Η Ναροτάμα στον καθρέφτη (3. Τέρατα και παραμύθια)

0
139
  1. Απόκληροι

Ο Κετάνα άφησε τα ματωμένα σανδάλια του Νταρίν στην πόρτα της Ατάρμα. Δεν μπορούσε να την αντικρίσει. Κατευθύνθηκε προς την καλύβα του Ναμπί, να τον συμβουλευτεί. Μέσα στο σπίτι, η Ατάρμα, είχε ακούσει τα βήματα του αδελφού της να πλησιάζουν, αλλά δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. Το σώμα δεν υπάκουε, τα μάτια έκαιγαν. Ήξερε πως η ζωή της θ’ άλλαζε. Και δεν ήξερε καν πόσο δύσκολα θα ήταν.

Ο Ναμπί είχε ξυπνήσει απ’ το ξημέρωμα και την ώρα που είδε τον φύλαρχο να πλησιάζει έκανε τον πρωινό χαιρετισμό στον ήλιο. Αρκούσε το περπάτημά του για να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Πήγαινε κρατώντας τα χέρια μακριά απ’ το σώμα, με τα δάχτυλα ανοικτά και τις παλάμες προς τα πάνω, σαν να είχε αγγίξει κάτι μιαρό. Τα μάτια του καρφωμένα στο χώμα, έμοιαζε με ζαλισμένο που προσέχει που πατάει για να μην πέσει. Το στόμα του σφιγμένο, οι άκρες των χειλιών προς τα κάτω.

Ο σαμάνος δεν του μίλησε μέχρι να τελειώσει την άσκηση. Μόνο τότε γύρισε στον Κετάνα, που περίμενε μπρος του με σκυμμένο το κεφάλι.

«Ποιον σκότωσες;» Έδειξε τα αίμα στα χέρια του.

«Τον Νταρίν… Τον άντρα της αδελφής μου».

«Τι έκανε;» είπε ο Ναμπί, καθόλου ξαφνιασμένος. Για εκείνον ήταν αναμενόμενο, όπως ότι ο ήλιος θ’ ανέτειλε απ’ την ανατολή. Δεν ήταν τα σημάδια κι οι οιωνοί· πιο απλά, ο Νταρίν έμοιαζε να το επιδιώκει, σαν να ήθελε να χαθεί. Κι ό,τι κυνηγάς σε κυνηγάει.

«Σκότωσε τον Άμπα».

Ο Ναμπί έπιασε τα χέρια του φύλαρχου. Τα έτριψε με τα δικά του κι ύψωσε τις παλάμες στο ύψος των ματιών του. Το αίμα του νεκρού είχε ξεραθεί, όμως στα χέρια του σαμάνου ξεκίνησε να ρέει και πάλι, κόκκινο λες κι είχε μόλις χυθεί.

«Μαζί τον σκοτώσαμε», είπε και τράβηξε τον φύλαρχο στην καλύβα του. Του έδωσε λίγο απ’ το τελετουργικό σόμα, μ’ ένα σπόρο αρούνα λιωμένο μέσα, για να τον τονώσει, να του δώσει θάρρος και διαύγεια. Άκουσε απ’ το στόμα του Κετάνα ό,τι είχε συμβεί στη ρίζα του βράχου. Σαν τέλειωσε να μιλάει, του έκανε νόημα.

«Μαζί τον σκοτώσαμε».

«Τι θα πούμε στους Νάρα;» είπε ο Κετάνα και ζήτησε περισσότερο σόμα.

«Την αλήθεια», είπε ο Ναμπί χωρίς να πιάσει το φλασκί· είχε πιεί αρκετά.

«Ότι ο Νταρίν σκότωσε τον αετό; Κι εγώ…»

«Ότι ο Νταρίν πήγε!… Θα χτίσουμε πάνω σε αλήθειες. Ο Νταρίν πήγε στον βράχο για να σκοτώσει τον Άμπα. Έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αλήθεια είναι».

«Εσένα σε ειδοποίησε η γυναίκα του κι αδελφή σου, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, αλήθεια είναι».

«Και ξεκίνησες για να τον αποτρέψεις, όπως οφείλεις…»

«Αλήθεια».

«Ωραία», έκανε ο Ναμπί κι έβαλε σόμα στην κούπα του φύλαρχου. «Πιες! Όλα αλήθεια είναι… Σαν έφτασες στον βράχο είδες δεκάδες αετούς να ‘χουν πέσει πάνω στον Νταρίν και να τον κομματιάζουν ζωντανό, χωρίς να του σπάσουν κόκκαλο. Δεν τόλμησες να πλησιάσεις πιο κοντά. Έπεσες στα γόνατα, ακούμπησες το μέτωπο στο χώμα και ζήτησες συγχώρεση από τον Άμπα, συγχώρεση γι’ αυτό που είχε κάνει ένας Νάρα, γι’ αυτό που είχε τολμήσει να σκεφτεί να κάνει ένας Νάρα. Γιατί οι σκέψεις είναι πράξεις, το ξέρεις αυτό, είναι αλήθεια. Κι έτσι πέρασε ώρα, μέχρι που σταμάτησαν οι κραυγές του ιερόσυλου, σταμάτησαν τα σφυρίγματα των αετών, σταμάτησαν τα φτεροκοπήματα. Άνοιξες τα μάτια. Ένα λαμπερό φως έπεφτε πάνω στο σημείο όπου πέθανε ο Νταρίν. Το μόνο που είχε μείνει απ’ αυτόν τον αχρείο ήταν τα σανδάλια του και…»

Σταμάτησε και κοίταξε άγρια τον Κετάνα.

«Τον έθαψες προσεκτικά;»

«Μαζί με τον αετό… Πάτησα καλά το χώμα κι έριξα από πάνω σπόρους. Σε μια βδομάδα δεν θα φαίνεται τίποτα».

«Για μια βδομάδα κανείς δεν θα φύγει απ’ το χωριό. Νηστεία και προσευχή. Θα φάμε μόνο ψάρια απ’ τη λίμνη… Θυμάσαι πού τον έθαψες;»

«Είναι ένας βράχος πίσω του· σε σχήμα φλόγας».

«Ωραία! Ίσως να χρειαστούμε κάποια στιγμή τα κόκαλά του, όπως τότε με τον…»

Ο Ναμπί σηκώθηκε κι έπιασε τον Κετάνα απ’ τους ώμους, να σταθεί όρθιος. Πήγαν έξω, στη γούρνα, κι έβαλαν τα χέρια τους μέσα στο κρύο νερό. Ξεκίνησε να ψέλνει κάποιο τραγούδι της κάθαρσης, ενώ τέσσερις παλάμες τρίβονταν μεταξύ τους.

«Και με την αδελφή μου τι να κάνω;» ρώτησε ο Κετάνα, αν και ήξερε τι θ’ άκουγε. Όμως έπρεπε να ειπωθεί κι αυτό.

«Αυτό που ορίζουν οι θεοί και οι παλιοί», του είπε ο Ναμπί.

~~{}~~

Μέχρι το μεσημέρι η Ατάρμα έμεινε ξαπλωμένη και περίμενε τον αδελφό της να γυρίσει. Εκείνος πήγε με άλλους τέσσερις άντρες· τους άφησε απέξω. Πήγε κι έκατσε στο κρεβάτι, δίπλα της, χάιδεψε τα μαλλιά της.

«Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, αδελφή», απολογήθηκε μιλώντας σιγά, για να μην τον ακούσουν οι Νάρα που μαζεύονταν για να δουν τι θα συμβεί. «Δεν φταίνε οι γονείς μας που σου ‘δωσαν λάθος άντρα, γραφτό ήταν κι αυτό να γίνει. Πρέπει να το υπομείνεις… Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο».

Ο Κετάνα βγήκε έξω. Πρόσταξε τους άντρες να σπάσουν την πόρτα και να τη ρίξουν στη φωτιά. Κανείς δεν θα κατοικούσε ποτέ εκείνη την καλύβα. Πήγε και στάθηκε στο κατώφλι και φώναξε.

«Ατάρμα, γυναίκα του Νταρίν, είσαι απόκληρη. Θα πας να ζήσεις στη μαύρη καλύβα μέχρι να πεθάνεις –και κανείς δεν θα σε θάψει. Αν πατήσεις ξανά τις στάχτες της φωτιάς του Πρίβτι θα θανατωθείς. Αν κάποιος Νάρα σ’ αγγίξει ή σου μιλήσει θα μοιραστεί την καταδίκη σου. Δεν θα έχεις ζώα ούτε φυτά μπορείς να μεγαλώνεις. Θα τρως τ’ αποφάγια των Νάρα, όσα σου δίνουν. Μόνο νερό θα πίνεις, σόμα δεν θα πιεις ξανά, ούτε χαρά θα νιώσεις. Αν τα θεριά κι οι δαίμονες σε κυνηγήσουν, κανένας Νάρα δεν θα σε βοηθήσει. Αν αρρωστήσεις, κανείς δεν θα σε προσέξει. Το πτώμα σου θα μείνει εκεί όπου θα πεθάνεις, μέχρι να γλύψουν τα τρωκτικά τις σάρκες σου, μέχρι να μείνουν μόνο τα κόκαλα. Κι αυτά θα τα πετάξουμε στην Άσβεστη Φωτιά. Το μόνο που επιτρέπεται να κάνεις είναι να προσεύχεσαι στον Άμπα να σε συγχωρήσει. Αυτός ξέρεις καλύτερα από μας τι σου αξίζει».

Ο Κετάνα είπε τα λόγια που έπρεπε να πει και γύρισε να δει τον Ναμπί. Εκείνος ξεκίνησε να ψέλνει το τραγούδι της αποπομπής, με τη συνοδεία του μαγικού τύμπανου. Ένας άντρας έσπασε τον τοίχο όσο χρειαζόταν. Άλλοι τέσσερις μπήκαν στην καλύβα και σήκωσαν το κρεβάτι της γυναίκας του βλάσφημου, με κείνη πάνω. Δεν επιτρεπόταν πια να πατήσει τα πόδια της στο Πρίβτι. Η Ατάρμα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε μιλήσει, ξεκίνησε να κλαίει.

«Δεν έκανα κάτι εγώ», φώναξε στον αδελφό της.

Εκείνος δεν της απάντησε, δεν επιτρεπόταν πλέον. Προχώρησαν προς τη λίμνη. Οι δώδεκα συνοδοί της Μεγάλης Μητέρας πήραν απ’ το σπίτι όσα πράγματα θα της χρειάζονταν και τους ακολούθησαν. Η πομπή κατευθύνθηκε προς τη μαύρη καλύβα, χωρίς κανείς να ξέρει ότι θα ζούσαν εκεί δύο άτομα· η γυναίκα του ιερόσυλου είχε στη μήτρα της τον σπόρο του.

~~~~~~~~~

  1. Τέρατα και παραμύθια

Η Ατάρμα άργησε πολύ να καταλάβει ότι ήταν έγκυος. Είχε αφεθεί να πεθάνει. Δεν πλενόταν ποτέ και τα μαλλιά της είχαν γίνει τζίβες. Οι ψύλλοι τρέφονταν σε κοπάδια απ’ τις πληγές ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών της. Έπινε το νερό της λίμνης χωρίς να ρίχνει μέσα τη φλούδα της αρούνα και τα έντερά της είχαν γεμίσει παράσιτα. Ούτε και έτρωγε, ήθελε να πεθάνει. Όμως τις νύχτες σηκωνόταν σαν υπνοβάτης, άνοιγε την πόρτα, κι αφού έδιωχνε τους ποντικούς έτρωγε τις σαπισμένες τροφές που αφήναν οι Νάρα στον πάγκο της.

Η κοιλιά της είχε πάρει να φουσκώνει, τα στήθη της είχαν πρηστεί, και δεν είχε πια το αίμα της σελήνης. Όμως δεν καταλάβαινε και πολλά· έκλαιγε ή κοιμόταν, κι ήταν πολύ αδύναμη πια για να σκεφτεί. Ώσπου μια νύχτα, πέντε μήνες μετά την αποπομπή της, ένιωσε για πρώτη φορά κίνηση στα σπλάχνα της. Με το ζαλισμένο μυαλό της πίστεψε ότι είχε καταπιεί αυγά φιδιού ή σαλαμάνδρας. Ξεκίνησε να χτυπάει την κοιλιά της με μανία.

Το έμβρυο σταμάτησε να κουνιέται. Τα χέρια της Ατάρμας ακούμπησαν στα στήθη της… Σαν να βρισκόταν μέσα σε ομίχλη ένιωσε πως είχαν αλλάξει. Σήκωσε το κεφάλι να τα δει και μόνο τότε παρατήρησε την καμπυλότητα της κοιλιάς της, πίσω απ’ τα πρησμένα στήθια. Της ήρθε σαν αστραπή· η ανάμνηση απ’ την τελευταία νύχτα με τον Νταρίν. Ξάπλωσε πίσω και ξεκίνησε να χαϊδεύει την κοιλιά της, να ψιθυρίζει: «Κουνήσου, σε παρακαλώ, κουνήσου πάλι». Σαν απάντηση το έμβρυο της έδωσε μια αδύναμη κλωτσιά. Η Ατάρμα έκλαψε και πάλι, έκλαιγε ως το ξημέρωμα· αλλά ήταν κλάμα λύτρωσης.

Το πρωί σηκώθηκε και πλύθηκε στη λίμνη, όσο καλύτερα γινόταν, ανακατεύοντας στάχτη με λίπος. Έκοψε εντελώς κοντά τα μαλλιά της, αφού δεν μπορούσε να τα χτενίσει. Έβαλε βότανα σε κάθε πληγή και σε κάθε έκζεμα. Μάζεψε ξύλα κι άναψε φωτιά. Καθάρισε τα αποφάγια απ’ τα σκουλήκια. Έβρασε ό,τι βρήκε καλό, όση ώρα χρειαζόταν.

Ενώ έτρωγε ξεκίνησε να μιλάει στο έμβρυο. Του έλεγε ότι θα το φρόντιζε για όλη της τη ζωή. Δεν μπορούσε πια ν’ αφεθεί να πεθάνει. Είχε κάποιον άλλον που βασιζόταν μόνο σ’ εκείνη –και θα έκανε τα πάντα.

Το απόγευμα που πήγαν δυο συνοδοί ν’ αφήσουν αποφάγια την είδαν να καθαρίζει το σπίτι, να πλένει τοίχους, ν’ απλώνει στάχτη αρούνας κάτω για απολύμανση. Μέχρι εκείνη τη μέρα όλοι στο χωριό νόμιζαν ότι είχε πεθάνει, αλλά δεν μπορούσαν ν’ ανοίξουν την πόρτα για να βεβαιωθούν. Έτσι τα νέα που έφεραν πίσω οι γριές ήταν διπλά συνταρακτικά. Η εξόριστη όχι μόνο δεν είχε πεθάνει, αλλά εγκυμονούσε κιόλας. Οι γριές που είχαν φροντίσει όλες τις έγκυες του χωριού ήξεραν με μια ματιά στην κοιλιά της να πουν σε ποιο μήνα της κύησης βρισκόταν. Έκαναν τον λογαριασμό· το παιδί ήταν του βλάσφημου, ήταν του νεκρού.

Μεγάλο σούσουρο έγινε στο Πρίβτι. Ο Κετάνα χάρηκε, αλλά δεν το έδειξε. Σκέφτηκε ότι ήταν σημάδι απ’ τον Άμπα. Ο θείος, ο αδελφός της μητέρας, ήταν το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή ενός παιδιού, πιο σημαντικός κι απ’ τον ίδιο τον πατέρα. Έτρεξε να συναντηθεί με τον Ναμπί, ν’ αποφασίσουν τι έπρεπε να γίνει.

«Το παιδί είναι αθώο», είπε ο Κετάνα. Σκεφτόταν να πάρει το παιδί και να το μεγαλώσει μαζί με το δικό του. Άλλωστε είχαν γεννηθεί την ίδια μέρα. «Είμαι θείος του. Και δεν φταίει αυτό αν ο πατέρας του ήταν…»

«Κανείς δεν φταίει», τον έκοψε ο Ναμπί. «Έτσι είναι».

Ήταν προβληματισμένος μ’ ένα όνειρο που έβλεπε κάθε νύχτα· ένα δέντρο υψωνόταν μέσα απ’ τη λίμνη, έφτανε ως τον ουρανό, έπειτα έπεφτε και κατέστρεφε το Πρίβτι. Οι συνοδοί της Μεγάλης Μητέρας είχαν μιλήσει κι εκείνοι για τους κακούς οιωνούς. Μα το χειρότερο ήταν εκείνο το ψάρι που είχε δεμένο έξω απ’ την καλύβα του. Το είχε πιάσει κάποιος ψαράς και του το είχε πάει. Το είχαν τόσες μέρες εκεί να γαβγίζει σαν σκυλί· δεν ψόφαγε. Του έδωσε μια κλωτσιά και μπήκε στην καλύβα. Ο Κετάνα έμεινε για λίγο έξω, να κοιτάζει το τέρας.

Και η Ατάρμα έβλεπε άσχημα όνειρα πριν τη γέννηση. Σχεδόν κάθε βράδυ ονειρευόταν ότι γεννούσε ένα νεκρό παιδί, που είχε το πρόσωπο του Νταρίν και φορούσε τα ματωμένα του σανδάλια. Οι αετοί ορμούσαν στο νεκρό βρέφος και το κατασπάραζαν, όπως είχαν κάνει και με τον πατέρα του. Η μάνα πήγαινε να το πάρει για να το θάψει, αλλά το μόνο που έβρισκε ήταν αίμα και φτερά αετού. Πεταγόταν ιδρωμένη και κοιτούσε την κοιλιά της. Ήξερε ότι δεν θα ήταν φυσιολογική γέννα, τα όνειρα δεν λένε ψέματα.

~~{}~~

Σαν πήρε στα χέρια της τη Ναροτάμα τρόμαξε. Είχε φανταστεί το χειρότερο, αλλά αυτό ξεπερνούσε τη φαντασία της, δεν είχε ξανακούσει κάτι παρόμοιο. Είχε γεννήσει και θήλαζε ένα τέρας. Μόλις έφυγε η Μεγάλη Μητέρα, η Ατάρμα κοίταξε καλύτερα το παιδί της· ήταν παράξενο, αλλά ήταν όμορφο. Δεν έμοιαζε πολύ με άνθρωπο, αλλά ήταν ξεχωριστό. Και την είχε ανάγκη.

Ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να το ξεφορτωθεί. Της το ‘χε πει μια απ’ τις γριές, με νοήματα. «Τράβα στη λίμνη, ριξ’ το μέσα, ποιος θα το μάθει;»

Όχι! Το Πρίβτι είχε αποβάλλει την Ατάρμα, ήταν έκτρωμα γι’ αυτούς, χωρίς να ‘χει κάνει τίποτα. Πώς θα μπορούσε να συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο σ’ εκείνο το μωρό; Τι σημασία είχε πώς ήταν τα πόδια του και πώς το πρόσωπό του; Το άκουγε να θηλάζει βγάζοντας ανεπαίσθητους ήχους ευχαρίστησης, όπως κάνουν όλα τα μικρά – των Νάρα και των ζώων. Θα το κρατούσε ακόμα κι την καταριόταν ο Άμπα, η Τσάντρα της σελήνης, όλοι οι θεοί και οι θεές.

Τη μετέφερε στο άλλο βυζί να θηλάσει· το αριστερό είχε ματώσει. Και ξεκίνησε να της μιλάει.

Της μιλούσε συνέχεια, αυτό ήταν το μόνο που έκανε. Η εξόριστη δεν χρειαζόταν να πασχίζει για να εξασφαλίσει τροφή ή να μαγειρέψει· ούτε είχε άντρα να φροντίζει. Η μόνη της ασχολία ήταν η Ναροτάμα, και την είχε συνέχεια στην αγκαλιά της. Της έλεγε για τους θεούς και τους δαίμονες, για τους Πρώτους και για τις προφητείες. Της εξηγούσε τους νόμους του χωριού και της τραγουδούσε την Απαγόρευση. Της έδειχνε κάθε ζώο και της μιλούσε γι’ αυτό· πώς είναι το πνεύμα του, τι τρώει, τι φοβάται, τι γεννάει, αν είναι χρήσιμο. Της έλεγε πώς ο σκαντζόχοιρος έβγαλε αγκάθια. Πώς δημιουργήθηκαν τα άστρα, όταν τα παιδιά έκλεψαν το καλαμπόκι κι ανέβηκαν στη σκάλα να γλιτώσουν απ’ τη γιαγιά τους. Της μιλούσε για τα ψάρια, τη λίμνη, το δάσος.

Επειδή δεν ήξερε πολλά, και δεν έφταναν αυτά που είχε να πει, ξεκίνησε να εφευρίσκει ιστορίες. Της είπε ότι στην άλλη όχθη της λίμνης, που κανείς δεν είχε πάει και κανείς δεν είχε δει, ζούσαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι που δεν ήταν Νάρα· οι Χρυσοί Άνθρωποι. Ήταν ψηλοί σαν δέντρα και ξανθοί σαν τον ήλιο. Μπορούσαν να πετάνε κι έτρωγαν Νάρα. Της είπε και για τους ανθρώπους της λίμνης· είχαν γυαλιστερό δέρμα και δεν μιλούσαν, μόνο τραγουδούσαν. Της είπε για τους τυφλούς ανθρώπους που ζούσαν μέσα στη γη. Της είπε και για ‘κείνους που ζούσανε στα άστρα. Της μιλούσε όλη την ώρα κι έπλαθε ιστορίες για να ‘χει κάτι να πει. Και περίμενε την κόρη της να την πει για πρώτη φορά «μαμά».

Όμως η Ναροτάμα δεν μιλούσε. Κοιτούσε τη μητέρα της με τα πελώρια, τα δίχως ματοτσίνορα, μάτια της κι άκουγε. Ούτε να περπατήσει δεν μπορούσε. Έκανε τα πρώτα της βήματα όταν ήταν πέντε ετών. Περπάτημα αστείο, σαν του μεθυσμένου απ’ το σόμα. Κι έτσι συνέχισε να περπατά. Τα πόδια της ήταν πολύ αδύναμα, ακόμα και για τόσο λίγο βάρος. Το σώμα της ήταν τυλιγμένο με ύφασμα που είχε κόψει η Ατάρμα, για να καταφέρει να την ισιώσει. Η πλάτη της πάντα έβγαζε αίμα ή πύον. Η μάνα τη φρόντιζε, την πρόσεχε, δεν την άφηνε απ’ τα μάτια της.

Εκτός απ’ το ηλιοβασίλεμα. Μόλις ο ήλιος άγγιζε τα βουνά, την ακουμπούσε κάπου μόνη της… Και την έπαιρνε αφού σκοτείνιαζε λιγάκι. Αυτή ήταν η ώρα της προσευχής και της περισυλλογής για τους Νάρα –κι ήθελε να της καλλιεργήσει κι εκείνης αυτή τη συνήθεια.

Όταν η Ναροτάμα έγινε εφτά χρονών είχε μάθει να κάθεται δίπλα στη λίμνη ενώ έδυε ο ήλιος, για να σκεφτεί. Εκεί ήταν όπου συνάντησε για πρώτη φορά άλλους Νάρα –και δεν ήταν καθόλου ευχάριστη εμπειρία για κανέναν.

~~~~~~~~~~~

συνεχίζεται