Το βιογραφικό ενός τζιχαντιστή

0
3306

Με λένε Τζαμέλ Ζαρούρ.

Οι δικοί μου ήρθαν απ’ τ’ Αλγέρι, απ’ το Μπελκούρ.

Ο πατέρας μου ήταν ταπετσέρης επίπλων. Δεν τον γνώρισα πολύ και λίγο τον είδα. Απ’ το πρωί κατέβαινε στο μαγαζί, κάτω απ’ το σπίτι, και δούλευε ως το βράδυ. Γυρνούσε, έτρωγε, έπινε τρία ποτήρια παστίς και κοιμόταν.

Μου λεγε ότι ο Αλλάχ δεν νοιάστηκε ποτέ για τους ανθρώπους. Πίστευε στη Γαλλία.

Η μάνα μου ήταν αδύνατη και γλιτσερή, σαν ψάρι ποταμίσιο, όλο κόκαλα. Της άρεσαν τ’ αμερικάνικα. Οι ταινίες, η τηλεόραση, οι μουσικές, τα περιοδικά.

Στο σχολείο είχα δυο φίλους, γάλλους απ’ τ’ Αλγέρι. Μετά είχα έναν.

Όταν ήμουν στο γυμνάσιο ο πατέρας έκλεισε το μαγαζί κι αφήσαμε και το σπίτι. Κανείς δεν έφτιαχνε έπιπλα κι ο πατέρας έπινε όλη μέρα παστίς. Έπεσε και σκοτώθηκε και τον μαζέψαν με το φτυάρι. Η μάνα έκλαιγε, μα μένα δεν μ’ ένοιαξε.

Άφησα το σχολείο, γιατί η μάνα μου δεν δούλευε μόνο έκλαιγε κι έβλεπε τ’ αμερικάνικα και γιατί δεν μ’ άρεσε να διαβάζω και να μου λένε ότι είμαι ηλίθιος οι καριόληδες.

Δούλεψα σε δέκα δουλειές κι όλοι με πλήρωναν σκατά ή δεν με πλήρωναν καθόλου. Γιατ’ ήμουν μικρός, γιατί δεν ήξερα τη δουλειά, γιατ’ ήμουν αλγερινός κι αν δε μ’ αρέσει να πάω στη χώρα μου.

Εμένα η χώρα μου ήταν η Γαλλία.

~~

Μας διώξαν κι απ’ τ’ άλλο σπίτι και μείναμε στο σπίτι ενός άντρα που ήταν με τη μάνα μου. Μια μέρα τον βρήκα να βάζει χέρι στη μικρή μου αδελφή και του ‘κανα τα μούτρα κρέας, του λιάνισα το σαγόνι, να μην μπορεί να ξαναφάει τίποτ’ άλλο από σούπα, με καλαμάκι.

Με πιάσαν και με χώσαν στο Αποχωρητήριο, γιατ’ ήμουν λέει μικρός. Δεκαπέντε ήμουν.

Κι εκεί έδειρα πολλούς κι εκείνον τον μεγάλο που με γάμησε, γιατ’ είχε τους άλλους να με βαστάνε, εκείνον τον βρήκα μόνο του μια φορά και του σπασα τέσσερις αρθρώσεις. Γόνατα και αγκώνες, του τα ‘φερα απ’ τη μέσα μεριά.

Μ’ άφησαν στα δεκαοκτώ κι ο μπάτσος περίμενε απέξω. Θα σου γαμήσω τη μάνα και την αδελφή, τσογλάνι, και με την πρώτη μαλακία θα σε χώσω μέσα για τα καλά, γαμημένο σκυλί, μου ‘πε.

Έμεινα με το φίλο που ‘χα απ’ το σχολείο. Δεν δουλεύαμε κι όταν πηγαίναμε να δουλέψουμε δε βρίσκαμε ούτε μας θέλαν. Την πέφταμε στους τουρίστες και τους ψειρίζαμε. Πήδηξα και μια αμερικάνα με μαλλιά σαν τη Μονρό που ‘βλεπε η μάνα μου.

Με πιάσαν να πουλάω δυο φιξάκια και με χώσαν πάλι μέσα, στους μεγάλους. Εκεί μου ‘καναν τη μούρη ίσια και τον κώλο τρύπιο, αλλά δεν μ’ ένοιαζε να τους αφήσω, τους έδωσα να φάνε τα δόντια τους κι εκείνοι.

Οι ναζήδες δεν με γούσταραν κι η Αρκούδα που ‘χαν για μπροστάρη με στρίμωξε μια μέρα μ’ άλλους πέντε. Μου ρούφηξε το μάτι και το ‘φτυσε. Κρεμόταν το μάτι απ’ το κορδόνι του κι έβλεπα για λίγο το πρόσωπο μου, πριν πέσω κάτω.

Όταν ξύπνησα είχα ένα μάτι. Μα δε με ‘νοιαξε.

~~

Μετά το νοσοκομείο στη φυλακή και βρήκα έναν φίλο του φίλου μου που μου ‘πε για τον Προφήτη. Μου ‘πε για το Κοράνι κι άλλα τέτοια που λίγο ξέρω να τα πω, και δεν με νοιάζει να τα λέω.

Έκατσα ήσυχος και με προσέχανε οι άλλοι δικοί μου και κανείς δεν τολμούσε να μ’ αγγίξει, κανείς δεν τα ‘βαζε μαζί τους, τους φοβόντουσαν όλοι, κι είναι καλό να σε φοβούνται εκεί μέσα.

Όταν βγήκα με βάλανε στο σπίτι τους. Είχαν λεφτά, πιο πολλά απ’ όλη τη γειτονιά, και λέγαν πως τους τα διναν πιστοί. Δεν μ’ ένοιαζε ούτε με νοιάζει που τα βρίσκουν.

Μου λεγαν για τον Αλλάχ και τη τζιχάντ, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Τίποτα δεν με νοιάζει. Σκατά είναι όλα.

~~

Το μόνο που θέλω είναι να γαμήσω τους πάντες, να τους δώσω μια φορά απ’ τα σκατά που έφαγα.

Τους βλέπω να τριγυρνάνε με τα γαμάτα τους ρούχα και να πίνουν καφέδες και να γελάνε και να φιλιούνται στα γαμάτα τους αυτοκίνητα και λέω, γαμιόληδες, θα πάρετε κι εσείς ένα κομμάτι απ’ τα σκατά που τρώω τόσα χρόνια.

Για τον πατέρα μου που πήδηξε απ’ τη ταράτσα, για τη μάνα μου που πηδιόταν με μαλάκες, για την αδελφή μου που βγάζει τη πρέζα της στο δρόμο, για τον Σαμίρ που τον φάγανε οι μπάτσοι, για μένα που έμεινα μ’ ένα μάτι, μισή ζωή, σκατά, λες κι ο θεός σας, ο λευκός, ο γαλανομάτης, με τα δύο μάτια, είναι ο διάβολος, βασανιστής.

~~

Μου δώσαν τ’ όπλο κι άρχισαν τις μαλακίες τους, για να μη φοβηθώ, λέει.

Στ’ αρχίδια μου, τους είπα. Έχω όλο τον κόσμο και τη ζωή και τις μαλακίες σας γραμμένα στ’ αρχίδια μου. Δε με νοιάζει.

Ο κόσμος με γάμησε, θα τον γαμήσω κι εγώ.

Δεν λυπάμαι κανέναν. Εμένα ποιος με λυπήθηκε; Θα τα γαμήσω όλα. Κι αν θες να λέω πόσο μεγάλος είναι ο θεός θα το λέω. Δεν με νοιάζει. Δεν πιστεύω. Μισώ. Αυτή είναι η πίστη μου.

Μισώ. Γιατί δεν έζησα τίποτα άλλο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΥΓ δέκα μέρες μετά:
«Στη διάσημη πλέον συνοικία Μολενμπέκ, επειδή εκεί ζούσαν πολλοί από τους τρομοκράτες που αιματοκύλισαν το Παρίσι στις 13 Νοέμβρη, το ποσοστό ανεργίας ανάμεσα στους νέους φτάνει το 40%, ενώ στην υπόλοιπη χώρα κινείται γύρω στο 8%. Τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζονται και στο Βέλγιο από το 2009 πολλαπλασιάσαν τα φαινόμενα περιθωριοποίησης των νέων της δεύτερης γενιάς μεταναστών που ζουν στην περιοχή, δημιουργώντας ακόμη πιο προσφιλές έδαφος για την εξάπλωση της εξτρεμιστικής ισλαμικής προπαγάνδας.»
http://stelioskouloglou.gr/2015/11/23/eleytheroi-poliorkimenoi-stis-amartoles-vryxelles-tou-steliou-kouloglou/

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΤο κατά Μωυσήν ευαγγέλιο
Επόμενο άρθρο3 γυναίκες μετά το τέλος του κόσμου
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.