Το παιδί που θα γινόταν ζωγράφος

0
1164

Λίγες μέρες μετά τις διακοπές η δασκάλα ζήτησε απ’ τα παιδιά να φτιάξουν μια ζωγραφιά για το Πάσχα.

«Δε θέλω ν’ ακούσω κιχ», είπε κι έκατσε στην καρέκλα της. Έκλεισε τα μάτια.

Οι ξυλομπογιές ξεκίνησαν να γρατζουνάνε το χαρτί κι ακούγονταν στ’ αυτιά της σαν μικρά πολύχρωμα πριόνια που αποψίλωναν την οργιώδη βλάστηση. Η δασκάλα χάθηκε στο τροπικό δάσος.

Ο Αδάμ σκεφτόταν ποια χρώματα θα χρησιμοποιούσε για τον Οβελίξ –συνέχεε τον οβελία με το λαίμαργο Γαλάτη- και ποια για τη γιαγιά.

«Τι κάνεις;» ρώτησε τον διπλανό του, που ζωγράφιζε ακουμπώντας τη μύτη του στο χαρτί.
«Το αρνί που σουβλίσαμε και τη γιαγιά και τα κόκκινα αυγά.»
«Αυτό είναι δικό μου», είπε ο Αδάμ θυμωμένος που του είχαν κλέψει την ιδέα.
«Δεν είναι.»
«Είναι.»
«Δεν είναι.»

Έσκυψε μπροστά και είδε ότι όλοι έφτιαχναν σουβλιστά αρνιά, γιαγιάδες και πασχαλινά αυγά. Σκούντηξε τον μπροστινό του και φώναξε: «Αυτό είναι δικό μου».

Η δασκάλα άνοιξε προς στιγμή τα μάτια της, φανερά ενοχλημένη που της είχαν διακόψει τον περίπατο.

«Σας είπα ότι δε θέλω να ακούω ούτε την ανάσα σας. Ζωγραφίστε και μη μιλάτε.»

Ο Αδάμ ακούμπησε πίσω μουτρωμένος και τύλιξε τα χέρια στο στήθος. Αν όλοι έφτιαχναν αρνιά εκείνος έπρεπε να κάνει κάτι διαφορετικό.

Σκέφτηκε τον Εσταυρωμένο που έβλεπε στην εκκλησία του χωριού και τις ιστορίες που του έλεγε η γιαγιά του. Αυτό σίγουρα θα εντυπωσίαζε τη δασκάλα. Όμως πώς θα κατόρθωνε να φτιάξει το σώμα του Χριστού;

Αναπάντεχα θυμήθηκε το μάθημα που είχαν κάνει την προηγούμενη ώρα και ενθουσιασμένος έψαξε τα βιβλία του. Και νάτος! Ο κούρος, με το περήφανα γυμνό του σώμα και το αρχαϊκό μειδίαμα, έκανε ένα βήμα μπροστά, και περνούσε ανάμεσα από τα ζωάκια που κρατούσαν τα χρωματιστά γράμματα, για να τον συναντήσει.

Σαν ένας ευφάνταστος μάστορας –ένας μικρός «homme bricoleur» του Λεβιστρός- συνταίριαξε φαινομενικά αταίριαστα στοιχεία για να ολοκληρώσει τη δημιουργία του. Οι δύο παραστάσεις συγχωνεύτηκαν σε ένα συνολικό σχήμα –μέσα στο μυαλό του- κι ο Αδάμ ξεκίνησε να ζωγραφίζει μονολογώντας: «Τώρα φτιάχνω το σταυρό, πάει έτσι… Κι εδώ είναι τα χέρια του Χριστούλη… Και τα καρφιά…»

~~

Η δασκάλα, αφού διαλογίστηκε, ανέλυσε επαρκώς την οικονομική και συναισθηματική της κατάσταση –και κοιμήθηκε λιγάκι- σηκώθηκε. Άρχισε να περπατάει ράθυμα ανάμεσα στα θρανία και διόρθωνε τα πασχαλινά αυγά των μαθητών.

Έδωσε συγχαρητήρια σ’ ένα παιδί για το αρνί που έφτιαξε λέγοντας ότι της έρχεται να το φάει κι έπειτα στάθηκε πάνω από το κεφάλι του Αδάμ προσπαθώντας να καταλάβει τι ζωγράφιζε.

«Αδάμ, για δωσ’ μου να δω. Τι είναι αυτό;»

«Είναι ο Χριστούλης, κυρία», είπε ο Αδάμ, παραξενεμένος που η δασκάλα του δεν τον είχε αναγνωρίσει.

Εκείνη πήρε τη ζωγραφιά στα χέρια της. Μόλις συνειδητοποίησε τι έβλεπε δεν κρατήθηκε και έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης.

Πάνω από μια γυναίκα που έκλαιγε και τρεις στρατιώτες –με ντουφέκια- που χόρευαν πιασμένοι από τα χέρια υψωνόταν ο βιολετής σταυρός. Και πάνω στο σταυρό ο Ιησούς θεόγυμνος, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο του, με περιποιημένους καστανούς βοστρύχους και… το ανδρικό του μόριο να κρέμεται ανέμελα.

Ένα πρασινογάλαζο πουλί –σαν παπαγάλος- καθόταν στο κεφάλι του και από το στόμα του έβγαινε η φράση: «Σας σιχορό όλους». Πίσω από τη γυναίκα χοροπηδούσε ο σοκολατένιος λαγός και στην αριστερή γωνία κάτι φτερωτά πράγματα –μάλλον ερωτιδείς- έπαιζαν άρπα. Ο ήλιος –χαμογελαστός κι αυτός- έλαμπε επιτείνοντας τη χαρμόσυνη ατμόσφαιρα της σταύρωσης.

Η δασκάλα ξεροκατάπιε, κοίταξε τον Αδάμ, ξανακοίταξε τη ζωγραφιά και προκειμένου να μη δουν οι υπόλοιποι την εικόνα του είπε να τον ακολουθήσει στην έδρα. Εκείνος σηκώθηκε χαρούμενος, καθώς πίστεψε ότι η ζωγραφιά του είχε αρέσει τόσο πολύ στην «κυρία» που θα την έδειχνε και στα άλλα παιδιά.

«Για κάτσε εδώ δίπλα μου», του είπε. «Αδάμ, πως σου ήρθε να ζωγραφίσεις τον Χριστό σταυρωμένο;»
«Κυρία, όλοι έφτιαχναν αρνιά κι εγώ δεν ήθελα να φτιάξω αρνιά και έφτιαξα τον Χριστούλη.»
«Ωραία, αλλά… Καταρχάς τα παιδιά δεν κάνει να ζωγραφίζουν το Χριστό και τους αγίους.»
«Γιατί;»
«Γιατί αυτή είναι δουλειά των αγιογράφων που ξέρουν να ζωγραφίζουν καλά. Αν μεγαλώσεις και μάθεις να ζωγραφίζεις κι εσύ καλά τότε θα μπορείς να φτιάξεις και το Χριστούλη.»
«Αφού τον έφτιαξα πολύ όμορφο.»
«Ο Χριστός δεν ήταν όμορφος. Ήταν, αλλά όχι έτσι. Ο Χριστός πόνεσε και υπέφερε πάνω στο σταυρό, δε χαμογελούσε. Εσύ το κάνεις να μοιάζει με γιορτή.»
«Όλοι είναι χαρούμενοι, κυρία.»
«Αφού ο Χριστός πονάει, γιατί είναι χαρούμενοι;»

«Εμένα η γιαγιά μου είπε ότι ο Χριστός ήρθε στη γη για να μας σώσει και η Παναγία τον γέννησε για να μας σώσει, αλλά οι κακοί Εβραίοι τον σταύρωσαν και ήταν πολύ νέος και πολύ όμορφος. Πονούσε, αλλά δεν ήταν κακός και μετά συγχώρεσε τους στρατιώτες και οι στρατιώτες χορεύουν που τους συγχώρεσε και αυτό είναι το άγιο πνεύμα», έδειξε τον παπαγάλο, «και λέει σας συγχωρώ όλους και αυτοί είναι οι άγγελοι και αυτή είναι η μαμά του Χριστούλη που κλαίει γιατί οι μαμάδες αγαπάνε πολύ τα παιδιά τους κι αυτό το σοκολατένιο λαγουδάκι που μου πήρε ο μπαμπάς μου—»

«Εντάξει, Αδάμ.»
«Και ο ήλιος μας ζεσταίνει όλους—»
«Αδάμ!»

Σταμάτησε και την κοίταξε με το «βλέμμα του κουταβιού», κόλπο που χρησιμοποιούσε όταν έκανε ζημιές. Δεν είχε καταλάβει τι συνέβη, αλλά κάτι κακό είχε κάνει για να του φωνάζει η δασκάλα.

«Μη φοβάσαι, δε σε μαλώνω», είπε εκείνη. «Αλλά πρέπει να ξέρεις… Δεν κάνει να ζωγραφίζεις το Χριστό γιατί δεν ξέρεις.»
«Τι δεν ξέρω; Αφού μπορώ.»
«Ναι, αλλά δεν τον φτιάχνουν… έτσι. Ο Χριστός είναι λυπημένος πάνω στο σταυρό και… Και φοράει ρούχα.»
«Στην εκκλησία τον είδα και δε φορούσε ρούχα.»
«Ναι, αλλά έχει ένα ύφασμα στη μέση του για να μη φαίνεται… το πουλάκι του.»
«Στο άγαλμα φαίνεται! Να φέρω το βιβλίο—»
«Ας το βιβλίο! Ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, δεν είναι άγαλμα.»
«Και δεν έχει πουλάκι;»

Η δασκάλα κατάλαβε ότι έμπαιναν σε ξένα –και επικίνδυνα- χωράφια. Οι σχολαστικοί φιλόσοφοι ξόδεψαν αιώνες συζητώντας για το αν ο Υιός του Θεού αφόδευε και δεν κατέληξαν πουθενά. Σίγουρα δε μπορούσε να λύσει το θεολογικό ζήτημα με έναν εφτάχρονο μαθητή. Επιπλέον κινδύνευε να μπλέξει με το «γονέων και κηδεμόνων». Αποφάσισε να μιλήσει η ίδια στη μητέρα του Αδάμ.

«Θα έρθει η μαμά σου να σε πάρει σήμερα, Αδάμ;» ρώτησε τον πιτσιρικά, ο οποίος κατάλαβε ότι είχε μπλέξει.
«Τι έκανα, κυρία;» ρώτησε έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
«Δεν έκανες τίποτα, μη φοβάσαι. Πήγαινε τώρα στο θρανίο σου και φτιάξε κι εσύ ένα αρνάκι και τη γιαγιά σου.»

Ο Αδάμ πήγε να κάτσει. Ο διπλανός του, τότε, σήκωσε τη ζωγραφιά του και του την έδειξε.

«Κοίτα το αρνάκι που έφτιαξα!»
«Άι στο διάολο», είπε ο Αδάμ, επαναλαμβάνοντας την αγαπημένη έκφραση δυσαρέσκειας του πατέρα του.

Όλη η τάξη τον άκουσε και τα παιδιά στράφηκαν συγκλονισμένα προς το μέρος του. Δυστυχώς τον είχε ακούσει και η δασκάλα. Του φώναξε να σηκωθεί όρθιος και να ζητήσει συγνώμη.

«Δε με νοιάζει, δεν το κάνω», είπε ο Αδάμ και έβαλε τα κλάματα.

Η δασκάλα τον οδήγησε στο γραφείο και πήρε τηλέφωνο στο σπίτι του.

~~

Όταν ήρθε η μητέρα του της έδειξε τη ζωγραφιά, της είπε για τη βρισιά και της μίλησε αρκετή ώρα για τα προβλήματα που είχε ο Αδάμ με τα μαθήματα, ειδικά με την αριθμητική.

Η μητέρα του άκουγε κουνώντας το κεφάλι συγκαταβατικά και κοιτώντας τον Αδάμ –ο οποίος όλη εκείνη την ώρα κοιτούσε τα παπούτσια του. Στο τέλος ζήτησε συγνώμη εκ μέρους του γιου της, τον πήρε από το χέρι και φύγανε –τραβώντας ‘τον.

~~

Μια βδομάδα μετά μια καινούρια έκπληξη περίμενε τη δασκάλα. Αυτή τη φορά ο Εσταυρωμένος φορούσε κάτι σαν στρατιωτική στολή, είχε μουστάκι και έκλαιγε. Από κάτω στεκόταν ένας μικρόσωμος στρατιώτης που είχε σηκώσει τα χέρια του σαν να παραδίνεται. Μια γυναίκα ήταν στα αριστερά του σταυρού και άνοιγε την αγκαλιά της προς το μυστακοφόρο Εσταυρωμένο.

«Αδάμ! Πάλι τον Χριστό…», ξεκίνησε να λέει η δασκάλα, αλλά σταμάτησε σαν είδε καλύτερα την εικόνα.
«Δεν είναι ο Χριστός, κυρία», είπε ο Αδάμ.
«Και ποιος είναι;» ρώτησε η δασκάλα που δεν ήθελε να παραδεχτεί αυτό που έβλεπε.
«Είναι ο Χίτλερ.»
«…»
«Είναι ο Χίτλερ που ήταν πολύ κακός και σκότωνε ανθρώπους και Εβραίους, αλλά η μαμά του ακόμα τον αγαπάει, γιατί η μαμά του ξέρει ότι δεν είναι κακός και δεν ήθελε να σκοτώνει ανθρώπους κι αυτό είναι ένα κοράκι κι αυτό το φεγγάρι και το φεγγάρι κλαίει, όλοι κλαίνε κυρία, κανείς δεν είναι χαρούμενος και ο Χίτλερ κλαίει και δε φαίνεται το πουλάκι του.»

Αυτός είναι πίνακας του Ματίς