Ακόμα 3 γυναίκες μετά το τέλος του κόσμου

0
506

(Τετράδια Συνεργείου)

Η ανθρωπότητα δεν υπάρχει πια.

Μόνο μια γυναίκα. Πηγαίνει και καθαρίζει τα άδεια σπίτια, ψυχαναγκαστικά. Μετά βουτάει στα παγωμένα νερά και κρατάει την ανάσα της. Ξαπλώνει να κάνει ηλιοθεραπεία κι ακούει φωνές, ακούει ρόδες, ακούει το κουδούνι της εξώπορτας, ακούει…

Ακούει ροκ εν ρολ και γυρίζει στην Αμερική μ’ ένα Ford Mercury του ’56, σαν ηρωίδα από μυθιστόρημα του Κέρουακ, αλλά χωρίς συνοδηγό.
«Are you lonesome tonight,
Do you miss me tonight?
Are you sorry we drifted apart?»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Σείριος» – Γεωργία

1 χρόνος μετά:
Το πήρα απόφαση πια. Δε θα γεμίσει. Έχει περάσει ένας χρόνος απ’ το «άδειασμα». Έτσι το ονόμασα. Αυτό που μια μέρα άδειασε ο κόσμος από κόσμο. Αυτό που μια μέρα άδειασε το κεφάλι μου από τις αναμνήσεις. Πού πήγαν όλοι; Πού πήγαν όλες; Πώς έφτασα εδώ; Ποια να ήταν αυτή η γυναίκα που κοιτάζω στον καθρέφτη κάθε μέρα και που τα στοιχεία της διάβασα ατέλειωτες φορές απ’ το αστυνομικό δελτίο ταυτότητας; Ποια ήταν η ιστορία της πριν το «άδειασμα»; Μοιάζουμε οι δυο μας. Μόνο που αυτή στην ταυτότητα έχει σχεδόν τα διπλά μου χρόνια. Κοιτάζω ξανά το είδωλό μου στον καθρέφτη. Φαίνομαι κάπου στα 25. Κάθομαι πολλές ώρες στον καθρέφτη και μιλάω.

Πάμε, της λέω και βγαίνω απ’ το δωμάτιο. Λίγα βήματα παραπέρα η θάλασσα. Βουτιά. Το κεφάλι στα παγωμένα νερά της. 1, 2, 3, …. 66, 67, … , 132, 133, 134, 135, …., 201, 202, …. 327, 328, 329, 330 κι έξω. 12 δευτερόλεπτα περισσότερα.

2 χρόνια μετά:
Ουφ… Τέλειωσα επιτέλους. 46 μέρες σχολαστικής δουλειάς. Είναι το έκτο σπίτι που φτιάχνω. Όλα τους μπροστά στη θάλασσα. Απ’ έξω σχεδόν ίδια. Από μέσα…

Πρώτη μου δουλειά η κουζίνα. Χρειάζεται να κάνω πολύ δρόμο με το πράσινο φορτηγάκι για να πετάξω τα σκουπίδια. Τρόφιμα που έχουν κάνει την αποικία τους στο ψυγείο. Να λυπάσαι να την χαλάσεις, αν δεν μύριζε τόσο άσχημα. Εφοδιασμένη πάντα με αντιασφυξιογόνα μάσκα. Φωτογραφική μηχανή. Συλλογή «κουζίνα». Σακούλες σκουπιδιών. Άδειασμα. Απολύμανση. Καθαριότητα. Τρόφιμα συσκευασμένα που μπαίνουν σε κατηγορίες. Μπροστά τα πιο γερασμένα. Νερά, νερά, νερά, προμήθειες απ’ το σούπερ μάρκετ. Σειρά έχει το μπάνιο. Πρέπει να προσέχω το νερό. Όλα με τη σειρά τους. Τα δωμάτια. Ξοδεύω ώρες πολλές ψάχνοντας και τακτοποιώντας συρτάρια και ντουλάπες, γραφεία και βιβλιοθήκες. Ενθύμια, φωτογραφίες, ιστορίες, μυστήρια. Φωτογραφίες. Άλμπουμ «δωμάτιο». Καθάρισμα. Όλα στην εντέλεια. Την κοιτάζω στον καθρέφτη. Από αύριο ξεκινάμε τη ζωή Νο 6.

Πάμε, της λέω και βγαίνω απ’ το δωμάτιο. Λίγα βήματα παραπέρα η θάλασσα. Βουτιά. Το κεφάλι στα παγωμένα νερά της. 1, 2, 3, …., 132, 133, 134, 135, …., 201, 202, …. 327, 328, 329, 330, …, 381, 382, 383 κι έξω. 53 δευτερόλεπτα περισσότερα.

3 χρόνια μετά:
Τα μαλλιά μου μετά το καλοκαιρινό ξύρισμα αποφάσισαν να αλλάξουν εμφάνιση. Ενθουσιάστηκα όταν κατάλαβα ότι μετατρέπομαι σε κοκκινομάλλα. Τέλεια! Φωτογραφίες. Συλλογή «εγώ». Σπίτι Νο 15. Κήπος Νο 7. Οι κήποι μου έχουν μετατραπεί σχεδόν σε ζούγκλες. Χρώματα και αποχρώσεις. Φωτογραφίες. Συλλογή «κήπος». Αρώματα και γεύσεις. Τροφή φρέσκια. Τα περισσότερα τα τρώω ωμά πια. Το καλοκαίρι μόνο ωμά. Τώρα που ανάβω τζάκι μαγειρεύω πού και πού. Σήμερα κους –κους με λαχανικά. Και κρασί. Πολύ κρασί. Οι κάβες μου είναι ατελείωτες. Τα βιβλία μου το ίδιο. Τώρα κάνω παρέα με τον Πέπε Καρβάλιο. Με περιμένει να φάμε και να τα πούμε. Είναι πολύ γκουρμέ ο τύπος και δεν ξέρω αν θα ικανοποιηθεί απ’ το δείπνο. Απ’ το κρασί όμως στα σίγουρα. Ο Πέπε είναι απ’ τους αγαπημένους μου. Ώρες ατέλειωτες κάθομαι και του μιλάω και δεν του μιλάω και μου μιλάει και δεν μου μιλάει. Το μόνο του κακό είναι ότι θέλει να ανάβουμε τη φωτιά με προσάναμμα ένα βιβλίο. Όχι του λέω και επιμένω. Αυτός εκεί. Κάθε βράδυ τα ίδια. Πρέπει να τα κάψουμε μου λέει. Η γνώση οδηγεί στην απόγνωση. Όχι, όχι, όχι. Κάτσε εδώ, του λέω και βγαίνω απ’ το δωμάτιο.

Λίγα βήματα παραπέρα η θάλασσα. Βουτιά. Το κεφάλι στα παγωμένα νερά της. 1, 2, 3, …., 201, 202, …. 327, 328, 329, 330, …, 381, 382, 383, ……., 419, 421, 422 κι έξω. 39 δευτερόλεπτα περισσότερα.

4 χρόνια μετά:
Πριν είκοσι μέρες έγινε κάτι απίστευτο. Βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα, με περίμενε καθισμένος στην πετσέτα μου ο Σείριος. Ο Σείριος. Είναι ο σκύλος μου. Ήρθε «ουρανοκατέβατος». Είναι κατάμαυρος με κάτι απίθανα λαμπερά μάτια. Σαν άστρα. Τον έβγαλα Σείριο. Ο Σείριος είναι το λαμπρότερο αστέρι. Βρίσκεται στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός. Τέλειο δεν είναι; Το όνομά του, λέει, προέρχεται από το ελληνικό «σείριος» που σημαίνει «φωτεινός». Φωτίστηκα. Άρχισα να κλαίω για πρώτη φορά. Μετά το «άδειασμα» δεν θυμάμαι να έχω ξανακλάψει. Με τον ερχομό του Σείριου ήρθαν και τα δάκρυά μου. Είμαι ευτυχισμένη και γεμάτη αγωνία. Μιλάμε κι αγκαλιαζόμαστε όλη μέρα.

Πάμε, του λέω και βγαίνω απ’ το δωμάτιο. Λίγα βήματα παραπέρα η θάλασσα. Βουτιά. Το κεφάλι στα παγωμένα νερά της. 1, 2, 3, …., 201, 202, …. 327, 328, 329, 330, …, 381, 382, 383, …… 541, 542, 543 κι έξω. 160 δευτερόλεπτα περισσότερα.

5 χρόνια μετά:
Σήμερα το πρωί βρήκα τον Σείριο ακίνητο. Χωρίς ανάσα. Δε μου μιλάει πια. Δε μ’ αγκαλιάζει. Όσο και να του μιλάω αυτός τίποτε. Είναι παγωμένος. Πάμε. Μαζί στα παγωμένα νερά. Θα κρατήσω την αναπνοή μου και θα γίνω κι εγώ παγωμένη σαν κι εσένα, Σείριε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Don’t they know it’s the end of the world?» – Γιώργος

Έτος 1ο :
Ήμουν στο δρόμο ένα χρόνο, όχι πως είμαι και σίγουρη. Βρήκα το θάρρος να γυρίσω πίσω. Με κοιτάζει απ’τη φωτογραφία με αυτά τα υπέροχα πράσινα μάτια. Μόνο αυτά τα πράσινα μάτια μπόρεσαν να με δουν. Δεν αντέχω άλλο, που είστε όλοι; Γιατί μ’αφήσατε μόνη μου; Γιατί μου το κάνατε αυτό; Θα τρελαθώ, μιλήστε μου. Τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνω; Τα έχω δοκιμάσει όλα, δεν υπάρχει ψυχή, μιλήστε μου ρε γαμώτο, που είστε;

Έτος 2ο :
Δυο χρόνια από κείνη τη μέρα και αποφάσισα να φτύσω στα μούτρα του Θεού. Είπα να το γιορτάσω! Ξαπλώστρα, αντιηλιακό, ηλιοθεραπεία, το αγαπημένο μου βιβλίο, ραδιοφωνάκι με κασέτες της Julie London να μου ψυθιρίζει στο αυτί με αυτή τη βελούδινη φωνή : “Don’t they know it’s the end of the world” και γω να φωνάζω «Don’t they know it’s the end of the world”. Διάολε, σηκώθηκα και το χόρεψα! Χαχα!…..

Διαβάζω αυτά που έγραψα το μεσημέρι και δεν είμαι σίγουρη εάν πρέπει να κλάψω ή να γελάσω. Έχω ανάψει μια φωτιά να με ζεσταίνει. Πρέπει να την κρατήσω ζωντανή. Και μαζί της, τη φωτιά μέσα μου. Πρέπει να κρατήσω αυτή τη σπίθα ζωντανή. Θα τα καταφέρω.

Έτος 3ο :
Πολλές φορές ακούω τη ρόδα ενός ποδηλάτου από πίσω μου, γυρνάω και αντικρίζω το κενό. Άλλες φορές νομίζω πως ακούω το γέλιο του, ξέρω πως είναι στο μυαλό μου, όμως συνεχίζει να γελάει πιο δυνατά μέχρι που με ξεκουφαίνει και στο τέλος καταφέρνει να με ξεγελάσει. Γυρνάω και αντικρίζω το κενό και το γέλιο του παγώνει. Μου έχει συμβεί πολλές φορές αυτό το σκηνικό.

Επαναλαμβάνεται σαν τους εφιάλτες όταν ήμουν μικρή. Μόνο που τώρα τον ζω. Παγιδευμένη. Αυτό δεν το είχα υπολογίσει. Μα το Θεό τα έχω νιώσει όλα : οργή, αγανάκτηση, απελπισία, φόβο, απέραντη μοναξιά. Αντέχω. Όμως αυτό που μου συμβαίνει τώρα όχι. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα να σταματήσω τη φωνή.

Έτος 4ο :
Στην αρχή ήταν εκείνος. Καθώς οι μήνες κυλούσαν, άκουσα τον μπαμπά και μετά και τα αδέρφια μου. Πολλές φορές μου μιλάνε όλοι μαζί. Άλλες φορές μιλάνε μεταξύ τους και με αγνοούν. Πριν λίγες βδομάδες τον είδα κιόλας. Ήταν στο κρεβάτι όταν άνοιξα τα μάτια μου. Δεν θυμάμαι εάν σκέφτηκα ότι το μυαλό μου παίζει παιχνίδια ή όντως ήταν αυτός. Ούρλιαξα το όνομά του, γύρισε και ήμουν εγώ. Τόλμησα να κάνω πως τον ακουμπάω και είδα για λίγο τον εαυτό μου να αντιγράφει τις κινήσεις μου. Τρόμαξα τόσο πολύ που σηκώθηκα και έφυγα τσιρίζοντας απ’το δωμάτιο. Πήγα να ελέγξω το δέκτη. Κάποιος θα το δεί. Τα έχω υπολογίσει όλα στην εντέλεια, εάν υπάρχει κάποιος θα το δει. Ναι, είμαι σίγουρη

Έτος 5ο:
Γεια! Ωραία μέρα σήμερα! Αν και λίγο περίεργη. Κάτι είναι σήμερα, δεν μπορώ να θυμηθώ. Ω! Θυμήθηκα. Τρέχω να τον ξυπνήσω με ένα φιλί.

Δεν είναι στο κρεβάτι, περίεργο. Θα έφυγε νωρίς για τη δουλειά. Μα καλά, τι ώρα είναι; Δεν δουλεύει το ρολόι, θα τέλειωσε η μπαταρία. Λοιπόν, πάω να κάνω ένα μπάνιο, μεγάλη μέρα σήμερα!
Δεν τρέχει νερό, περίεργο. Θα ξεχάσαμε να πληρώσουμε το λογαριασμό. Θα τον πάρω τηλέφωνο, άραγε το θυμάται;

Δεν δουλεύει το τηλέφωνο. Περίεργο.Θα ξεχάσαμε να πληρώσουμε το λογαριασμό.
Θα τον περιμένω. Μυρίζει άσχημα το δωμάτιο, είναι πολύ βρόμικο. Περίεργο, θα καθαρίσω. Ά! Το κουδούνι! Αυτός θα είναι..Τρέχω!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Ημερολόγια μετά το τέλος του κόσμου» – Παναγιώτης

Ημέρα 1η .

Όλη τη μέρα σήμερα την πέρασα ψάχνοντας ανθρώπους. Στην αρχή τους γονεις μου. Καθόμουν στο δωμάτιό μου, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η υπερβολική ησυχία στο σπίτι μου τρύπησε τ αυτιά. Στην αρχή τους αναζήτησα στο σαλόνι. Ήταν γύρω στο μεσημέρι, και λογικά ο μπαμπάς δούλευε στη γραφομηχανη το φανταστικό μυθιστόρημά του σχετικά με την κατάληψη της γης από ενα υβριδικό είδος ρομπότ. Με παραξένεψε που δεν τον άκουσα να το διαβάζει φωναχτά, πράγμα που το συνήθιζε, κι ακόμα περισσότερο παραξενεύτηκα που η μαμά δεν μου κανε παρατήρηση ότι είχα δυνατά τη μουσική.

Johnny Be Good- Chuck Berry . Η μαμά θεωρούσε ότι η μάυρη μουσική δεν είναι κατάλληλη για ένα καθωσπρέπει κορίτσι . Και λέω θεωρούσε γιατι μου φαίνεται οτι δεν θα την ξαναδώ τη μαμά μου, ούτε τον μπαμπά…

Απορώ αν θα ξαναδώ οποιονδήποτε άνθρωπο μιας και έχουν περάσει 20 ώρες χωρίς να αντικρύσω κανέναν όσο κι αν περιπλανήθηκα στη πόλη. Όλα τα μέρη μοιάζουν σαν να εγκαταλείφθηκαν εσπευσμένα μα με επιμέλεια. Στα τηλεφωνήματα μου δεν απαντά κανεις και μάταια περιμένω να ακούσω κάποιο τηλέφωνο να χτυπάει. Αισθάνομαι απελπιστικά μόνη, όπως τότε που χωρίσαμε με τον Ντάνι. Η μόνη μου παρηγοριά είναι οι δίσκοι μου. Έβαλα στο πικ απ ν’ ακούσω το Rock around the clock. Όσο κι αν δυνάμωσα την ένταση της μουσικής κανένας δεν μου έκανε παρατήρηση….Μου λείπεις μαμά… Σε παρακαλώ γύρνα πίσω και υπόσχομαι να μην ξανακούσω ροκ εν ρολ… Είναι βράδυ Σαββάτου, 3 Μαϊου 1959, και δεν ακούγεται ο παραμικρός ήχος από την πόλη.

Χρόνος 1ος.

Πριν από ένα μήνα έκλεισα τα 16. Κανείς δεν ήταν εκεί για να μου ευχηθει. Για την ακρίβεια κανεις δεν υπάρχει πουθενά. Ούτε στους δρόμους, ούτε στα καταστήματα, ούτε καν στο χορευτάδικο του Μάξ, όπου άλλοτε γινόταν «ο χαμός». Εδώ είχα γνώρισει τον Ντάνι. Ακόμα και γι αυτόν στενοχωριέμαι, που έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης, αν και το είχα ευχηθεί αρκετές φορές στο παρελθόν.

Γράφω αυτές τις γραμμές στο ημερολόγιό μου καθώς κάθομαι σε ένα από τα άδεια καθίσματα ενός απελπιστικά σιωπηλού θεάτρου ενός παντελώς άδειου Σαιντ Λούις στη πολιτεία του Μιζούρι . Αύριο θα πάω στο Κάνσας σίτι, την πρωτεύουσα της πολιτείας. Τον τελευταίο καιρό επισκέπτομαι την κεντρική βιβλιοθήκη. Ανάμεσα στα άλλα που διαβάζω για να διασκεδάσω την ανοία μου, βρήκα πληροφορίες για το χειρισμό ενός αυτοκινήτου. Ο μπαμπάς ποτέ δεν τα συμπαθησε.

Σήμερα κατάφερα να οδηγήσω ένα Ford Mercury του ’56 για καμιά ώρα στο κέντρο της πόλης. Το γεγονός ότι δεν είχε… κίνηση στους δρόμους διευκόλυνε σίγουρα τα πράγματα. Αύριο λοιπόν ξεκινάω το ταξίδι μου για την μεγάλη πόλη. Αισθάνομαι ότι είναι η τελευταία μου ελπίδα για να αντικρύσω έναν ζωντανό άνθρωπο.
“You’ll be so lonely, baby
You’ll be so lonely
You’ll be so lonely you could die”
Αλήθεια…ζει ο Βασιλιάς Elvis? Ή εξαφανίστηκε κι αυτός?

Χρόνος 2ος

Ζω σε ένα διαμερισμα στο τελευταίο όροφο του ψηλότερου ουρανοξύστη στην πόλη. Η Νέα Υόρκη μοιάζει όμορφη από ψηλά ακόμα και άδεια. Στα μισοσκόταδα των δρόμων οι γάτες εμαι σίγουρη ότι περιδιαβαίνουν ανενόχλητες και βαριεστημένες. Τα τελευταία αποφάγια τα έχουν καταναλώσει εδω και πολυ καιρο και τα ποντίκια εχουν πληθύνει υπερβολικά ώστε να αποτελούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στα νερά του ποταμού Χάντσον οι μαούνες πλέουν ακυβέρνητες ενώ το Σέντραλ Παρκ δεν μοιάζει τόσο με πάρκο όσο με μια μικρή ζούγκλα που «βράζει» από ζωή κι απειλεί την τσιμεντένια πολεοδομία.

Καμιά φορά σκέφτομαι τους γονείς μου…άλλες φορές τους τραγουδιστές ήρωες μου…Έχω μαζί μου πάντα…ίσως το μόνο πράγμα που κουβαλάω μαζί μου όπου κι αν πάω, μια φωτογραφία του Buddy Holly. Ήταν ένας πραγματικός κούκλος….Αν έκανα μια ευχή να συναντήσω καποιον απο αυτό που καποτε ήταν η ανθρωπότητα , θα ήθελα να είναι ο Buddy…να μου τραγουδήσει με την κιθάρα του το
“In a world gone crazy
Everything seems hazy
I’m a wild one
Ooh yeah I’m a wild one”
Βαριέμαι και νυστάζω υπερβολικά…


Χρόνος 3ος

Το ορκίζομαι!.. Το ορκίζομαι σε ό,τι έχει απομείνει πιο ιερό σε αυτό τον κόσμο…Καθώς περπατούσα στην γέφυρα του Μπρούκλιν, ήμουν κάπου στα μισά, στην άλλη άκρη απέναντι πρός την πλευρά του Μπρόντγουέι διέκρινα μία ανθρώπινη φιγούρα . Ήμουν 100 τις εκατο σίγουρη ότι ηταν ένας άνθρωπος. Τον κυνήγησα με όλη μου την δύναμη καθώς απομακρυνόταν με γρήγορο βηματισμο. Προσπάθησα να μην τον χάσω από τα μάτια μου καθώς εκείνος (γιατι μάλλον ήταν άνδρας) επιτάχυνε τον διασκελισμό του, λες και ήθελε να με αποφύγει. Τα πόδια μου πονέσαν και αναγκάστηκα να τον αφήσω να ξεφύγει στρίβοντας στη γωνία ενός χαμηλού ουρανοξύστη, Περλ στρητ και Μάντισον. Μα το θεό μου, ένας άνθρωπός…3 χρόνια σχεδόν από εκείνη τη μέρα. Ήθελε πραγματικά να με αποφύγει..? Μα δεν κατάλαβε οτι και γω ημουν άνθρωπος? Ή μήπως γι αυτο..? Δε μενδιαφερει…Αποφάσισα χωρίς σκέψη ότι θα τον βρω πάσει θυσία.

Χρόνος 4ος
Ένας σκυλάκος μ’ ακολουθεί εδώ και ώρα, καθώς έχω πάρει το δρόμο προς το σπίτι. Γυρνάω που και που και τον φωνάζω περιπαιχτικά. Είναι η μοναδική παρέα που απέκτησα εδώ και καιρό. Πλύ καιρό. Πέντε ολόκληρα χρόνια για την ακρίβεια. Ακριβώς πριν ένα χρόνο από σημερα, νόμιζα οτι συνάντησα έναν ανθρωπο, αλλα αποδείχτηκα λάθος. Μπορεί να ήταν και της φαντασίας μου, δεν ξέρω… Η ψυχική μου διάθεση είναι ασταθής και έυκολα δημιουργω παραισθήσεις. Γυρνάω σπίτι ύστερα απο ακόμα μια μεγάλη βόλτα στην πόλη που μπορεί στο παρελθόν να μην κοιμόταν ποτέ , σήμερα όμως μοιάζει με ωραία κοιμωμένη. Φύγε σκύλε, δεν εχω όρεξη για παιχνίδια…Όχι απόψε τουλάχιστον, είμαι ξεθεωμένη από το περπάτημα και δεν βλέπω την ώρα να πέσω στο τεράστιο κρεβάτι της πολυτελούς σουίτας μου…
Ανοίγω την πόρτα και κατευθύνομαι προς το πικ απ χωρίς να ανοιξω τα φωτα. Σκύβω πάνω από τους δίσκους και τους ψαχουλεύω όσο μπορω να δω από το εξωτερικό φως. Δυσκολεύομαι να διαλέξω… Τελικά διαλέγω και βάζω έναν να παίζει…
Now the stage is bare and Im standing there
With emptiness all around
And if you wont come back to me
Then make them bring the curtain down.
Αφήνω το κορμί μου να πέσει στο κρεβάτι ξεψυχισμένο και κλείνω τα μάτια.

Δεν είμαι σίγουρη πόση ωρα έμεινα έτσι, πάντως αισθάνθηκα σαν σε όνειρο όταν άκουσα μία αντρική φωνή να φωνάζει το όνομά μου. Να ψιθυρίζει για την ακρίβεια. Όταν όμως ένοιωσα ένα χέρι να με σπρώχνει γλυκά στον ώμο, κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά. Το πρώτο πράγμα που αντίκρυσα μόλις τολμησα να ανοιξω τα βέφαρά μου ήταν το πρόσωπο του πατέρα μου. Αρκούσε για να μείνω άφωνη και μάλλον τρομαγμένη.
-Αλίσια, κοριτσάκι μου…εγώ είμαι, ο μπαμπάς σου…
Έμεινα να τον κοιτάω αποσβολωμένη, καθώς δεν μπορούσα να αμφισβητήσω αυτό που ξεστόμισε.
-Μπαμπά…ψέλλισα..

Στεκόμαστε με τον μπαμπά στον 101ο όροφο του Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ χαζέυοντας που και που τον ορίζοντα. Συζητάμε εδω και ωρα αλλά αδυνατώ να καταλάβω…
-Και δηλ. σαν να λεμε οτι όλα αυτα τα είχες προβλέψει?
-Κατα κάποιο τρόπο …ναι..
-Μα πώς?
-Δεν είμαι σίγουρος…Πάντως τα είχα περιγράψει με ακρίβεια στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου μου.
-Και ήμουν ηρωίδα εγω?
-…Χμμμ…ένα κοριτσι που σου μοιαζε πολύ..σίγουρα…
-…….Μπαμπά…?
-Ναι?
-Αν εσύ έγραψες ένα βιβλίο για ένα κορίτσι σαν κι εμένα…..ποιός έγραψε για σενα?

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τα κείμενα γράφτηκαν στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

Οι προηγούμενες τρεις γυναίκες στο τέλος του κόσμου εδώ http://sanejoker.info/2015/11/3-women-after.html

Οι φωτογραφίες είναι του Neil Craver