Το παραμύθι του Κόβιντ Κορωνοϊούλη

0
655

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Screen-Shot-2020-04-03-at-6.41.31-pm.pngΜια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, σε μια σπηλιά, μέσα σ’ ένα τροπικό δάσος, στα σάλια μιας κατάμαυρης νυχτερίδας κρεμασμένης ανάποδα σε ένα κλαδί, ζούσαν και μεγάλωναν πολλοί ιοί.

Ήταν από βασιλική γενιά, την πασίγνωστη οικογένεια των κορωνοϊών.  Ήταν μικροσκοπικοί, δεν τους έπιανε το μάτι σου, στρογγυλοί, με ένα στέμμα γύρω τους, αλλά με μεγάλη δύναμη.

Δεν είχαν και την καλύτερη φήμη ανάμεσα  στους ανθρώπους, έκαναν τα πάντα για να τους αποφύγουν. Ήταν διασκεδαστικό να ζουν μέσα στα πνευμόνια των ανθρώπων. Και στα ζώα καλά ήταν, αλλά στους ανθρώπους είχε πλάκα, να βήχουν και να φταρνίζονται, να έχουν πυρετό. Όσο πιο αδύναμοι τόσο μεγαλύτερη η ευχαρίστηση.

Βέβαια, τα τελευταία χρόνια είχαν αρχίσει να χάνουν κάπως την αίγλη τους. Κάτι τα εμβόλια, κάτι τα φάρμακα, κάτι οι γιατροί και οι γνώσεις τους, δεν μπορούσαν να παίξουν καλά το παιχνίδι τους. Έπρεπε κάτι να κάνουν και μάλιστα γρήγορα. Πήραν, λοιπόν, την απόφαση να συγκεντρωθούν μυστικά για να συζητήσουν και να πάρουν τις αποφάσεις τους.

«Αγαπημένοι μου συγγενείς και φίλοι», είπε ο παππούς Σαρς. «Τα τελευταία χρόνια χάνουμε τη μάχη με τους ανθρώπους. Όλο εμβόλια, φάρμακα και εξετάσεις. Δεν μπορούμε να εξαπλωθούμε. Ακόμα και το χειμώνα που είναι για μας η καλύτερη περίοδος. Αν δεν υπήρχαν και μερικοί ανόητοι που δεν πιστεύουν στα εμβόλια, δεν θα είχαμε κανένα σύμμαχο στον κόσμο αυτό. Θα μας είχαν εξαφανίσει.»

Όλοι συμφώνησαν, η ύπαρξή τους ήταν σε μεγάλο κίνδυνο. Ακόμα και τα παιδάκια δεν κολλούσαν πια τόσο εύκολα -και γρήγορα γίνονταν καλά. Ούτε στους παιδικούς σταθμούς ούτε και στα σχολεία δεν μπορούσαν να επικρατήσουν.

«Προτείνω να στείλουμε κάποιον νέο, δυνατό, κάποιον άγνωστο να ξεκινήσει τη νέα επίθεση. Να τους πιάσουμε απροετοίμαστους, να μην μας περιμένουν!»

Όλοι συμφώνησαν με επιδοκιμασίες.

«Χρειαζόμαστε έναν εθελοντή, νέο, γενναίο και δυνατό για κάνει αυτό το ταξίδι. Μη γελιέστε, θα είναι μεγάλο, μακρινό και επικίνδυνο αλλά, όποιος το κάνει θα κερδίσει αιώνια φήμη και αναγνώριση. Σκεφτείτε το, υπολογίστε και αποφασίστε.»

«Εγώ θα το κάνω», ακούστηκε η φωνή ενός μικρούλη κορωνοϊούλη.

Ήταν ο Κόβιντ, απόγονος της οικογένειας Σαρς και Μερς, παντοδύναμης στο παρελθόν. Μετά την τελευταία επιδημία, πριν δέκα χρόνια, όταν είχαν νικηθεί, η οικογένεια είχε χάσει τη δύναμή της και δεν την είχαν και σε μεγάλη υπόληψη.

«Είσαι σίγουρος; Είναι σοβαρή απόφαση. Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να το κάνεις;»
«Απολύτως. Για την τιμή της οικογένειας.»
«Αν όλοι είστε σύμφωνοι, εξουσιοδοτούμε τον Κόβιντ να αναλάβει δράση.»

Όλοι συμφώνησαν αν και δεν πίστευαν ότι θα τα καταφέρει. Ήταν τόσο νέος και άπειρος.

Αφού πήρε τις συμβουλές των γεροντότερων, χαιρέτησε τη μητέρα του και τα αδέλφια του και πήρε το μακρύ δρόμο του ταξιδιού. Έκανε όπως του είπαν, πήδηξε στον πρώτο παγκολίνο που βρήκε μπροστά του ελπίζοντας πως κάπου θα τον οδηγήσει.

Ευτυχώς, η προσπάθεια δεν πήγε χαμένη. Οι άνθρωποι είχαν παραφουσκώσει από αλαζονεία και ήταν απρόσεκτοι. Τους άρεσε να τρώνε εξωτικά ζώα και ο παγκολίνος και η μοσχογαλή ήταν από αυτά. Αφού ταξίδεψε αρκετές μέρες, βρέθηκε στην αγορά άγριων ζώων. Αναθάρρησε, ήταν στο κατάλληλο σημείο.

Ο παγκολίνος γρήγορα έγινε το γιορταστικό γεύμα  μιας οικογένειας. Με μεγάλη χαρά πήδησε στον παππού της οικογένειας, ήταν ο πιο αδύναμος. Από κει και πέρα η δουλειά του ήταν εύκολη. Όλη η οικογένεια αρρώστησε και έτσι, χωρίς κανείς να τον καταλάβει, πήδησε και στους φίλους των παιδιών και μετά σε άλλους και σε άλλους και σε άλλους.

Κάποιοι πήγαν στο νοσοκομείο, αλλά είχε κρυφτεί τόσο καλά που δεν του έδωσαν σημασία. Ο Κόβιντ εξαπλωνόταν ανενόχλητος, αισθανόταν δυνατός και τρομερός. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη, το όνειρό του γινόταν πραγματικότητα. Ήταν έτοιμος και για νέα ταξίδια, μετακόμισε σε άλλη ήπειρο και σε άλλη χώρα και από κει σε άλλες και άλλες. Το ταξίδι του ήταν συναρπαστικό, είχε ενθουσιαστεί. Όλοι κολλούσαν πανεύκολα.

Το κόλπο του ήταν απλό, πετούσε με τα σταγονίδια από τον έναν στον άλλο σαν τον Σούπερμαν.  Μετά άρχισε να μπαίνει από τη μύτη, από το στόμα, από τα μάτια και να οι πυρετοί, να οι πνευμονίες. Εξάλλου, οι άνθρωποι ζούσαν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο. Στα σπίτια, στα σχολεία, στα γραφεία, στα λεωφορεία, στα τρένα, στα αεροπλάνα.

Τα αγαπημένα του μέρη ήταν τα εμπορικά κέντρα και το μετρό. Εκεί ήταν η απόλυτη διασκέδαση. Αισθανόταν τόσο δυνατός που σχεδίαζε να φέρει όλη την κορωνο-οικογένεια.  Ήταν περήφανος για το έργο του. Τα νοσοκομεία γέμιζαν κόσμο, κάποιοι δεν άντεχαν, κάποιοι πέθαιναν.

Ήταν τόσο μεθυσμένος από την επιτυχία του που άργησε να καταλάβει ότι οι άνθρωποι άρχισαν να ανησυχούν. Αργά στην αρχή αλλά μετά, περισσότερο. Τον κατασκόπευαν και προσπαθούσαν να μαντέψουν τις κινήσεις του. Δεν τον ήξεραν και προσπαθούσαν να τον γνωρίσουν. Η επιτυχία τον είχε κάνει απρόσεκτο. Τώρα πια, οι κινήσεις του παρακολουθούνταν.

Ακόμη δεν ήξεραν πώς να τον περιορίσουν αλλά πήραν τις αποφάσεις τους. Κήρυξαν πανδημία και πήραν έκτακτα μέτρα. Απαγόρευσαν τις κοινωνικές επαφές, όλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους. Ούτε τους στενούς συγγενείς δεν μπορούσαν να δούνε και κυρίως τους παππούδες και τις γιαγιάδες που ήταν οι πιο ευάλωτοι. Φιλιά και αγκαλιές, γιορτές και πανηγύρια, αεροπορικά ταξίδια και μετακινήσεις από χώρα σε χώρα απαγορεύτηκαν, οι άνθρωποι δεν πήγαιναν ούτε για δουλειά, τα παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο.

Όλα σταματήσαν, σαν να σταμάτησε η γη να κινείται κρατώντας την αναπνοή της. Ο Κόβιντ είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος όλων. Όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν και οι οδηγίες έπεφταν βροχή, στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα, στο διαδίκτυο, παντού.

«Εφαρμόστε μέτρα ατομικής υγιεινής, καλύψτε το στόμα σας και τη μύτη σας με ιατρική μάσκα, μαντήλι, το μανίκι σας ή τον λυγισμένο αγκώνα σας όταν βήχετε ή φτερνίζεστε. Πετάξτε αμέσως το μαντήλι σε κλειστό κάδο. Πλένετε τακτικά τα χέρια σας με σαπούνι και νερό ή με αλκοολούχο διάλυμα».

Αυτό με το σαπούνι και το αλκοολούχο διάλυμα ήταν το χειρότερο. Αυτό ήταν η αχίλλειος πτέρνα του. Το ήξερε καλά. Είχαν αρχίσει να τον ξεσκεπάζουν. Κάτι έπρεπε να κάνει. Το σκέφτηκε πολύ, δεν είχε και κανέναν κοντά του να τον συμβουλέψει.

Πήρε την απόφαση να κρυφτεί για λίγο καιρό. Πλησίαζε και το καλοκαίρι, δεν ήταν η αγαπημένη του εποχή. Πάντα το καλοκαίρι αισθανόταν αδύναμος. Σκέφτηκε πως οι άνθρωποι θα τον ξεχνούσαν, θα ξαναγυρνούσαν στις παλιές, καλές τους συνήθειες, αυτός θα έπαιρνε δυνάμεις και θα οργάνωνε τη νέα του επίθεση, με νέα σχέδια και μέσα.

Η ιδέα του φάνηκε καταπληκτική και έβαλε το νέο του κόλπο σε εφαρμογή. Οι άνθρωποι σταμάτησαν σιγά σιγά να τον φοβούνται. Μερικοί μάλιστα έλεγαν πως ήταν ένα κακόγουστο ψέμα. Πολύ του άρεσε αυτό.

Σύντομα θα τον ξεχνούσαν και η νέα του επίθεση θα ήταν πιο δυνατή. Εμπρός για τη νίκη.

Έτσι θα ζούσε ο Κόβιντ Κορονοϊούλης καλά κι εμείς χειρότερα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το “παραμύθι” έγραψε η Γεωργία Καραΐσκου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής