Το Μαυρονέρι, τ’ αθάνατο νερό

0
63

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι larryTowell-990x660-1.jpgαπό τον Γελωτοποιό

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

(διασκευασμένος θρύλος από την Αρκαδία, Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Οι Παραδόσεις του ελληνικού λαού)

«Γύρω στο Μαυρονέρι βγαίνουν Νεράιδες. Κι απ’ αυτό το Μαυρονέρι, όποιος πιει μια ημέρα προσδιορισμένη τον χρόνο, γίνεται αθάνατος. Κανείς όμως δεν ηξεύρει ποια είναι αυτή η μέρα».

Κι αν έπινες το Μαυρονέρι άλλη μέρα απ’ τη σωστή, πέθαινες μέσα στον χρόνο.

Πολλοί σκέφτηκαν πονηρά: «Αν πίνω κάθε μέρα, τότε μια φορά θα πιω το νερό τη σωστή μέρα προτού περάσει ο χρόνος, και θα μείνω αθάνατος».

Αυτοί οι πονηροί την πάθαιναν αλλιώς. Γιατί όποιος άγγιζε με τα χείλη δυο φορές το Μαυρονέρι, έπεφτε και πέθαινε την ίδια στιγμή, πριν να προλάβει καν να καταπιεί.

Παράξενο δεν θα φανεί σε κανέναν που γνωρίζει πώς είναι η ανθρώπινη ψυχή, αν ακούσει ότι ήταν πολλοί εκείνοι που ρίσκαραν. Μία ευκαιρία στις 365, ένας χρόνος ζωής ή αθανασία.

Ο μόνος που ’χε πιει τη σωστή μέρα ήταν ο Τιθωνός, ο Τζίτζικας· έτσι τον φώναζαν, γιατί είχε ζαρώσει όπως το κέλυφος που αφήνει πίσω του το έντομο σαν έβγει απ’ τη γη. Γιατί όποιος έπινε Μαυρονέρι τη σωστή μέρα δεν πέθαινε όσο είχε το κεφάλι στους ώμους του, αλλά γερνούσε κανονικά.

Ο Τίτος είχε πιει τόσο παλιά που δεν θυμόταν όχι τη μέρα, ούτε καν τον μήνα. Άσε που τότε έλεγαν τους μήνες αλλιώς· ήταν πριν τους Τούρκους και πριν τους Χριστιανούς.

~~{}~~

Ο Χουρσίτ Αχμέτ πασάς, ο επιλεγόμενος Χουζιρέτ, διοικητής της Πελοποννήσου, έμαθε για το Μαυρονέρι και για τον αθάνατο γέρο. Πρόσταξε να του φέρουν μπροστά του τον Τιθωνό, για να του μαρτυρήσει τη σωστή μέρα. Είχε βλέπεις μεγάλο καημό ο πασάς να γίνει αθάνατος· όπως και κάθε άλλος άνθρωπος.

Μα ο Τίτος δεν θυμόταν να του πει. Όσο κι αν τον βασανίσανε, εκείνος έλεγε μόνο «δεν ενθυμούμαι, δεν ενθυμούμαι». Κι όταν ο πασάς απείλησε να του κόψει το κεφάλι, ο γέρος χάρηκε. Να σκοτωθεί μόνος του δεν ήθελε, για να μη χαθεί η ψυχή του. Έσκυψε χάμω κι άπλωσε τον λαιμό του. Μετά από τόσους αιώνες γεράματα αποζητούσε να λυτρωθεί.

Ο Χουζιρέτ, γνωστός για τη μοχθηρία του, δεν του ’κανε τη χάρη. Διέταξε να τον πετάξουν σ’ ένα μπουντρούμι του κάστρου και να τον αφήσουν μέσα στο σκοτάδι για πάντα. Κάποιοι λένε ότι ακόμα ακούγεται ο Τίτος να σούρνεται ‘κει μέσα.

~~{}~~

Έψαχνε τρόπο ο πασάς να πιει το Μαυρονέρι και τρόπο δεν έβρισκε. Ώσπου τον προσέγγισε ένας Γραικός λοστρόμος. Όπως ξέρουν όλοι, οι λοστρόμοι είναι πιο πονηροί κι απ’ τον Διάβολο τον ίδιο (υπάρχει και μια ιστορία που το αποδεικνύει).

Ο λοστρόμος ζήτησε το βάρος του σε χρυσάφι, αν του ’λεγε τον τρόπο να βρει τη σωστή μέρα, χωρίς να πάθει τίποτα. Ο Χουζιρέτ υπερδιπλασίασε την προσφορά· άλλωστε κλεμμένο το ’χε το χρυσάφι απ’ τους Χριστιανούς.

«Άκου τι θα κάνεις», είπε ο λοστρόμος στρίβοντας το μουστάκι του. «Θα πάρεις 365 παιδιά. Όχι νήπια. Έφηβα γεράκια, αγόρια. Πρέπει να ’ναι γερά, να ’ναι και καλοζωισμένα, όχι τίποτα μισοριξιές, όχι βερέμικα χτικιάρικα. Θα τα κρατήσεις εδώ στη Τριπολιτσά, να τα φροντίζεις. Να τρώνε καλά, να κοιμούνται καλά. Κάθε μέρα θα στέλνεις με συνοδεία ένα παιδί στο Μαυρονέρι να πίνει. Και θα το φέρνεις πίσω. Έτσι θα δοκιμάσεις κάθε μέρα του χρόνου».
«Και θα τα κρατήσω εδώ να μεγαλώνουν;» είπε ο Χουζιρέτ, που δεν του ’κοβε και πολύ, Τούρκος ήταν. «Θα πεθάνω εγώ πριν απ’ αυτά».
«Το περισσότερο που θα χρειαστεί να περιμένεις είναι δυο χρόνια», του ’πε ο λοστρόμος. «Γιατί όποιο παιδί δεν πιει τη σωστή μέρα θα πεθαίνει μες στο χρόνο. Στο τέλος θα μείνει μόνο ένα. Θα περιμένεις να περάσουν όσοι μήνες χρειαστούν, και θα πας να πιεις κι εσύ να γίνεις αθάνατος. Και θυμήσου να κόψεις το κεφάλι του αθάνατου παιδιού, να μη μάθει κανείς το μυστικό».

Ο Τούρκος θαύμασε και τρόμαξε με την πονηράδα του Γραικού. Κατάλαβε ότι αυτούς δεν θα μπορούσαν να τους κάνουν καλά για πολύ ακόμα, ήταν του Σεϊτάν γεννήματα. Όμως σκέφτηκε ότι αν έβγαινε να κάνει παιδομάζωμα στα καλά καθούμενα, θα ’χε φασαρίες.

«Μη σε νοιάζει ουτ’ αυτό», του ’πε ο λοστρόμος, «άστο πάνω μου. Θα πω ότι φτιάνεις ειδικό σώμα στρατού, να τους πληρώνεις και να τους ταΐζεις, να δεις πόσοι θα έρθουν, ψωμολυσσάνε έξω».

Κι έτσι μάζεψε ο λοστρόμος 365 αμούστακα παλικαράκια, τα εγκατέστησαν στην Τριπολιτσά, κι έκαναν ότι τα εκπαίδευαν για στρατιώτες. Ξεκίνησαν, αρχές καλοκαιριού, να πηγαίνουν ένα παιδί στο Μαυρονέρι, να του δίνουν να πίνει. Κάθε παιδί λεγόταν έτσι μετά όπως ήταν η μέρα που ήπιε: Ο Τρεισιούνης, ο Δεκαύγουστος και λοιπά.

Ακόμα κι όταν ξεκίνησε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, ο λοστρόμος πλήρωσε τους οπλαρχηγούς των Ελλήνων, ώστε ν’ αφήνουν να περνάει αυτός με το παιδί της ημέρας, να μη χαλάσει τη σειρά του. Ο πασάς δεν προλάβαινε ν’ ασχοληθεί με το θέμα της αθανασίας, αφού κινδύνευε το κεφάλι του πλέον. Αλλά είχε στο νου ότι θα ‘φταναν οι ενισχύσεις και θα κατατρόπωναν τους κατσαπλιάδες.

Απ’ τα χαράματα της 23ης  Σεπτεμβρίου όλη η Τριπολιτσά ήταν σε μεγάλη αναστάτωση: οι Αλβανοί ετοιμάζονταν να βγουν, ενώ οι Τούρκοι συζητούσαν για νέες διαπραγματεύσεις με τους Έλληνες. Συνέπεια αυτής της αναστάτωσης ήταν να μείνει αφρούρητο το κανονοστάσιο της πύλης της Ναυπλίας.

Σύμφωνα με τον Τρικούπη, στις εννέα η ώρα το πρωί, πενήντα αμούστακα παλικάρια, με δική τους πρωτοβουλία, ανέβηκαν στον πύργο πατώντας ο ένας στους ώμους του άλλου, κι ύψωσαν την ελληνική σημαία. Άλλα σαράντα παλικάρια όρμησαν κι άνοιξαν την πύλη. Ο Τρικούπης αναφέρει μόνο το όνομα του αρχηγού τους, Παναγιώτης, λοστρόμος στο επάγγελμα.

Γι’ αυτά που συνέβησαν στην Άλωση της Τριπολιτσάς πολλά έχουν γραφτεί, μπορείτε να τα βρείτε.

Κανείς όμως δεν έμαθε τι έγινε με το Μαυρονέρι της αθανασίας. Και τώρα πια, κανείς δεν ξέρει καν πού βρίσκεται η πηγή του νερού. Κανείς εκτός από τον Τίτο, που σέρνεται σαν σκουλήκι στα χώματα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η πρώτη παράγραφος (μέσα σε εισαγωγικά) είναι θρύλος της Αρκαδίας από το βιβλίο του Νικόλαου Γ. Πολίτη, “Οι Παραδόσεις του ελληνικού λαού”.

Οι δύο παράγραφοι στο τέλος “Απ’ τα χαράματα της 23ης Σεπτεμβρίου – επάγγελμα”, είναι από το wikipedia, με τις κατάλληλες μετατροπές.

Η φωτογραφία είναι του Lary Towell