Η φωτογραφική μνήμη του νερού

0
695

Νερό

Η μάνα μου μεγάλωσε στα λαγκάδια, μα μην φανταστείς ερημιά. Τότε ήταν κόσμος πολύς κι όλο παιδούρια.

Ο μαχαλάς αγνάντευε στο χάνι και ήταν σκαρφαλωμένος στο ξηροβούνι. Είχε πέτρες παντού, κοτρόνες. Από τα σπίτια μέχρι εκεί που πατούσες. Σαν έκανε εμάς, τα καλοκαίρια πηγαίναμε δυο βδομάδες στο βουνό.

Παντρεύτηκε στην πόλη και μετά πήγε στον κάμπο. Από ανάγκη, από έρωτα, από τύχη; Ποιος ξέρει, μπορεί από όλα αυτά μαζί.

Το σπίτι είχε δύο δωμάτια όλα κι όλα. Για ταβάνι ανάμεσα από τους πλίνθους και τη σκεπή, ένα μαλακό ξύλο που είχε ξεχαρβαλωθεί από τα χρόνια και την υγρασία κι είχε κάνει ένα άνοιγμα από την μια μεριά.

Το βράδυ χόρευαν από πάνω τα ποντίκια που φτάναν σαν ακροβάτες ως εκεί από τα καλώδια της δεη πανω από την κληματαριά της αυλής.

Στο ένα δωμάτιο η πυροστιά που πια δεν άναβε, στο πλάι τα κρεβάτια και μπροστά μια εικόνα κουζίνας αλλά χωρίς νεροχύτη, γιατί νερό δεν είχαμε.

Η μεσόπορτα σε έβγαζε στο σαλόνι με τη γιούκα εκεί. Ντανιασμένες οι βελέντζες για τα κρύα, αφού τα προικιά τα πήραν τα κορίτσια σαν φτιάξανε τα σπίτια τους. Κάτω από το παράθυρο, το κρεβάτι του θείου για τα πόνια. Κι ήταν πολλά. Όπως τα τσιγάρα που κάπνιζε.

Κι αν το χουλιάρι δυσκολευόταν να το κρατήσει, το τσιγάρο το άναβε και το κάπνιζε με τόση μαεστρία που την ώρα εκείνη ξεχνούσες τη δυσκολία του.

Παραδίπλα στεκόταν έρμο το κουζινάκι και μύριζε απ΄έξω ότι είχε μέσα κρυμμένο και στοιβαγμένο για να περνάει ο καιρός. Πατάκες, λάδι, ρίγανη, σκόρδα, κρεμμύδια, τραχανά. Όλα αυτές οι μυρωδιές ανακατεμένες με μπόλικη υγρασία.

Από την άλλη μεριά κι αρκετά ψηλά, ανέβαινες κάμποσα αυτοσχέδια σκαλιά από πλάκες, ήταν η αποθήκη. Μουσείο της περασμένης ζωής χωρίς θεατές. Αργαλειός, τεντζερέδια, μια σαρμανίτσα κι άλλα πολλά που τότε δεν καταλάβαινα κι ακόμα δεν ορίζω. Στο βάθος, λίγο πριν την πουριά, ήταν το “μέρος”. Αυτοσχέδιο και μοναχικό.

Ο μπαξές ήταν από κάτω και πάντα γεμάτος. Τόσο μεγάλος που ήθελε ώρα πολλή να ποτίζεις. Στα όρια του σπιτιού ήταν χτισμένο το πηγάδι, με τον τενεκέ απάνω έτοιμο για βουτιές. Θυμάμαι μια φορά το αδειάσαμε, γιατί η γιαγιά νόμιζε πως είχε μπει φίδι μέσα και λώβιασε όλο το νερό.

Τα απογεύματα, σχεδόν μέρα παρά μέρα, ξεκινούσαμε για τη βρύση. Ζαλωνόμασταν τα δισάκια με άδεια παγούρια και πηγαίναμε για να τα φέρουμε γεμάτα. Μέσα από τα λαγκάδια. Μπροστά η μάνα να δείχνει τον δρόμο και πίσω εμείς, πότε με τον αδερφό μου και πότε με τα δύο μου ξαδέρφια.

Πηγαίναμε εκεί από πίσω, πομπή όλοι μαζί, χωρίς ωχ και τίποτα. “Φυλαχτείτε από τα φίδια”, έλεγε η μάνα. Τότε και μια ζωή.

Παντού πουρνάρια και πέτρες. Δεν ήταν εύκολο. Είχε πατηθεί όμως ο δρόμος από τόσες άλλες πομπές που με τα χρόνια έγινε μονοπάτι από μόνο του. Άκουγες κουδούνια από κοπάδια και μύριζε άγρια ρίγανη. Η μυρωδιά της μου θυμίζει πάντα τον τόπο εκείνο. Μπορώ και την ανακαλώ όταν χρειάζεται.

Η πομπή σταματούσε στο σπίτι της Αγγέλως που ήταν κοντά στη βρύση. Γεμίζαμε τα παγούρια, πλενόμασταν κιόλας με το κρύο νερό. Δεν μας ένοιαζε αν θα το σπαταλήσουμε, είχαμε πια μπόλικο και παίζαμε.

Τρατάρισμα μπακλαβαδάκι και γλείφαμε έως και το χαρτί από τα σιρόπια. Μετά πάλι νερό για να φύγει το κάψιμο από την περίσσια γλυκάδα.

Ο γυρισμός ήταν το δύσκολο γιατί είμασταν φορτωμένοι. Ένα παγούρι από εδώ κι ένα από εκεί για να έχουμε ισορροπία. Άλλες φορές τα κουβαλούσαμε στην πλάτη και περπατούσαμε σκυμμένοι αλλά αμίλητοι.

Από σεβασμό στο φορτίο που είχε ο καθένας.

~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Μαρία Σ, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~

Φωτογραφικές μνήμες

Τους τελευταίους τρεις χειμώνες η ζωή του πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο. Απ’ όταν δηλαδή εκείνη έφυγε τόσο απότομα και τόσο βίαια. Ο ίδιος την είχε βρει στο πάρκο που συχνάζανε, στο αγαπημένο τους σημείο. Κανένα ίχνος από τους δράστες, κανένας μάρτυρας και κανένα στοιχείο. Όλα αυτά μαζεμένα κάνανε την εξιχνίαση του φόνου της πολύ δύσκολή και έτσι με τον καιρό η υπόθεση της ξεχάστηκε στην σκοτεινή αρχειοθήκη της αστυνομίας.

Ο ίδιος υπέστη μεγάλο σοκ και η αδιαφορία της αστυνομίας τον είχαν κάνει έξω φρενών. Είχε πέσει ψυχολογικά και πλέον το καθετί που έκανε του προκαλούσε τρομερή δυσφορία. Ο πρώτος χρόνος ήταν ανυπόφορος, κάθε βράδυ εκείνη ερχόταν στον ύπνο του και τον κατηγορούσε για τον θάνατό της. Όταν τα οράματα αυτά ερχόντουσαν και στο ξύπνιο του κατά την διάρκεια της ημέρας, αποφάσισε πως έπρεπε να επισκεφτεί κάποιον ειδικό.

Ο ψυχολόγος που έβλεπε τον είχε διαγνώσει με κατάθλιψη που είχε προκληθεί απ’ το συμβάν και με έντονο το αίσθημα ενοχής, κάτι που προκαλούσε και τα περίεργα οράματα.

Όταν τα συμπτώματα όμως αντί να μειωθούν με τον καιρό έγιναν ακόμα πιο έντονα, η απελπισία του άρχισε να τον οδηγεί σε δυσοίωνα μονοπάτια. Ο ψυχολόγος του προσπαθούσε να τον ηρεμίσει και να τον πείσει πως έπρεπε να αποδεσμευτεί κάπως απ’ τις άσχημες μνήμες του παρελθόντος. Ότι του θύμιζε εκείνη έπρεπε να καταστραφεί ώστε να μπορέσει να σώσει τον εαυτό του.

Όταν πήγε στο σπίτι άρχισε να ψάχνει στο υπόγειο για την κούτα στην οποία φίλαγε όλες τις αναμνήσεις του με αυτήν. Βρήκε την κούτα και φύσηξε την παχιά σκόνη που είχε κάτσει επάνω της με τα χρόνια και την άνοιξε. Μέσα υπήρχαν αντικείμενα και εικόνες από την κοινή τους ζωή μαζί. Τα έβγαλε όλα από μέσα και στο βάθος του κουτιού βρήκε την φωτογραφική κάμερα που είχε μαζί της εκείνη την μέρα. Ήταν μια leica του ’60 μαύρου χρώματος, στο λουρί και στο σώμα υπήρχαν ακόμα ξεραμένες κηλίδες απ’ το αίμα της.

Την περιεργάστηκε για λίγο και διαπίστωσε πως ακόμα μέσα υπήρχε το φιλμ από τότε, πού περίεργό αφού θυμόταν πως η αστυνομία είχε ελέγξει ήδη την φωτογραφική μηχανή. Αποφάσισε πως πριν αποδεσμευτεί τελείως απ’ τις μνήμες της έπρεπε να δει τις τελευταίες καλλιτεχνικές ανησυχίες εκείνης που αγαπούσε, πίστευε πως της το όφειλε.

Την επόμενη κιόλας μέρα εμφάνισε το φιλμ, πήγε στο σπίτι και με έναν βαθύ αναστεναγμό άνοιξε τον φάκελο. Οι πρώτες φωτογραφίες απεικόνιζαν υπέροχες λήψεις του πάρκου με πρωταγωνιστές σε όλες τα δέντρα, τα πουλιά και τον όμορφο ουρανό εκείνης της μέρας. Της γύριζε αργά, ήθελε να της απολαύσει, του άρεσε άλλωστε η φωτογραφική της οπτική.

Στην επόμενη φωτογραφία το πλάνο άλλαξε, τώρα εμφανιζόταν η ίδια μπροστά, να τον κοιτάει με το ίδιο βλέμμα, όπως στα οράματά του. Ξαφνικά η φωτογραφεία ζωντάνεψε και η ίδια άρχισε να του μιλάει.

«Δολοφόνε.»

Του είπε υψώνοντας το χέρι της. Σάστισε, δεν πίστευε στα μάτια του και πέταξε τις φωτογραφίες στο πάτωμα. Έβαλε σε ένα ποτήρι λίγο ουίσκι για να καλμάρει τα νεύρα του, όλο αυτό έπρεπε να οφειλόταν στα αισθήματα ενοχής που είχε, τελικά ίσως και να είχε κάνει λάθος, ίσως έπρεπε να τα καταστρέψει όλα εξαρχής.

Όταν το δεύτερο ποτήρι ουίσκι άρχισε να κάνει την δουλεία του κοίταξε τις, σκορπισμένες στο πάτωμα, φωτογραφίες. Της σήκωσε και από περιέργεια τις κοίταξε. Οι επόμενες σκηνές άλλαζαν, μια σκιά άρχισε να εμφανίζεται στο βάθος. Η συστοιχία από τις επόμενες φωτογραφίες ήταν λήψη του ίδιου ακριβώς θέματος, σε καθεμία απ’ αυτές όμως η σκιά καθάριζε και ερχόταν όλο και πιο κοντά.

Όσο προχώραγε άρχισε να ακούει διάφορους ήχους, του πάρκου και εκείνης της μέρας. Στις τρεις τελευταίες φωτογραφίες η σκιά πλέον καθάρισε, στην φωτογραφία έβλεπε τον εαυτό του και μπορούσε να ακούσει και εκείνη.

«Νωρίς ήρθες, δεν σε περίμενα από τώρα.»

Η προτελευταία φωτογραφία ήταν κουνημένη, όμως φαινόταν καθαρά αυτός να την πλησιάζει, με ένα περίεργο βλέμμα στο πρόσωπό του.

«Τι κάνεις; Σταμάτα, σε παρακαλώ.»

Η τελευταία φωτογραφία έδειχνε αυτόν να κρατάει ένα μαχαίρι και να την δείχνει απειλητικά με αυτό.

«Πρέπει να πεθάνεις τώρα.»

Δεν μπορούσα να πιστέψει αυτά που μόλις είχε δει. Ώστε εκείνη στο όραμα του δεν έλεγε ψέματα; Πως θα μπορούσε να της είχε κάνει τέτοιο κακό όμως, την λάτρευε. Άφησε τις φωτογραφίες στο τραπέζι, πως είχε γίνει αυτό, πως η αστυνομία δεν είχε καταφέρει να βρει το φιλμ; αναρωτιόταν. Δεν μπορούσε όμως να ζήσει με αυτό το βάρος, δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει την αλήθεια απ’ το ψέμα. Με μια τρομερή αποφασιστικότητα έπεσε απ’ το παράθυρο με την ελπίδα να εξιλεωθεί για το κακό που μπορεί να είχε προκαλέσει σε εκείνη που αγαπούσε.

~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε ο Γιώργος Δερβεντλής https://www.protoporia.gr/o-choros-mias-monachikis-kardias-p-472538.html
στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής