Zorba’s Lobotomy

0
2027

 

1) «Η λοβοτομή είναι μια χειρουργική μέθοδος που επινόησε ο Πορτογάλος νευροχειρούργος Μόνιτζ, το 1935, και για την οποία πήρε το βραβείο Νομπέλ.

Σε αυτήν οι μετωπιαίοι λοβοί αποκόπτονται από τον υπόλοιπο εγκέφαλο. Οι ασθενείς παραμένουν σε ικανοποιητικό επίπεδο ενεργοί, αλλά χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της συναισθηματικής τους ζωής.»

~~{}~~

2) «Ο Αλέξης Ζορμπάς, που στην πραγματικότητα λεγόταν Γιώργης, γεννήθηκε στην Πιερία. Ήταν γιος πλούσιου τσέλιγκα, αλλά σε νεανική ηλικία έφυγε από το μέρος του και έγινε ξυλοκόπος.

Bρέθηκε στη Χαλκιδική όπου εργάστηκε ως μεταλλωρύχος. Εκεί γνώρισε και «έκλεψε» τη μετέπειτα γυναίκα του την Ελένη. Μαζί της έκανε οκτώ παιδιά.

Όταν ήταν πενήντα χρονών η γυναίκα του πέθανε και ο Ζορμπάς έφυγε για το Άγιο Όρος, με την απόφαση να γίνει καλόγερος. Εκεί γνώρισε τον Καζαντζάκη.

Μαζί πήγαν στη Μάνη, όπου εκμεταλλεύτηκαν τα ορυχεία της Πραστοβάς –και ο Καζαντζάκης εμπνεύστηκε το εμβληματικό του μυθιστόρημα: Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.»

~~{}~~

Αυτά τα δύο άρθρα –πιο εκτενή στο πρωτότυπο- μπορείτε να τα διαβάσετε στη wikipedia. Όμως τι σχέση μπορεί να έχει ο Ζορμπάς με τη λοβοτομή και σε προέκταση με την πραγματικότητα μέρος της οποίας είμαστε; Για να πω την αλήθεια δεν ξέρω ακόμα.

Αλλά, όπως είπε και ο Πικάσο: «Ποιος ο λόγος να ξεκινήσεις να δημιουργείς κάτι αν ξέρεις εκ των προτέρων τι θα φτιάξεις;»

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν κι ίσως κάτι καλό να προκύψει.

~

Ο Ζορμπάς, ειδικά μετά την ταινία «Zorba the Greek» του Κακογιάννη, αποτέλεσε, κυρίως για τους ξένους, ένα σύμβολο της νέας Ελλάδας. Μαζί με τη ρετσίνα και το συρτάκι.

Όταν προβλήθηκε η ταινία, ο τότε υπουργός Τουρισμού, οξυδερκής όπως και οι υπόλοιποι υπουργοί (τέως, νυν και αεί), ισχυρίστηκε ότι η ταινία θα ήταν δυσφήμιση για την Ελλάδα, αφού παρουσιάζει μια συννεφιασμένη χώρα, όπου οι βάρβαροι αυτόχθονες σφάζουνε τη χήρα -και κάνουν πλιάτσικο στο σπίτι της νεκρής Γαλλίδας.

Οι περισσότεροι –αυτόχθονες- διανοούμενοι επιτέθηκαν στον Κακογιάννη και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν το ίδιο και με τον συγγραφέα. Μόνο η χήρα του Καζαντζάκη, προέβλεψε αυτό που θα συνέβαινε.

Η Ελλάδα του Άντονι Κουίν-Ζορμπά, που χορεύει στα συντρίμμια του ονείρου του, στα συντρίμμια του ορυχείου, έγινε ο τουριστικός ομφαλός της γης. Η μουσική του Θεοδωράκη ακουγόταν σε κάθε γωνιά του πλανήτη κι όλοι φώναζαν: «Όπα!»

~~{}~~

Τι ήταν αυτό που λάτρεψαν οι πάντες στην ταινία -και οι πιο ψαγμένοι είχαν αγαπήσει από καιρό στο βιβλίο;

Τι ήταν αυτό που έκανε τον Καζαντζάκη να διαλέξει τον Ζορμπά ως πνευματικό οδηγό, πάνω από τον Βούδα, τον Χριστό και τον Νίτσε, τους προηγούμενους οδηγούς του; Τι παραπάνω είχε εκείνος ο αιματώδης μεσήλικας;

Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο θα θυμούνται πως ξεκινάει. Ο Ζορμπάς στέλνει ένα γράμμα στον Καζαντζάκη με μία μόνο φράση: «Εύρον πράσινη πέτρα ωραιότατην. Έλα.»

Κι όταν ο συγγραφέας αρνείται να πάει, αφού είχε τόσα να σκεφτεί, τόσα να διαβάσει και τόσα να γράψει, ο Ζορμπάς του απαντάει: «Πάντα αναρωτιόμουν αν υπάρχει Κόλαση και Παράδεισος. Τώρα βεβαιώθηκα: Η Κόλαση υπάρχει για κάποιους χαρτοπόντικες σαν κι εσένα που χάνουν τη μοναδική ευκαιρία να θαυμάσουν κάτι τόσο όμορφο, όσο η πέτρα που βρήκα.»

~

Λίγο μετά ο Ζορμπάς πεθαίνει και ο Καζαντζάκης κλείνεται στον φιλντισένιο πύργο του στην Αίγινα για να συγγράψει τους 33.333 στίχους της Οδύσσειας του –που αμφιβάλλω αν τους έχουν διαβάσει πάνω από χίλιοι άνθρωποι.

Απέφυγε, μάλιστα, να παρευρεθεί στην κηδεία του Παλαμά, τη μεγαλύτερη αντιναζιστική συγκέντρωση της Κατοχής, όπου ο φίλος του, ο Άγγελος Σικελιανός, απάγγειλε τον Επικήδειο του μπροστά στις κάνες των κατακτητών, ενώ το πλήθος τραγουδούσε αγέρωχα τον Εθνικό Ύμνο.

~

Τι ήταν αυτό που συγκίνησε τον, τόσο αφιερωμένο στα γραπτά του, Καζαντζάκη; Τι είναι αυτό που έκανε τον αμόρφωτο σχεδόν Ζορμπά να γίνει το σύμβολο της ζωής της ίδιας;

Ίσως ήταν ο ενθουσιασμός του, ο σχεδόν παιδικός ενθουσιασμός του. Όπως τότε που βλέπει έναν γάιδαρο και σταματάει για να τον θαυμάσει, λες και ποτέ του δεν είχε ξαναδεί τετράποδο.

Ή μπορεί να ήταν ο συναισθηματισμός του και το δέσιμο με το παρόν, με το τώρα. Που έτρωγε φαγί, που έπινε κρασί και το ένιωθε μέχρι το τελευταίο κύτταρο του σώματος του. Που αγαπούσε τις γυναίκες και τους δινόταν, αδιαφορώντας για τις αντιρρήσεις των αυτοχθόνων και των ευνούχων.

Και έλεγε: «Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι να σε θέλει μια γυναίκα και να μην πας στο κρεβάτι της.»

Ή -μήπως- η παράξενη αίσθηση της ελευθερίας; Δέχτηκε να δουλέψει για τον Καζαντζάκη, αλλά από την αρχή του ξέκοψε την τέχνη του: «Θα παίζω το λαγούτο μου όποτε εκείνο θέλει. Το λαγούτο αφέντη δε γνωρίζει.»

~

Ήταν, κυρίως, η αγάπη του για τη ζωή. Για τη ζωή που είναι πιο μεγάλη κι απ’ το όνειρο. Γιατί ο Ζορμπάς ήταν ονειροπόλος. Ίσως ισάξιος του Δον Κιχώτη. Όμως ο Ζορμπάς, γι’ αυτό και σημάδεψε ως ήρωας τη λογοτεχνική πραγματικότητα, ξεπερνάει τον μέγιστο αιθεροβάμονα, τον ελεεινό ιππότη της Μάντσα.

Όταν το όνειρο καταρρέει, όταν το ορυχείο συντρίβεται, ο Ζορμπάς δεν ξεψυχάει στην κάμαρα του μετανιωμένος, αλλά γελάει, πίνει, χορεύει και τραγουδάει: «Η ζωή χωρίς όνειρα είναι λειψή ζωή… Αλλά το όνειρο δεν είναι τίποτα παραπάνω από δεκανίκι στο μεγαλύτερο θαύμα, που είναι η ζωή η ίδια.»

Και συνεχίζει για να πάει παρακάτω, ξεκινάει για το καινούριο όνειρο, αμετανόητος και πάντα ζωντανός.

Ο Ζορμπάς είναι ο μεγαλύτερος θιασώτης της ζωής της ίδιας. Χωρίς φιοριτούρες και ψυχώσεις. Ό,τι κάνει το πιστεύει. Αλλά δεν έχει πεποιθήσεις ατράνταχτες. Ξεκινάει πάλι από το μηδέν και συνεχίζει: Να γεννοβολά, να δουλεύει, να χορεύει, να ζει.

~~{}~~

Δεν είναι δύσκολο, λοιπόν, να συνδυάσουμε τη λοβοτομή με τον Ζορμπά.

Τι θα ήταν ο Ζορμπάς χωρίς συναισθήματα;

Θα συνέχιζε να δουλεύει, αλλά δεν θα μπορούσε να χορέψει.

Θα μπορούσε να κάνει σεξ, αλλά δεν θα αγαπούσε.

Θα έβλεπε το γάιδαρο και μόνο θα παραμέριζε.

Θα γνώριζε τον Καζαντζάκη, αλλά δεν θα τον ενέπνεε να γράψει ένα βιβλίο.

Θα έβλεπε τις σιδηροτροχιές του ορυχείου να καταρρέουν και δεν θα στεναχωριόταν ούτε και θα χαιρόταν που ήταν ελεύθερος να πάει κάπου αλλού.

Θα έβρισκε μια πράσινη πέτρα ωραιότατη και θα εκτιμούσε μόνο την αξία της, σαν τον άνθρωπο που πλησιάζει εκείνους που παίζουν τα χάλκινα πνευστά για να υπολογίσει το βάρος τους, σε χαλκό.

Θα ήταν ένας άνθρωπος σε ικανοποιητικό επίπεδο ενεργός –να παράγει, να καταναλώνει, να ψηφίζει. Αλλά δε θα μπορούσε να ονειρευτεί, να γελάσει, να αγαπήσει. Να τρελαθεί.

Κι αλήθεια ρωτώ: Είναι αυτό το πράγμα άνθρωπος;

~

Κάπως έτσι αυτό το κείμενο τελειώνει.

Αφήνοντας τα πιο σημαντικά ερωτήματα να αιωρούνται. Αφήνοντας τον καθένα να ορίσει τι είναι η ζωή του και ποιο το όνειρό του.

Αφήνοντας ‘τον να κοιτάξει τη χώρα που καταρρέει και να φωνάξει -χορεύοντας: «Όπα!»