Τρεις μικρές ιστορίες σε τρεις χρόνους

0
780
Από κολίγας, σκλάβος σε μια μέρα.

Ο Τζον ήταν κολίγας, όπως κι ο πατέρας του, κι ο παπούς του, και πολλές γενιές πριν. Στο Ντάουβιτς, κάτω από τον πύργο του βαρόνου, είχε κι η γυναίκα του όλη την παρόμοια ιστορία. Κι αυτό περίμεναν από τα παιδιά τους, καθώς στο πρώτο χάραμα ξυπνούσαν όλοι μαζί για να ξεκινήσουν για το σπίτι του επιστάτη Γουόρεν που θα τους έδινε τις δουλειές της ημέρας.
Αλλά τους πρόλαβαν οι επιδρομείς!

Βάρβαροι ντυμένοι με γούνες και κραδαίνοντας πυρσούς και μεγάλα τσεκούρια μπήκαν από κάθε δυνατή είσοδο στο χωριό, σκοτώνοντας όποιον τους αντιστεκόταν, και μάζεψαν τους κολίγες όλους στην πλατεία. Τους φόρτωσαν με ότι αγαθά είχε στην αποθήκη του επιστάτη σαν φόρο του βαρόνου, και μεγάλη φάλαγγα τους πήγανε ολοήμερη πορεία μέσα από τους βάλτους στον κρυφό όρμο που είχαν κρυμμένα τα ρηχά μακρόστενα καράβια τους. Φορτώσανε τα αγαθά και τους κολίγες, για να τα εμπορευτούν και τα δύο στις αγορές του νότου, κι έβαλαν πλώρη με την πλημμυρίδα το σούρουπο.
Από κολίγας, σκλάβος σε μια μέρα! Είναι κάποιες μέρες που η τύχη απλά χαμογελάει!

Όλοι οι μέχρι πρότινος κολίγες και νυν σκλάβοι, μαζί με τις οικογένειές τους, κάθονται στριμωγμένοι στο υγρό πάτωμα ενός σκοτεινού μπουντρουμιού του καραβιού. Τα κορμιά τους ιδρωμένα και τα μάτια τους βουρκωμένα, αναζητούν απαντήσεις και παρηγοριά στα πρόσωπα των άλλων.
Δε βρίσκουν τίποτα.
Τα χέρια πιάνονται, χαϊδεύουν, ψηλαφίζουν, σφίγγουν, ψάχνουν γι’ απαντήσεις.
Δε βρίσκουν τίποτα.
Τα μάτια κλείνουν, σπρώχνοντας τα δάκρυα να κυλήσουν, θέλουν να δουν κάτι άλλο, κάποιο όνειρο, κάποιον άλλο κόσμο.
Δε βρίσκουν τίποτα.
Ξανανοίγουν. Μόνο υγρασία, σκοτάδι κι υγρασία, σάπια ξύλα. Κι ο ήχος της θάλασσας μονότονος. Κάποια θαλασσοπούλια ακούγονται από ψηλά. Και μετά σιωπή.

Τη σιωπή θα διακόψουν αλαλαγμοί και ποδοβολητά. Στοιβαγμένοι στο μπουντρούμι, δεν πολυκαταλαβαίνουν τι συμβαίνει, αλλά τα μάτια τους θα φωτίσουν. Θα δουν τους φύλακες να κοιτάνε με τρόμο πάνω από την καταπακτή και το άλλοτε υπεροπτικό ύφος τους να μετατρέπεται σε βλέμμα ικετευτικό. Αυτό το βλέμμα θα ερμηνεύσουν ως ελπίδα και χωρίς να πούνε λέξη μεταξύ τους θα τους ορμήξουν και θα τους πνίξουν με τα οργισμένα χέρια τους. Θα σπρώξουν πρoς τα πάνω και θα ξεχυθούν στο φως.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο τοίχος είχε το δικό του πρόβατο

Δεν άντεχαν να κοιτάνε άλλο προς τα εκεί. Αυτή η ασχήμια τους προκαλούσε αποστροφή μαζί και αηδία. Υπήρχαν διάφοροι τρόποι που θα μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτήν αλλά δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Κάποιοι ανυπόμονοι το πήραν πάνω τους κι έχτισαν έναν χοντρό τοίχο από τσιμεντόλιθους. Ο τοίχος έγινε πολύ ψηλός κι όλοι ανακουφίστηκαν που έκρυψε ό,τι ήταν από πίσω. Κάποιος είχε και την ιδέα να το ντύσουν με μια λουλουδάτη ταπετσαρία. Όλα ήταν όπως πριν, περίπου.
Η Ιωάννα κοιτάζει τον τοίχο με τόση θλίψη όση έχει το πρόβατο στο λιβάδι όταν μαθαίνει τυχαία για τον χειμώνα που έρχεται και το χιόνι που θα καλύψει το φαγητό του.

«Αυτό δεν είναι όμορφο, όπως κι ό,τι είναι πίσω του δεν είναι άσχημο», σκέφτεται. «Άσχημοι είναι οι τσιμεντόλιθοι που μπαίνουν τώρα στη ζωή μας, άσχημη είναι η ταπετσαρία που αυτοκόλλητα καλύπτει την καινούρια αηδία. Άσχημη είναι η ψυχή αυτών που τον σκέφτηκαν κι άσχημος είναι ετούτος ο τόπος. Το διαφορετικό είναι πίσω, αυτό που μας ξενίζει είναι εκεί κρυμμένο πια απ΄ τα εθισμένα στην ανία μάτια μας».

Αποφασίζει να φύγει. Εδώ δεν έχει τίποτα να την κρατάει και κανέναν να την ενδιαφέρει. Ο χειμώνας πλησιάζει και οι θλιμμένοι σύντομα θα γίνουν δύο. «Γιατί δύο; Κανένας. Ναι, κανένας» λέει.

Κατευθύνεται στο λιβάδι με ένα σάκο στην πλάτη κι ένα σκοινί στο χέρι. Θα πάρει το πρόβατο μαζί της.
Θα πρέπει να βρει μια χώρα, χωρίς τσιμεντόλιθους και χωρίς χειμώνες. Θα ταξιδέψει μέχρι και το τέλος του κόσμου αν χρειαστεί. Θα κάνει καινούριους φίλους αλλά ποτέ δεν θα αφήσει την Ιωάννα. Το πρόβατο είναι αποφασισμένο. Θα είναι πάντα δίπλα της, ακόμη κι όταν θα κλείνει τα μάτια της και θα ουρλιάζει γιατί θα συνεχίζει να βλέπει εκείνη την ασχήμια.

Κι εκείνο θα της χαϊδεύει τα μαλλιά και θα της λέει: «Ξέχασε Ιωάννα πια». Κι εκείνη θα του απαντά: «Προβατάκι μου δεν μπορώ. Δεν κλείνουν έτσι εύκολα οι ψυχές».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στη Σαραγόσα μαζεύουν τα σταφύλια τον Αύγουστο

Η Μελίσσα πετάχτηκε σχεδόν ορμώντας έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Στο χέρι της κρατούσε σφιχτά το γράμμα που είχε διαβάσει πριν λίγο καθισμένη στον καναπέ της, με τα δόντια σφιγμένα, σκυμμένη πάνω στα γόνατά της, σαν να της είχαν δώσει μια ξαφνική μαχαιριά στην κοιλιά, καθώς ένοιωθε τα δάκρυα να αυλακώνουν, θαλασσινά ρυάκια στις εσοχές μιας ερημικής παραλίας, τα λευκά μάγουλα ενός εγκατελειμένου από χωή προσώπου. Κι αυτή έτρεχε με όλη της τη δύναμη, πατώντας με βήματα πανικόβλητα στις πλάκες του πεζοδρομίου, που ανέχονταν το βάρος όχι μόνο της πατημασιάς της, αλλά και της ζωής της που βρισκόταν σε κίνδυνο, των δακρύων της, που είχαν ποτίσει τις σειρές των γραμμάτων, από κόκκινο μελάνι, επάνω στο χαρτί, το χαρτί που τσαλάκωνε με τη σφιχτή της γροθιά, στολισμένη με το κόκκινο των νυχιών της.

Στέκεται και κοιτάει τον ήλιο. Είναι Αύγουστος, κοντά στο μεσημέρι. Κλείνει τα μάτια και βλέπει κόκκινα σημάδια να κολυμπάνε στο σκοτάδι. Στη Σαραγόσα θα μαζεύουν τα σταφύλια, λέει, έτσι με κλειστά τα μάτια.
Κρατάει στο χέρι της το γράμμα. Ο ήλιος είναι Αυγουστιάτικος και στη Σαραγόσα μαζεύουν σταφύλια.
Υπάρχει ένα μικρό ζώο που κοιμάται στα πόδια της. Το λέει Θερβάντες.
Η ζωή ξεκινάει όταν τελειώνουν όλα εκείνα που σε κάνουν να κλαις.
Η ζωή ξεκινάει όταν κλαις, όταν γελάς, όταν ακούς το Ne me quite pas, να το τραγουδάει η Meysa Mataraso.
Δεν θα κλάψω για σένα, κι αν κλαίω, δεν θα κλάψω άλλο.
Στη Σαραγόσα μαζεύουν τα σταφύλια τον Αύγουστο.

Δεν θα υπάρξει άλλος Αύγουστος, και τα σταφύλια της Σαραγόσα δεν θα ξαναμαζευτούν. Δεν θα υπάρξει άλλος Θερβάντες, κι αυτός που έχει στα πόδια της δεν θα ξαναξυπνήσει. Δεν θα υπάρξουν άλλα δάκρυα, γιατί δεν θα υπάρχει πια λόγος για κλάμμα. Δεν θα υπάρξουν άλλα γράμματα, ούτε καν κόκκινα, ποτέ ξανά. Γιατί δεν θα υπάρχει πια κόσμος – μετά από απόψε.
Η Μελίσσα θα κλείσει τα μάτια, κι όλοι θα την ξεχάσουν. Η ζωή ξεκινάει κι η ζωή τελειώνει.
Η Μελίσσα θα ακουμπήσει βαριά τη ζωή της στην παραλία αυτό το Αυγουστιάτικο μεσημέρι. Και ο κόσμος θα τελειώσει.
Η Μελίσσα θα βάλει την τελεία. Με κόκκινο μελάνι.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στο Συνεργείο Δημιουργικής Γραφής πειραματιστήκαμε με τον χρόνο. Κάθε κείμενο είναι γραμμένο από τρεις συνεργούς, σε τρεις χρόνους: Παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Επιπλέον προσπαθήσαμε να συνθέσουμε τα κείμενα σαν κομμάτια κλασικής μουσικής. Το πρώτο μέρος και το τρίτο πιο πυκνά. Το δεύτερο αραιό.

Οι Συνεργοί είναι: Γεωργία, Παναγιώτης, Ξένια, Δημήτρης, Τάσος, Άννα, Αντώνης, Παύλος