Τα ρακούν είναι ντόμπρα

0
960

Ο Μάρκος Απρίλιος σκότωσε τους γονείς του μόνο επειδή του έδωσαν αυτό το όνομα; Και ποιος είναι ο γείτονας που δίνει συνεντεύξεις γι’ αυτόν σε μια φυλλάδα; Υπάρχει κάποιο κρυφό νόημα στα λεγόμενα του;

Τα κείμενα που ακολουθούν γράφτηκαν στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής. Ο Δημήτρης κατασκεύασε τον Μάρκο Απρίλιο κι ο Παναγιώτης τον Θεοφάνη Αντόνιο Κούτο. Μαζί οι δυο τους θα ξεκινήσουν για ένα road trip -αφού πρώτα τον βοηθήσει να αποδράσει.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

(Ένα ραδιόφωνο ακούγεται)

«Αχ, τι θα γίνει ετούτο το παιδί, έλεγε η μάνα μου κρυφά πίσω από ‘μένα»…

-Α, ήρθατε; Πάνω στην ώρα. Μισό λεπτό να χαμηλώσω το ραδιόφωνο…
Ο Μάρκος Απρίλιος… τι παιδί! Τον ξέρω μια ζωή. Μια ζωή δικιά του ,γιατί εμένα τα χρόνια μου είναι άλλες δυο ζωές. Γείτονάς του, από όταν γεννήθηκε ως τα τελευταία γεγονότα, τον ξέρω καλύτερα κι απ’ τον καθρέφτη του. Ποιον καθρέφτη όμως; Α, δεν το γνωρίζατε αυτό; Είχε πρόβλημα. Θεωρούσε ότι ήταν πολύ άσχημος. Σπάνια κοιταζόταν σε καθρέφτη γι’ αυτό και πολλές φορές έβγαινε εντελώς αχτένιστος, με ρούχα αταίριαστα, με μουτζούρες απ’ τα στυλό του στο πρόσωπο.

Η αλήθεια; Έτη φωτός μακριά. Το ‘χετε δει και μόνοι σας. Τόσους τίτλους γεμίσατε τις εφημερίδες σας με το «μοντέλο δολοφόνο». Ο Μάρκος είναι κούκλος. Πόσα κορίτσια δεν άκουσα περνώντας από εδώ να λένε «αχ, γιατί τέτοια ομορφιά να πηγαίνει χαμένη» και πόσα ακόμη δεν συμπλήρωναν «καλά, ας τον έπειθα εγώ να βγούμε ένα βράδυ και θα ‘βλεπες πώς θα στρώσει». Αν τον έπεισε ποτέ καμία; Ναι, αρκετές φορές. Όλα τέλειωναν όμως έξω απ’ την αυλόπορτά του. Αυτές έκαναν την κίνηση να τον φιλήσουν, αυτός κοντοστεκόταν, το σκεφτόταν, μετά ανακάτευε τα μαλλιά του κι έφευγε τρέχοντας προς το σπίτι. Κι εκείνες εκεί, αποσβολωμένες, να βλέπουν τον Άδωνι να απομακρύνεται, το στρώσιμό του να μην έρχεται.

Παρακολούθησα τη δίκη. Συνεχώς στο όνομά του αναφερόταν. Το περίμενα. Άπειρα μεσημέρια μέσα στην απόλυτη ησυχία της γειτονιάς ακουγόταν μια κραυγή, ένα ουρλιαχτό προσωπικής δυστυχίας, κάτι σαν «μα Απρίλιος ρε μάνα; Γαμώτο μου, Απρίλιος; Στη Ρώμη με κάνατε»; Ότι θα ‘φτανε εκεί; Όχι. Γι’ αυτό το λόγο τουλάχιστον δεν το περίμενα. Ποιος σκοτώνει μωρέ για ένα όνομα; Τσακωμούς είχαν και γι’ άλλους λόγους.

Ναι, βέβαια, δεν ήταν εύκολο παιδί ο Μάρκος, δεν ήταν εύκολοι γονείς και οι δικοί του. Μετά τον στρατό ας πούμε ήθελε μηχανή. Τους έλεγε ότι θα την παίρνει και θα χάνεται για μήνες γυρνώντας την Ελλάδα. Τότε την μάνα του την έπιαναν κρίσεις πανικού. Του έλεγε να βρει δουλειά, να αγοράσει μηχανή με τα λεφτά του και μετά αν του δίνουν άδεια για μήνες να πάει όπου θέλει και να την αφήσει να πεθάνει αυτή απ’ την αγωνία της. Κι αυτός; Αυτός κοπάναγε τις πόρτες και τους έλεγε «θα φύγω, να το ξέρετε. Θα φύγω και θα ‘ναι μέρα μεσημέρι». Κάπου εκεί παρενέβαινε ο πατέρας του με το άθλιο χιούμορ και συμπλήρωνε ατάκες του στυλ «μεσημέρι μπορεί να ‘ναι, Απρίλης μόνο να μην είναι».

Ε, να πω την αλήθεια, δε θα τον σκότωνα αλλά κι εγώ μια μπούφλα θα του την έδινα.

Το δέντρο που έχουν στο πλάι του σπιτιού το φύτεψε ο παππούς του. Δεν τον γνώρισε ποτέ, πέθανε πριν γεννηθεί. Δεν ήμουν φίλος με τον παππού του γιατί ήταν τσακωμένοι οι γονείς μας αλλά όσο μεγαλώναμε ένα γεια το λέγαμε. Άσχετο αυτό, το ξέρω, για τον πιτσιρικά θέλετε να σας πω σήμερα. Ναι, είναι το πιασάρικο θέμα των ημερών. Δύσμοιρε Μάρκο, έφαγες τα ισόβια και μόλις περάσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης όλοι θα σε ξεχάσουν. Ίσως βέβαια αυτό να θες. Να μην ασχολείται κανείς με εσένα.

Το δέντρο λοιπόν που σας έλεγα έχει ένα παράξενο όνομα. Επιστημονικά λέγεται Μελία η Αζεδαράχειος. Κανείς δεν το θυμάται έτσι όμως. Τουλάχιστον όχι στον τόπο μας. Εδώ το λέμε Μάη. Καταλαβαίνετε τη συνέχεια, έτσι; Τριών-τεσσάρων χρονών ήταν ο Μάρκος κι ο πατέρας του τον έστησε μπροστά στο δέντρο και του λέει «και τώρα να σου γνωρίσω τον αδερφό σου. Από εδώ ο Μάης» κι έλιωσε στα γέλια… Στο τσακ εκείνο το μεσημέρι δεν του πέταξα πέτρα στο κεφάλι.

Ξέρω, είναι μικρές ιστορίες που αν σε εμένα έχουν μείνει χαραγμένες κυρίως για το κλάμα ή την αντίδραση του μικρού, φαντάζομαι σ’ αυτόν πώς θα σωρεύονταν μέσα του όλα αυτά τα χρόνια. Πολύ μιλάω έ; Εντάξει, στην απομαγνητοφώνηση κρατήστε μόνο τα πιασάρικα. Είμαι μεγάλος, γέρος πολύ, για τα χρόνια μου καλά κρατιέται το μυαλό μου. Έχετε ακούσει πώς μιλάτε εσείς οι δημοσιογράφοι; Μην ανοίγουμε όμως κι αυτή την κουβέντα. Δε σας παίρνει σας λέω!

Το δέντρο που έλεγα, ναι έχει άμεση σχέση με την ιστορία μας. Ο μπαμπάς του έφερε το αλυσοπρίονο πριν ένα μήνα περίπου. Ο Μάης είχε μεγαλώσει πολύ και το ένα κλαδί του έπεφτε στη στέγη του σπιτιού τους. Θα την γκρέμιζε αν το αφήνανε. Στην αρχή το δοκίμαζε αλλά δεν τον είδα να τα πολυκαταφέρνει μόνος του. Βρουμ βρουμ και του σβηνε. Φώναξε τον Μάρκο τότε. Πάντα Απρίλη τον έλεγε, ποτέ Μάρκο. «Απρίλη, κατέβα λίγο να με βοηθήσεις»! «Τι είναι; Τι θες, δεν μπορώ τώρα, κάτι γράφω»! «Θα το γράψεις μετά, κατέβα να με βοηθήσεις μισή ώρα. Θέλω να κόψω τον αδερφό σου»! Το μπαμ μιας πόρτας κι ένα «γαμώ την τύχη μου» ήταν το σημάδι ότι κατέβαινε να βοηθήσει. Σκαρφάλωσε στο δέντρο και έκοψε το κλαδί. Μετά κατέβηκε και το τεμάχισε σε μικρά κομματάκια. «Μπράβο» του είπε ο χαζοπατέρας. «Ο αδερφός σου θα μας κρατήσει ζεστούς πολλά βράδια ετούτο τον χειμώνα». Δεν αντέδρασε. Έφυγε και κλείστηκε πάλι στο δωμάτιό του.

Όχι, εκείνο το βράδυ δεν τον άκουσα. Ξέρετε, πίνω λίγο παραπάνω τις νύχτες. Στα 84 μου τι να φοβηθώ πια; Ακόμη κι οι αρρώστιες με βλέπουν κι αλλάζουν δρόμο. Έτσι και τότε άδειασα τις δυο μπουκάλες με το ξινόμαυρο που μου είχε στείλει η κόρη μου απ’ τη Νάουσα και κατά τις δώδεκα κοιμήθηκα βαριά. Δεν ξύπνησα παρά απ’ τις σειρήνες το πρωί. Ναι, δίκιο έχετε, πολύ δυνατά πρέπει να ακούστηκε το αλυσοπρίονο μέσα στην ησυχία της βραδιάς αλλά σας είπα, δεν άκουσα τίποτα. Ούτε βρουμ-βρουμ, ούτε ουρλιαχτά αν υπήρξαν, ούτε μάχη, ούτε τίποτα. Μέσα σε λίγες ώρες ο Μάρκος είχε τεμαχίσει τον αδερφό του και τους γονείς του. Όχι, δεν είναι χαιρεκακία, μη μου χρεώσετε τίποτα τέτοιο στο ρεπορτάζ σας. Εγώ το αγαπάω το παιδί. Λέω τη φράση που θα χρησιμοποιούσε ο πατέρας του!

Νυχτώνει. Θα φύγετε κύριε δημοσιογράφε; Καθίστε αν θέλετε. Θα σας πω για τότε, στα δεκάξι του που αγόρασε ντραμς και τα ‘φερε στο σπίτι. Ανακοίνωσε στη μάνα του ότι θα έπαιζε μόνο όταν έλειπαν αυτοί κι ότι θα γινόταν διάσημος. Θα έκανε το πρώτο ελληνικό συγκρότημα που τραγουδούσε μόνο ιαπωνικούς στίχους. Καλέ εννοείται, δυο μήνες μετά τον ανάγκασαν να τα ρίξει στον κάδο των σκουπιδιών… Μείνετε, είναι μεγάλη ιστορία. Να βάλω κρασάκι; Ανεβάζω πάλι το ραδιόφωνο, δε σας ενοχλεί;

«Μάνα στις εφημερίδες, πες μου αν με είδες…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

3 μήνες μετά

Φυλακή

Πέρασαν κιόλας τρεις μήνες. Ούτε εύκολοι ούτε δύσκολοι. Βαρετοί. Λίγες οι κουβέντες του, συγκεκριμένο το πρόγραμμα, σχεδόν μετρημένα τα βήματα και οι κινήσεις του στα κελιά, την κουζίνα, το προαύλιο.

Ο Μάρκος Απρίλιος δεν ήταν διάσημος ανάμεσα στους συγκρατούμενούς του, δεν ήταν κι αδιάφορος όμως. Ήταν ο τύπος που σκότωσε για ένα όνομα πατέρα και μάνα. Ήταν επίσης ο τύπος που μετά από φόνους δεν τον κατηγόρησε η πλειοψηφία της κοινωνίας, αντίθετα του πήρε το μέρος. Εδώ και λίγο καιρό μάλιστα, οι συνεντεύξεις ενός υπέργηρου γείτονά του σε εφημερίδα ελαφρών θεμάτων, τον είχε κάνει κάτι σαν ήρωα μυθιστορήματος για το θηλυκό φύλλο της χώρας. Βοηθάει και η ομορφιά του σίγουρα, ήταν όμως και ο τρόπος που ο μπαρμπα-Κούτος τα περιέγραφε, που έκαναν τον Μάρκο συμπαθή ακόμη και στην πιο επιφυλακτική πιτσιρίκα ή κυρία που ξεφύλλιζε την Cappuccino.

Η εφημερίδα έπεσε στα χέρια του Μάρκου τυχαία. Ακουμπισμένη σε ένα παγκάκι του προαυλίου, ξεχασμένη μάλλον από κάποιον που την είχε ζητήσει από φύλακα να του τη φέρει. Είδε τη φάτσα του στο εξώφυλλο. «Πάλι για τη δίκη λένε;» αναρωτήθηκε. Την άνοιξε στις κεντρικές σελίδες. Ολόκληρο το σαλόνι γι’ αυτόν. «Γείτονας εξομολογείται: τον πατέρα του δε θα τον σκότωνα, αλλά μια μπούφλα θα του έριχνα»! «Ποιος γείτονας είναι αυτός;» σκέφτηκε ενώ ξεκινούσε να διαβάζει για ιστορίες που όντως του είχαν συμβεί από όταν θυμάται τον εαυτό του ως σήμερα; «Ποιος με παρακολουθούσε από τόσο κοντά και ποτέ δεν τον πήρα χαμπάρι; Αφού με κανέναν δεν είχα σχέσεις». Λίγο ζαλισμένος ξαναδιάβασε το ρεπορτάζ απ’ την αρχή, εκεί που περιέγραφε τον γείτονα. Υπέργηρος, μαύρος με κάτασπρα μαλλιά. «Καλέ, ο μπαρμπα-Θεοφάνης Κούτος! Ζει ακόμα αυτός;» είπε φωναχτά με έκπληξη ο Μάρκος. Θυμήθηκε τον πατέρα του, πριν καν πάει σχολείο ακόμη, μέσα στη άγρια νύχτα να ανοίγει την πόρτα του δωματίου του και με μπάσα φωνή να τον ξυπνάει φωνάζοντας «ουουου, είμαι ο Κούτος και τρώω παιδιάααα»!

Πάντα από φόβο τον είχε. Δεν είμαστε ρατσιστές λέμε αλλά λίγο τα λόγια των άλλων, λίγο το διαφορετικό, τον Μάρκο -τον τόσο διαφορετικό από όλους- τον τρόμαζε. Συνήθως τον έβλεπε τα απογεύματα να πλένει ένα πορτοκαλί παράξενο αυτοκίνητο που είχε. Μια απ’ τις λίγες φορές που είχαν μιλήσει τον ρώτησε «μπάρμπα, τι αυτοκίνητο είναι αυτό;» και του απάντησε χαμογελώντας με κάτι ολόλευκα δόντια «Pony, ελληνικό, αθάνατο. Πάει ακόμα και με τρεις ρόδες!». Μέσα στα προσωπικά του παραληρήματα τον σκέφτηκε άπειρες φορές να οδηγάει προς την κόλαση με το πορτοκαλί Pony και τη μια ρόδα να λείπει. «Έτσι, ώστε! Ο μπάρμπας με παρακολουθούσε στενότερα από ό,τι πίστευα»!

Από εκείνη τη μέρα ζήτησε κι ο ίδιος να του φέρνουν μια Cappuccino. Μια φορά τη βδομάδα είχε συνέντευξη. Ανάμεσα σε κρασί και τσάι, σε πραγματικότητα και μέθη ο γέροντας περιέγραφε στον χάνο δημοσιογράφο φοβερά και τρομερά πράγματα. Ο Απρίλιος γινόταν Μάρκος κι ο Μάρκος το συμπαθητικό παιδί με την υπερπροστατευτική μάνα και τον άθλιο πατέρα. Και κάπου εκεί, στο μήνα πάνω διάβασε την πρόταση που τον έκανε να σκιρτήσει σκεφτόμενος, για πρώτη φορά ίσως από τότε που ήθελε να αγοράσει μηχανή, μια περιπέτεια: «Τι θα πει ισόβια; Ισόβια είναι μόνο οι πεθαμένοι».

Προχώρησε διαγώνια με τη ματιά του τη συνέντευξη θέλοντας να φτάσει στο επίμαχο σημείο. Ξεκάθαρα ο Κούτος του έδινε ένα μήνυμα: Θα τον ελευθέρωνε. Με κάποιο τρόπο θα το έκανε. Ο δημοσιογράφος βέβαια χαμπάρι δεν έπαιρνε. Του αφηγούταν ο άλλος για τα χρόνια του στην Αμερική, τις κομπίνες, την τράπουλα και για τις αποδράσεις του κι αυτός νόμιζε κάνανε βιογραφία. Του έδινε ξεκάθαρες οδηγίες να είναι έτοιμος και να τον ακολουθήσει όταν χρειαστεί, κι ο γραφιάς τού έλεγε να μην πίνει τόσο. Πώς θα γινόταν δεν το αποκάλυπτε, ούτε πότε. Δε νοιαζόταν ο Μάρκος τόσο γι’ αυτό εξάλλου. Κάτι να τον κάνει να ελπίζει ήθελε, να ελπίζει σε μια ζωή λίγο διαφορετική και να ελπίζει σε κάποιον που για πρώτη φορά νομίζει ότι πιστεύει σε αυτόν.

Σπίτι γερο-Κούτου

«Στην Αμερική του μεσοπολέμου, λέγαμε, αν βιάζεσαι να βρεις έναν βλάκα μην ψάχνεις, κάλεσε έναν δημοσιογράφο», σκέφτηκε ο Θεοφάνης Κούτος περιμένοντας για τη δέκατη συνέντευξή του τον δημοσιογράφο της Cappuccino. Πια το σχέδιό του βρισκόταν στην τελική ευθεία. Το μόνο που δεν ήταν σίγουρος ήταν αν το διάβαζε και ο Μάρκος Απρίλιος. Σε κάθε συνέντευξη, ανάμεσα σε αλήθειες και παραμύθια, του έδινε οδηγίες για το πώς θα τον βοηθήσει να αποδράσει. Του έλεγε για το ταξίδι που θα κάνουν και για τη μια περιπέτεια που και οι δύο είχαν τόση ανάγκη. Αυτός την τελευταία του, ο Μάρκος την πρώτη του.

Η ιδέα του ήρθε ένα βράδυ αδειάζοντας το τρίτο μπουκάλι κόκκινο σταυρωτό Ραψάνης που του είχε στείλει μια σαραντάρα που είχε λυσσάξει μαζί του, από όταν έγινε γνωστός μέσω των συνεντεύξεων. Μέχρι τηλέφωνο τον έπαιρνε να βρεθούν. «Να βρεθούμε καλή μου, να βρεθούμε αλλά είμαι 100 χρονών, δε μου σηκώνεται πια, με τα δάχτυλα θα κάνουμε δουλειά;» της είχε πει γελώντας και κλείνοντάς της το τηλέφωνο. Είχε χαρεί που θα χρησιμοποιούσε τα παλιά κόλπα, πρακτικές αφημένες για σχεδόν μισόν αιώνα στα πιο βαθειά συρτάρια του μυαλού του. Θα έκαναν την απόδραση όπως έκανε τις δεκάδες δικές του, με τον τρόπο που του έμαθε η Μισόν στην Αϊτή.

Απίστευτο κορμί η Μισόν. Σχεδόν εικοσιπέντε χρονών, πρώτα τον έριξε στο κρεβάτι και τρεις μέρες μετά τον ρώτησε το όνομά του. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη κι αυτό το είχε ξεχάσει. Η άλλη αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ξέχασε τι κάνανε εκείνο το τριήμερο. Ούτε μια λεπτομέρεια, ούτε μια στάση, ούτε ένα ουρλιαχτό. Μάγισσα μαύρης μαγείας, με βουντού έλεγχε τα θύματά της. Δεν του έμαθε όλα τα μυστικά της, του έμαθε όμως πώς να υπνωτίζει τους άλλους. Κι ήταν τόσο εύκολο! Κι ήταν τόσο χρήσιμο και τόσο διασκεδαστικό! Ειδικά με τους φύλακες. Συνέρχονταν μέρες μετά κι έβλεπαν ένα κελί άδειο και τους ίδιους σε ανάκριση γιατί ο Κούτος τους είχε φύγει! Έτσι, θα το ‘κανε και τώρα. Όλους, απ’ την είσοδο ως το κελί. Θα ‘φτιαχνε ένα ντόμινο από κοιμισμένα ζόμπι. Το καλογυαλιασμένο, πενηντάχρονο Pony, θα τους περίμενε με τη μηχανή αναμμένη έξω ακριβώς απ’ τη φυλακή. Σήμερα, στη συνέντευξη, θα έπρεπε να του το πει ξεκάθαρα. Αύριο το βραδάκι θα πέρναγε να τον πάρει. Η εφημερίδα θα κυκλοφορούσε το πρωί και καλώς εχόντων των πραγμάτων μεσημεράκι ο Μάρκος Απρίλιος θα τη διάβαζε.

Ντιν-ντον!! (ο γερο-Κούτος πηγαίνει προς την πόρτα μονολογώντας «έφτασε το χάπατο»…)

-Μπάρμπα Θεοφάνη, καλησπέρα. Τι σου έφερα σήμερα; Δες εδώ! Κόκκινο Βουργουνδίας, χρονιά 1996, το καλύτερο που κυκλοφορεί. Μου υποσχέθηκες όμως κι εσύ ότι θα μου πεις τα καλύτερα! Θα τους τρελάνουμε πάλι τους αναγνώστες!

-Ε, δεν είμαι μόνο εγώ που λέω τα καλύτερα. Είσαι κι εσύ που είσαι τζιμάνι και μου κάνεις τέλειες ερωτήσεις.

-Σ’ ευχαριστώ μπάρμπα, δίκιο έχεις όμως, όλοι έτσι μου λένε!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Κυριακή βράδυ, 31 Μαρτίου 2015

-…και του λέω «σπάσε γιατι θα σε σπάσω», με κοίταξε αποσβωλομένος σαν ρακούν που κοιτάει τσακάλι στα δυο μέτρα. Μόνο που είχε κι αυτη τη σιχαμένη κουτοπονηριά που ένα ρακούν σιγουρα απαξιεί. Τα ρακούν είναι ντόμπρα με τον εαυτό τους. Οταν φοβούνται, φοβούνται. Κι όταν το βαζουν στα πόδια, γινονται καπνός και δεν γυρνάνε να κοιτάξουν πίσω. Κάποτε τα κυνηγούσα στους λόφους γύρω απ την Τακόμα, στον Βορρά. Το τριχωμά τους ήταν πανάκριβο τότε, έβγαζα καλό παραδάκι…..

-Μπαρμπα Θεοφάνη.., τον διέκοψε λιγο ενοχλημένος, τι έγινε όμως με τον νταβατζή?

-Τον νταβατζή?..Α! ναι…γέρασα και μαλλον μου αρέσει πολύ να πλατιάζω και να χάνομαι σε κουβέντες…Λοιπόν, ναι,..Πήγε να μου την φέρει ύπουλα. Του ριξα ένα δυνατό κροσέ στα μούτρα και πριν καταφέρει να συνέλθει…του δίνω και μία ..εκεί…στ αρχίδια. Αυτό τον αποτελείωσε ….Δεν θα ξαναέκανε το μαγκα…με πιάνεις?

-…μάλιστα…, είπε πατώντας με ηδονιστική μανία τα δάκτυλα του στην επιφάνεια ενός tablet, σκυμμένος όπως ήταν από πάνω του….. μπαρμπα Θεοφάνη..είσαι σκέτος θυσαυρός…ο εκδότης της Cappuccino είναι ενθουσιασμένος μαζί σου ξέρεις…για συνέχισε λοιπόν…

-χμμμ…τέλειωσε το κρασί, παιδί μου…και νύσταξα…είμαι και γέρος άνθρωπος βλέπεις…άλλες αντοχές…μην κοιτας εσυ…! νέο παιδί!… άντε πήγαινε τώρα…

-μα…μπαρμπα Θεοφάνη…δεν τελειώσες με την ιστορία…

Πήγαινε είπα, η φωνή του υψώθηκε απειλητική…μάλλον υποχθόνια…καθώς το σώμα του (ένα μέτρο και ενενήντα εκατοστά, τουλάχιστον, σάρκα και κόκκαλα, ξερακιανός πια) ορθώθηκε σαν ανακλινόμενη γέφυρα μπροστα στον δημοσιογράφο της Cappuccino, που πάσχιζε ήδη να συμμαζέψει το tablet και να σηκωθεί από την πολυθρόνα με γοργές κινήσεις…

-Και πού σαι….,ο Θεοφάνης αφήσε τις λέξεις να γλυστρίσουν ανάμεσα στα κατάλευκα δόντια του, καθώς στεκόταν με μισάνοιχτη την πόρτα έτοιμος να τον ξεπροβοδίσει,… την επόμενη φορά παιδί μου φρόντισε να φέρεις ένα μάλτ ουίσκυ, σε παρακαλώ,..αυτό εδώ το κρασί δεν το μπορώ. Δεν το μπορούσα ούτε κι όταν έκανα καμάκι σε χαζογκόμενες που σύχναζαν στις παράνομες λέσχες του Μαϊάμι…

Ο δημοσιογράφος έκανε μια γρήγορη κίνηση να βγάλει το tablet του καθώς στεκόταν επικίνδυνα ισσοροπημένος στο κεφαλόσκαλο, αλλά το ερμητικό χτύπημα της βαριάς δρύινης πόρτας σχεδόν επάνω του, του έκοψε απότομα τη φόρα.

Η νύχτα ήταν περασμένη. Ο Θεοφάνης δεν δίστασε να παίξει μερικές φράσεις απο το «All of me», στραγγίζοντας συγχρόνως τις τελευταίες σταγόνες απο το ποτήρι του. Ο χαζούλης δημοσιογραφος τον είχε ζαλίσει. ¨Αξιζε το κόπο όμως. Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να επικοινωνήσει με τον Μάρκο Απρίλιο και το σχέδιο προχωρούσε έτσι… Αύριο θα είναι μια κουραστική μέρα σκέφτηκε…αλλά σίγουρα θα το διασκεδάσουμε..όλοι…ή σχεδόν όλοι…

Κυριακή πρωί, 31 Μαρτίου 2015

Οι κινήσεις του ήταν προσεκτικές. Λίγη σαπουνάδα στο μαλακό σφουγγάρι απο τη σκάφη που είχε αφημένη δίπλα του, δυο τρείς απαλές, με ελαφριά πίεση, περασιές στο επίμαχο σημείο, ξέπλυμα με νερό που είχε βάλει σε ένα βαποριζατέρ, επιθεώρηση… και ξανά από την αρχή. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γίνεται αρκετά δυνατός καθώς πλησίαζε στο μεσουράνημα, αλλά ο γέρος επέμενε με πείσμα να κάθεται στα γόνατα, δίπλα στο αμάξι, στη μέση της αυλης, επαναλαμβάνοντας το ίδιο τελετουργικο ξανά και ξανά.

-Θεοφάνη! Ακούστηκε η φωνή του γείτονα. «Όλα καλα?»

-Καλά, ναι…Απλά μερικές λεπτομέρειες, ψυθίρισε στον εαυτό του περισσότερο….

Σηκώθηκε με αργές κινήσεις, έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω και κάτω απο το δυνατο ολοκάθαρο φως του Μαρτίου, κοίταξε προς το αμάξι. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια του, λες για να αγκαλιάσει όλο το μέγεθος του..Μετά τα έκλεισε σφιχτά σαν για να το κρατήσει στη μνήμη του. Ένας άντρας ψηλός, γεροδεμένος ακόμα παρα το προχωρημένο της ηλικίας του, με την κατάμάυρη επιδερμίδα του να ξεπροβάλλει από τα ρούχα, στη μέση μιας τακτοποιημένης αυλης, μαλλον μέτριου μεγέθους, με δυο τρια δέντρα γύρω γυρω…και χωρίς γκαζον…το μισούσε το γκαζόν…

Πλησίασε προς το πορτοκαλί αυτοκίνητο που γυάλιζε απαστράπτον. Άνοιξε την πόρτα που του ερχόταν καπου στη μέση και μπήκε μέσα . Βολέυτηκε στο κάθισμα το οδηγού με κινήσεις μελετημένες, αργές, ταιριαστές στην ηλικία του αλλά και στη δυσκολία που προκαλούσε ο περιορισμένος χώρος.

Χάιδεψε το γυαλισμένο ταμπλό, αγκάλιασε με τις μάυρες παλάμες του το τιμόνι, κοίταξε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο στο καθρέφτη καθως έκανε οτι τον ισιώνει…Κατόπιν άνοιξε το ντουλαπάκι του συνοδηγού, κι έβγαλε ένα μπουκαλάκι με άρωμα από μέσα. Ψέκασε ακριβώς δύο φορες στο εσωτερικό και το ξαναέβαλε στη θέση του. Ξεφύσηξε βαθιά, κοιτώντας ίσια μπροστα και κρατώντας το τιμόνι, σαν να οδηγούσε πραγματικά εκείνη την ώρα. Δεν ήταν αναστεναγμός αυτό που του ξέφυγε, αλλά κυρίως έμοιαζε με το ξεφύσημα των αθλητών πριν την προσπάθεια…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δευτέρα 1 Απριλίου 2015, 9 και 45 π.μ.

-Χμμ…Λερού Παρκέρ…
-Λήροϋ Πάρκερ..
-..Λέροϋ..πώς?…
-Λή-ρο-ϋ Πάρ-κερ
-Τέλος πάντων..την κρατάω εδώ την ταυτότητά σας…θα την πάρετε όταν ξαναπεράσετε. Δικηγόρος είπατε…και θέλετε να δείτε τον διευθυντη…
-Όχι,.. δικαστικός. Προεδρεύω στο πταισματοδικείο και έχω ραντεβού, με τον διευθυντη. ..τόνισα και χαμήλωσα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας μου για να τον κοιτάξω επικριτικά και με ύφος.
Μου ανταπέδωσε το βλέμμα με αγνή δημοσιοϋπαλληλίστική αδιαφορία σε συνδυασμο με βαρεμάρα…Καλά πάμε σκέφτηκα…
-…Προς το παρόν περάστε στον έλεγχο..από δω…Ο συνάδελφος θα σας συνοδεψει στο γραφείο του υποδιευθυντη. Ο κύριος Διευθυντής απουσιάζει σήμερα. Κάντε γρήγορα μόνο γιατι περιμένουμε και δημοσιογράφους όπου να ναι..

Ο έλεγχος φυσικά δεν βρήκε τίποτα επιλήψιμο πάνω μου. Το μόνο ύποπτο αντικείμενο που περισσότερο παραξένεψε τον δεσμοφύλακα, παρά τον ανησύχησε, ήταν μια μικρή μεταλλική φυσαρμόνικα, που είχα στη μέσα τσέπη του μοδάτου σακακιού μου. Την περιεργάστηκε για λίγο μπροστα στα σχιστά μάτια του και αφου με κοίταξε ανασηκώνοντας τα μάτια του με ένα ηλίθια διαπεραστικό ύφος, την ξανάφησε μπροστα μου, δίπλα στο πορτοφόλι μου, τα κλειδιά μου, το κινητο και το στυλό μου.

Ως εδώ πολύ καλα, αναλογίστηκα πίσω απο το σοβαρό μου ύφος…καθώς ακολουθούσα σε κοντινή απόσταση έναν χοντρούλη τυπάκο φασκιωμένο λες με μια τσιτωμένη στολή και με μια αρμαθιά κλειδιά στο χέρι, στους διαδρόμους της φυλακής. Περίεργο σκηνικό, αν το καλοσκεφτει κανεις. Ένας ψηλός αφρικανός με ακριβό κοστούμι Βερσάτζε, ακριβό ρολόι και αψεγάδιαστα ολόδερμα παπούτσια, πίσω απο έναν αμέριμνο, μάλλον κοντόχοντρο υπαλληλο σωφρονιστικου καταστήματος με αρχή φαλάκρας στην κορυφη του κεφαλιού, αν δεν με γελούσαν τα μάτια μου, που τον περιεργάζονταν από το βολικό υψος που μου χάρισε η μητέρα φύση… Κόντεψα να βάλω τα γέλια από εκδικητική ικανοποίηση όταν σκέφτηκα ότι συνήθως ο έγχρωμος στην ιστορία πηγαίνει μπροστα και με χειροπέδες… Φυσικά συγκρατήθηκα για μια ακόμη φορα. Είναι άδικο να μην μπορείς να ευχαριστηθείς τα καλύτερα σκηνικα. Μου χει συμβει το ίδιο αρκετές φορές στο παρελθόν…Με καταλαβαίνετε..

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τα δύο πρώτα κείμενα είναι του Δημήτρη, το τρίτο του Παναγιώτη. Συνεχίζεται.