Το πορτρέτο ενός εγκλωβισμένου μικροαστού

0
4199

1

Ο Μπουνιουέλ γύρισε τον Εξολοθρευτή Άγγελο -το 1962.

Σ’ αυτή την ταινία βλέπουμε μια παρέα αστών που συγκεντρώνεται στο σπίτι του ζεύγους Nobile για να δειπνήσουν. Μετά το τέλος του δείπνου όμως, αντί ν’ αναχωρήσουν, όλοι βρίσκουν μια δικαιολογία, εγκαθίστανται και κοιμούνται στο σαλόνι.

Το επόμενο πρωινό, μετά τον καφέ τους, διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να βγούνε από το δωμάτιο. Είναι εγκλωβισμένοι στο σαλόνι, χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος, κάποιο εμπόδιο. Απλά δεν μπορούν να φύγουν!

Μέρα με τη μέρα -και υπό την πίεση της πείνας και της δίψας- οι μάσκες της ηθικής αρχίζουν να πέφτουν και οι παγιδευμένοι αστοί ξεπέφτουν σε ένα σχεδόν ζωώδες επίπεδο.

Η ταινία εξελίσσεται και κορυφώνεται αριστουργηματικά, αλλά το ζητούμενο –από τη δική μας πλευρά- είναι τι εμποδίζει τους συνδαιτυμόνες να βγουν έξω. Και καταλαβαίνουμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για πρόβλημα βούλησης και όχι αδυναμίας εξόδου.

Ο Μπουνιουέλ αρεσκόταν να καυτηριάζει την αστική τάξη, αλλά σε κάποια συνέντευξη είχε παραδεχτεί ότι τίποτα δε θα άλλαζε αν στη θέση των μπουρζουάδων ήταν εργάτες ή μικροαστοί.

Τολμώντας έναν ριψοκίνδυνο παραλληλισμό οι Έλληνες μοιάζουν να είναι παρόμοια εγκλωβισμένοι στο σαλόνι –ή μάλλον στα υπόγεια- της Ευρώπης.

Η πείνα και η δίψα τους βασανίζει, οι μάσκες έχουν πια πέσει, η μισαλλοδοξία είναι μέρος της καθημερινότητας τους, αλλά δεν μπορούν να διασχίσουν το κατώφλι.

Λάθος! Μπορούν, αλλά –χωρίς να το συνειδητοποιούν- δε θέλουν.

Αυτό το πρόβλημα βούλησης οφείλεται καταφανώς στη μικροαστική νοοτροπία των Ελλήνων.

                                                                           –

Δύο από τα πιο τυπικά γνωρίσματα της ψυχοσύνθεσης του μικροαστού είναι ο οικογενειακός εγκλωβισμός και το σύνδρομο του επιλοχία.

                                                                      –

Για τον οικογενειακό εγκλωβισμό στην Ελλάδα δε χρειάζεται να πούμε πολλά. Ένα όμως χαρακτηριστικό παράδειγμα της προαγωγής αυτής της ιδιωτικής παθογένειας σε κοινωνικό επίπεδο είναι η οικογενειοκρατία στην πολιτική ζωή.

Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη χώρα που το πρωθυπουργικό αξίωμα να κληροδοτείται. Γιοί, εγγόνια, ανίψια, ξαδέλφια και μπατζανάκηδες έχουν ιδιοποιηθεί την εξουσία τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. Πόσους πλέον Παπανδρέου, Καραμανλήδες, Μητσοτάκηδες, Μπακογιάννηδες, Κεφαλογιάννηδες κλπ κλπ ν’ αντέξουμε;

                                             –

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του μικροαστού είναι το σύνδρομο του επιλοχία (τάδε έφη Βίλχελμ Ράιχ).

Ο επιλοχίας είναι ένας μέσος υπαξιωματικός, που όσοι έχουν περάσει από τον στρατό θα τον θυμούνται πολύ καλά.

Είναι ανώτερος απ’ τον λοχία και τους φαντάρους – και κατώτερους απ’ όλους τους άλλους.

Ο ρόλος του είναι μεσολαβητικός: Προσπαθεί να υποτάξει τους κατωτέρους και υποτάσσεται με απόλυτη ευπείθεια στους ανωτέρους του.

Συνήθως είναι αυτός που φωνάζει, βρίζει, περιφρονεί και χλευάζει τον αδύναμο να αντιδράσει φαντάρο, ενώ «στέκεται σούζα», όποτε βλέπει αξιωματικό.

Μιμείται το βάδισμα των αξιωματικών, τον τρόπο ομιλίας τους, το ντύσιμο τους. Όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει αξιωματικός κι αυτός –ή τουλάχιστον ένας αρχιλοχίας.

                                                                     –

Ο μικροαστός στην καθημερινότητα συμπεριφέρεται όπως ένας επιλοχίας.

Έχει πάντα το βλέμμα στραμμένο προς τα πάνω και ονειρεύεται να γίνει μια μέρα πασάς, όχι για κάποιο «ανώτερο σκοπό», όπως την αυτοβελτίωση ή για να προσφέρει έργο στους συνανθρώπους του, αλλά μόνο για να «λαδώσει το εντεράκι του» και την αυτοπεποίθηση του – όπως ο αρχετυπικός Χατζηαβάτης.

Όσο παραμένει επιλοχίας-μικροαστός προσπαθεί να μοιάσει στους ανώτερους του, ενδυματολογικά και επιφανειακά. Ακόμα κι αν δεν έχει να φάει θα ντυθεί όπως ντύνονται αυτοί που θαυμάζει, θα καταχρεωθεί για να αποκτήσει ένα αντικείμενο κύρους –όπως αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού, smart phone, επώνυμα κοσμήματα.

Παρακολουθεί με ευλάβεια τις τηλεοπτικές εκπομπές και αποθεώνει τα ριάλιτι-τάλεντ σόου, όπου μπορεί ο κάθε επιλοχίας να γευτεί –έστω για δεκαπέντε λεπτά- την επιτυχία και τη διασημότητα ή να πατήσει σε αυτές για να γίνει μέρος του συστήματος που τον έχει καταδικάσει να είναι πάντα υπαξιωματικός.

Λατρεύει τα πρόσωπα των κουτσομπολίστικων περιοδικών και εφημερίδων, γιατί διαβλέπει στη στεφανωμένη μετριότητα τους μια πιθανότητα να στεφανωθεί κι εκείνος.

Την ίδια στιγμή μισεί, περιφρονεί και διώκει όλους όσοι είναι κατώτεροι από εκείνον.

Τον εργάτη, τον άνεργο, τον φτωχό  – που δεν έχει δικό του σπίτι ή αυτοκίνητο.

Τον χωριάτη που μιλάει με βλάχικη προφορά.

Τον μετανάστη και τον πρόσφυγα, πρωτίστως, που δεν έχει τίποτα.

                                         –

Ο μικροαστός ρέπει προς τη μεταφυσική, τον ρατσισμό και τον φασισμό. Υπηρετεί τον ηγέτη του –όποιας πολιτικής απόχρωσης- και ταυτίζεται με τις ιδέες που του υπαγορεύει.

Ενώ μπορεί να σκεφτεί μόνος του –κάθε άνθρωπος το μπορεί- προτιμάει να αναμασάει τις λέξεις και την ιδεολογία που ξερνάνε τα πρότυπά του.

Δεν έχει επίγνωση της κοινωνικής του ταυτότητας (ή αλλιώς ταξική συνείδηση), αφού διαρκώς αναλώνεται σε επιθέσεις ενάντια στους κατώτερους και τους όμοιους του ή σε ονειροπολήσεις αιφνίδιας οικονομικής και κοινωνικής προαγωγής.

                                      –

Έτσι ο επιλοχίας-μικροαστός συνεχίζει να δοξάζει τον ηγέτη του, όσο κι αν αυτός τον καταδικάζει στην ένδεια.

Και μένει εγκλωβισμένος στα υπόγεια της ιστορίας, άβουλος και μοιραίος.