Οι γάτες δεν αλυχτούν τον Αύγουστο

0
5217

c2

«Κι αν όλα είναι ψευδαίσθηση, αν όλα είναι maya; Τότε μάλλον πλήρωσα πολλά για το καινούριο μου χαλί».
Γούντι Άλλεν

«No matter how you treat him, the man will never be satisfied».
Bob Marley

«Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ»
Νίκος Καββαδίας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Είναι μόλις μια ώρα που μπήκε ο Αύγουστος. Τέλειωσα τη δουλειά κι έκατσα στο μπαλκόνι να γράψω κάτι, ενώ η πόλη παραθερίζει.

Τα περισσότερα παντζούρια απέναντι κλειστά. Θέσεις για πάρκινγκ άφθονες, μπορείς πλέον να διαλέξεις. Ακόμα κι οι γάτες, που συνήθως αλυχτούν τις νύχτες έχουν εξαφανιστεί. Λες να πήγαν κι αυτές στα εξοχικά τους στη Χαλκιδική;

Η πόλη είναι πιο όμορφη όταν αδειάζει, αλλά -ας είμαι ειλικρινής- σίγουρα θα προτιμούσα να ήμουν μακριά. Σε κάποια παραλία, κυκλαδίτικη κατά προτίμηση. Να μην χρειάζεται να κοιτάω το ρολόι, να μην έχω ρολόι καν. Να ξυπνάω όταν χορταίνω ύπνο κι όταν ζεσταίνομαι, για να βουτήξω στο νερό.

Αντί γι’ αυτό θα περάσω έναν ακόμα Αύγουστο στην πόλη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, θα δουλεύω. Αλλά δεν θα βλαστημήσω την τύχη μου, τη μοίρα μου, τη ζωή μου.

~~

Ο μεγαλύτερος εχθρός της ευτυχίας είναι η σύγκριση.

Πάντα υπάρχει ένας (τουλάχιστον) άνθρωπος που περνάει τις μέρες του καλύτερα από σένα. Αν και συνήθως ξεχνάμε ότι πάντα υπάρχει και ένας (τουλάχιστον) άνθρωπος που περνάει τις μέρες του χειρότερα από σένα.

Μα η αλήθεια είναι ότι δεν σε καλύπτει συναισθηματικά καμία στωική θεώρηση της ζωής, όταν έχει τριάντα πέντε βαθμούς κι εσύ είσαι αναγκασμένος να ξοδεύεις τα οκτάωρα της ημέρας σου ιδρώνοντας και κοπιάζοντας.

Όμως πρέπει να προσπαθήσεις να το κάνεις, να καταφέρεις να αυταπατηθείς, για να μπορέσεις να συνεχίσεις, για να συνεχίσεις να ζεις.

~~

Ποτέ δεν θα έχουμε όλα θα θέλαμε να έχουμε. Η επιθυμία είναι αχόρταγη. Πάντα «χρειάζεσαι» κάτι παραπάνω. Έτσι είναι η φύση των ανθρώπων. Πάντα θες κάτι ακόμα.

Ή μπορεί έτσι να μάθαμε να ζούμε. Η βουδιστική θεώρηση είναι διαφορετική. Για τον βουδισμό η επιθυμία είναι η πηγή της δυστυχίας. Πρέπει να την εξαφανίσεις για να πλησιάσεις τη Νιρβάνα.

Όμως πόσο ανθρώπινος είναι κάποιος που δεν επιθυμεί τίποτα; Ίσως να είναι άγιος, φωτισμένος, βούδας, αλλά ανθρώπινος δεν είναι.

Ο άνθρωπος ονειρεύεται, ποθεί, πάσχει, πονάει, νοσταλγεί.

Οι θεοί της αρχαίας Ελλάδας ήταν πιο ανθρώπινοι. Παρά την αθανασία υπέφεραν, ζήλευαν, ερωτεύονταν, έκαναν σεξ.

Δεν είναι πιο φυσικός ένας θεός που κάνει σεξ, από κάποιον που είναι πνεύμα;

~~{}~~

Βρεθήκαν, κάποτε, σε μια στιγμή του χρόνου έξω απ’ τον χρόνο, κάποιοι θεοί στο ίδιο δωμάτιο.

Στο τραπέζι είχε κάτσει ο Δίας, ο Κρίσνα, ο Γιαχβέ -της Ιουδαϊκής Πεντάτευχου, ο Αλλάχ, ο Βούδας κι ο Χριστός.

Ο Δίας έπινε νέκταρ και γελούσε. Μάτιαζε τη σερβιτόρα, μια αγγελική νύμφη ουρί, και κάθε τόσο της πετούσε υπονοούμενα. Δίπλα στον μεσήλικα Έλληνα είχε κάτσει ο πανέμορφος νεαρός Κρίσνα και τραγουδούσε, μεθυσμένος κι εκείνος.

Απέναντί τους, βλοσυροί κι απόμακροι, ο Γιαχβέ με τον Αλλάχ. Κανείς δεν άγγιζε τα φαγητά και τα ποτά που τους είχαν σερβίρει. Εκδικητοί κι ανέραστοι, η πιο βαρετή παρέα που μπορείς να έχεις στο τραπέζι σου.

Παραδίπλα ήταν ο Χριστός με τον Βούδα. Ο πρώτος λιγοδίαιτος, βουτούσε άζυμο ψωμί στο λάδι, κι είχε λίγο κρασί ξυδιασμένο για να βρέχει τα χείλη του.

Ο άλλος είχε πέσει με τα μούτρα στο φαγητό και στο ποτό.

«Τελικά», είπε κάποια στιγμή ο αιματώδης Ζευς, «όλα τα κάνουμε για το σεξ.»
«Για το καλό σεξ», πρόσθεσε ο Κρίσνα, ντροπαλά, σχεδόν ερμαφρόδιτα. «Πρέπει να ξέρεις πώς το κάνεις. Να προσφέρεις απόλαυση στη σύντροφο σου.»
«Φυσικά και της προσφέρω», είπε ο Δίας και έπιασε τον καβάλο του.
«Δεν είναι θέμα μεγέθους. Η τέχνη μετράει», είπε ο Κρίσνα.
«Αυτά τα λένε οι μικροτσούτσουνοι», έκανε ο Δίας, γέλασε και ζήτησε απ’ τη σερβιτόρα κρασί.

Ο Γιαχβέ με τον Αλλάχ τους κοιτούσαν και τους άκουγαν με απέχθεια.

Ο Χριστός σκούντηξε τον Βούδα.
«Κι εσύ παρθένος δεν είσαι;» του είπε.
«Όχι. Αλλά και να ήμουν δεν θα μ’ ένοιαζε».
«Μα… Νόμιζα…»

«Άκου, Ιησού. Ξέρεις ποια είναι η διαφορά μας; Εγώ γεννήθηκα άνθρωπος. Πρίγκηπας, αλλά άνθρωπος. Κάποια στιγμή πίστεψα ότι μπορούσα να σώσω τον κόσμο και τον εαυτό μου. Ξεκίνησα να νηστεύω, να προσεύχομαι, να κάνω διαλογισμό και γιόγκα. Αλλά μια μέρα, έτσι όπως καθόμουν κάτω απ’ το δέντρο Μπο φωτίστηκα. Κατάλαβα ότι δεν υπάρχει τίποτα, ότι όλα τ’ ανθρώπινα είναι ψευδαισθήσεις. Ακόμα και το καινούριο χαλί του Γούντι Άλλεν ψευδαίσθηση είναι».
«Του ποιού το χαλί;»
«Του Γούντι Αλ… Ενός κωμικού. Εβραίου κι άθεου. Λοιπόν, τι έλεγα; Α, για το δέντρο Μπο. Εκεί κατάλαβα ότι κι η προσπάθεια μου να φωτιστώ ασκητεύοντας ήταν ματαιοδοξία. Γι’ αυτό φωτίστηκα. Τέλος πάντων, έρχονταν διάφοροι και ήθελαν να γίνουν μαθητές μου, να τους πω το νόημα της ζωής.
-Το ποτάμι, τους έλεγα.
-Το ποτάμι είναι το νόημα της ζωής; ρωτούσαν αυτοί.
-Τι; Δεν είναι; τους έλεγα και τους άφηνα πιο μπερδεμένους.

Μετά ήρθε ο καιρός για να πεθάνω. Έλεγα σε όλους ότι δεν υπάρχουν θεοί, ότι όλα είναι maya, τους έλεγα ότι δεν είμαι θεός. Και τι έκαναν αυτοί; Μόλις πέθανα μ’ έκαναν θεό».

Σταματάει για λίγο, προκειμένου να ρουφήξει το μεδούλι από ένα κόκκαλο.

«Εγώ γεννήθηκα άνθρωπος και με κάνανε θεό. Εσύ γεννήθηκες θεός. Αλλά έζησες σαν άνθρωπος. Σαν άνθρωπος που έπρεπε να είναι θεός. Γι’ αυτό την πάτησες τη γάτα».
«Ποια γάτα;»
«Τη γάτα που αλυχτούσε.»
«Ποια γάτα που αλυχτούσε;»
«Αλληγορία είναι.»
«Α, ξέρω απ’ αυτές».
«Ήθελες να κάνεις σεξ, να ζήσεις τη ζωή σου, αλλά πιο πολύ ήθελες να βοηθήσεις τους ανθρώπους, ήθελες ήθελες ήθελες. Και τελικά σε σταυρώσανε.»
«Δεν καταλαβαίνω το νόημα όσων λες, Σιντάτρα».
«Το νόημα όλων είναι το ποτάμι».

Ο Χριστός τον κοιτάζει απορημένος. Ο Βούδας γελάει.

«Λοιπόν, παιδιά», φωνάζει ο Δίας. «Θυμήθηκα ένα ανέκδοτο. Ακούστε: Ήταν ένας δωδεκαθεϊστής, ένας Ινδουιστής, ένας Εβραίος, ένας μουσουλμάνος, ένας Βουδιστής, ένας χριστιανός κι ένας άθεος. Και τους πλησίασε η πιο όμορφη γυναίκα που είχαν δει. Μια κουκλάρα σας λέω.
– Όποιος από σας με ικανοποιήσει περισσότερο θα τον παντρευτώ, τους λέει.

Ξεκίνησε πρώτα ο Ινδουιστής, με τα Κάμα Σούτρα του και τα κόλπα του. Έκαναν σεξ τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Πολλαπλούς οργασμούς η τύπισσα.

Μετά πάει στον Εβραίο.
– Δεν επιτρέπεται να μοιχεύσω, της λέει αυτός, είμαι παντρεμένος.
Τον ακυρώνει.

Πάει στον μουσουλμάνο.
– Πιστεύεις στον Αλλάχ; της λέει αυτός.
– Πιστεύω στον έρωτα, απαντάει η τύπισσα.
– Δεν κάνω σεξ με άπιστες, της λέει ο μουσουλμάνος.
Τον ακυρώνει κι αυτόν.

Πάει στον χριστιανό.
– Εσύ μοιχεύεις; τον ρωτάει.
– Μόνο στα κρυφά.
Το κάνει και μαζί του, αλλά μόλις αρχίζει να του ζητάει περίεργα κόλπα εκείνον τον πιάνουν οι πουριτανισμοί του και δυσανασχετεί.
Τον ακυρώνει.

Πάει στον βουδιστή. Την είχε εκείνος τρεις μέρες με διαλογισμό.
Τον ακυρώνει.

Πάει στον άθεο.
– Εσύ σε τι πιστεύεις; τον ρωτάει.
– Σε τίποτα, πέρα απ’ την ανυπαρξία του θεού.
– Οπότε πιστεύεις σε κάτι. Δε με νοιάζει. Έλα να πηδηχτούμε.
– Όχι, δεν πιστεύω, λέει αυτός. Η ανυπαρξία του θεού είναι βέβαιη.
– Καλά. Έλα να πηδηχτούμε τώρα.
– Να λες ότι υπάρχει θεός είναι σαν να λες ότι υπάρχει μια τσαγιέρα σε τροχιά γύρω απ’ τον Πλούτωνα, κι ότι ξέρει γαλλικά και πιάνο.
– Καλά. Ξέχνα τον θεό. Έλα να…
– Δεν μπορείς να ξεχάσεις τον θεό, την ιδέα, το δόγμα, την πίστη, το… Τα μεγαλύτερα εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομα ενός ανύπαρχτου θεού.
– Το ξέρω.
– Οι θρησκείες, οι θεοί, είναι ανθρώπινες επινοήσεις. Ποιος δημιούργησε ποιον; Ο Αδάμ φτιάχτηκε από λάσπη; Ή μήπως ο θεός—

Τον ακυρώνει -αλλά εκείνος δεν το καταλαβαίνει και συνεχίζει την Περί της Ανυπαρξίας του Θεού πραγματεία.

Τέλος πάει στον δωδεκαθεϊστή.
– Εσύ θες να κάνουμε σεξ; τον ρωτάει. Επιτρέπεται;
– Επιβάλλεται.

Και ξεκινάνε να το κάνουν κι ο τύπος είναι sex machine. Τη μία το κάνει σαν ταύρος, την επόμενη το κάνει σαν βροχή, μετά σαν κύκνος, σαν τράγος, σαν γυναίκα, σαν άντρας, την έχει πεθάνει την τύπισσα που σπαρταράει στο κρεβάτι.

Κάποια στιγμή δεν αντέχει άλλο και τον παρακαλά να σταματήσει.
– Εσένα θα παντρευτώ, του λέει, μισή απ’ όση ξεκίνησε.
– Να μου λείπει, της λέει ο δωδεκαθεϊστής. Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού.
Και την ακυρώνει.»

~~

Ο Δίας ξεκινάει να γελάει. Όλοι οι άλλοι θεοί τον κοιτούν, περιμένοντας τη συνέχεια.

«Το δις εξαμαρτείν», λέει ξανά ο Δίας ανάμεσα στα γέλια.

Μόνο τότε ξεκινάει να γελάει κι ο Χριστός.

«Το δις εξαμαρτείν. Τώρα κατάλαβα», κάνει ο Χριστός. «Δεν ήθελε να το ξανακάνει μαζί της.»

Ο Βούδας παρατάει το φαΐ και τον κοιτάει.
«Κακόμοιρε Ιησού, δεν έχεις ιδέα από συναισθήματα, ε; Αμνό στη σφαγή σ’ έστειλε ο Πατέρας σου».
«Είναι λίγο αργός στο μυαλό, αλλά είναι καλό παιδί», λέει ο Γιαχβέ, ειρωνικά. Και γελάει.

Γελάει κι ο Αλλάχ, γελάνε όλοι οι θεοί.

Απ’ τα γέλια τους δημιουργείται μια σαπουνόφουσκα στον χωροχρόνο της πραγματικότητας -όπως την καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.

~~{}~~

Κι ένας γέροντας στο Πήλιο, που κοντεύει τα ενενήντα, νιώθει το πέος του να σκληραίνει και να υψώνεται, αναίτια, όπως όταν ήταν έφηβος, τότε που τον κάβλωναν ακόμα και τα νιαουρίσματα.

«Μαρίτσα!» φωνάζει.

Σηκώνεται και πάει στη Μαρίτσα, που προσπαθεί να τακτοποιήσει τα ρούχα στην ντουλάπα, αλλά δεν θυμάται ποια ρούχα είναι δικά της και ποια του Νίκου.

«Μαρίτσα, έλα γρήγορα», λέει εκείνος, την πιάνει απ’ το χέρι και τη πάει στο κρεβάτι.
«Τι έπαθες και με τραβάς έτσι, ξεμωράθηκες τελείως;»

Ο Νίκος κατεβάζει το παντελόνι του και το σώβρακο. Ο φαλλός του παρουσιάζεται ένδοξος και τρανός, σαν το Ιερό Δισκοπότηρο.

«Τι ‘ν’ αυτό, τι έγινε;» ρωτάει η Μαρίτσα που έχει δεκαετίες να δει πέος σε τέτοια κατάσταση.
«Μη ρωτάς, ξεβρακώσου», της λέει ο Νίκος.

Εκείνη δεν φέρνει άλλες αντιρρήσεις. Ανοίγει τα πόδια κι ο γέροντας της τον χώνει.

«Αμάν, Νικόλα μου», λέει η γριά. Κι έχει να τον πει έτσι πολλά χρόνια.
«Μαριούλα μου», λέει εκείνος. Και ξεχνάει τις αρθρώσεις του που τον πονάνε.

~~{}~~

Το κάνουν για πολλή ώρα, κι ο Νίκος είναι σαν ταύρος, σαν βροχή, σαν κύκνος, σαν τράγος, σαν γυναίκα, σαν άντρας, Τελειώνουν μαζί, στον τελευταίο οργασμό της ζωής τους, λίγο πριν τον θάνατο.

Ο Νίκος πέφτει στο πλάι της Μαρίτσας, χωρίς δύναμη να κουνηθεί.

«Και να πεθάνω τώρα δε με νοιάζει», λέει ο Νίκος. «Αφού μ’ αξίωσε ο θεός να ζήσω κι αυτό».
«Αμήν», λέει η Μαρίτσα.

Τους βρήκαν πεθαμένους στο κρεβάτι, τρεις μέρες μετά.

Κι ήτανε Αύγουστος δεν ήτανε θαρρώ, τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι για τη Χαλκιδική.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στη φωτογραφία ο Χέμινγουεϊ με μια γάτα και τέσσερα ποτήρια κρασί