Τζία Ρίτα

0
418

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι PiazzaSSimeoneRestaurant_EatPray.jpgΌλοι μου οι άντρες ήταν ορφανοί από μητέρα, η μάνα του Αλεσάντρο ήταν όμως πιο παρούσα κι από ζωντανή. Όλο το σόι την εκθείαζε, η τζία Ρίτα και η τζία Ρίτα. Πόσο όμορφη ήτανε, πόσο καλή μοδίστρα, πόσο κοκέτα και πόσο τέλεια σε όλα της. Για ό,τι κι αν μιλούσαμε εμφανιζόταν η Ρίτα στην κουβέντα, που πάντα όλοι τη μνημόνευαν.

Λίγους μονάχα μήνες προτού εγκατασταθώ μόνιμα στη Νάπολη, η θεία Ρίτα έφυγε. Την ημέρα του Σαν Βαλεντίνο με δίπλα τον μεγάλο της τον έρωτα, τον Αλεσσάντρο. «Εκείνος την ξέκανε, ίδιος ο πατέρας του», ψιθύριζε το σόι. «Όσο την αγαπούσε, άλλο τόσο και την παίδευε», ομολογούσαν εμπιστευτικά.

Τα τραπεζώματα στη Νάπολη διαρκούν πολύ. Ξεκινούν με αντιπάστο, ακολουθούν ένα ή περισσότερα πιάτα με ζυμαρικά, μετά ψάρι ή κρέας, γλυκό και καφές. Πολύς ο κόσμος, πολλά τα φαγητά και οι κουβέντες ατελείωτες. Η Ρίτα ήταν πάντοτε παρούσα, σε όλα τα τραπέζια: ήταν εκείνη που σκέπαζε την πάστα να τη βρει καυτή ο γιος της, εκείνη που έραβε τις πιο πλούσιες κυρίες της Νάπολης για τις πρεμιέρες του Σαν Κάρλο, εκείνη που φορούσε πάντοτε μεταξωτά εσώρουχα και ήταν τόσο τέλεια από τη φύση της που ούτε τρίχες είχε στα αντιπαθητικά σημεία ούτε και λευκά μαλλιά έβγαλε όσο ήταν ζωντανή.

Τα περισσότερα όμως για την Ρίτα τα έμαθα από την ξαδέλφη του Αλεσσάντρο, την Σούζυ, που έμενε στο διπλανό διαμέρισμα από μας, στο Βόμερο. Ήταν λίγο λαϊκιά η Σούζυ και την θαύμαζε ακόμη πιο πολύ την πεθαμένη. Ήταν όμως και δεινή μαγείρισσα, κι ερχότανε σ΄ εμάς για να μου μάθει να φτιάχνω το ραγκού και τα λαζάνια. Εγώ ήμουνα σχεδόν είκοσι χρονών κορίτσι τότε βλέπεις. Μια μέρα λοιπόν, ενώ πλάθαμε πολπέτε, μου είπε την ιστορία με τον τζίο Αντώνιο, τον πρώτο σύζυγο της Ρίτας.

Όλοι λέγανε πόσο άξια ήταν η γαλανομάτα Ρίτα, πόσα λεφτά κατάφερνε να βγάζει αγοράζοντας μοντέλα απ΄ το Μιλάνο και ράβοντάς τα για τις μεγαλοαστές της πόλης. Όλοι επίσης στην μεγάλη αυτή οικογένεια μιλούσαν για τον «άχρηστο τον πρώτο της τον άντρα», χωρίς να δίνουν λεπτομέρειες, παρά μονάχα στα ψιθυριστά. Η Σούζυ όμως μου είπε πιο πολλά. Πως ο Αντώνιο ήταν ένας κούκλος, πιότερο κι από τον Μαστρογιάννι, κυκλοφορούσαν στην πιάτσα Πλεμπισίτο με την τζία Ρίτα κι όλοι γύρναγαν να τους κοιτάξουν, σαν σταρ του σινεμά ήταν το ζευγάρι.

Όσο όμως ήταν όμορφος και γοητευτικός, άλλο τόσο ήταν άπιστος και bon viveur ο σύζυγος ο πρώτος. Με τα γκριζοπράσινα σχιστά του μάτια, με το πονηρό χαμόγελο και κυρίως με τα γλυκά τα λόγια του, έριχνε όποια γυναίκα βρισκότανε μπροστά του. Η Σούζυ υποστήριζε με βεβαιότητα πως ο τζίο Αντώνιο κεράτωνε την τζία Ρίτα με όποια μαθητευόμενη μοδίστρα ερχότανε στο ατελιέ.

Λάτρευε το αλκοόλ και να παίζει τα νούμερα στις λοττερίες, αλλά όλη η ζωή του ήταν τα φουστάνια. Η τζία Ρίτα τα έφτιαχνε, κείνος τα κυνηγούσε. Κι όταν δεν τα κυνηγούσε έπινε γκράπες στα μπαρ της πόλης, ξενυχτούσε με τους φίλους του. Άσωτος ήταν εντελώς κι ας ήτανε γιατρός. Ντοτόρ Αντώνιο τον φωνάζαν όλοι, μα όλοι ξέρανε ότι ασθενείς δεν του ‘χαν μείνει και τον ζούσε η γυναίκα του, γιατί όλο το μυαλό του ήτανε αλλού.

Κοντά στο καρνεβάλε, την ώρα που δοκίμαζα για πρώτη μου φορά ωμά κουκιά, μου ξεφούρνισε το μυστικό η Σούζυ: ο Αλεσάντρο ήταν γιος του ντοτόρ Αντώνιο κι όχι του Πεπίνο όπως νόμιζα. «Μα πώς γίνεται;» Είπα και κόντεψα να πνιγώ απ΄ το κουκί. «Τα νούμερα δε βγαίνουν». Όταν ο αγαπημένος μου γεννήθηκε, ο ντοτόρ Αντώνιο είχε αποδημήσει εις κύριον και η τζία Ρίτα ήταν παντρεμένη ήδη με τον ιντζενιέρε τον Πεπίνο.

Τον είχε γνωρίσει στην παστιτσερία Γκαμπρίνους η τζία Ρίτα τον Πεπίνο, λίγους μήνες χήρα ήτανε. Εκείνος, μηχανικός στα τρένα της Τσιρκουμβεζουβιάνας, της γραμμής δηλαδή που γύριζε όλα τα χωριά γύρω από τον Βεζούβιο. Ήταν βόρειος εκείνος, από το Φριούλι κι ας τον λέγανε Πεπίνο, κι ερωτεύτηκε αμέσως την κομψή τη Ρίτα. Της άφηνε κάθε πρωί από ένα τριαντάφυλλο με άλλο χρώμα στην αυλή της, κι εκείνη, που είχε ζήσει τόσο έντονα τον έρωτα αλλά και τόσο δύσκολα με τον Αντώνιο, ενέδωσε στον μηχανικό και δεν άργησαν να παντρευτούν και ν’ αποκτήσουνε παιδιά.

«Δεν έχει σημασία πως πέθανε ο Αντώνιο. Έφυγε ξαφνικά από ανακοπή, φταίγαν οι καραιπάλες του να δεις, τη Ρίτα όμως την αγάπαγε. Και οι πεθαμένοι έχουνε ορέξεις, τι νομίζεις;» μου διηγιότανε η Ρίτα κι εγώ την κοίταζα καχύποπτη. Είχα επισκεφθεί την υπόγεια πόλη, είχα μάθει πως οι εραστές κρύβονταν στα πηγάδια των σπιτιών σαν εμφανιζότανε ο σύζυγος, ήξερα πως η ημέρα των νεκρών ήταν επίσημη αργία, ότι όμως η τζία Ρίτα θα κεράτωνε τον Πεπίνο με το νεκρό τον σύζυγό της, αυτό με ξεπερνούσε.

Σε μια πόλη όμως που όλοι παίζανε στο λόττο συμβολευόμενοι ονειροκρίτη ανάλογα με τα νούμερα που έβγαζαν τα όνειρά τους, που δεν περνούσαν δρόμο μετά από μαύρη γάτα για κανένα λόγο και που όλοι μου χάιδευαν την πλάτη γιατί ήμουν τυχερή και κέρδισα κανά δυο φορές στο μπίνγκο, ε τι να πω, εκεί ίσως και να ήταν εφικτό.

Τον Αλεσάντρο δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω ανοιχτά, επιστήμονας ήτανε κι αυτός, σιγά μην πίστευε σε τούτα, ότι τάχα ήταν σπόρος ενός πεθαμένου που επισκεφτότανε τη μάνα του κάθε φορά που ο Πεπίνο έφευγε για δουλειές στα χωριά γύρω από τον Βεζούβιο. «Και αυξανόταν η δουλειά της θείας Ρίτας με το νεκρό που ερχόταν κάθε τόσο, γιατί ακόμη και τις μαθητευόμενες και τις πελάτισσες πασπάτευε», μου έλεγε πονηρά η Σούζυ.

Βάλθηκα λοιπόν να ψάχνω. Ο Αλεσάντρο είχε ένα κάρο φωτογραφίες απ΄ τη μάνα του. Πανέμορφη σε όλες, η Ρίτα στο Αμάλφι έφηβη, η Ρίτα Ποζιτάνο με τα δυο αγόρια της, η Ρίτα ταξίδι Βενετία με τον πρώτο άντρα της. Μια πανέμορφη εικόνα τούτη η τελευταία, με τον Αντόνιο σα να βλέπεις τον Αλεσάντρο στα νιάτα του, Σοφία Λόρεν και Αλαίν Ντελόν μαζί.

Ήταν σκανδαλιστική η ομοιότητα πατέρα και γιού, πείστηκα πια κι εγώ κι ας μη βγαίναν οι χρονολογίες. Ο Αλεσάντρο ήταν σχιστομάτης, έμοιαζε θαρρείς απ’ τους Μογγόλους που κάποτε κατέκτησαν την πόλη, ξανθωπός και ψηλός, ήταν κι αυτός γιατρός σαν τον Αντόνιο, μόνο που δεν αγγιζε ποτέ του αλκοόλ – φοβόταν μην παρασυρθεί; Ο Τζιάνι, αντίθετα, ο μεγαλύτερος ο γιός, ήταν τάλε κουάλε ο μηχανικός Πεπίνο, και στο επάγγελμα και στην παχυσαρκία αλλά και στο συναίσθημα, στη γλύκα.

Έμεινα άφωνη με τη φωτογραφία που ξετρύπωσα, σα να είχα την πιο αδιάσειστη απόδειξη για όσα ισχυριζότανε η Σούζυ και ας τα υπονοούσε με μισόλογα ολόκληρο το σόι. «Τι τα θες! Καλός κι ο μηχανικός, καλή η συντροφικότητα και η γαλήνη, η Ρίτα όμως θα μαράζωνε χωρίς το πάθος του Αντόνιο. Το πρώτο παιδί ήταν του δεύτερου του άντρα και το δεύτερο του πεθαμένου, γι’ αυτό και τονε λάτρευε». Τα ‘λεγε με τέτοια φυσικότητα η Σούζυ, με τέτοια σοβαρότητα που δεν μπορούσα ν’ αμφιβάλλω – τουλάχιστον μπροστά της .

Και στην Ελλάδα έχουμε έθιμα που δοξάζουν τους νεκρούς, ξέρω και οι Πόντιοι τους τιμούν και τους θυμούνται ιδιαιτέρως, μα να τους περιμένεις πώς και πώς για να νιώσεις ζωντανή, στη ζωή μου δεν το ΄χα ξανακούσει. Και φυσικά στον Αλεσάντρο δεν τόλμησα να πω κουβέντα ούτε και να κάνω ερωτήσεις.

Σα να ξεχάστηκε το ζήτημα, ή μάλλον σα να τα χώρεσα εγώ στο παραμύθι αυτό που μου φαινότανε η Νάπολη. Υπήρχε η ειδικότητα που έκανα στο πολικλίνικο και υπήρχε και ο έξω κόσμος, αυτό το φοβερό θέατρο του δρόμου με τους κάθε λογής μαφιόζους, με τις δεισιδαιμονίες και τη Σούζυ την αγράμματη που υποστήριζε πως ο αγαπημένος μου ήταν ο γιος ενός νεκρού.

Ήταν καλοκαίρι και είχαμε πάει βόλτα με το φουσκωτό στην Ίσκια. Πτώμα εγώ από την κούραση, τα σαββατοκύριακα διάβαζα πάνω στο σκάφος και κοιμόμουνα. Την Κυριακή εκείνη είχα πάρει το βιβλίο ενός λατινοαμερικάνου, «Η Δόνια Φλορ και οι δυο της σύζυγοι». Βιβλίο τεράστιο αλλά όμορφο, περιέγραφε τη ζωή μιας μαγείρισσας, παρόμοια με αυτή της θείας Ρίτας. Η Σούζυ αποκλείεται να το είχε διαβάσει και να αντέγραψε την ιστορία, ούτε και η οικογένεια ολόκληρη. Μα πώς ήταν δυνατόν; Ο Αλεσάντρο με κορόιδευε που διάβαζα λογοτεχνία, ήτανε λέει άχρηστη.

Μπήκε στο φουσκωτό αφού πρώτα πέταξε το ψαροτούφεκο. «Μα τι τεράστια βιβλία που διαβάζεις!» είπε με θαυμασμό τούτη τη φορά, είχε πιάσει ένα τεράστιο χταπόδι και είχε κέφια. Του διηγήθηκα τι διάβαζα. «Α, σαν τη μάνα μου! Κι ο πατέρας μου ο Αντώνιο μετά θάνατον αποφάσισε να πια να με σπείρει», είπε ανέμελα σα να ‘λεγε το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, και το βιβλίο μου ‘φυγε και μου ‘πεσε στη θάλασσα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Μαρία Μαγγανάρη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής