Ο Κήπος της Μαρίας

0
398

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι par280921-teaser-story-big-1024x683.jpgαπό τον Κεβ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Έχετε δει ποτέ σας πράσινα μπουρδέλα; 

Έγιναν σουξέ μια μέρα δε ξέρω γιατί και τώρα είναι παντού ρε. Εκεί που έψαχνες να τα βρεις χωμένα σε κάτι ύποπτα στενά με κάτι μυστικές πόρτες και υπόγειες καταπακτές, λες και παίζεις World of Warcraft να πούμε και κυνηγάς κάτι καμένες αποστολές να συμπληρώσεις, ε τώρα πετάγονται μπροστά σου από το πουθενά.  Να, πότε ήτανε; Κατεβαίνω προχτές να πάω προς σχολή, κάνω δεξιά και τι να δω; Το μαγαζάκι του κυρΝικόλα που ’χε κλείσει πρόπερσι λόγω κρίσης… είχε γίνει πράσινο. Έτριβα τα μάτια μου. Εν πάση περιπτώσει τώρα αυτό που ήθελα να σας διηγηθώ δεν είναι σαχλαμάρες περί παιχνιδιών και κυράδων. Είναι τα συγκλονιστικά εγκαίνια του «κήπου της Μαρίας».

Που λέτε ήταν ένας κακομοίρης 45άρης, πριν καμιά δεκαριά ίσως δεκαπενταριά χρόνια, ηλεκτρολόγος στο επάγγελμα, χωρίς γυναίκες-παιδιά, μονάχος του σ’ένα διαμερισματάκι στο Φάληρο. Απολάμβανε την εργένικη ζωή. Τα πρωινά καφέ, τσιγάρο κι ένα χέσιμο για να’ναι έτοιμος και κατά τις επτάμιση έβγαινε στους δρόμους ντούρασελ. Ντάξει δεν ήταν και δα το όνειρο της ζωής του αυτό, αλλά όταν έκανε τη δουλειά του ήταν σωστός και χαμογελούσε πάντοτε στους πελάτες του. Είχε τη φαεινή ιδέα ότι ντε και καλά οι άνθρωποι παίρνανε δύναμη από την θετική του ενέργεια οπότε ακόμα και τις στενάχωρες μέρες έκανε ότι περνούσε απ’το χέρι του για  να κρύψει τη μελαγχολία του.

Μια συννεφιασμένη μέρα του Απρίλη ήτανε όμως, που έμελλε να του φέρει τα μαντάτα τα κακά. «Έχετε καρκίνο της μασχάλης κύριε, αργήσατε πολύ να μας συμβουλευτείτε, σας  το’χουμε πει χίλιες φορές, άμα ξύνεται η μασχάλη σας έρχεστε επί τόπου για γενικές, μάλλιασε η γλώσσα μας επιτέλους», του είπε ο γιατρός. Ήτανε το τέταρτο στάδιο και δε μπορούσε να κάνει τίποτα πια για να αντιστρέψει τα δεδομένα. Θα περίμενε αργά και βασανιστικά να τον πάρει ο χάρος. Πρέπει να είχε ίσα με τρεις-τέσσερις μήνες ακόμα.

Εννοείται πως δε ξαναπήγε δουλειά από τότε. Αποφάσισε να σαπίσει σπίτι με τις μέχρι τότε μαζεμένες οικονομίες του. Βέβαια στα μισά του δεύτερου μήνα, ακόμα κι αυτός είχε βαρεθεί τη μιζέρια και την αδιαφορία του. Αν είχε τη δυνατότητα δηλαδή δε θα σηκωνότανε ποτέ από το κρεβάτι. Ούτε να τρώει ούτε να πίνει ούτε να πηγαίνει για μπάνιο ήθελε. Περίμενε ηρωικά μέχρι να σκάσει η φούσκα του για να κουνήσει τον κώλο του. Τα παντζούρια κλειστά μέρα νύχτα προφανώς γιατί ο ήλιος θα του θύμιζε πως υπήρχε ένας κόσμος εκεί έξω ο οποίος με αυτόν η χωρίς θα συνέχιζε να γυρίζει.

Μέσα Ιούνη πρέπει να ήτανε όταν συνειδητοποίησε επιτέλους ότι μπορούσε κάλλιστα να πάει να πέσει από καμιά γέφυρα, να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα ρε αδερφέ. Να μη βασανίζεται άλλο. Σηκώθηκε και μπήκε να κάνει ένα παγωμένο ντους. Να ξυπνήσει απ’ τον ύπνο τον βαθύ. Κάποια μέρα θα πέθαινε ούτως ή άλλως, όπως όλοι οι άλλοι πριν και μετά απ’αυτόν. Γιατί δε μοιρόκλαιγε και νωρίτερα; Το να γνωρίζεις στο περίπου την περίοδο που θα πεθάνεις είναι μεν ένα μικρό σοκ αλλά δεν είναι και τόσο τραγικό εν τέλει. Να, ορίστε τώρα, κόντρα σε όλα τα δεδομένα θα ‘κανε όλ’ αυτά, που αν δεν είχε αρρωστήσει δε θα τα έκανε ποτέ.

Πήγε στο Μεξικό, να δει τα απομεινάρια των Αζτέκων και των Μάγιας, ανέβηκε βόρεια να δει επιτέλους το πολυπόθητο Χόλιγουντ, που έμπαινε κάθε βράδυ σπίτι του εξ αποστάσεως κι από εκεί κατέβηκε νότια ξανά, επισκέφτηκε τον Αμαζόνιο. Έναν από αυτούς τους πνεύμονες της γης όπως τον αποκαλούν οι επιστήμονες. Ήθελε να δει τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό πια που χωρίς αυτό δε θα μπορούσε να συνεχίσει την επιβλητική πορεία της η ανθρωπότητα. Δε πολυπείστηκε, αλλά παρ’ όλ’ αυτα η μικρή επαφή που είχε με τα ζώα και τους γηγενείς πληθυσμούς της περιοχής του φάνηκε αξιοθαύμαστη εμπειρία. Μετά από κάτι μπάτζι τζάμπινκ, αναρριχήσεις σε γκρεμούς, οδήγηση μοτοσικλετών μεγάλης ταχύτητας και αλλά 5-6 εξτριμ σπορ, του είχε μείνει κάτι τελευταίο να κάνει αφού γυρίσει πίσω. 

Ήθελε να βρει την ομορφότερη πόρνη της χώρας.

Ήταν δύσκολη αποστολή, απ’ αυτές που τις τρέχεις είκοσι χιλιάδες φορές στο San Andreas μα όταν τις καταφέρνεις τελικά είσαι τόσο ενθουσιασμένος που τα μάτια σου είναι έτοιμα να πεταχτούν απ’τις τρύπες τους και να χτυπούν σα τρελόμπαλες απ’τη μια γωνιά του δωματίου στην άλλη. Σ’αυτό συμβάλλουν και οι πολλαπλές ώρες που έχεις αφιερώσει μπροστά στην οθόνη βέβαια αλλά το προσπερνάω αυτό. Ταλαιπωρήθηκε τέλος πάντων πολύ, αλλά τελικά βρήκε τη Μαρία της καρδιάς του.

«Έχω βρει την καλύτερη απ’ όλες» του ‘πε ένας γνωστός. «Μη φρικάρεις με το μέρος μόνο, είναι λίγο περίεργο, αξίζει παρ’ όλ’ αυτά».

Εμπιστευόμενος λοιπόν τον γνωστό-άγνωστο μπήκε στο αμάξι και κίνησε για τον τελικό προορισμό. Πάρκαρε σ’ένα στενό και κατέβηκε. Ένα απ’ τα διάφορα περίεργα της υπόθεσης ήτανε και οι ώρες λειτουργίας· εξαρτιόνταν απ’ την ηλιοφάνεια που θα είχε. Δηλαδή το μαγαζί δε δούλευε τις βροχερές μέρες κι έκλεινε ακριβώς την ώρα που θ’ άρχιζε ο ήλιος να δύει.

Αφού είναι η καλύτερη έχει το δικαίωμα να δουλεύει όπως της κάνει κέφι, σκέφτηκε κι έστριψε στο επόμενο στενό για να βρεθεί στην ακριβής τοποθεσία.

«Ο κήπος της Μαρίας» έγραφε η ταμπέλα απ’εξω και μπαίνοντας νόμιζε πως επρόκειτο για κάποιο ανθοπωλείο μάλλον κι όχι γι’αυτό που είχε έρθει να κάνει. Είχε άπειρα φυτά παντού σχεδόν στο διάβα του μα κανένα δεν έδειχνε προς πώληση. Ήταν όλα μέλη της επιχείρησης και από την μέσα πλευρά στον ακάλυπτο υπήρχε όντως ένας μικρός κήπος τόσο πράσινος που οριακά ξεχνούσε ότι βρισκόταν στο κέντρο μιας Ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.

Η τσατσά, όπως θέλει η παράδοση όλων των καλών τσατσάδων, ήταν μια εξηντάρα κακοσυντηρημένη, ταλαιπωρημένη από τις κακουχίες και τις αναποδιές της ζωής.

«Εσείς είστε η κυρία Μαρία;» 

«Όχι αγόρι μου, εγώ είμαι διακοσμητική εδώ πέρα, με χρησιμοποιεί ο κόσμος για να μου πετάει τα παράπονα της ανικανότητάς του. Άντε μπορεί να τύχει και καμιά μέρα να του αρέσει η κοπέλα. Το θέμα είναι ότι δεν εξαρτάται από την κοπέλα αυτό κι είναι όλα στο χέρι του. Πού να εξηγείς τώρα όμως, ε;»

Μα καλά τι μου λέει τώρα αυτή, τη καλύτερη κοπέλα έχουν εδώ υποτίθεται, μα δεν είχε κάτι να απαντήσει.

«Περίμενε να φωνάξω τη Μαρία», του ‘πε και πέρασε σ’ έναν εσωτερικό χώρο.

Αυτός δεν είχε κάτσει ακόμα αφού δεν υπήρχε κιόλας κάποιος καναπές ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων για να βολευτεί. Ο χώρος ήταν γεμάτος πρασινάδα και στη γωνία του δωματίου υποδοχής είχε ένα ενυδρείο που από μακριά κοιτώντας φαινόταν άδειο, μα όταν πλησίασε… Ω να σου γαμ… ένα φίδι ήταν μέσα κουλουριασμένο. Ακίνητο ευτυχώς.

Αυτό το μέρος είναι όντως ύποπτο αλλά τι χειρότερο μπορεί να γίνει απ’το να πεθάνω εδώ και τώρα ας πούμε; Κι ήταν βάσιμη η απορία του αυτή, τι χειρότερο μπορούσε να γίνει;  

Η Μαρία μπήκε μέσα κι ο τυπάς έμεινε κάγκελο. Ήτανε όντως ό,τι ομορφότερο είχε δει. Δεν είχε τίποτα το υπερβολικό πάνω της. Αν την έβλεπε στο δρόμο ή στη παραλία ας πούμε για να κάνουμε και μια πιο σωστή αντιστοίχιση δε θα της έδινε και πολύ σημασία. Εδώ και τώρα όμως ήτανε θαρρείς ο κατάλληλος τόπος και χρόνος για να γίνει η ομορφότερη απ’ όλες.

«Έρχεσαι;» τον ρώτησε και πέρασαν από μια πρώτη πόρτα σε μια δεύτερη όπου ήταν και το δωμάτιο. Το παραλήρημα με τα φυτά συνεχιζόταν παντού, στο διάδρομο και στο εσωτερικό του δωματίου.

Ευτυχώς αξιώθηκαν να βάλουν ένα στρώμα της προκοπής τουλάχιστον  κι άρχισε να γδύνεται.

Η Μαρία του ‘χε φέρει ένα προφυλακτικό κι είχε ήδη ξαπλώσει, έτοιμη.

«Δε σου τον ρουφάω γιατί σε βλέπω με τα όπλα γεμάτα ήρθες. Να ρωτήσω πόσο καιρό αγάμητος ή ντρέπεσαι;».

Ντράπηκε εννοείται αλλά έπρεπε να το παίξει κουλ.

«Καθόλου αγάμητος. Ίσα που κατουράμε να ξέρεις» της απάντησε μ’ ένα ύφος όλο περηφάνια.

«Λοιπόν γαμιά τελείωνε γιατί έχουμε κι άλλες δουλειές δε θ’ασχολούμαστε με σένα όλη μέρα ε;».

Κι είχε μείνει να τη κοιτάει σα χάνος. Δε σύχναζε μέρα νύχτα βέβαια στα μπουρδέλα και τα στριπτιτζάδικα, αλλά τέτοιο θράσος δεν είχε ξαναπετύχει.

«Καλά ντε έρχομαι, μη μας γαμήσεις κι όλας» της είπε και περίμενε τουλάχιστον να σκάσει το χειλάκι της μα η κοπέλα μούγκα. Τον κοίταζε σε φάση φιλαράκι και με το πουλί στο χέρι και χωρίς χιούμορ να δούμε τι άλλα μπουμπούκια θα εμφανίσεις.

Είχε αρχίσει να ξενερώνει σιγά σιγά εντωμεταξύ αυτός αλλά εδώ που ’χε φτάσει δεν υπήρχε πισωγύρισμα πλέον. Ανέβηκε από πάνω της και μπήκε μέσα… Έξω-μέσα, μέσα-έξω, έξω-μέσα διαδικασία αδιάφορη τελείως και μερικά δεύτερα αργότερα…

«Κοίταξε να δεις, για να μη μείνεις και με την απορία, κανένας παράδεισος, κόλαση και μόνο κόλαση. Την έζησες και δυστυχώς αυτή είναι κι η τελευταία στάση σου» του έκανε.

«Ε, δε πάτε καθόλου καλά εδώ πέρα ρε, σε μουρλάδικο ήρθα;» είπε βγάζοντας τον πούτσο του από την κοπέλα. Κι ενώ ντυνόταν βιαστικά την έβλεπε φρικαρισμένος να γελάει. Τρελοί είναι δεν υπάρχει περίπτωση.

«Κάτσε πού πηγαίνεις έχω κάτι να σου δώσω» είπε η τσατσά κι έκανε να πιάσει ένα ροδάκινο από το βαζάκι δίπλα.

«Τι πρόβλημα έχετε εδώ πέρα;».

«Τι θέλεις βρε αγόρι μου, γλειφιτζούρι θέλεις; Δεν είμαστε παιδιατρείο. Πάρε το φρούτο σου κι άντε στο καλό».

Βγήκε έξω τσαντισμένος κι έκανε για το αμάξι. Τι τραβάω θεέ μου.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Κεβ, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Φωτογραφία: Antoine d’Agata | Mala Noche Nuevo Laredo, Mexico. 1991. © Antoine d’Agata | Magnum Photos

MEXICO. Nuevo Laredo. 1991.
Προηγούμενο άρθροΗ πρώτη νύχτα
Επόμενο άρθροΈνας καλός σκύλος
Avatar
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα. (Προσθήκη, 12 χρόνια μετά. Το έκοψα το κάπνισμα).