Ανάσα

0
361

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι blog13-1024x669.jpg

1)Μια ανάσα και ξεκινούν όλα. Ξεκινά η ζωή. Μια ανάσα που σηματοδοτεί την αρχή της ύπαρξής σου. Την πρώτη σου νίκη, τον ερχομό σου στον κόσμο.

2)Εισπνοή, εκπνοή. Οξυγόνο, διοξείδιο. Η είσοδος του οξυγόνου αναγκαία. Η έξοδος του διοξειδίου συνεχής. Συστολή, διαστολή μυών. Η αυθόρμητη, η ζωογόνα διεργασία του οργανισμού. Το θαύμα της ζωής.

3)Όταν ακούσεις κάτι αναπάντεχο, πριν βουτήξεις στο νερό, για να φουσκώσεις ένα μπαλόνι, για να σβήσεις τα κεράκια των γενεθλίων σου, για να φουσκώσεις τα μάγουλα σου και να γελάσεις σαν παιδί, για να βγάλεις το σκουπιδάκι από το μάτι κάποιου, για να κρυώσει το φαγητό μην τυχόν καείς, όταν χασμουριέσαι, όταν κουράζεσαι, όταν φτερνίζεσαι, όταν παίζεις μουσικό όργανο, όταν θες να στεγνώσει η ζωγραφιά σου ή το μανό, παρέα με το τσιγάρο σου, όταν εκπλήσσεσαι, όταν σφυρίζεις, όταν τραγουδάς.

4)Ανάσα δροσερή, φρέσκια, με άρωμα δυόσμου, μέντας. Ανάσα πρωινού ξυπνήματος. Ντρέπεσαι. Την κόβεις. Μα δε με νοιάζει, σου ψιθυρίζω. Σε φιλάω. Η ανάσα σου, η ανάσα μου δεν είναι για μας όμορφη, άσχημη, δροσερή, δύσοσμη. Είναι η Ανάσα σου που την ντύνω με όλα τα σ’ αγαπώ μου. Γιατί αγαπώ έναν άνθρωπο. Όχι στημένες μαριονέτες, κούκλες σε βιτρίνα. Δεν είναι όλα αριστοτεχνικά ραμμένα σε έναν άρτια πλασμένο κόσμο. Φιλάω, βλέπω, αγγίζω, μυρίζω ένα ζωντανό πλάσμα με προτερήματα, ελαττώματα, χάρη, ψεγάδια.

5)Τα μωρά αναπνέουν βαθιά. Η κοιλίτσα τους ανεβοκατεβαίνει γαλήνια. Είναι τόσο μεγάλες οι ανάσες τους, τόσο αποφασιστικές, ειλικρινείς, ουσιαστικές… λες και χορταίνουν με αυτές, λες και μαγνητίζουν με αυτές τα μυστικά της ζωής. Το μυαλουδάκι τους έτοιμο να αφουγκραστεί τη γνώση όλου του κόσμου. Χωρίς περιορισμούς, χωρίς σκέψεις, απαλλαγμένα από άγχη, έγνοιες, το βάρος της ζωής. Αναπνέουν με όλο τους το είναι. Και οι ανάσες τους αυτές… οι μόνες πραγματικά αληθινές, ανάλαφρες σαν πούπουλο που πετά στον άνεμο, που ξεκινά το ταξίδι του στον κόσμο.

6)Έχεις παρατηρήσει τη δική σου ανάσα; Βιαστική, κοφτή, τρεμάμενη, πνιγηρή. Τρέχεις να προλάβεις, βαραίνεις από τον αγώνα και χάνεις ανάσες. Ο χρόνος, οι ελευθερίες, η ανεμελιά φθίνουν και μαζί τους οι ανάσες που κουβαλάς. Λαχανιασμένος από την ίδια τη ζωή έκανες τις ανάσες σου απότομες, λειψές. Ξεχάσαμε να αναπνέουμε σωστά. Να δίνουμε χρόνο σε κάτι ζωτικό. Αναγκαίο. Καθρεφτίζει κι αυτό τη σύγχρονη ζωή. Το ουσιαστικό παραγνωρίζεται. Το ουσιώδες το προσπερνάμε. Οι ανάσες μας έρμαια κι αυτές των υψηλών ταχυτήτων της κοινωνίας μας. Όπου ο χρόνος και η αξία σου μετριούνται σε κλάσματα του δευτερολέπτου, όπου το νέο διαδέχεται εν ριπή οφθαλμού το παλιό. Κι εμείς θυσιάζουμε τις ανάσες, τις ανάγκες, τα θέλω, τα πιστεύω μας στον βωμό της νέας αυτής εποχής.

7)Κι όταν χασμουριέσαι – με αυτή τη βαθιά εισπνοή αέρα, το τέντωμα της γνάθου, τη βραχεία εκπνοή και το γρήγορο κλείσιμό της – ακόμα κι όταν χασμουριέσαι, η ανάσα σου φροντίζει για σένα! Έχει συνδεθεί με την κούραση, την ανία, την υπνηλία και αυτό που κάνει η μεγάλη ανάσα αυτή που σε παραμορφώνει στιγμιαία είναι να μειώσει τη θερμοκρασία του εγκεφάλου σου. Να τον διατηρήσει σε κατάσταση διέγερσης και εγρήγορσης. Μαγικά όλα μπλεγμένα μεταξύ τους, ένα καλοκουρδισμένο ρολόι το σώμα μας. Για όλα μια εξήγηση και μια ερμηνεία.

8)Κλείνω τα μάτια και ταξιδεύω. Βρίσκομαι μπροστά από ένα δάσος. Σκέφτομαι τις ανάσες μας και τις ανάσες των φύλλων. Σκέφτομαι τα μικρά στοματάκια τους να ακολουθούν την ίδια διαδικασία με τον άνθρωπο. Και νιώθω μέρος κάτι μεγάλου. Νιώθω πως όλοι συνδεόμαστε, όλα όσα υπάρχουν γύρω μας είμαστε ένα μέσα σε αυτό τον μεγάλο κύκλο της ζωής.

9)Φυσάω γλυκά, απαλά και κάνω μια φούσκα. Πάντα μου άρεσαν οι φούσκες. Η αντανάκλαση όλων των χρωμάτων πάνω τους. Η παιδικότητα που θυμίζουν σε έναν κόσμο σοβαρό και μετρημένο, τον κόσμο των μεγάλων.

10)Άκου την αναπνοή σου. Άκου σε την. Το σώμα σου μιλάει. Έχεις μάθει να ακούς τους άλλους. Να καταλαβαίνεις τους άλλους. Να συμπονάς, να βοηθάς. Να τους στέκεσαι. Και ξέχασες να ακούς εσένα. Την ανάσα σου. Είναι η κραυγή σου. Οι βαθύτερες ανάγκες σου. Οι πόλεμοι, οι ανακωχές σου. Τα δεν μπορώ. Δεν αντέχω άλλο. Τα ασφυκτιώ, πνίγομαι. Μικραίνει, κόβεται κι αυτή, βαραίνει, πνίγεται. Παλεύει μαζί σου. Σε καταλαβαίνει. Σε ακολουθεί. Κλείσε τα μάτια και αφέσου στην ανάσα σου. Δώσε τον χρόνο που της πρέπει. Φούσκωσε τα πνευμόνια σου αέρα και άφησέ τον να σε κατακλύσει. Δώσε χρόνο σε εσένα, σε όσα χρειάζεσαι. Πες δεν μπορώ. Κάνε παύσεις. Δέξου τις ήττες και πάρε χρόνο να επουλώσεις τις πληγές. Ούρλιαξε, μαλάκωσε. Εκφράσου. Τον πόνο, τον θυμό, όσα νιώθεις. Κι ύστερα απελευθέρωσε την ανάσα σου.

11)Ανάσα. Αναπνοή. Στη yoga είναι δύναμη, αυτοέλεγχος, αυτοπειθαρχία σώματος και νου, χαλάρωση, ενέργεια, ισορροπία, αποφόρτιση, πνευματικό ταξίδι. Σωστή αναπνοή σημαίνει περισσότερο οξυγόνο στο αίμα και στον εγκέφαλο. Έτσι καταφέρνουμε να ελέγξουμε τη ροή της Prana, της ζωτικής μας ενέργειας. Το ήξερες πως υπάρχουν τεχνικές και ασκήσεις για να μάθεις να αναπνέεις σωστά; Το ονομάζουν Pranayama. Prana: Ζωτική ενέργεια ή Δύναμη της Ζωής. Yama: Πειθαρχία ή Έλεγχος. Ayama: Διεύρυνση ή Προέκταση.  Το να ελέγχεις την αναπνοή σου, να πειθαρχείς, να σέβεσαι, να φροντίζεις σώμα και νου.

12)Παίρνω μια ανάσα. Εισχωρεί αέρας από τη στοματική μου κοιλότητα. Ακολουθώ τη διαδρομή. Βλέπω μέσα μου. Γρήγορα σωματίδια διατρέχουν το εσωτερικό μου. Από ένα μικρό άνοιγμα με μια ακούσια κίνηση φουσκώνει το διάφραγμα, οι πνεύμονές μου. Όλα λειτουργούν ρολόι. Είμαι καλά. Είμαι υγιής.

13)Αν ήμουν σε άλλο πλανήτη με μια ανάσα θα έχανα τα πάντα. Μια ανάσα θα μου έπαιρνε τη ζωή. Εδώ είναι το σπίτι, η Γη μου. Το μέρος που μπορώ και υπάρχω. Το οξυγόνο που χρειάζομαι και λαμβάνω απλόχερα. Ο τρίτος πλανήτης που κάνει τις ανάσες μου να έχουν νόημα.

14)Εισπνοή, εκπνοή. Εισπνοή, εκπνοή. Εισπνοή από τη μύτη, εκπνοή από το στόμα. Κλείσε τα μάτια. Ακολούθησε με. Διώξε τις σκέψεις. Άκου την ανάσα σου. Νιώσε τον αέρα να εισχωρεί και να απομακρύνεται. Πάλεψε με σένα, με τα αρχέγονα ένστικτά σου. Δες πίσω από τον θυμό που σε κατακλύζει. Εισπνοή, εκπνοή. Σταθερά, εκούσια. Μέτρα αντίστροφα. Έλεγξε το συναίσθημα που σε διακατέχει. Νιώσε την αναπνοή, τη ρυθμική κίνηση, τη δυναμική, τη σημασία της. Καθάρισε το νου σου και βγες πιο δυνατός. Ησύχασε το θηρίο. Γαλήνεψε.

15)Είμαι μακριά σου. Λείπεις. Πονάω. Πληγώθηκα. Να μην ξέρω αν είσαι μαζί μου ή όχι. Να μην ξέρω αν έφυγες πια ή αν μπορώ να ελπίζω. Ένα βάρος στο στέρνο. Περνά η μέρα και νιώθω πως λείπει μαζί σου και η ανάσα μου. Μου άφησες πίσω ένα υποτυπώδες ίχνος ζωής. Λειψές ανάσες, απουσία, λειψές ελπίδες, αμφιβολία. Φυλλορροώ μα περιμένω.

16)Και όταν ήρθες, με μια αγκαλιά, πήρα την πιο βαθιά ανάσα του κόσμου. Λες και θα βουτούσα στην πιο απόκοσμη τάφρο των ωκεανών. Λες και από αυτή τη μία  ανάσα εξαρτιόταν η ζωή, η επιβίωσή μου. Ρούφηξα λαίμαργα τον αέρα που σε περιτριγύριζε. Ανάσα ζωής, ελπίδας, ανακούφισης. Γέμισα αέρα, γέμισα από σένα, από την αγάπη που μου στερούσες.

17)Καυτή η ανάσα σου στο λαιμό μου. Λες και παίρνει λίγο από τη φωτιά που σιγοκαίει μέσα μας. Το σώμα μου παραλύει και χάνεται η γη κάτω από τα πόδια μου. Όσα νιώθεις, όσα σκέφτεσαι, όσα ποθείς… μου τα λέει η ανάσα σου. Θεριό που ημερεύει και θάλασσα που αγριεύει την ίδια στιγμή. Δεν είναι σαν τις άλλες. Άλλαξε κι αυτή όπως αλλάζεις εσύ κοντά μου, όπως αλλάζω κι εγώ αφήνοντας την πανοπλία, τη φαρέτρα μου στην άκρη, ξεγυμνωμένη, απροστάτευτη, στο έλεός σου.  Με πλησιάζεις. Κι οι ανάσες μας γίνονται ένα.

18)Η μέρα έφτασε στο τέλος της. Ακουμπάς το κορμί σου στο σεντόνι και παίρνεις μια βαθιά ανάσα. Επιτέλους εναποθέτεις το κουρασμένο σου κορμί στο στρώμα. Για λίγο σταματάς να προσπαθείς να μείνεις όρθιος κουβαλώντας όσα σου εναπόθεσαν αβίαστα στην πλάτη σου. Σαν ένας Άτλας που κουβαλά το βάρος του κόσμου όλου. Σαν ένας Άτλας που θέλει να ξαποστάσει, να απαλλαχθεί από το βάρος της αιώνιας τιμωρίας του.

19)Πάρε μια καλή ανάσα. Βούτα. Άνοιξε τα μάτια, μη φοβάσαι. Ο χρόνος εκπνέει. Δες χρώματα, δες καθετί κρυμμένο και αθέατο. Λίγα δευτερόλεπτα ακόμα, όσο αντέχουν τα πνευμόνια σου, δες τον μαγικό κόσμο που σου προσφέρεται. Άκου τον χτύπο της καρδιάς σου που θεριεύει. Γίνε ένα με τη θάλασσα γύρω σου.

20)«Βαθιές ανάσες παρακαλώ», με κατευθύνει ο γιατρός  και ακουμπά το παγωμένο στηθοσκόπιο στο κορμί μου. «Άλλη μία. Ακόμα μία». Δεν μπορώ τους γιατρούς. Τις υποδείξεις, την αυθεντία, το συνοφρυωμένο πρόσωπο, το αίνιγμα, τις διδαχές, τα άσχημα μαντάτα. «Βαθιές ανάσες παρακαλώ» κι αυτό το παγωμένο στηθοσκόπιο με επαναφέρει στην πραγματικότητα.

21)Κάνε χα! Για να δούμε! Τζατζίκι μωρέ; Τζατζίκι; Τι είπαμε; Το παιχνίδι των ερωτευμένων. Σε θέλω μα θέλω εγώ να σου πω πώς σε θέλω. Ποιος να είσαι, τι να φας, πώς να ντυθείς, τι τραγούδι να ακούσεις. Και συνεχίζεται αυτό το παράδοξο παιχνίδι που υπόσχεσαι αγάπες και αιώνια υποταγή και συ ο ίδιος υποτάσεις, λεηλατείς, ξεσκίζεις με τα νύχια σου γιατί κάτι δε σου φτάνει, δε σου αρκεί, γιατί θες να σμιλεύσεις το αντικείμενο του πόθου σου. Γιατί δεν ερωτεύεσαι τον σύντροφό σου, μα την επιθυμία σου, τη ματαιόδοξη φιγούρα που εκπληρώνει τα όνειρά σου.

22))Βρέχει. Η ανάσα μου ζεστή γλυκαίνει το τζάμι. Το αγκαλιάζει για λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνο γίνεται θαμπό, ο καμβάς μου για λίγο. Με το δάχτυλο για πινέλο ζωγραφίζω. Παιδικά ιχνογραφήματα, αστεία εικόνα. Εγώ να αναπνέω μπροστά στο τζάμι και έξω βροχή.

23)Και πάνω στο τζάμι αυτό, στο πλαίσιο που θολώνω, ζωγραφίζω έναν ήλιο. Βροχή έξω, μουντός καιρός κι εγώ ζωγραφίζω ήλιους, λιβάδια και χαρούμενα πρόσωπα. Σ’ έναν κόσμο που φέρνει βροχή, ζωγραφίζω τον ήλιο που περιμένω να έρθει. Το φως, την ελπίδα. Έξω στον κόσμο. Και μέσα μου. Ίσως πιότερο μέσα μου.

24)Κι ενώ έχω ακόμα στο νου μου το παιχνίδι της ανάσας με το τζάμι, «ακούω» να παίζει ένα τραγούδι που πάντα με κάνει να χαμογελώ. Και κάπου στη μέση πάει κάπως έτσι: “I’ve been spending way too long checking my tongue in the mirror and bending over backwards just to try to see it clearer, but my breath fogged up the glass and so I drew a new face and I laughed”. Και χαμογελώ πάλι και σκέφτομαι πως είμαι ακόμα παιδί. Και πώς θέλω να παραμείνω μέσα μου παιδί. Και θυμάμαι μια φράση από τον Steve Jobs: “stay hungry, stay foolish”. Να διψάς για γνώση, εξερεύνηση και να παραμένεις παιδί, να είσαι τρελός και ανέμελος. Κι όλα αυτά… από μια ανάσα!

25)Σερβιτόρος. Βαριεστημένη ανάσα και γυάλισμα του ποτηριού. Μονότονη κίνηση. Η ανάσα του ζεστή, θαμπώνει το γυαλί στο χέρι του. Εκείνος το τρίβει βιαστικά με το κομμάτι ύφασμα που κρατά. Θαμπώνουν και οι σκέψεις του. Ονειρεύεται κάτι αλλιώτικο, ένα μέλλον που θα ρωτήσει τα θέλω του. Χάνεται, οι μύες χαλαρώνουν, πέφτει κάτω το ποτήρι, σπάει.

26)Πρωινό ξύπνημα. Βαθιά εισπνοή από το στόμα, απότομη, βραχεία από τη μύτη. Δυσαρέσκεια. Η ρουτίνα σου πάλι ξεκινά. Με τι κουράγιο να σηκωθείς, να ξεκινήσεις τη μέρα σου και να διανύσεις έναν πανομοιότυπο κύκλο στο ρολόι σου; Βαθιά εισπνοή από το στόμα, απότομη βραχεία από τη μύτη. Απογοήτευση. Παγιδευμένος να κάνεις κάτι που δεν είσαι εσύ. Δε σε γεμίζει, δεν πυροδοτεί τα κίνητρα και τα πάθη σου. Άχρωμες μέρες, ίδιες κινήσεις, μέχρι και η διαδρομή προς το σπίτι σου ακολουθεί ένα χαραγμένο μονοπάτι που δε μεταβάλλεται. (Που εσύ δε μεταβάλλεις). Βαθιά εισπνοή από το στόμα, απότομη βραχεία από τη μύτη. Κενότητα. Μηχανική ακολουθία οδηγιών που σου δόθηκαν. Ανάγκη επιβίωσης. Απουσία επιλογής. Φαύλοι κύκλοι με φόντο θαμπό. «Κι έτσι οι μέρες περνούν, τα χρόνια κυλάνε στους ίδιους ρυθμούς, όλα πια μεταφράζονται σε αριθμούς…»

27) Η μόνη της έγνοια η ανάσα σου. Η δήλωση της ύπαρξής σου. Είσαι εκεί, είσαι καλά. Σε κοιτάει ενώ κοιμάσαι. Ησυχάζει με την ήρεμη ανάσα σου, τη γαλήνια όψη σου. Είσαι τότε το μικρό της, που νανούριζε και χάζευε ενώ αυτό ονειρευόταν. Έτσι και τώρα, έτσι πάντα. Εδώ είμαι φυλάω Θερμοπύλες, σκέφτεται. Κοιμήσου εσύ κι εγώ προστάτης και άγρυπνος φρουρός.

28) Περπάτησα πολύ, χωρίς να το καταλάβω. Βρέθηκα κοντά στη θάλασσα. Πάντα εκεί, να με γαληνέψει η νηνεμία ή η αντάρα της, την ίδια δύναμη έχει για μένα. Πλησιάζω, κλείνω τα μάτια. Αφήνομαι στην αύρα της, στο γαλήνιο, το αθώο που περικλείει. Παίρνω ανάσες βαθιές, να γεμίσουν τα πνευμόνια μου και όλο μου το είναι με την καθαρότητα αυτή. Εισπνέω ιώδιο, ελευθερία, πάθος, ζωή. Με διαπνέει το απόλυτο, το αέναο, η ελπίδα που φέρει. Αυτές τις ανάσες τις φυλάω καλά μέσα μου. Με αυτές φεύγω. Τις φυλώ, τις κρατώ ζεστά, τις αγκαλιάζω και εκείνες με γαληνεύουν.

29) Ώρες-ώρες με μια ανάσα θέλω να εισπνεύσω τον κόσμο όλο. Αυτή η δίψα για ζωή. Να μάθω, να δω, να νιώσω, να γεμίσω βιώματα και γνώσεις. Να μη θέλω το μονότονο, το απαράλλαχτο, το τετριμμένο. Να θέλω τη μαγεία, το πολύ, το διαφορετικό, το καινούριο. Η αίσθηση του ανικανοποίητου. Ευχή και κατάρα.

30)Η τελευταία ανάσα. Το στέρνο σταματά να πάλλεται. Έφυγες. Εκπνέεις ζωή. Εκπνέεις ανθρώπους, στιγμές, το πέρασμα σου στον κόσμο. Και φεύγεις, χάνεσαι. Σαν αερικό ανεβαίνεις ψηλά, ανάλαφρος, ελεύθερος, χωρίς σώμα να σε καθηλώνει, χωρίς πρέπει να σε περιορίζουν. Λες και αυτή η τελευταία ανάσα σού έδωσε όλη τη δύναμη που χρειαζόσουν για να διαφύγεις και διαγράφοντας τον κύκλο της δικής σου ζωής να συνδεθείς πάλι με τον κόσμο, αναζητώντας τη θέση που σου ανήκει.

31) Γράφοντας για την ανάσα, σβήνω το φως, επικεντρώνομαι κι εγώ στη δική μου ανάσα. Σαν να θέλω να ακούσω αυτό που έχει να μου πει. Και ξεκινώ να αναπνέω. Βαθιά, κοφτά, ήρεμα, βιαστικά και να «φοράω» τις ανάσες μου σαν τα κοστούμια που αλλάζουν οι ηθοποιοί. Σαν τα διαφορετικά προσωπεία που κοσμούν το πρόσωπό τους. Και ψάχνω να δω ποια μου ταιριάζει, να δω τι ιστορία έχει η καθεμία να μου πει. Να γράψω τι σόι πράγμα είναι τελικά αυτό το οποίο δεν είχα σκεφτεί ποτέ να ανακαλύψω μέσα από 30 διαφορετικές πτυχές.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Χαρά Κουλοπούλου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής