Κι αν είχες μια έξτρα “ζωούλα”;

0
296

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1.jpgαπ’ τον Γελωτοποιό

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Πέτρος έπαιζε τα Μήλα με τ’ άλλα παιδιά στον πεζόδρομο, όταν εμφανίστηκε ένα τσιγγανάκι και ζήτησε να παίξει μαζί τους. Οι άλλοι σηκώθηκαν να φύγουν, δεν έπαιζαν με γύφτους, είχαν αρρώστιες. Εκείνος έμεινε· είχαν τον τοίχο για να γυρνάει την μπάλα πίσω. Γέλασαν πολύ.

Όταν χόρτασαν παιχνίδι, το ξένο παιδί είπε στον Πέτρο ότι ήταν άγγελος. Κι ήθελε να του κάνει ένα δώρο, επειδή για πρώτη φορά τον δέχτηκαν να παίξει ανάμεσά τους.

«Ένα Μήλο, μια δεύτερη ζωή, αυτό σου δίνω», είπε ο τσιγγάνος άγγελος. «Μια ευκαιρία παραπάνω. Όταν είναι κάποιος να πεθάνει, εσύ ή άλλος, μπορείς να του δώσεις το Μήλο και να τον σώσεις. Αλλά έχεις μόνο ένα Μήλο, μια ευκαιρία, μια δεύτερη ζωή».

Ο Πέτρος γύρισε στη μητέρα του κι είπε τι είχε γίνει. Εκείνη χάρηκε, πίστευε στους αγγέλους.

~

Λίγο καιρό μετά αρρώστησε το σκυλάκι τους, ο Ρόκι. Ο Πέτρος ήταν έτοιμος να του δώσει το Μήλο, αλλά η μητέρα δεν τον άφησε.
«Εσύ είσαι πιο σημαντικός απ’ τον σκύλο», είπε στον Πέτρο.
Ο Ρόκι πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.

~

Λίγα χρόνια μετά αρρώστησε η μητέρα. Ήθελε να της δώσει το Μήλο. Εκείνη αρνήθηκε. Κι ο πατέρας συμφώνησε. Ο Πέτρος ήταν πιο σημαντικός.
Η μητέρα πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.

Λίγα χρόνια μετά αρρώστησε ο πατέρας. Δεν ήθελε το Μήλο – τι να το κάνει χωρίς την αγαπημένη του;
Ο πατέρας πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.

~

Καθώς περνούσαν τα χρόνια είχε κι άλλες ευκαιρίες να δώσει το Μήλο, όπως όταν πέθαινε ο καλύτερος του φίλος. Θυμήθηκε ότι είχε μόνο μία επιπλέον ζωή. Κι ήταν ήδη αρκετά μεγάλος για να ρισκάρει.
Ο φίλος πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.

~

Κι έτσι περνούσε ο καιρός, όπως συνηθίζει να κάνει για όλους. Ο Πέτρος ζούσε μια κανονική ζωή, δεν ήθελε να ξυπνάει τις Δευτέρες, έπινε φρέντο μέτριο. Παντρεύτηκε μια γυναίκα που ερωτεύτηκε, έκαναν ένα αγόρι.
Όταν αρρώστησε η γυναίκα του, ήθελε να της δώσει το Μήλο. Εκείνη ήξερε την ιστορία του τσιγγάνου αγγέλου. Αρνήθηκε. Του είπε να το κρατήσει για το παιδί τους, ήταν πιο σημαντικό.
Η αγαπημένη πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.

~

Το αγόρι μεγάλωσε κι όταν έμαθε τι είχε γίνει μίσησε τον πατέρα του, μίσησε τον εαυτό του. Έγινε ένας άνθρωπος που μόνο μίσος σκόρπιζε. Σαν σκότωσε δυο μικρά κορίτσια τον πήγαν για εκτέλεση. Ο Πέτρος ήθελε να δώσει το Μήλο. Ο γιος αρνήθηκε, δεν ήθελε να ζει άλλο.
Ο γιος πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.

~

Κι έτσι πέρασαν άλλα τόσα μοναχικά χρόνια.
Σαν έφτασε το τέλος του, σ’ ένα κρεβάτι που έτριζε, απέναντι σ’ έναν μουχλιασμένο τοίχο, ο Πέτρος θυμήθηκε το Μήλο. Αλλά δεν ήθελε να ζήσει παραπάνω, προτιμούσε να πεθάνει.
Τότε άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο τσιγγάνος άγγελος. Είχε μεγαλώσει κι εκείνος, είχε γεράσει.

«Το δώρο σου ήταν άχρηστο», του ’πε ο Πέτρος.
«Σε ποιον το ‘δωσες;»
«Σε κανέναν».

Ο Πέτρος ξεκίνησε να κλαίει. Ο άγγελος έκατσε στο κρεβάτι και τον χάιδευε… Τον άφησε ν’ αδειάσει, να κλάψει για τον Ρόκι, για τη μάνα και τον πατέρα, για τον φίλο, για την αγαπημένη, για τον γιο…
Κι όταν ήταν να κλάψει για τον εαυτό του δεν είχαν μείνει δάκρυα.

«Τώρα είσαι έτοιμος», του ‘πε ο άγγελος.
«Να πεθάνω;»
«Να ζήσεις! Αυτό είναι το δώρο μου, που μ’ άφησες να παίξω μαζί σου. Γύρνα πίσω, ζήσε τη ζωή σου απ’ την αρχή… Και να θυμάσαι για τι αξίζει να ζεις, για τι να πεθαίνεις».
Ο τσιγγάνος άγγελος χάθηκε μαζί με το νεκροκρέβατο και τον μουχλιασμένο τοίχο.

~

Ο Πέτρος με την μπάλα παραμάσχαλα γύρισε σπίτι. Ο Ρόκι πήδηξε πάνω του κι άρχισε να τον γλύφει. Η μάνα κι ο πατέρας βγήκαν στην πόρτα, νέοι ακόμα, φιλιούνταν και γελούσαν.
«Όλα καλά;» είπε η μητέρα.
Ο Πέτρος έτρεξε στην αγκαλιά της.
Όλα καλά.
Είχε μόνο μια ζωή.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι του Alex Webb