Γυναίκα με φτερά στρουθοκάμηλου

0
243

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι R-1.jpgΗ γιαγιά Ζωηρά πέθανε. Μπορεί κανείς να πει με σιγουριά ότι πήγε πλήρης ημερών μιας και είχε συμπληρώσει τα ενενήντα εφτά τη μέρα που σταμάτησε να αναπνέει. Λυπήθηκα για το θάνατο της, όπως λυπάσαι για κάθε θάνατο γνωστού σου ανθρώπου. Άλλωστε ήταν η γιαγιά της παιδικής μου φίλης, της Ζωζώς.

Μερόνυχτα ολόκληρα κλεινόμασταν στο καμαράκι της Ζωηράς μαζί με την εγγόνα της και κάνα δυο ακόμη φίλες και παίζαμε, ονειρευόμασταν, σκηνοθετούσαμε ιστορίες ολόκληρες, με τα έπιπλα και τα διάφορα αντικείμενα που υπήρχαν εκεί, στην πλειοψηφία τους όλα αντίκες που το καθένα είχε μια ιστορία να διηγηθεί.

Το καμαράκι δεν ήταν άλλο από το ημιυπόγειο του σπιτιού της. Τρία σκαλάκια κατέβαινες κι έμπαινες στη δροσιά του υπογείου. Υπήρχαν εκεί δυο ντιβάνια, τραπέζι και τριγύρω κουτιά και βαλίτσες με διάφορα πράγματα.

Υπήρχε ακόμη κι ένα μικρό κουζινάκι  με σκεύη μαγειρικής που βασίλευαν παλιότερα στην κουζίνα της νοικοκυράς του σπιτιού και τώρα είχαν αποσυρθεί διακριτικά στα κάτω διαμερίσματα χαρίζοντας μας τη δυνατότητα να παριστάνουμε τις χαρούμενες νοικοκυρές, μαγειρεύοντας νοστιμιές δικής μας έμπνευσης, με κίνδυνο κάποιες φορές να βάλουμε φωτιά στο σπίτι κι άλλες να δηλητηριάσουμε τα παιδιά της γειτονιάς. Ευτυχώς χωρίς σοβαρές συνέπειες.

Το δωμάτιο είχε δυο παράθυρα που έβλεπαν στο επίπεδο της αυλής . Από κει μπορούσες να δεις τα πόδια όποιου έμπαινε στο μπαξέ της Ζωηράς, κι έδιναν φως στο χώρο, τόσο όσο χρειαζόταν για να φαίνεται μαγικός.

Στο καμαράκι υπήρχε  μια πόρτα ακόμη που ήταν πάντα κλειδωμένη. Εκεί φυλούσαν παλιά ρούχα, κι άλλα αντικείμενα αξίας που παρόλο που η περιέργεια μας ήταν μεγάλη δεν καταφέραμε να τα εξερευνήσουμε.

Μια ματιά μόνο είχαμε ρίξει όταν κατέβηκε κάποια μέρα η Ζωηρά βιαστική να πάρει κάτι από κει μέσα. Με τις κόρες των ματιών διεσταλμένες είδαμε δύο μεγάλες ντουλάπες με καθρέφτη εξωτερικά και πάνω τους κουτιά δεμένα με σπάγκους και κορδέλες. Ύστερα η πόρτα έκλεισε και κλειδώθηκε και η εμπειρία μας από το μέσα δωμάτιο ολοκληρώθηκε εκεί.

~~

Η κηδεία της Ζωηράς έγινε με τον τρόπο που εκείνη ήθελε, αφού ένα βράδυ πριν πεθάνει, κάλεσε παιδιά κι εγγόνια κοντά της και τους προειδοποίησε για τον επερχόμενο θάνατο της. Μοίρασε ευχές και συμβουλές σε όλους, παρέδωσε τη χειρόγραφη διαθήκη της στις κόρες της, δήλωσε τις επιθυμίες της για μια λιτή κηδεία γιατί, όπως έλεγε, ο Κύριος δεν είχε ανάγκη από διπλούς πολυελαίους να φωταγωγούν την εκκλησία, εκείνος την αγάπη κήρυξε.

Ήσυχη μετά, αφού έκανε το καθήκον της όπως εκείνη ήξερε καλύτερα, ξάπλωσε να κοιμηθεί και δεν ξαναξύπνησε.

Λίγο πριν ξαπλώσει όμως έβαλε στο χέρι της μοναδικής της εγγόνας (τ’ άλλα εγγόνια ήταν σερνικά), της Ζωζώς, το κλειδί από το μυστικό δωμάτιο.  «Είναι η ζωή μου όλη εκεί μέσα», της είπε.

~

Δυο μέρες μετά βρεθήκαμε με τη Ζωζώ στο αγαπημένο μας καμαράκι.

Χωρίς πολλά λόγια η φίλη μου ξεκλείδωσε την εσωτερική πόρτα και μεμιάς βρεθήκαμε μπροστά στους θησαυρούς που τόσα χρόνια ονειρευόμασταν. Αν κι έφηβες πια, η περιέργεια μας γι’ αυτό το δωμάτιο δεν είχε μειωθεί.

Οι τεράστιες καφέ ντουλάπες ήταν εκεί και μας περίμεναν να τους ξαναδώσουμε ζωή ψαχουλεύοντας τα σπλάχνα τους.

Ανοίξαμε με δέος το φύλλο με τον καθρέφτη και βρεθήκαμε μπροστά σε ένα πλήθος από φορέματα, τόσο διαφορετικού ύφους το καθένα. Η Ζωζώ έδωσε το σύνθημα με μια ματιά και ξεκινήσαμε να γδυνόμαστε για να δοκιμάσουμε αυτά τα περίεργα φουστάνια.

Εγώ έβαλα ένα  πράσινο σκούρο, με στενό μπούστο και πλούσιο βελούδο με πτυχώσεις να καλύπτει το σώμα από τη μέση ως τον αστράγαλο. «Πανέμορφο» φώναξα εκστασιασμένη,  ενώ η φίλη μου δοκίμαζε κάποιο άλλο κεντημένο με χάντρες.

«‘Ένα καπέλο σου λείπει» μου είπε και έπιασε να κατεβάζει τα κουτιά από την κορυφή της ντουλάπας.

Ένα μεγάλο στρόγγυλο κουτί, χρώματος πεθαμένου ροζ, τράβηξε την προσοχή μου. Στην κορυφή του είχε έναν σκονισμένο φιόγκο από μια κορδέλα, ροζ κι αυτή. Έλυσα το φιόγκο με ανυπομονησία και άνοιξα το καπάκι. Και τότε το είδα· ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.

Ήταν ένα καπέλο τσόχινο, όχι ιδιαίτερα μεγάλο, σε σκούρο πράσινο χρώμα και στην αριστερή του πλευρά υπήρχαν και το στόλιζαν δύο πανέμορφα μεγάλα  φτερά σε αδιόρατα πιο ελαφρύ πράσινο χρώμα. Αέρινα ήταν τα φτερά, τα άγγιζες και ίσα- ίσα τα ένιωθες, αν έκλεινες τα μάτια, αναρωτιόσουν αν όντως υπάρχουν ή είναι μια ψευδαίσθηση, μια οπτασία.

«Φτερά στρουθοκαμήλου» είπε η Ζωζώ. Είχα μείνει άφωνη.

Έβγαλα το καπέλο και το κράτησα για λίγο στα χέρια μου με προσοχή σα να ήταν πορσελάνη. Μέσα  μου ένιωσα ένα μούδιασμα, ένα δέος. Σα  να κρατούσα ένα αντικείμενο μεγάλης αξίας που όφειλα να το προσέξω σα τα μάτια μου. Δειλά κινήθηκα προς τον καθρέφτη, σήκωσα με προσοχή το καπέλο και το ακούμπησα στο κεφάλι μου.

Σα να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα  που τράνταξε το κεφάλι μου και ταρακούνησε όλο μου το κορμί. Το δωμάτιο άρχισε  να γυρίζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

~~~~

«Εδώ θα αφήσεις τα κόκαλα σου αν συνεχίσεις αυτό το τροπάρι» άκουσα από κάπου μακριά μια φωνή να μου λέει. Άνοιξα τα μάτια μου και σαστισμένη κοίταξα γύρω μου. Ήμουν σε ένα δωμάτιο με πέτρινους υγρούς τοίχους, χωρίς παράθυρο, χωρίς κανένα έπιπλο. Μύριζε υγρασία και κάτουρο.

Ήμουν καθισμένη σε μια γωνιά μισολιπόθυμη, με ξεσκισμένο φόρεμα. Στο κεφάλι μου ήταν ριγμένο όπως- όπως το πράσινο καπέλο. Τα χέρια μου δεμένα με χοντρές αλυσίδες πάνω από το κεφάλι μου. Όλο μου το σώμα πονούσε, ήταν γεμάτο πληγές. Σκέφτηκα ότι έβλεπα εφιάλτη.

«Λοιπόν θα ομολογήσεις;» ακούστηκε η αντρική φωνή. «Παραδέξου το λοιπόν πως είσαι μάγισσα. Αν ομολογήσεις, ίσως… ίσως λέω, να έχεις καλύτερη μεταχείριση, να νιώσουν λίγο οίκτο καημένη για σένα οι εξεταστές. Μίλα λοιπόν, μίλα!»

Το μυαλό μου δούλευε σαν τρελό προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό που συνέβαινε, πού βρισκόμουν.

«Ομολόγησε!» συνέχισε ακάθεκτη η φωνή κι ακολούθησε ένα γερό χαστούκι που έσκασε στο πρόσωπο μου. Δεν ήταν εφιάλτης, αλλά δεν μπορούσε να ‘ναι κι αλήθεια. Άρχισα να κλαίω κι ο άγριος ηλικιωμένος άντρας μπροστά μου δεν συγκινήθηκε.

«Κλαις τώρα ε; Όταν όμως με τα κόλπα  σου κατάφερες να σαγηνεύσεις και τον ιερέα ακόμη, τότε ήταν καλά ε; Όλα θα τα πληρώσεις τώρα. Αύριο στην πυρά, να εξαγνιστεί ο τόπος από τις γητειές σου.»

Πήρε τους φύλακες κι έφυγαν. Έμεινα μόνη στο γυμνό κρύο κελί. Πέρασα την νύχτα τρέμοντας, απ’ το κρύο κι απ’ το φόβο. Το άλλο πρωί ήρθαν και με πήραν δυο σωματώδεις άντρες και με οδήγησαν στην πλατεία. Δεν ήταν ελληνικό χωριό, μου θύμισε κάποια μέρη όπου είχα πάει διακοπές, στην Αγγλία. Ήταν ήδη μαζεμένος κόσμος εκεί.

Στο κέντρο της πλατείας ήταν ένας υπερυψωμένος πάσσαλος και στη βάση του μαζεμένοι κορμοί δέντρων. «Θα με κάψουν, Θε μου,» σκέφτηκα «αυτά συνέβαιναν τον Μεσαίωνα…»

Με έσυραν ως τον πάσσαλο και με ‘δεσαν πισθάγκωνα.. Άρχισα πάλι να κλαίω και να φωνάζω πως δε φταίω, πως είμαι αθώα. Τότε το πλήθος φάνηκε σα να αφηνιάζει, άρχισαν να γελάνε λυσσασμένα, να με δείχνουν, να φτύνουν, να βρίζουν και να φωνάζουν «θάνατος, θάνατος, θάνατος» μονότονα και ρυθμικά, συντονισμένα.

Ο ένας φρουρός εκστασιασμένος κι αυτός με το πλήθος, με πλησίασε και μου έριξε μια μπουνιά στο κεφάλι – που ήταν ξώφαλτση ευτυχώς. Ένιωσα το καπέλο μου να πετάγεται στον αέρα και να κατρακυλά. Ύστερα ένας δυνατός αέρας που σήκωσε απίστευτη σκόνη, τόσο που δεν έβλεπες τη μύτη σου.

~

 Όταν καθάρισε η ατμόσφαιρα, με έκπληξη διαπίστωσα ότι ήμουν πίσω στο καμαράκι, πλάι στη Ζωζώ.

Την αγκάλιασα με ανακούφιση κι άρχισα να κλαίω με λυγμούς. «Τι έπαθες καλέ; Τρελάθηκες;» μου είπε αυτή, «Τι σ’ έπιασε και κλαις στα καλά του καθουμένου; Για τη γιαγιά μου; Ούτε εγώ πια κάνω έτσι»  είπε και έβγαλε ένα άλλο φόρεμα να δοκιμάσει.

Αναζήτησα το καπέλο που ήταν πεσμένο δίπλα μου και το τοποθέτησα ξανά στο κουτί του. Έπειτα ψέλλισα μια δικαιολογία κι έφυγα.

Ήμουν πολύ κουρασμένη και μπερδεμένη για να κάνω οτιδήποτε άλλο ή να διηγηθώ στη φίλη μου τι μου συνέβη. Τι να της πω; Πολύ πιθανόν να με περνούσε για τρελή.

Γύρισα στο  σπιτάκι μου κι αφού έφαγα λες κι ήμουν νηστική μια βδομάδα τουλάχιστον, ξάπλωσα στο μαλακό μου κρεβατάκι και δε σηκώθηκα παρά ένα δωδεκάωρο αργότερα.

«Τι ακριβώς ήταν αυτό που μου συνέβη;» αναρωτιόμουν και το μυαλό μου αγωνιζόταν να βρει μια λογική εξήγηση. «Σαν όνειρο, αλλά πώς; Δεν κοιμόμουν. Να ήταν παραίσθηση; Μήπως άρχισα να τρελαίνομαι;» ήταν η επόμενη ερώτηση που γρήγορα την απέρριψα. Εντυπωσιακό ήταν πάντως πως η Ζωζώ δεν κατάλαβε τίποτα. Σαν να μη συνέβη τίποτα, σα να ήμασταν εκεί συνέχεια.

Γεγονός είναι πως δεν μ αρέσει να αφήνω αναπάντητα ερωτήματα να αιωρούνται, ούτε αντέχω να αφήνω άλυτα προβλήματα. «Αν υπάρχει κάτι να καταλάβω ή να λύσω, αν υπάρχει κάποια απάντηση, είναι σίγουρα εκεί στο καμαράκι», σκέφτηκα και μια και δυο κατευθύνθηκα προς τα εκεί.

«Σε περίμενα» μου είπε χαμογελώντας η φίλη μου κι αφού είπαμε τα λιγοστά νέα μας από την προηγούμενη μέρα, ξεκλειδώσαμε τη μέσα πόρτα για να μπούμε στο δωμάτιο του εφιάλτη.

Ανοίξαμε τις ντουλάπες κι αρχίσαμε να χαϊδεύουμε τα φορέματα. Εγώ όμως είχα μια ανησυχία, το μυαλό μου σα να είχε κυριευθεί ολόκληρο από μια επιθυμία· το καπέλο, δεν ήθελα τίποτα άλλο από το να το ξαναβάλω. Έτσι, αφού κράτησα για λίγο τα προσχήματα, κατέβασα με λαχτάρα και τρόμο το ροζ κουτί. Έβγαλα το καπέλο, χάιδεψα τα φτερά του και το ακούμπησα  στα μαλλιά μου. Κεραυνός πάλι σα να χτύπησε το κεφάλι μου, μούδιασμα και μετά σκοτάδι.

~~~~~~~

Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε λίγο στο πρόσωπο μου… Άνοιξα τα μάτια.

Ήμουν μικρούλα, ένα παιδί εφτά οχτώ χρονών και καθόμουν  κάτω από μια μουριά, δίπλα στο πηγάδι του χωριού, μ’ ένα μπουκέτο αγριολούλουδα στην αγκαλιά. Δίπλα μου ήταν ο ξάδερφος Συμεών. Μου κρατούσε δειλά το χέρι και μου εξομολογούνταν τον έρωτα του. Μου είπε μάλιστα πως μόλις μεγαλώσουμε θα με παντρευτεί γιατί δε μπορεί να φανταστεί ότι θα μπορέσει να ζήσει χωρίς εμένα. Συγκινημένη βρήκα το θάρρος και του έδωσα ένα τρυφερό φιλί στα ρόδινα του χείλη.

Και τότε είδα τον πατέρα. Άρχισε να φωνάζει σα να τον τσίμπησε φίδι φαρμακερό:  «Πόρνη, αυτό είσαι, μια πόρνη σα τη μάνα σου, ξετσίπωτη, ξεδιάντροπη…»  Κι ένα σωρό άλλα τέτοια έλεγε και μου έδινε μπουνιές και κλωτσιές στο πρόσωπο. Κάποια στιγμή μάλιστα είδα να πετάγεται από το στόμα μου με φόρα, αίμα μαζί με ένα δόντι μου.

«Θα τη θυμάσαι αυτή τη μέρα τσουλί» συνέχισε να ωρύεται κι αφού με άρπαξε από το χέρι άρχισε να μου τραβάει τα ρούχα να τα σκίζει και να τα πετάει από πάνω μου.

Άρχισα να κλαίω και να φωνάζω «γιατί καλέ μου πατέρα, γιατί; δεν έκανα τίποτα κακό, γιατί;» αλλά δεν πήρα απάντηση, καμία σημασία δε μου έδωσε, ήταν εξοργισμένος. Αφού με άφησε ολόγυμνη όπως με γέννησε η μανούλα μου (πόσο θα ήθελα να ήταν τώρα κοντά μου) με κρέμασε ανάποδα, δένοντας τα πόδια μου στη μουριά, πάνω από το πηγάδι… Στο κεφάλι μου κάρφωσε με δύναμη, τόση που με μάτωσε, τα δυο φτερά στρουθοκαμήλου από το καπελάκι μου.

Βρέθηκα να αιωρούμαι γυμνή, ολόγυμνη πάνω από το πηγάδι… Έμεινα έτσι κρεμασμένη μέχρι που σκοτείνιασε. Τότε εκείνος ο κακούργος έφυγε αφρίζοντας και φτύνοντας βρισιές.

Ο ξάδερφος Συμεών ήταν πεσμένος στη ρίζα της μουριάς και μουρμούριζε πνιγμένος στα δάκρυα. Εκείνος την γλίτωσε με κάνα δυο κλωτσιές γιατί ήταν άντρας.

Κάποια στιγμή αφού είδε πως το τέρας έφυγε, ξεθάρρεψε και τρέμοντας  σηκώθηκε και ήρθε κοντά μου. «Λυπάμαι, λυπάμαι», ψιθύριζε μυξοκλαίγοντας και μου χάιδευε τα μαλλιά. Μετά τράβηξε να μου βγάλει τα φτερά από το κεφάλι που με είχαν ματώσει. Τράβηξε το πρώτο κι ένιωσα μια ανακούφιση, τράβηξε και το δεύτερο, μια γλυκιά ζάλη, ύστερα πιο έντονη και μετά σκοτάδι.

~~~~~~

Όταν άνοιξα τα μάτια ήμουν πάλι στο καμαράκι με τη Ζωζώ. Μόνο που αυτή τη φορά ήμουν ψύχραιμη.

Κοίταξα τη φίλη η οποία πάλι έδειχνε να μην έχει καταλάβει τίποτα.

Εγώ όμως έπρεπε να μάθω την αλήθεια. Τι ήταν αυτά που μου συνέβησαν ; Ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες που για λίγο έζησα τη ζωή τους;

Η Ζωζώ ανέβηκε στο σπίτι για λίγο να φτιάξει καφεδάκια και μ’ άφησε μόνη στο χώρο. Έκλεισα τα μάτια και πήρα  μια βαθιά αναπνοή. Ο πόνος, η ντροπή, ο φόβος αυτών των κοριτσιών κατέκλυσαν τον εγκέφαλό μου..

Μηχανικά πήρα στα χέρια μου τη ροζ καπελιέρα. Την άνοιξα κι άρχισα να τραβώ να ξηλώσω την εσωτερική της επένδυση. Δε ξέρω γιατί το έκανα, σαν κάποιο χέρι θεϊκό να κατεύθυνε τις κινήσεις μου. Ξεκόλλησα και πέταξα κάτω τη βελούδινη επένδυση τα πλαϊνά ζωγραφισμένα χαρτιά και τελευταίο έβγαλα τον πάτο του κουτιού. Τότε μια συγκίνηση με συνεπήρε καθώς τα χέρια μου άγγιξαν ένα παλιοκαιρισμένο μαντίλι, ροζ κι αυτό, που μέσα είχε προσεκτικά διπλωμένα κάποια γράμματα.

Κάθισα συγκινημένη στο ντιβάνι και τα διάβασα ένα ένα.  Ήταν όλα από κοπέλες και γυναίκες που η ζωή τους είχε φερθεί σκληρά ακριβώς γι αυτό το λόγο, επειδή ήταν γυναίκες. Άλλα είχαν ημερομηνίες κι άλλα όχι όμως διαβάζοντας καταλάβαινες πως ήταν πολύ παλιά.

Εκεί μέσα βρήκα και την ιστορία της Μαίρης, που την κατηγόρησαν για μάγισσα και την έκαψαν ζωντανή. Βρήκα και την άλλη ιστορία της μικρής Ελίζας που η σκληρότητα του πατέρα της την οδήγησε σε μια τραγική ζωή. Αυτό το ανάποδο κρέμασμα της δημιούργησε μόνιμη βλάβη, με αποτέλεσμα να ζήσει την υπόλοιπη ζωή σε αναπηρικό καροτσάκι.

Πάντα, σε κάθε εποχή, από τότε που υπάρχει αυτός ο κόσμος, κορίτσια κάθε ηλικίας υπέφεραν, κακοποιούνταν χωρίς λόγο, ίσως μόνο για να αποδειχθεί η  δήθεν δύναμη κ η εξουσία των αντρών.

Ο πυρετός του θύμου μέσα μου γιγάντωσε. Δε ξέρω που και πως η Ζωηρά βρήκε αυτό το καπέλο, αν γνώριζε ή όχι τη ύπαρξη αυτών των γραμμάτων όμως εγώ έπρεπε κάτι να κάνω. Έδωσα όρκο μπροστά σε εκείνα τα αραχνοΰφαντα φτερά του καπέλου πως αυτές οι ιστορίες θα μαθευτούν και πως θα αγωνιστώ όσο μπορώ για να μην υπάρχουν πια κοπέλες που υποφέρουν.

Μάζεψα το καπέλο, πήρα τα γράμματα έτσι όπως ήταν τυλιγμένα στο μαντηλάκι κι έφυγα.

Πήρα μαζί μου και τα φτερά, για να μην ξεχνώ πόσο πόνο μπορούν να προκαλέσουν έστω κι αν είναι απαλά. Στη φίλη μου θα τα εξηγούσα όλα μια άλλη μέρα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Νατάσα Τόλιου στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής