νιώθω καλύτερα, δεν είναι μαγεία αυτό. Είναι βαθύτερο και πιο σκοτεινό.»
«Εγώ πρέπει ν’ ανέβω. Νέδα, μείνε!»

Το σκυλί έμεινε πίσω, μαζί με τους νέους της φίλους, χωρίς να παίρνει τα μάτια του απ’ τη σκάλα.

~~~

Ο Ισμαήλ την υποδέχτηκε και πάλι.

«Λέγε με…»
«Ναι, ναι, Ισμαήλ, το ξέρω.»

Πάνω στο κατάστρωμα δεν υπήρχε κίνηση, τίποτα δεν κουνιόταν. Οι ναύτες ήταν πάλι στην τραπεζαρία, πίνανε κρασί λωτού. Ακούγονταν υπόκωφα τα τραγούδια κι οι χοροί.

«Έλεγαν ότι δεν θα γυρίσεις. Μόνο εγώ στοιχημάτισα στο γυρισμό σου.»
«Ο Κουίγκ;»
«Ο Κουίγκ δεν παίζει.»
«Δεν θα έρθω μαζί σας.»
«Κι αυτό το ξέρω. Ήρθες για να δεις τον αφέντη.»
«Και για τα πράγματα μου.»
«Πρώτα τον αφέντη. Σε περιμένει», της είπε και την οδήγησε στην καμπίνα του κάπτεν Μπαντ.

~~~~

Ο καπετάνιος δεν φάνηκε να χάρηκε που την είδε. Όμως ποτέ δεν εξέφραζε συναισθήματα, ήταν άδειο κέλυφος, όπως έλεγε κι ο ίδιος, αυτό προσπαθούσε να δείξει έστω. Την προσκάλεσε να πιουν λίγο κρασί. Δεν αρνήθηκε, παρότι ήταν ακόμα πρωί. Δεν θα το έπινε ολόκληρο, αλλά ήθελε μια ηθική ενίσχυση.

«Ήρθα να σου πω ότι θα φύγω», ξεκίνησε την εισαγωγή της. «Θα πάω στο Βορρά.»
«Θα μπορούσαμε να σε πάμε εμείς.»
«Θα πάω με κάτι φίλους.»
«Δεν είμαστε φίλοι;»

Προτού προλάβει να μιλήσει, ο Μπαντ της έκανε νόημα ότι δεν χρειαζόταν.

«Αστείο ήταν», της είπε. «Το ήξερα ότι θα έφευγες, πρέπει να φύγεις, και τα ‘χω όλα έτοιμα.»
«Ποια όλα;»
«Δεν ήρθες τυχαία στο Έσσεξ.» Της έδειξε δυο πουγκιά. «Τους ζήτησα να με πληρώσουν σε χρυσό. Έχασα λεφτά έτσι, αλλά θα μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις όπου θέλεις.»
«Εγώ; Τι να το κάνω το χρυσό;»
«Ναι, γιατί νομίζεις κουβαλούσα ηρωίνη και κατ; Για ν’ αγοράσω κουστούμι ιππασίας;»
«Θα τα δώσεις σε μένα;»
«Σε σένα, αλλά όχι για σένα.»

Της εξήγησε ότι ο Νετασκέτας είχε ειδοποιηθεί να τη στείλει στο Έσσεξ. Ήξερε ότι θα πήγαινε μια μάγισσα, δεν ήξερε πότε. Μέσα στην καμπίνα του καπετάνιου δεν μπορούσε να μπει άλλος απ’ τον Ισμαήλ. Η Γιωταλία μπορούσε, γιατί είχε δυνάμεις. Και ήταν η μόνη που μπορούσε να κατέβει απ’ το πλοίο. Τι έπρεπε να κάνει; Να πάρει το Βιβλίο και να το διαδώσει.

«Εσύ θα είσαι ο δικός μου απόστολος Παύλος», της είπε.
«Δεν πιστεύω σε σένα.»
«Δεν χρειάζεται, πιστεύω εγώ.»
«Με το ζόρι ξέρω να διαβάζω.»
«Κι οι μαθητές ψαράδες ήταν. Κι έγιναν ψαράδες ψυχών.»
«Αυτά τα λένε οι παπάδες. Τι σχέση έχεις εσύ με τους παπάδες;»
«Περίμενε.»

Άνοιξε μπρος στα μάτια της τα πουγκιά -κι ήταν γεμάτα χρυσά νομίσματα και κοσμήματα.

«Δεν σε στέλνω άοπλη στα λιοντάρια. Μ’ αυτό θα τα καταφέρεις.»
«Δεν καταλαβαίνω καν τι θες να κάνω.»
«Εγώ δεν μπορώ να βγω απ’ την καμπίνα. Ούτε κανείς απ’ το πλήρωμα να κατέβει. Να εμπιστευτώ τους ναρκέμπορους δε γίνεται. Ήρθες εσύ.»
«Να κάνω τι;»
«Να βάλεις σε λειτουργία το μηχανισμό. Θα βρεις κάποιον με διασυνδέσεις, Γάλλο, Άγγλο, Αμερικάνο, δεν έχει σημασία, αρκεί να είναι χωμένος στα κυκλώματα. Θα τον πληρώσεις για να δείξει στον κόσμο πόσο μεγαλοφυής ήταν ο Χέρμαν Μέλβιλ και πώς το βιβλίο αυτό, το Μόμπι Ντικ, είναι το σημαντικότερο αμερικανικό μυθιστόρημα.»
«Αν δεν έγινε ως τώρα…»

Το πρόσωπο του κάπτεν Μπαντ έμεινε ανέκφραστο, αλλά το χέρι του έσπασε το ποτήρι που κρατούσε. Το κόκκινο κρασί έτρεξε στο τραπέζι, χωρίς αίμα. Έβγαλε τα γυαλιά απ’ το δέρμα του πριν ξαναμιλήσει.

«Πίστεψε, το ξέρω. Τώρα θα γίνει. Εσένα περίμενα τόσο καιρό. Οι συνθήκες είναι ώριμες. Σε τέσσερα χρόνια όλοι θ’ αρχίσουν να μιλάνε για τη Φάλαινα μου. Το ξέρω, μου το υποσχέθηκε.»
«Ποιος;»

Ο καπετάνιος δεν της είπε, όμως άφησε να εννοηθεί ποιος ήταν.

«Και τι θα γίνεις εσύ τότε;»
«Σου είπα, είμαι καταδικασμένος, έκανα ανταλλαγή μαζί του. Θα χαθώ από δω και θα βρεθώ σε μέρη τόσο φρικιαστικά που τα χείλη δεν τολμούν να τα ονομάσουν. Αιώνια.»
«Και το θες αυτό;»

Έπιασε το Μόμπι Ντικ, το φίλησε σαν να ήταν ιερό κείμενο και της το έβαλε στην τσάντα της, που την είχαν πάει στην καμπίνα. Της έδωσε και τα δύο πουγκιά με το χρυσό. Γέμισε τα ποτήρια τους και σήκωσε για πρόποση.

«Στο Μόμπι Ντικ και στην Κόλαση», είπε ο καπετάνιος και για πρώτη φορά φάνηκε λίγη υγρασία στα μάτια του.
«Στο Μόμπι Ντικ… Δεν θα σε ξαναδώ, καπετάνιε;»
«Θ’ ανέβουμε προς το βορρά κι εμείς. Αν θελήσεις οποιαδήποτε βοήθεια πήγαινε σε κάποιο λιμάνι. Μπες στο χειρότερο καπηλειό που θα βρεις και μίλα στον ιδιοκτήτη. Δώσε ένα χρυσό νόμισμα για να με ειδοποιήσουν. Κάποιο τσογλάνι θα ξέρει που θα είμαι.»

Πήγε προς την πόρτα. Στάθηκε για λίγο κι ακούμπησε τη σφαίρα του Τέσλα. Ο καπετάνιος είχε μείνει να κοιτάζει το άδειο αναλόγιο, σαν να ‘τανε το κούφιο σαρκίο του.

«Θα μου παίξεις το κομμάτι;» του είπε η Γιωταλία.
«Αλήθεια;»

Έβγαλε το βιολί κι έπιασε την Τρίλια του Διαβόλου.

~~~~

Λίγα λεπτά αργότερα βγήκε δακρυσμένη. Περπάτησε στο κατάστρωμα, ενώ σκεφτόταν να κατέβει κάτω, να χαιρετήσει τους ναύτες.

«Θα σ’ έχουν ξεχάσει», της είπε ο Κουίγκ.

Πήγε κοντά και της έδωσε το χέρι. Η Γιωταλία τον αγκάλιασε. Δεν ήταν μόνο που της είχε σώσει τη ζωή. Αυτός ο αλλόκοτος άνθρωπος, με τα τατουάζ σ’ όλο του το μελαψό δέρμα, ήταν η παρηγοριά κι ο δάσκαλος της στο ταξίδι.

«Κι εσύ τι θα γίνεις, αν πετύχει το σκοπό του ο κάπτεν;»
«Αν πετύχεις εσύ το σκοπό του.»
«Αν πείσω κάποιον να πετύχει το σκοπό του, να πάρει δόξα, αναγνώριση…»
«Δικαιοσύνη, του αξίζει.»
«Έστω. Εσύ τι θα γίνεις; Θα ελευθερωθείς;»
Γέλασε ο Κουίγκ. «Ακριβώς, μικρή μάγισσα, θα ελευθερωθώ.»
«Θα μπορέσετε να φύγετε απ’ το πλοίο;»
«Θα φύγουμε από παντού. Αυτή θα είναι η ελευθερία μας.»
«Θα πεθάνεις;»
«Δεν ζω… Το θέλω να χαθώ, να λυτρωθώ.»
«Μια μάγισσα που γνώρισα μου είπε κάτι παρόμοιο για τους νεκυοδαίμονες. Είναι…»
«Σταμάτα!»

Ο Κουίγκ την έπιασε απ’ το χέρι και την τράβηξε προς τη σκάλα. Την κράτησε εκεί, και φαινόταν το δίλημμα, να μιλήσει κι ας ακουστεί από άλλους ή να σιωπήσει. Έπρεπε να την προειδοποιήσει.

«Μικρή μάγισσα», της είπε ψιθυριστά. «Αυτή η μαγεία είναι πολύ πιο παλιά απ’ τη δική σου. Πιο παλιά απ’ τον κόσμο σας. Πιο παλιά απ’ τον θεό σας. Πρόσεχε! Έχεις ανακατευτεί σε πόλεμο που δεν μπορείς ν’ αντιπαλέψεις. Κάνε μόνο αυτό που σου είπε ο κάπτεν και γύρνα σπίτι.»
«Δεν έχω σπίτι.»
«Με το χρυσό που σου έδωσε, και τ’ άλλα που είχες, μπορείς ν’ αγοράσεις δυο σπίτια κι ένα μαγειρείο.»
«Και να γίνω ταβερνιάρισσα;»
«Γίνε κάτι άλλο. Γίνε γητεύτρα. Φύγε μακριά απ’ τα σκοτάδια του Αλλότριου.»

Τη φίλησε στο μέτωπο και την έσπρωξε να κατέβει. Η Γιωταλία στράφηκε ν’ απαντήσει. Είδε τον Ισμαήλ να πηγαίνει και να σκουντάει τον Κουίγκ, να του κάνει νόημα ότι πρέπει να σταματήσει να μιλάει. Εκείνος τον έδιωξε κι έδειξε την παλάμη του στη μάγισσα. Δεν είχε γραμμές, ήταν εντελώς λεία, άδεια.

50

Κατέβηκε τη σκάλα κρατώντας τα δάκρυα για μετά. Έψαξε τους άλλους. Δεν ήταν πουθενά. Ούτε καν η Νέδα. Και σίγουρα το σκυλί δεν θα έφευγε ποτέ με τη θέληση του. Έτρεξε σ’ έναν αργόσχολο γέρο που κάπνιζε την πίπα του και κοιτούσε τα πλοία. Ο καπνός χανόταν, αλλά οι αναμνήσεις των ταξιδιών που είχε κάνει θα ήταν πάντα εκεί.

«Είδες μια γυναίκα, έναν νέο κι ένα σκυλί;» του φώναξε.

Είχε ξεχάσει ότι βρισκόταν σε ξένη χώρα. Γαλλικά δεν ήξερε. Ο γέρος την κοίταξε έκπληκτος.

«Σαν ανέκδοτο είναι», της είπε στα ελληνικά και χαμογέλασε με το φαφούτικο στόμα του.
«Έλληνας είσαι;»
«Κι Έλληνας κι άλλα πολλά. Αλεξανδρινό εραστή είχα.»
«Τους είδες; Πού τους πήγανε;»

Ο γέρος σήκωσε το χέρι αργά κι έδειξε ένα κτίριο πεντακόσια μέτρα μακριά, το μεγαλύτερο στην περιοχή.

«Ο νόμος του λιμανιού», της είπε.

Η Γιωταλία έφυγε τρέχοντας για το Λιμεναρχείο.

~~

Τη σταμάτησαν στην είσοδο και τη ρώτησαν πού πηγαίνει.

«Έχετε τους φίλους μου μέσα», είπε αργά η Γιωταλία, μήπως ξαναγινόταν θαύμα και την καταλάβαιναν.

Οι δυο λιμενικοί γέλασαν και της είπαν να πάει να μάθει γαλλικά αν θέλει να τους μπει μέσα. Γελάσανε. Δεν κατάλαβε τι της είχαν πει, αλλά δεν της άρεσε να την κοροϊδεύουν. Και δεν είναι καλό να εκνευρίζεις μια μάγισσα.

«Φίλοι. Μέσα. Εγώ.» τους είπε.

Ο λιμενικός έκανε ότι χασμουριέται και της έδειξε το λιμάνι. Της είπε και της έδειξε με χειρονομίες, να πάει σε κάποιο καπηλειό να βρει κάποιον να γαμήσει, γιατί εκείνοι δεν γαμούσαν βρώμες. Άλλοι δύο συνάδελφοι του βρέθηκαν στην πόρτα και ρωτούσαν τι θέλει το πουτανάκι.

Τότε η Γιωταλία άκουσε τη Νέδα να γαβγίζει, μέσα απ’ το λιμεναρχείο.

«Είναι το σκυλί μου», τους είπε, έδειξε πίσω τους κι έκανε το γάβγισμα. «Γαβ, γαβ, είναι το σκυλί μου.»

Οι λιμενικοί έσκασαν στα γέλια κι άρχισαν να γαβγίζουν κι εκείνοι, γαβ-γαβ, γαβ-γαβ.

«Δε γαμιέστε», είπε η Γιωταλία που είχε κουραστεί να παίζει.

Είπε το ξόρκι του φωτός, αλλά χρησιμοποίησε την τρίτη εκδοχή, την πιο δυνατή. Η λάμψη που βγήκε από μέσα της ήταν σαν εκατό ήλιοι –ή σαν να κοιτάς τον ήλιο για εκατό λεπτά. Οι λιμενικοί έπεσαν κάτω αλυχτώντας, με καμένους τους αμφιβληστροειδείς. Δεν θα ξανάβλεπαν πότε τίποτα, ούτε σκιές ούτε σκύλους.

Εκείνη πέρασε ανάμεσα τους ατάραχη και φώναζε τη Νέδα, ενώ άντρες του λιμενικού έτρεχαν προς την είσοδο να δουν τι είχε γίνει, αγνοώντας το κορίτσι. Η Γιωταλία ακολούθησε το νήμα του γαβγίσματος για να βρει το δρόμο της στο λαβύρινθο.

~~~

Δεν τους είχαν σε κελί, όπως περίμενε. Ήταν ένα ανοικτό δωμάτιο. Στο κρεβάτι είχαν την Τενερίφη. Ο Θάνος της έβρεχε το μέτωπο. Ανάμεσα στα δόντια της είχε ένα ξύλο. Η Νέδα έπεσε στη Γιωταλία για να την καλωσορίσει.

«Τι της έκαναν;» φώναξε η Γιωταλία.
«Τίποτα. Αυτοί; Τίποτα. Έπαθε κάτι. Σαν επιληπτική κρίση. Έπεσε κάτω και χτυπιόταν. Περνούσαν λιμενικοί, μου μίλησαν. Δεν ήξερα να τους μιλήσω. Μας έφεραν εδώ. Για να περιμένουμε το γιατρό, την αστυνομία, δεν ξέρω.»

Η Τενερίφη ήταν ακόμα τεντωμένη σαν τύμπανο, με τους βολβούς των ματιών της άσπρους.

«Αλλά δεν πρέπει να είναι επιληπτική», είπε ο Θάνος. «Είχα ένα χωροφύλακα στη σχολή που το πάθαινε. Δεν διαρκούσε τόσο.»

Ένα απ’ τα ξόρκια της Δωδεκάτευχου που δεν ήξερε η Γιωταλία, ένα απ’ τα χαμένα, ήταν εκείνο της θεραπείας. Γιατί αυτό, στην τρίτη και πιο δυνατή του εκδοχή, μπορούσε ν’ αναστήσει νεκρούς. Και κάτι τέτοιο πάντα θα είναι απαγορευμένο.

«Περίμενε!» του είπε η Γιωταλία.

Βγήκε πίσω στο διάδρομο. Κάπου πίσω είχε δει ένα αναπηρικό αμαξίδιο. Πήγε και το πήρε, ενώ περισσότεροι άντρες έτρεχαν προς την είσοδο.

Εκεί ο Διοικητής ρώτησε τους τυφλωμένους τι είχε συμβεί, ποιος τους είχε τυφλώσει. Δεν είπαν «ο Κανένας», είπαν «το κορίτσι με τ’ ασπρισμένα μαλλιά». Ο Διοικητής δεν χάρηκε με την απάντηση κι έδωσε εντολή στους άλλους να πιάσουν αυτό το κορίτσι.

Την ίδια στιγμή η Γιωταλία γυρνούσε στο δωμάτιο με το αμαξίδιο. Φόρτωσαν επάνω την Τενερίφη, όπως μπορούσαν.

«Πάμε για την προβλήτα!» τους είπε.

Προχώρησαν μερικά μέτρα προς την είσοδο. Εκεί τους περίμεναν οι λιμενικοί. Ο Θάνος πήγε να πει να γυρίσουν προς τα πίσω, για να βρουν κάποια άλλη έξοδο, αλλά είδε άλλους τόσους άντρες να τρέχουν καταπάνω τους. Σήκωσε τα χέρια για να παραδοθεί.

Η Γιωταλία έπιασε τη Νέδα, τη σήκωσε και την έβαλε πάνω στα πόδια της Τενερίφης. Τους κράτησε με το ένα χέρι.

«Πάρε με αγκαλιά», είπε στον Θάνο.

Εκείνος δεν πρόλαβε να καταλάβει ή να ρωτήσει. Την είδε ν’ ανοίγει τα χείλη της, την άκουσε να μουρμουρίζει άγνωστες λέξεις. Πήγε και κόλλησε πίσω της πριν τελειώσει την πρόταση.

Η Γιωταλία δεν είπε το ξόρκι του θανάτου ή της φωτιάς, γιατί φοβόταν μη χαθούν οι δικοί της. Προτίμησε εκείνο του ανέμου. Στον πρώτο βαθμό βοηθάει να καθαρίσει η ατμόσφαιρα. Στο δεύτερο φέρνει καταιγίδα. Το τρίτο είναι χειρότερο από ανεμοστρόβιλο και τυφώνα.

Από μέσα της εξαπολύθηκαν ριπές ανέμου με ταχύτητα που δεν ευνοεί την επιβίωση. Οι άντρες μπρος και πίσω τους πετάχτηκαν σαν χαρτιά μέτρα μακριά –και πολλοί απ’ αυτούς σκοτώθηκαν. Το ίδιο το κτίριο ταρακουνήθηκε και φάνηκε ότι θα πέσει. Στάθηκε όρθιο κι αναποφάσιστο για λίγο.

Οι τέσσερις, λογαριάζοντας και το σκύλο, βγήκαν έξω όσο πιο γρήγορα γινόταν. Για να περάσουν ποδοπατήσανε μερικούς που είχαν σωριαστεί στο διάδρομο. Κι ο Θάνος, ενώ είχε ερωτευτεί τη γοργόνα, και την ποθούσε σίγουρα, σαν είδε τόσους ανθρώπους κάτω, άλλους τυφλούς, άλλους τραυματίες, άλλους νεκρούς, αναρωτήθηκε αν έπρεπε εκείνη να έχει τόση δύναμη. Κι αν έπρεπε εκείνος να την αφήνει να το κάνει.

«Προχώρα!» του φώναξε η Γιωταλία που είχε φύγει πολλά μέτρα μπροστά, σπρώχνοντας το αμαξίδιο με την Τενερίφη και τη Νέδα. Την ακολούθησε, ελπίζοντας να βρει κάποια απάντηση.

Έφτασαν στην προβλήτα δεκατρία, όπου όλοι είχαν βγει να δουν το θέαμα. Στα καράβια όλοι οι ναύτες ήταν στο κατάστρωμα και κοιτούσαν άφωνοι. Στο Έσσεξ ήταν μόνο ο Κουίγκ κι ο Ισμαήλ, να κοιτάνε χαμογελώντας.

Ακριβώς μπροστά στο καταραμένο καράβι είχε σταματήσει το τετραθέσιο του Καρόγλου. Δεν είχε σβήσει τη μηχανή, κι ήταν καλό γιατί δύσκολα έπαιρνε μπροστά και πάλι. Είχε κατέβει και κοιτούσε το λιμεναρχείο που φαινόταν σαν να προσπαθούσε να χωνέψει έναν τυφώνα.

«Φύγαμε!» του είπε η Γιωταλία. «Βόηθα με τη…»

Άνοιξε την πίσω πόρτα και με τον Θάνο σήκωσαν την Τενερίφη και την έβαλαν να ξαπλώσει στο πίσω κάθισμα. Η Νέδα μπήκε κι εκείνη. Η Γιωταλία πήγε στην θέση του συνοδηγού, αλλά προτού κάτσει όλοι πάγωσαν και γύρισαν προς το λιμεναρχείο.

Ο άνεμος που είχε εξαπολύσει εκεί μέσα γιγαντώθηκε στον κλειστό χώρο και συνέχισε να ταρακουνάει το κτίριο για να βγει έξω. Οι λιμενικοί το σκάγανε σαν ποντίκια από πλοίο που βυθίζεται. Κι η βουή όλο και δυνάμωνε, σηκώνοντας σκόνη κι ανησυχία. Έπειτα έγινε μια παύση.

«Κάπως έτσι θα τελειώσει ο κόσμος», είπε ο Καρόγλου. «Πριν το τέλος θα γίνει ησυχία, για να προλάβουμε να κλάψουμε.»

Τότε το λιμεναρχείο ξεκίνησε να πέφτει, κατακόρυφα σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Το λιμάνι γέμισε σκόνη, που απλώθηκε σαν ομίχλη και σαν χιόνι.

Οι τέσσερις μπήκαν στο αυτοκίνητο.
«Ευτυχώς που δεν έσβησα τη μηχανή γιατί…»
«Φύγε!» έκανε η Γιωταλία.
«Πού πάμε;»
«Πάμε μακριά και θα δούμε πού.»

Το αυτοκίνητο προχώρησε αργά μέσα στη σκόνη του λιμανιού. Ο Θάνος που καθόταν πίσω μπήκε ανάμεσα στα καθίσματα για να μιλήσει στη Γιωταλία.

«Εσύ το έκανες αυτό;»
«Μόνοι τους το έκαναν.»
«Πέθαναν άνθρωποι!»

Η Γιωταλία γύρισε και τον κοίταξε. Δεν του είπε τίποτα. Ο Θάνος κατάλαβε ότι η γοργόνα του δεν έπαιζε. Ήταν πολύ πιο σκοτεινή απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει ένας χωροφύλακας.

51

Ο Καρπόφ απολάμβανε το φαγητό του, στη βεράντα της έπαυλης. Ο γραμματικός του καθόταν παραδίπλα, κρατώντας το δερμάτινο χαρτοφύλακα του. Κάθε τόσο έριχνε κρυφές ματιές στο αφεντικό του, διακριτικά, δεν ήθελε να νιώσει ότι τον κοιτούσε. Κανείς δεν ήθελε να προκαλέσει δυσαρέσκεια στον Καρπόφ.

Ενώ ρουφούσε ένα χτένι εμφανίστηκε ο οικονόμος και ανήγγειλε επίσκεψη.

«Επιτέλους!» είπε ο γραμματικός.

Ο άντρας που εμφανίστηκε ήταν ο Φοίβος. Ήταν τριάντα χρονών. Δεν είχε γίνει πιο όμορφος, αλλά είχε τόση αυτοπεποίθηση στις κινήσεις του, στους τρόπους του, στο βλέμμα του, κι ήταν τόσο κομψά ντυμένος –ένα λινό κουστούμι στο χρώμα της άμμου, που εντυπωσίαζε.

Ο Καρπόφ τον είδε με την άκρη του ματιού του και δεν σταμάτησε να τρώει και να πίνει βότκα. Το χαβιάρι που έτρωγε ήταν ζωντανό κι εκείνο. Δεν το πάστωναν, όπως συνηθίζεται. Του έφερναν απ’ την Κασπία ζωντανούς οξύρυγχους μπελούνγκα. Τους άνοιγαν και σέρβιραν το χαβιάρι όπως ήταν απ’ την κοιλιά του ψαριού.

«Ήρθατε», είπε ο γραμματικός.
«Ευτυχώς για σας», απάντησε ο Φοίβος κι έκατσε στην άλλη μεριά του τραπεζιού, χωρίς να ζητήσει άδεια.

Ο Καρπόφ κατάπιε τη γουλιά και τον κοίταξε. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό  βλέμμα στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορούσε να σημαίνει κι εκτέλεση. Ο Φοίβος δεν φάνηκε να σκιάζεται. Δεν υποκρινόταν. Αληθινά δεν φοβόταν.

«Λοιπόν», είπε στο γραμματικό ο Φοίβος, «πώς πήγε η επιχείρηση πιάστε-τη-μάγισσα;»
«Πανωλεθρία. Η κορβέτα Πάτρα κάηκε ολοσχερώς. Μόλις πενήντα ναύτες διασώθηκαν, που τους περισυνέλεξε το… λαθρεμπορικό.»
«Λαθρεμπορικό με τόση δύναμη;» ρώτησε ο Φοίβος, αλλά δεν φάνηκε να είχε ξαφνιαστεί με τα νέα.
«Το είπαν αλλιώς οι επιζήσαντες.» Διάβασε τις αναφορές. «Έχουμε και λέμε: Καταραμένο, δαιμονικό, Ιπτάμενος Ολλανδός, μαγικό, ανίκητο…»

Ο Καρπόφ χτύπησε λιγάκι πιο δυνατά το πιρούνι του. Ο γραμματικός κατάλαβε.

«Οι ναύτες τα είπαν αυτά, αλλά μπορεί να ήταν απ’ το σοκ ή να ήταν…»
«Ήταν αυτό που ήταν», έκανε ο Φοίβος. «Τι άλλο θα μπορούσε να καταστρέψει μια πολεμική κορβέτα, εξοπλισμένη με Μαξίμ; Τι άλλο θα μπορούσε να οδηγήσει έναν μπαρουτοκαπνισμένο καπετάνιο στο βυθό της Κόλασης;»
«Δεν σας είπα για τον καπετάνιο.»
«Ο καπετάνιος βυθίζεται με το πλοίο, δεν χρειάζεται να λέμε όσα δεν χρειαζόμαστε για να καταλάβουμε.»

Ο Καρπόφ σήκωσε το πιρούνι του προς τον Φοίβο.
«Έχεις διαβάσει Σαίξπηρ;» του είπε.
«Στο πρωτότυπο.»
«Μόνο έτσι διαβάζεται. Πώς σου φάνηκε;»
«Μεγαλοφυής. Ισάξιος των αρχαίων τραγωδών.»

Ικανοποιημένος απ’ την απάντηση ο Καρπόφ επέστρεψε στο χαβιάρι του. Έκανε νόημα στον οικονόμο να βάλει βότκα στον καλεσμένο τους. Ο Φοίβος την ήπιε μονορούφι.

«Οπότε η μικρή μάγισσα διέφυγε», είπε στο γραμματικό.
«Δυστυχώς.»
«Δεν ήταν θέμα τύχης. Κι ο άλλος; Ο μανιακός σας δολοφόνος;»
«Ο Νίτσης. Είναι νεκρός κι αυτός. Αλλά κατάφερε να σκοτώσει το λυκάνθρωπο.»
«Αυτόλυκος», έκανε ο Φοίβος. «Αυτόλυκος λεγόταν, κι ήταν περισσότερο άξιος από κάθε άντρα που έχω συναντήσει.»
«Μας τον παρέδωσες εντούτοις», είπε ο Καρπόφ χαμηλόφωνα.

Μιλούσε πάντα έτσι. Φωνάζουν εκείνοι που προσπαθούν να επιβληθούν. Εκείνος δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει.

«Αν ήταν ανάξιος λόγου τότε δεν θ’ αναφερόμουν καν σ’ αυτόν. Είναι σημαντικό να έχεις άξιους εχθρούς. Οι εχθροί-σου δείχνουν ποιος στ’ αλήθεια είσαι.»

Ο Καρπόφ χαμογέλασε –αλλά έπρεπε να τον γνωρίζεις για να θεωρήσεις εκείνον τον ελάχιστο ανασήκωμα των χειλιών ως χαμόγελο.

«Τον λατρεύεις τον Σαίξπηρ βλέπω.»
«Αν είναι να κλέψεις, κλέψε απ’ τους καλύτερους.»

Ο υπηρέτης γέμισε και τα δύο ποτήρια με βότκα. Τα ήπιαν ταυτόχρονα.

«Υπάρχει κάτι ακόμα», είπε ο γραμματικός. «Ο Θάνος Γκάτζος, ο χωροφύλακας που στείλαμε, επιβίωσε της ναυμαχίας κι αυτομόλησε. Πήγε με τη μάγισσα.»
«Οπότε είναι τρεις.»
«Τέσσερις. Μαζί τους βρίσκεται και ο Δημήτριος Καρόγλου, ένας έμπορος που έχει παλιότερες οφειλές.»
«Κάτι ακόμα;»
«Ναι… Στην Τουλούζη γκρέμισαν το κτίριο της λιμενοφυλακής. Τέσσερις νεκροί κι οκτώ αγνοούμενοι ως τώρα.»
«Η μάγισσα το ‘κανε.»
«Οι επιζήσαντες λένε ότι ήταν σαν να υπήρχε ένας…» κοίταξε τα χαρτιά του. «Ανεμοστρόβιλος, τυφώνας, λαίλαπα, δαίμονας.»

Ο Φοίβος σηκώθηκε και πήγε στο κάγκελο της βεράντας. Κοίταξε κάτω τον κήπο της έπαυλης.

«Εμένα μου έμεινε μια λέξη: Επιζήσαντες. Απ’ όπου περνάει αυτή η μάγισσα μιλάμε για επιζήσαντες. Στη Θάλαττα, μαζί με το γιο του Καρπόφ, δεν υπήρξε επιζήσας. Στο Μονόκερο σκότωσε πόσους; Τριάντα; Στο πλοίο; Διακόσιους. Στην Τουλούζη; Δέκα. Απ’ όπου περνάει αφήνει νεκρούς και καταστροφή.»
«Θα μπορούσε να είναι χρήσιμη», είπε ο Καρπόφ.

Σκούπισε τα χείλη του κι έκανε νόημα στο Φοίβο να πάει πιο κοντά.

«Είπες ότι θα την καταστρέφατε με υποχθόνιες δυνάμεις», είπε ο Καρπόφ.
«Είναι πιο δυνατή απ’ όσο νομίζαμε.»
«Όποτε μην το παίζεις έξυπνο πουλί.»

Έκανε νόημα στον οικονόμο να του φέρει το τσιγάρο του. Κάπνιζε κάνναβη. Έλεγε ότι τη χρησιμοποιούσε μόνο για να τον βοηθάει στον καρκίνο του, αλλά η αλήθεια ήταν ότι απολάμβανε τη χαλάρωση. Του το πήγε σ’ έναν δίσκο και του το άναψε. Ο Καρπόφ ρούφηξε τζούρα κι έκλεισε τα μάτια.

«Υπάρχει κάτι ακόμα», είπε ο γραμματικός στο Φοίβο.

Ο Καρπόφ του έκανε νόημα να σταματήσει.

«Τα ξέρει», του είπε.
«Πράγματι», έκανε ο Φοίβος. «Οι δικές μου πηγές έδωσαν πληροφορίες σε σας.»
«Και γιατί μ’ αφήνεις να τα λέω;»
«Για να μπορέσει να μας πει: Σας τα ‘λεγα», έκανε ο Καρπόφ.
«Μα ναι, σας τα ‘λεγα. Δεν γίνεται να στηρίζεστε σ’ ένα ψυχασθενή δολοφόνο.»
«Και μια κορβέτα του πολεμικού ναυτικού», είπε ο γραμματικός.
«Δεν αρκεί γιατί…»

Ο Καρπόφ σήκωσε το χέρι για να τον διακόψει.

«Κάναμε το μεγαλύτερο λάθος. Υποτιμήσαμε τον αντίπαλο. Αρκεί. Πώς θα το λύσουμε;»

Ο γραμματικός γύρισε χαμογελώντας προς το Φοίβο. Περίμενε ν’ ακούσει μισόλογα, δεν ξέρω, ίσως να, θα μπορούσε…

«Με τρεις τρόπους απ’ τον κόσμο μας κι ένα απ’ τον άλλο κόσμο», έκανε ο Φοίβος που είχε προβλέψει την ερώτηση. «Κύριε Καρπόφ, θέλετε να ‘ρθειτε μαζί μου στον κήπο σας; Να σας δείξω τη λύση.»

~~

Κατέβηκαν και περπάτησαν ανάμεσα στις πορτοκαλιές και τις τριανταφυλλιές. Ήταν κάμποσοι κηπουροί που επόπτευαν και διπλάσιοι εργάτες κήπου που δούλευαν. Υπηρέτες κι υπηρέτριες πηγαινοέρχονταν. Ο γραμματικός τους κοιτούσε με απαρέσκεια. Δεν του άρεσε η συνάφεια με τους κατώτερους. Ο Καρπόφ και ο Φοίβος δεν τους έβλεπαν καν.

Πήγαν μέχρι το περίπτερο των γιασεμιών, που είχε ένα μικρό σιντριβάνι στη μέση. Εκεί, στην νότια άκρη, στεκόταν ένας άντρας με τη μοτοσικλέτα του.

Ήταν λιγνός και ξανθός, με μαλλιά ξυρισμένα στους κροτάφους, μακριά από πάνω. Μάτια μπλε πιο ψυχρά από οινόπνευμα και ξανθά ματοτσίνουρα. Μύτη δυνατή και μικρή. Χείλη σφιχτά, παρότι σάρκινα. Ξυρισμένος κόντρα, χωρίς τρίχα να φαίνεται στο δυνατό πηγούνι του.

Το πρόσωπο του ήταν κατά κάποιο τρόπο το αντίθετο του Φοίβου. Ό,τι εκείνον τον έκανε άσχημο, ήταν αντίστροφα στον ξανθό, που έμοιαζε σαν ένας Απολλώνιος θεός.

Φορούσε μια μακριά δερμάτινη χλαίνη, του γερμανικού στρατού. Στη μέση είχε περασμένη μια ζώνη με θήκες. Σε κάθε θήκη μια σφαίρα σε μέγεθος αυγού. Στο χέρι κρατούσε κάτι που έμοιαζε σαν όλμος. Ένας σωλήνας κοντός, με σκανδάλη. Στο άλλο χέρι μια αντιασφυξιογόνα μάσκα.

Στεκόταν δίπλα σε μια Harley Davidson, που ήταν κάτι πιο εξωτικό και φανταστικό από μονόκερο, αφού έφταναν την απίστευτη ταχύτητα των 90 χιλιομέτρων την ώρα.

«Τι είναι αυτός;» είπε ο γραμματικός, που δεν ενθουσιάστηκε με τον όμορφο Γερμανό.
«Γιατί να στείλεις έναν δολοφόνο, όταν μπορείς να στείλεις τρεις;» είπε ο Φοίβος. «Έφτιαξα μια τριάδα με τους καλύτερους και πιο ακριβούς εκτελεστές της Ευρώπης.»
«Πώς τους λες;» έκανε ο γραμματικός. «Φονική τριάδα;»
«Θα μπορούσα, αλλά δεν τους λέω κάπως, αυτά είναι για τους ηλίθιους. Είναι τρεις, δεν είναι ομάδα. Δουλεύουν ανεξάρτητα και δεν έχει σημασία…»
«Τι κάνει αυτός;» ρώτησε ο Καρπόφ που είχε κουραστεί απ’ τη φλυαρία και το τσιγαριλίκι.

Ο Φοίβος έκανε νόημα στο Γερμανό. Εκείνος φόρεσε τη μάσκα. Ένας υπηρέτης έφερε ένα άλογο από τους στάβλους του Καρπόφ και του το άφησε.

«Προσοχή», είπε ο Φοίβος. «Κάθε ένα από τα αυγά του Ναρρ περιέχουν κάποιο τοξικό αέριο. Φωσγένιο, διφωσγένιο, αέριο μουστάρδας, χλώριο, δακρυγόνο. Πρόκειται για την καλύτερη χημική βιομηχανία, της Γερμανίας. Το όπλο του Ναρρ εκτοξεύει αυτά τα αέρια, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε επίδειξη εδώ.»
«Γιατί όχι;» είπε ο γραμματικός.
«Γιατί θα πεθαίναμε όλοι. Ναρρ…»

Ο Γερμανός έβγαλε ένα φιαλίδιο ίσο με φακή. Το έδειξε στους θεατές, σαν να βρισκόταν σε κάποιο μακάβριο τσίρκο. Έπειτα το έσπασε μπροστά στα ρουθούνια του αλόγου. Εκείνο χλιμίντρησε μια φορά. Τίναξε το κεφάλι, παραπάτησε και κατάρρευσε. Χτυπιόταν για λίγο –προτού πεθάνει.

«Μου αρέσει», είπε ο Καρπόφ.
Κι αυτή ήταν μια έκφραση, ίσως και τόσο σπάνια όσο ποτέ, δεν την άκουγες απ’ το στόμα του.

Ο Φοίβος χαμογέλασε. Ο γραμματικός απ’ την άλλη πάλεψε να συγκρατήσει το συνοφρύωμα που σκαρφάλωνε στο πρόσωπο του.

«Ωραία», είπε για να κρύψει τη δυσαρέσκεια του. «Αυτός είναι ο Πατήρ της τριάδας. Ο Υιός ποιος είναι;»
«Ο Σαμπάτ», είπε ο Φοίβος κι έκανε νόημα να βγει ο δεύτερος δολοφόνος.

~~~

Εκείνος ήταν υπερβολικά ψηλός ντυμένος με το ράσο των Βενιδικτίνων μοναχών. Σαν κατέβασε την κουκούλα φάνηκε ότι δεν ήταν Ευρωπαίος. Ήταν Αλγερινός που είχε μεγαλώσει στο Μπελκούρ, τη χειρότερη συνοικία που θα μπορούσες να βρεις στο Αλγέρι. Το πρόσωπο του ήταν στεγνό κι άγριο, κι η μύτη του φαινόταν να ‘χει σπάσει πολλές φορές. Ένας αδύνατος άντρας.

«Και τι κάνει αυτό το λελέκι;» είπε ο γραμματικός. «Χωρίς να σκοτώσει κι άλλο άλογο.»

Ο Φοίβος σήκωσε ελάχιστα το πόδι του. Αυτό ήταν το νόημα. Ο Σαμπάτ γύρισε σε μια μουριά, που ο κορμός της ήταν ίσος με το μηρό ενός άντρα. Σήκωσε το ράσο και με ταχύτητα που δεν έβλεπε το μάτι κλώτσησε το δέντρο, στο ύψος του κεφαλιού ενός άντρα. Το έσπασε στα δύο με μια κλωτσιά.

«Φοράει παπούτσια που έχουν μέταλλο», είπε ο γραμματικός.
«Ναι, φοράει. Αλλά δεν αρκεί. Βάλτα κι εσύ.»

Ο Σαμπάτ είχε μπει στο γαλλικό πολεμικό ναυτικό. Εκεί είχε μάθει μια ξεχωριστή πολεμική τέχνη, όπου οι επιτιθέμενοι χτυπάνε κυρίως με τα πόδια και προσπαθούν να σπάσουν κάποιο κόκαλο του αντιπάλου. Ο Σαμπάτ έσπασε το γόνατο ενός αξιωματικού. Μπήκε φυλακή και σκότωσε μερικούς ακόμα. Για να βγει έγιναν αρκετοί φύλακες πλουσιότεροι.

Ο Αλγερινός πήγε και στάθηκε δίπλα στον Γερμανό. Τον περνούσε ένα κεφάλι.

~~~~

«Ωραία», έκανε ο γραμματικός. «Ο Πατήρ, ο Υιός… Και το Άγιο Πνεύμα ποιο είναι; Κανά περιστέρι; Ή γεράκι;»
«Είναι η Σκιά.»
«Που κρύβεται στις σκιές;»
«Δεν κρύβεται, αλλά δεν φαίνεται.»

Την ίδια στιγμή ο γραμματικός ένιωσε κάτι αιχμηρό στο λαιμό του κι άκουσε τον ψίθυρο: «Μην κουνιέσαι.»

Μια γυναίκα στεκόταν ακριβώς δίπλα του. Δεν την είχε δει να πλησιάζει. Κρατούσε ένα spike-dagger, ένα πολύ λεπτό στιλέτο, σαν καρφί, φτιαγμένο από καθαρό κορούνδιο. Το έκρυβε μέσα στο μανίκι της.

«Αυτή είναι η Σκιά. Δεν σου γεμίζει το μάτι, το ξέρω, μα έτσι πρέπει. Περπατούσε εδώ πιο πριν, ανάμεσα στους υπηρέτες, την είδες, αλλά δεν της έδωσες σημασία. Έτσι δεν θα την δει κι η μάγισσα, όταν θα πάει και θα της χώσει το καρφί στο βυζί.»

Ο γραμματικός δεν απάντησε, δεν κουνήθηκε, το Καρφί τον είχε κόψει λιγάκι. Ο Φοίβος το απόλαυσε λίγο ακόμα.

«Άκου κάτι, γραμματικέ», του είπε δυνατά, γιατί ήθελε να το ακούσει ο Καρπόφ, σε κείνον απευθυνόταν. «Ο πατέρας μου ήταν ημίθεος. Αυτό με κάνει κατά το ένα τέταρτο θεό. Δεν είναι σαν να συναντάς το Δία, αλλά δίπλα μου είσαι ένα τέταρτο ανθρώπου. Κι αν κάτι δεν αντέχω είναι να μου δίνουν οδηγίες τ’ ανθρωπάρια.»

Έκανε νόημα στη Σκιά και του ‘χωσε το Καρφί στην αρτηρία του λαιμού. Εκείνος έβαλε το χέρι και προσπάθησε να κρατήσει το αίμα, πήγε να φωνάξει, έπεσε κάτω και κοιτούσε τον Καρπόφ. Σφάδαζε για λίγο, σαν το άλογο. Έπειτα τον κάρφωσε στην καρδιά.

Η Σκιά δεν πήγε να σταθεί δίπλα στους άλλους. Έφυγε κι αναμίχτηκε με το υπηρετικό προσωπικό. Ο Καρπόφ δεν παραπονέθηκε για τη θανάτωση του αλόγου και του υπαλλήλου του. Καθόλου δεν είχε ταραχτεί.

«Θα πάνε ξεχωριστά στη Γαλλία», είπε ο Φοίβος. «Ο Ναρρ με τη μηχανή, ο Σαμπάτ με πλοίο. Η Σκιά δεν ξέρω, δεν ανοίγεται εύκολα.»
«Πώς θα επικοινωνείς μαζί τους;»

Αυτή ήταν μια πολύ σωστή ερώτηση. Αφού οι τρεις δολοφόνοι ήταν ανεξάρτητοι θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να τους κατευθύνει στα ίχνη των θυμάτων.

«Εφημερίδες», είπε ο Φοίβος. «Στις αγγελίες της Le Figaro. Θα υπάρχει κάθε μέρα μια χαρακτηριστική αγγελία, στα ελληνικά: Ζητείται θηριοδαμαστής. Αμοιβή τόσα φράγκα. Διεύθυνση. Και θα τους δίνω πληροφορίες για τη μάγισσα, που θα τη βρουν.»

«Γιατί θηριοδαμαστής;» ρώτησε ο Καρπόφ, λες και αυτό ήταν το σημαντικό της υπόθεσης.
«Σκέφτηκα να βάλω γελωτοποιός, προφήτης, γητευτής φιδιών. Δεν μπορούσα να βάλω… μάγειρας.»

Στο πρόσωπο του Καρπόφ αναδύθηκε μια υποψία χαμόγελου.

«Θα έλεγα σ’ αυτόν», έδειξε το γραμματικό,  «να σου δώσει όσα χρήματα χρειάζεσαι, αλλά τον σκότωσες.»
«Δεν χρειάζομαι χρήματα», είπε ο Φοίβος.
«Τι θες;»
«Διασυνδέσεις, δίκτυο, επιρροή. Έχεις ένα δίκτυο που σκεπάζει τον πλανήτη.»
«Δεν είναι δικό μου. Κι εγώ μέρος του είμαι. Θες να μπεις;»
«Θέλω να το χρησιμοποιήσω. Αυτό θα μας βοηθήσει υπέργεια, με τον κανονικό κόσμο. Ο άλλος σύμμαχος θα φροντίσει με τον υπόγειο κόσμο, όσα βλέπουν οι άνθρωποι στους εφιάλτες τους.»
«Αναρωτιέμαι…»
«Τι πράγμα;»
«Μήπως αυτό ο υπόγειος φίλος σου θέλει να καταδυναστεύσει εμάς, τους υπέργειους φίλους σου.»
«Δεν είμαστε φίλοι. Δεν ορκιζόμαστε πίστη. Είμαστε σύμμαχοι, έχουμε έναν κοινό εχθρό να εξοντώσουμε.»
«Και μετά;»
«Μετά θα γυρίσει ο καθένας στο βασίλειο του.»

Ο Καρπόφ σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέγαρο.

«Δεν είσαι αφελής, κύριε ένα-τέταρτο-θεέ. Ούτε εγώ είμαι, παρότι σκέτος άνθρωπος. Θα πρέπει να σε μάθω δυο πράγματα. Θα στα κάνω δώρο, γιατί θέλω να έχω έναν ενδιαφέροντα αντίπαλο, όταν θα έρθει εκείνο το μετά.
Πρώτον: Ξέρω και ξέρεις ότι ήδη επεξεργαζόμαστε τη συντριβή του συμμάχου. Η εξουσία δεν αυξάνεται όταν την μοιράζεις. Δεν είναι όπως η… αγάπη, που λέει κι ο Βάρδος. Η εξουσία είναι απόλυτη ή δεν είναι εξουσία.
Δεύτερον: Ξέχνα την καταγωγή. Ξέχνα τους θεούς. Αυτό που κάνει τον άνθρωπο βασιλιά ή τον καταστρέφει είναι η βούληση. Το ξέρω πως έχεις κι εσύ ισχυρή βούληση.»

Ο Καρπόφ έδειξε πίσω τους, τα δύο νεκρά σώματα.

«Να θυμάσαι: Δεν νικάει ο πιο ισχυρός. Νικάει εκείνος που έχει πιο ισχυρό κίνητρο. Εσύ για ποιο πράγμα παλεύεις, αγαπητέ ένα-τέταρτο-θεέ;»

Ο Φοίβος δεν απάντησε, σαν να μην άκουγε τι του έλεγε ο Καρπόφ. Του έδειξε μια καρέκλα του κήπου, όπου καθόταν μια λιπόσαρκη μαυροφορεμένη γυναίκα.

«Η Φονική Τριάδα κι η Αγία Μητέρα», είπε και πήγαν κοντά της. «Κύριε Καρπόφ, η μητέρα του Αθανάσιου Γκάτζου. Θα έρθει μαζί μου στη Γαλλία.»
«Μαζί σου;»
«Εννοείται πως θα πάω κι εγώ. Δεν γίνεται ν’ αφήσω τη δουλειά στους υπαλλήλους. Έτσι γίνονται τα λάθη.»

Ο Φοίβος ακούστηκε επικριτικός κι αυτό άρεσε στον Καρπόφ. Ο νεαρός είχε εξαιρετική δύναμη, βούληση και σκέψη. Και θράσος, αλλά αυτό συνηθίζεται στους νέους. Ο δικός του γιος είχε μόνο θράσος. Γι’ αυτό και πέθανε τόσο εύκολα. Έπρεπε ν’ αφήσει τον νεαρό ν’ ανοιχτεί –και να τον χρησιμοποιήσει. Έκρυψε ένα χαμόγελο μέσα του. Ο τριαντάχρονος νόμιζε ότι ήταν ο πιο έξυπνος του κόσμου. Κι ίσως να ήταν, αν δεν υπήρχε ο Καρπόφ.

Πέρασαν δίπλα απ’ τη γυναίκα, χωρίς να της μιλήσουν, όμως εκείνη σηκώθηκε.

«Εσύ ‘σαι τ’ αφεντικό», είπε η Αρβανίτισσα στον Καρπόφ.

Εκείνος στάθηκε να τη δει. Του άρεσε έτσι που τον κοιτούσε, αγέρωχη. Θα ήθελε να πάρει την ψυχή της και να τη ρίξει στην Κόλαση. Μόνο αυτοί οι άνθρωποι είχαν ενδιαφέρον.

«Πάρε εμένα. Άσε το γιο μου», του είπε.
«Κυρία Γκάτζο, πάμε για να βοηθήσουμε το γιο σας», έκανε ο Φοίβος.

Εκείνη κοιτούσε τον Καρπόφ σαν γεράκι.

«Κρίμα που είσαι γριά», της είπε αυτός, αληθινά γοητευμένος, κι έφυγε για την κάμαρα του. Του είχε έρθει όρεξη να ξαναδιαβάσει Σαίξπηρ, την τραγωδία των Μάκβεθ.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Συνεχίζεται