Η χαμένη διμοιρία της Αλμυράς Ερήμου

0
2221

2

Οι πρόγονοι του Αδάμ

(Ο προπάππους μου, Αντώνης Δόγκας, πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία, ως οπλίτης. Όταν η Ένατη Μεραρχία έφτασε στο Εσκί Σεχίρ κάποιοι εξεγέρθηκαν και ζητούσαν “απόλυση”, για να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ως παραδειγματισμό μια διμοιρία αφέθηκε στην Αλμυρά Έρημο για να περιμένει την Ενάτη που προέλασε προς την Άγκυρα… Ποτέ δεν επέστρεψε.

Από τη διμοιρία της Αλμυράς Ερήμου μόνο δύο επιβίωσαν. Τους βρήκαν να περιφέρονται κοντά στο Γενί λιμάνι, κουρελιασμένοι και αλλόφρονες. Παραμιλούσαν για ψείρες σε μέγεθος σκορπιού, για λίμνες, ποτάμια και για κανίβαλλους.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μυθοπλαστική ανασύνθεση βασισμένη σε αληθινά γεγονότα)

~~{}~~

Άθλιε Νέστορα, με ξεσήκωσες και μ’ έφερες να πεθάνω στη γη της Ιλιάδας. Άθλιε Νέστορα, ήξερες καλά πως θα με πείσεις. Όταν ακούστηκε η καμπάνα και οι ιαχές, όταν βγήκαν τα στρατά στους δρόμους κι όλοι μιλούσαν για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά και για τη Μηλιά και όλοι πανηγύριζαν λες και ήταν μεγάλο γλέντι, πετάχτηκα κι εγώ  και ήρθα να ανταμώσω τα παράσημα σου και τις ιδέες σου.

Ίσως να πάρω κι εγώ παράσημο. Έναν επάργυρο σταυρό, μπορεί και επίχρυσο, που θα δώσουν στην Ελένη μου σε κάποια επίσημη τελετή. Και το μετάλλιο θα μαυρίσει από τον καιρό και θα μαυρίσει από τα δάκρυα της, θα μαυρίσει κρεμασμένο στον τοίχο. Ο χρυσός θα είναι μια λεπτή φλούδα σαν από μανταρίνι και πιο λεπτή ακόμα, και θα μαδήσει, θα μαδήσει και ο τοίχος, και θα πέφτουν οι σοβάδες σαν φλούδες, σαν τις σάρκες μου που πέφτουν όταν ξύνομαι.

Και το τιμητικό μου κενοτάφιο θα είναι κάπου εκεί, κάπου στη Σαλονίκη, ίσως στην Ευαγγελίστρια, εκεί ανάμεσα στα σπίτια, ανάμεσα στα δέντρα και κάτω από τη βροχή. Θα είναι μόνο το κενοτάφιο να γεύεται τις ομίχλες του Γενάρη και όταν λιώνει το χιόνι να το πίνει, σταγόνα-σταγόνα, νερό πιο καθαρό και από τα μάτια της, δροσιά τα πρωινά και δροσοσταλίδες και στάλες και η βροχή, η βροχή να μουσκεύει το χώμα και ρυάκια να ξεθάβουν τα κόκαλα, να φανερώνουν τα κρανία…

Όμως το δικό μου κρανίο θα είναι εδώ, αφυδατωμένο και άνυδρο κι ούτε βροχή ούτε ποτάμια θα ξεθάψουν τα κόκαλα μου που θα είναι τόσα χιλιόμετρα μακριά από την αγαπημένη μου και από την πόλη μου και από το λιμάνι και από τη θάλασσα… Αλάτι…

Έχω φάει αρκετό αλάτι για όλη τη Σαλονίκη. Ίσως για όλο τον κόσμο μαζί, για κάθε έναν και όλους μαζί, αλάτι, αηδιάζω, άλατι… Δεν αντέχω άλλο αλάτι. Θα μπορούσα να έχω και κάτι άλλο μαζί; Μια ντομάτα; Ε; Ή μήπως ένα καρπούζι; Χωρίς αλάτι. Ένα μεγάλο ζουμερό καρπούζι…

Να το κάνω κομμάτια και να δω να ξεπροβάλλει κάτω απ’ το, φτου, κάτω από τη φλούδα να φανεί η κόκκινη σάρκα, η υγρή σάρκα, να τη δαγκώσω, να τη φιλήσω και να ρουφήξω τους χυμούς της, φτου, να χώσω όλο το πρόσωπο μου μέσα και να τρώω, να ρουφάω και να φτύνω, να φτύνω τα κουκούτσια και τις τρίχες, φτου, ζουμιά υγρά χυμοί ποτάμια χείμαρροι, να με πλημμυρίζει με χυμούς κι εγώ να καταπίνω και να ρουφάω και να φτύνω…

Τώρα θα έχουν ανέβει οι κατσίβελοι με τις καρότσες τους γεμάτες καρπούζια, καρπούζια από τον νότο και τα γαϊδούρια θα αγκομαχούν και θα φωνάζουν οι κατσίβελοι, πάρε, πάρε τα πιο ζουμερά καρπούζια, πάρε… Και θα κατέβω και θα του πω, δως μου λίγο να δοκιμάσω, και θα μου πει αυτός, τι λίγο; πάρε να βρεις τη γειά σου, φάε να δεις τι βγάζει ο ήλιος της…

Τώρα δεν υπάρχει ήλιος, δεν υπάρχει ούτε αχτίδα, είναι νύχτα, κάνει κρύο, αυτό το βάρβαρο μογγόλικο κρύο που δεν ξέρω που κρύβεται τη μέρα, κάπου κρύβεται, γιατί τη μέρα δεν μπορείς να το βρεις πουθενά, όπου κι αν κοιτάξεις είναι ο ήλιος. Μέσα στο αμπρί, κάτω από τις πέτρες, ακόμα και κάτω από τις πέτρες τρυπώνει, ήλιος που δε σ’ αφήνει να δεις….

Οι πέτρες καίνε σαν κάρβουνα και κάποιος είπε για αστείο πως ήθελε να κάνει τον αναστενάρη και γέλασε και έτσι όπως γέλασε, δεν ξέρω τι μου ‘ρθε, του έχωσα μια πέτρα μέσα στο στόμα, μέσα στο μεγάλο του στόμα που γελούσε, και όπως τρέξανε τα αίματα, έτσι όπως είδα το αίμα να κυλάει, λίγο έλειψε να πέσω πάνω του και να τον ρουφήξω, όλοι το σκέφτηκαν, το είδα στα μάτια τους, είδα τη λαχτάρα τους να πιούν κάτι, ακόμα και αίμα… Κι ας ήταν ζεστό. Θα ήταν πιο δροσερό από τον ήλιο κι από τις πέτρες και από τους σκορπιούς…

Τι μας είπε ο δεκανέας; Είπε αν ρίξουμε έναν κουβά νερό στο χώμα θα μαζευτούν από μακριά εκατοντάδες σκορπιοί για να πιουν, γιατί μυρίζονται το νερό από μακριά, κι εμείς γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε και ήμασταν σίγουρα σαν σκορπιοί, μας έλεγε να ρίξουμε έναν κουβά νερό στο χώμα, έναν κουβά νερό! Αν είχαμε έναν κουβά νερό θα τον ρίχναμε στο χώμα; Θα τον πίναμε, σιγά-σιγά, να είχαμε φαντάσου έναν κουβά νερό ο καθένας και να πίναμε, νερό όχι αίμα, και μετά να άρχιζε να βρέχει, ποτάμια, καταρράκτες, νερά, νερά…

Το νερό να τρέχει παγωμένο και σαν κρύσταλλο, κι εγώ να κρυώνω, το νερό ως το γόνατο και να μου λέει ο πατέρας, να μου φωνάζει ΒΟΥΤΑ και να παίρνω νερό στα χέρια μου για να βρέξω τους ώμους μου και την πλάτη μου, παγωμένο, και να πίνω μια χουφτιά, και να μου λέει η μάνα μου να μην πίνω γιατί έχει μέσα φίδια, μια φορά μια γυναίκα ήπιε και γέμισε η κοιλιά της φίδια, ήταν αυγά φιδιά στο νερό και δεν φαίνονται, φίδια και νερό και τι με νοιάζουν μένα τα φίδια; Δεν είσαι άντρας, ρε! θα μου πει ο πατέρας μου και θα βουτήξω και θα ανοίξω τα μάτια μες στο νερό, και μετά θα βγω και θα τον κοιτάξω, στα μάτια, επειδή είμαι άντρας…

Είμαι άντρας, σίγουρα είμαι άντρας τώρα πια, γι’ αυτό και με πήραν στον πόλεμο, στην εκστρατεία ή όπως θέλουν να το λένε εκείνοι που πίνουν νεράκι στο σπίτι τους και καπνίζουν μπρος στο τζάκι….

Όχι, είναι καλοκαίρι, δε θα ‘χουν ανάψει ακόμα τα τζάκια. Είναι καλοκαίρι στη Σαλονίκη και στην Ελλάδα και παντού, μόνο εδώ έχει κρύο, μόνο εδώ πρέπει να φοράω τη χλαίνη μου και τα σώβρακα, και τα δύο σώβρακα για να μην κρυώνω, κι είναι παντού πάνω μου ψείρες, εκατομμύρια ψείρες, ‘μοβόρες ψείρες, τουρκάλες, με τεράστια μουστάκια, και μου ρουφάνε το αίμα οι καργιόλες όλη την νύχτα, δεν έχουν το θεό τους, ούτε ο θεός δεν τις σταματά, θ’ ανέβουν και πάνω του στο τέλος, κανείς δεν τις σταματά…

Ξέρουν καλά να κρύβονται οι καριόλες, ξέρουν καλά. Τη μέρα βρίσκουν έν’ ανάχωμα στη ραχοκοκαλιά μου και δεν τις φτάνω… Και με το βράδυ, μόλις φοράω το δεύτερο σώβρακο και τη στολή και τη χλαίνη, πέφτουν πάνω μου και μασουλάνε, ρουφάνε, ρουφάνε το νερό, δεν τις νοιάζει το αίμα, νερό ρουφάνε…..

Σσσσσσσσσσσσσσσσς! Νομίζω ότι άκουσα ένα χλιμίντρισμα. Έχουν μείνει κι άλλα; Νόμιζα ότι ο Ψωραντώνης ήταν ο τελευταίος… Πότε τον σφάξαμε κι αυτόν; Πάνε μέρες, Ή μήπως βδομάδες; Που να ξέρω; Ούτε κι αυτός ήξερε πόσο καιρό είχε περάσει στα χαρακώματα. Ήταν σίγουρα στο Μοναστήρι, στον πρώτο πόλεμο… Ήταν αυτός ο πρώτος; Κι αυτός θα είναι ο τελευταίος;

Είχαν χαράξει στη σαγή του την ημερομηνία και το λόχο και το όνομα, κάποιος φαντάρος είχε χαράξει το όνομα του. Το θυμάμαι γιατί με φώναξαν και μου είπαν Αντώνη, έλα να δεις, τότε ήμασταν ακόμη στο Μιχαηλί και κάναμε αστεία, Αντώνη, αυτό το μουλάρι έχει το όνομα σου. Κοιτάξα κι ήταν αλήθεια, Αντώνη το λέγανε, Αντώνη Κωστούλη… Το θεώρησα μεγάλη τύχη και ήταν, στ’ αλήθεια ήταν, αφού ο Ψωραντώνης έφτασε μαζί μας ως εδώ. Περπάταγε το άτιμο κι ας ήταν πιο γέρικο από ‘μας, πήγαινε… Κι όταν μύριζε αμμοράδικα έτρεχε, μπορούσε ακόμα να τρέχει μέσα στην άμμο…

Άμμος, σύννεφα άμμου και καταιγίδες άμμου και βουνά από άμμο, δεν υπήρχε τίποτα άλλο από άμμο μόλις περάσαμε το Σαγγάρι. Ούτε λουλούδια ούτε ποτάμια, μόνο εκείνα τα αμμοράδικα, μικρά κόκκινα και πικρά. Αυτά τα μύριζε από χιλιόμετρα ο Ψωραντώνης και έτρεχε, εφορμούσε καλπάζοντας και πήγαινε κι έπεφτε με τα μούτρα. Γιατί είχαν νερό μέσα αυτά τα αμμοράδικα. Μόλις το καταλάβαμε πηγαίναμε κι εμείς από πίσω του και τρώγαμε κι εμείς, έτσι στα τέσσερα. Να κλωτσάει ο Ψωραντώνης απ’ τη μια, να σπρώχνω εγώ από την άλλη, ήμασταν αληθινοί σύντροφοι εκείνες τις στιγμές. Μοιραζόμασταν την τροφή…

Πόσο καιρό τρώγαμε γαλέτα; Κι εκείνο το ζωμό, που ‘λέγαν ότι ήταν από κρέας, αλλά ποιος νοιαζόταν για το κρέας; Είχε νερό, αυτό θέλαμε, νερό… Τώρα δεν έχουμε τέτοια προβλήματα. Δεν έχουμε νερό, δεν έχουμε ζωμό ούτε τον Ψωραντώνη να μας βρίσκει αμμοράδικα έχουμε… Τζάμπα τον σφάξαμε τον κακομοίρη, δεν είχε κρέας πάνω του και ζήτημα αν έβγαλε ένα λίτρο αίμα… Αλλά και να τον αφήναμε μήπως θα είχε τίποτα να φάει; Όλη την περιοχή τη βοσκήσαμε παρέα…

Δεν ξέρω γιατί μείναμε εδώ. Ο Χαράλαμπος έλεγε πως φυλάμε την έρημο, γι’ αυτό μας άφησε η Ενάτη και κίνησε για την Άγκυρα. Να φυλάμε την έρημο από ποιόν; Και για ποιόν; Για ποια πατρίδα; Έτσι δεν μου έλεγε ο Αδάμ; Για ποια πατρίδα πας να πολεμήσεις, Αντώνη; Έτσι μου ‘λεγε. Η δικιά σου πατρίδα είναι η Σαλονίκη, η Ελένη σου, τι το θες να τρέχεις στην Κόκκινη Μηλιά;

Δεν καταλαβαίνεις, του έλεγα. Και που να καταλάβει ο Αδάμ; Ποιητής ήταν, δεν ήταν Έλληνας. Εβραίος ήταν. Περιπλανώμενος μια ζωή, ίδιος Αχασβήρος, άπατρις, άπιστος και άνελπις… Δεν ήξερε αυτός τι νιώσαμε εμείς όταν ακούσαμε τις καμπάνες, όταν μας φώναξε ο Νέστορας να πάρουμε πίσω τις χαμένες πατρίδες…

Ίσως να έρθει μια μέρα και για τον Αδάμ, μια μέρα που θα ψάξει κι αυτός για την πατρίδα του. Αν και δεν είναι τόσο Εβραίος όσο ποιητής. Και οι ποιητές δεν έχουν πατρίδα ούτε ιδανικά ούτε θρησκεία. Δεν ξέρει τι σημαίνει πατρίδα. Πόσα αξίζει να κάνεις γι’ αυτήν. Χορτάρι να τρως, χορτάρι και άμμο. Και άμμο, ναι, άμμο, θα το κάνω για την πατρίδα μου, Αδάμ, ναι, για την Ελλάδα, ναι…. Α ς   έ ρ θ ε ι   κ ά π ο ι ο ς   ν α   μ ε   π ά ρ ε ι    α π ό  ‘δ ω !

Δεν είναι η πατρίδα μου αυτή. Η πατρίδα μου έχει ποτάμια, έχει δέντρα, έχει και την Ελένη…

Όμως το ήθελα, το ήθελα να έρθω. Το ήθελα; Δεν μας είχε πει κανένας πως θα είναι, κάτι άλλο σκεφτόμασταν, πάντα κάτι άλλο σκεφτόμαστε… Γιατί μας αφήσανε εδώ; Γιατί χρειάζεται φρουρούς η έρημος; Αφού δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε στην άμμο να φεύγει. Δεν μπορούμε να τουφεκίσουμε την άμμο. Αλλά μήπως κανείς μας ρώτησε;

Στο Γεϊντή Γαζή δεν ήτανε που μας άφησαν να τρώμε και να πίνουμε και εκεί δεν ήταν ή στο Εσκί Σεχίρ που έδωσαν τα πρώτα παράσημα, ήξεραν αυτοί τι έκαναν… Και όλοι οι έφεδροι φωνάζαμε, απόλυση, απόλυση, γιατί νομίσαμε πως θα μας έπαιρναν πίσω, είχαμε κάνει το καθήκον μας, φτάσαμε ως την κόκκινη, την κίτρινη, ποια στο διάολο ήταν εκείνη η μηλιά, εκεί που μου έδωσε η Αρμένισσα πέντε μήλα για δέκα πεγκανότες;

Κι όλοι πιστεύαμε πως θα γυρίσουμε.Και μου ‘λεγε το βράδυ ο Γεωργόπουλος για τη σταφίδα και για τα βερίκοκα, και μου ‘λεγε για το χωριό του στην Κορινθία και για τη γυναίκα του που τον περίμενε να πιουν μαζί μπρούσκο κρασί, το αίμα του Ηρακλή, κατακόκκινο κρασί, να πίνεις και να γίνεσαι λιοντάρι… Και θα την ξάπλωνε την Πόπη στο κρεβάτι και θα την κρατούσε μέρες ολάκερες και νύχτες ατελείωτες με ανοιχτά τα πόδια.

Μου ‘λεγε ο Γεωργόπουλος να πάω να τον βρω, θα ‘σφαζε και το γουρούνι σαν γύριζε και ας ήτανε ακόμα καλοκαίρι… Κι όλοι νομίζαμε ότι ήταν καιρός να γυρίσουμε στις πατρίδες μας, στις προσωπικές, στις ιδιαίτερες, τις οικείες, τις δικές μας πατρίδες, στα σπίτια μας και στον κόρφο των γυναικών μας, να δούμε πάλι τα άσπρα μαλλιά της μάνας μας, να τη φιλήσουμε πριν να πεθάνει, κι όλοι πιστεύαμε πως θα γυρνούσαμε στις θάλασσες και στα ποτάμια και στα βουνά μας….

Άντε να πηγαίνουμε. Καλά κάναμε το καθήκον μας, Νέστορα, πάμε τώρα να κάνουμε και κάνα παιδί, να δουλέψουμε, να γλεντήσουμε, να ζήσουμε. Ο πόλεμος δεν είναι ζωή, ο πόλεμος δεν είναι ζωή, ο πόλεμος δεν είναι…

Κι όλοι γλεντάγαμε εκείνο το βράδυ. Γυρνάμε πίσω, λέγαμε, και ξοδεύαμε τα τελευταία μας λεφτά στα καπηλειά, άντε ωρέ, ποιος μας πιάνει τώρα; Άντε, καλή πατρίδα…

Το βράδυ κάποιος ήρθε στα σκηνάκια και είπε πως έμαθε ότι θα φύγουμε μπροστά, για το Αφιόν… Που είναι αυτό; τον είχα ρωτήσει και αυτός μου είπε, μπροστά, προς Άγκυρα… Και τι θέλαμε εμείς στην Άγκυρα; Δεν είναι τα σπίτια μας στην Άγκυρα μας. Ούτε η γυναίκα του Γεωργόπουλου είναι στην Άγκυρα ούτε οι μανάδες μας είναι στην Άγκυρα ούτε η Σαλονίκη είναι στην Άγκυρα… Δεν μπορεί να είναι αλήθεια, λέγαμε, δεν μπορεί θα μας γυρίσουν πίσω, απόλυση, πατρίδα…

Το πρωί, πριν ακόμα βγει ο ήλιος, η σάλπιγγα έδωσε το σύνθημα. Προέλαση. Η προέλαση των πτωμάτων…

(Η συνέχεια)