Ένα ακόμα καϊπιρίνια για τον Λούλα

0
320

(Επαναστατική Κουζίνα)

(Το πρώτο μέρος εδώ)

Το βραζιλιάνικο καϊπιρίνια μοιάζει με το κουβανέζικο μοχίτο, όσο η πολιτική που εφάρμοσε ο Φιντέλ Κάστρο σε σχέση με εκείνη του Λούλα.
Ο Κάστρο αποδείχτηκε πιο κομμουνιστής και από τους κομμουνιστές –χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα καλό. Ο Λούλα από την άλλη, δεν ήταν και τόσο αριστερός όσο ήθελε να δείχνει πριν εκλεγεί.

Μόλις ο Λούλα πήρε την εξουσία ακολούθησε τη λογική: «Πρέπει να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη της αγοράς για να αυξηθούν οι επενδύσεις».

Διόρισε στην Κεντρική Τράπεζα της Βραζιλίας ένα από τα αγαπημένα παιδιά της Γουόλ Στριτ και τα κονδύλια που είχε υποσχεθεί για κοινωνικά προγράμματα δοθήκαν στο ΔΝΤ για την αποπληρωμή των δανείων –σε σημείο που εξόφλησε τις πρώτες δόσεις νωρίτερα απ’ ό,τι προβλεπόταν.
Έπειτα προχώρησε σε περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες, επιθέσεις στους δημοσίους υπαλλήλους –το αγαπημένο ορεκτικό όλων των νεοφιλελεύθερων- και σε χτύπημα των ασφαλιστικών ταμείων.

Εκατοντάδες χιλιάδες προχώρησαν σε απεργία, και στην πρωτεύουσα Μπραζίλια έγινε μια πολυπληθής διαδήλωση. Τότε ήταν που ο Μπους δήλωσε: «Μ’ αρέσει αυτός ο τύπος.»
Οι τιμές των αγαθών και η ανεργία αυξήθηκαν, ενώ η ανάπτυξη μειώθηκε κατά 50%.

Το πρόγραμμα Μηδενικής Πείνας, που αποσκοπούσε στο να εξασφαλίσει σε κάθε Βραζιλιάνο τα ελάχιστα για την επιβίωση, -σε μια χώρα με 50 εκατομμύρια ανθρώπους να ζούν πολύ κάτω από το όριο της φτώχιας- κατέληξε σε φιάσκο, λόγω ανεπαρκούς χρηματοδότησης.

Το πρόγραμμα αναδασμού της γης, άλλη μια προεκλογική υπόσχεση του Λούλα, εγκαταλείφτηκε, επειδή ο πρόεδρος έκρινε ότι τα 3,5 εκατομμύρια που απαιτούνταν για να βρεθεί γη για ένα εκατομμύριο οικογένειες ήταν πολύ μεγάλο ποσό για τον προϋπολογισμό του κράτους –τη στιγμή που έδινε 17,5 δισεκατομμύρια το χρόνο για τα χρέη προς το ΔΝΤ.

Ταυτόχρονα ξέσπασε ένα σκάνδαλο δωροδοκίας των γερουσιαστών των μικρότερων κομμάτων για να στηρίζουν την κυβέρνηση του Λούλα.

Ο Λούλα φαινόταν καταδικασμένος να μην ξαναεκλεγεί, αλλά όπως γράψαμε στο προηγούμενο κείμενο, δεν είναι άνθρωπος που τα βάζει εύκολα κάτω.
Συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να κερδίσει μεγάλη δημοτικότητα βοηθώντας με μικρές κινήσεις και μικρά ποσά τους πιο φτωχούς.

Είπε χαρακτηριστικά: «Είναι εύκολο και φτηνό να βοηθάει κανείς τους φτωχούς.»
Αλλά ας φτιάξουμε να πιούμε το κοκτέιλ μας, το αγαπημένο των φτωχών της Βραζιλίας.

                                                                                     ~~{}~~

Αφού πλύνουμε καλά το λάιμ το ζουλάμε για να μαλακώσει. Έπειτα το κόβουμε σε οκτώ κομμάτια.
Το βάζουμε στο old fashioned ποτήρι μας και ρίχνουμε από πάνω του τη ζάχαρη.

Ξεκινάμε να το πατάμε με το γουδοχέρι, μέχρι να βγάλει όλο το χυμό του και να λιώσει η ζάχαρη. Αν έχουμε χρησιμοποιήσει ακατέργαστη αυτό δε θα συμβεί ποτέ και θα τη μασουλάμε καθώς θα πίνουμε –να ένας καλός λόγος για να βάλουμε λευκή ζάχαρη.

Μετά γεμίζουμε το ποτήρι με τριμμένο πάγο. Όχι απλώς το γεμίζουμε, το πλημμυρίζουμε, ώσπου ο πάγος να χύνεται απ’ έξω.
Ρίχνουμε από πάνω την κασσάσα μέχρι που να φτάσει ως τα χείλη του ποτηριού.
Βάζουμε μέσα τον αναδευτήρα ή τα κοντά καλαμάκια και η καϊπιρίνια είναι έτοιμη.

Στα περισσότερα μπαρ της Ελλάδας ο μπάρμαν ανακατεύει το κοκτέιλ σας με το μπαροκούταλο πριν σας το δώσει –ίσως επειδή έχει καθιερωθεί να πιστεύεται ότι οι Έλληνες είναι τόσο τεμπέληδες που ούτε το κοκτέιλ τους δε θέλουν να ανακατεύουν μόνοι.

Αλλά, όπως το κάνουν και στη Βραζιλία, είναι καλύτερα να το πάρετε χωρίς προηγούμενη ανάδευση και κάθε τόσο να το ανακατεύετε μόνοι σας για να ελέγχετε πόση ζάχαρη και πόσος χυμός θα αναλογεί στη κασσάσα σας.

Σημείωση: Τα λιωμένα λάιμ μέσα στο ποτήρι σας δίνουν την εντύπωση σκουπιδοτενεκέ, οπότε καλύτερα να πίνετε χωρίς να κοιτάτε.

                                                                             ~~{}~~

Και μια παρένθεση σχετική με την προκατάληψη και τα μπαρ.

Δουλεύοντας σε ένα εστιατόριο πολυτελείας στη Θεσσαλονίκη ως μπάρμαν είχα τη φαεινή ιδέα, μια μέρα που μου ζητήσαν τζιν-τόνικ να βάλω μέσα φέτα αγγουριού αντί για λεμόνι. Οι Άγγλοι τουρίστες που εξυπηρετούσα στην Νάξο έτσι το ζητούσαν–και αυτοί κάτι ξέρουν παραπάνω από τζιν.

Ο σερβιτόρος –στη Θεσσαλονίκη- μου έφερε πανικόβλητος πίσω το ποτό.
«Ρε μαλάκα», μου είπε με τα τελευταία υπολείμματα συναδελφικής αλληλεγγύης να έχουν θαφτεί κάτω από το ενδεχόμενο να χάσει το φιλοδώρημα, «σου έπεσε μια φέτα αγγούρι μες στο ποτό.»
«Δε μου έπεσε», του απάντησα, «επίτηδες το έβαλα. Είναι πιο ωραίο έτσι… Οι Άγγλοι έτσι το πίνουν.»
Ο σερβιτόρος με κοίταξε με επιείκια και λύπηση, έχοντας καταλάβει ότι δε θα δούλευα για πολύ καιρό στο συγκεκριμένο μαγαζί.
«Εδώ είναι Θεσσαλονίκη. Φτιάξε ένα καινούριο με λεμόνι.»
Τέλος παρένθεσης και επιστροφή στο Λούλα.

                                   ~~{}~~

Τον δεύτερο χρόνο της θητείας του εγκαινίασε το πρόγραμμα που συνδέθηκε μαζί του περισσότερο από κάθε τι άλλο, το Μπόλσα Φαμίλια (Bolsa Família), που παρέχει οικογενειακό επίδομα 12$ το μήνα για κάθε παιδί που πηγαίνει στο σχολείο και 40$ για κάθε οικογένεια που χαρακτηρίζεται πολύ φτωχή.

Το πραγματικό κόστος του προγράμματος είναι αστείο αλλά οι πολιτικές του συνέπειες τεράστιες.

Κι αυτό όχι μόνο επειδή συνέβαλε, έστω και ελάχιστα, στη μείωση της φτώχειας και την αύξηση της ζήτησης στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας.

Σημαντικό είναι και το συμβολικό μήνυμα που εκπέμπει: ότι το κράτος νοιάζεται για τον απλό Βραζιλιάνο, ανεξάρτητα από το πόσο εξαθλιωμένος είναι.

Στη συνέχεια –και αμέσως μετά το σκάνδαλο της κρατικής διαφθοράς που προαναφέραμε- προχώρησε σε αυξήσεις στον κατώτερο μισθό.

Επιπλέον, ενισχυτικό ρόλο έπαιξε η άμεση καθιέρωση του crédito consignado, τραπεζικών δανείων για τις ανάγκες του νοικοκυριού που δίνονταν σ’ αυτούς που δεν είχαν ποτέ τραπεζικούς λογαριασμούς, με την αποπληρωμή να γίνεται απευθείας από τους μηνιαίους μισθούς ή τις συντάξεις.

Και ενώ η δημοτικότητα του αυξανόταν με τα μέτρα που πήρε –και τα οποία δεν του κόστισαν πολύ- η τύχη φάνηκε πολύ καλή με το Λούλα. Η κινεζική ζήτηση των κύριων εξαγώγιμων προϊόντων της Βραζιλίας, του σιδηρομεταλλεύματος και της σόγιας, απογειώθηκε εν μέσω μιας γενικότερης ραγδαίας αύξησης στις τιμές των πρώτων υλών.

Και λίγο πριν τη λήξη της δεύτερης θητείας του ανακαλύφτηκαν μεγάλα υποθαλάσσια κοιτάσματα πετρελαίου.

Αλλά αν δεν πρέπει να αδικήσουμε σε κάτι το Λούλα αυτό είναι ο τρόπος που χειρίστηκε την εξωτερική πολιτική.

Δίχως να έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με την Ουάσινγκτον έδωσε προτεραιότητα στη λατινοαμερικάνικη αλληλεγγύη και δεν απομόνωσε τη Βενεζουέλα του Τσάβες και την Κούβα.

Επιπλέον αντιτάχτηκε στη θέληση των ΗΠΑ σε δύο –πολύ σημαντικά- θέματα: Αναγνώρισε την Παλαιστίνη ως κράτος και αρνήθηκε να συμμετάσχει στο εμπάργκο ενάντια στο Ιράν –καλώντας μάλιστα τον Αχματινετζάντ στην Βραζιλία.

Ταυτόχρονα διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στο νέο αντίπαλο δέος της δυτικής συμμαχίας, στο BRIC (τα αρχικά για Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα).

                                      ~~{}~~

Το Σύνταγμα της χώρας του δεν του επέτρεπε να είναι υποψήφιος για τρίτη φορά, αλλά ο Λούλα κέρδισε ξανά τις εκλογές υποστηρίζοντας την Ντίλμα Ρούσεφ, μια μορφή ελάχιστα γνωστή στον πληθυσμό μερικούς μήνες πιο πριν, που ποτέ δεν είχε συμμετάσχει σε κάποια ψηφοφορία, και καθόλου χαρισματική, και η οποία κέρδισε –από τη στιγμή που επελέγη από αυτόν– με ποσοστά παραπλήσια προς αυτά του Λούλα, ένα ισχυρό 56%.

Τον ίδιο καιρό του διαγνώστηκε και καρκίνος του πνεύμονα –ήταν καπνιστής για σαράντα χρόνια, αλλά όπως δείχνουν τα αποτελέσματα της θεραπείας, πιθανότατα θα διεκδικήσει την επόμενη προεδρία και θα δει τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες σε χώρα της Νότιας Αμερικής, στο Ριο ντε Τζανέιρο το 2016.

                                                                             ~~{}~~

Συμπερασματικά ο Λούλα είναι όπως το καϊπιρίνια. Ένα δυνατό ποτό, που μπορεί και να σε απογοητεύσει, αλλά σίγουρα αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσεις. Ειδικά αν έχεις βαρεθεί να πίνεις συνέχεια τα ίδια ανούσια κοκτέιλ, μπλε και πράσινα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Γελωτοποιός άντλησε υλικό από τα:
«Η Βραζιλία του Λούλα», του Πέρυ Άντερσον, από το νέο Λόγιο Ερμή τ.2
«Μια νέα Αριστερά απέναντι στον Λούλα», Νίκος Λούντος
Και άλλη μία –πηγή- της οποίας δυστυχώς δεν κράτησα τα στοιχεία.