Οι θύτες έγιναν θύματα

3
980

«Αnatomia Study»

Έπρεπε να φύγει για λίγες μέρες. Όποτε χρειαζόταν να κάνει αυτό το ταξίδι έβγαινε απ’ τα νερά του. Τελευταία ένιωθε κουρασμένος. Είχε πετύχει τους στόχους. Σκληρή δουλειά, μερόνυχτα σκυμμένος πάνω από χαρτιά, μελέτες και αμέτρητοι υπολογισμοί. Δεν άντεχε άλλο. Σχεδίαζε μια έξοδο στο Βερολίνο όταν τον ξαναθυμήθηκε η μάνα του. Ζήτησε να τον δει. Τόσο, όσο δεν ήθελε ο Νικήτας. Μπορεί να του ‘χε δώσει όλα όσα δε θα του έδινε καμιά άλλη μάνα, αλλά γι αυτόν ήταν τίποτα. Την είχε απορρίψει πολλά χρόνια πριν. Την ανεχόταν. Κατάφερνε πάντα να του επιβάλλεται.

Πίνοντας τον espresso του σε μια γωνιά του καφέ, πλάτη στον τοίχο, έβλεπε όποιον μπαινόβγαινε. Κάποια στιγμή διέκρινε μια ψηλή και σχετικά αδύνατη θηλυκή φιγούρα με βαθύ σοκολατένιο δέρμα. Τον έφτιαχναν αυτές οι γυναίκες. Έκρυβαν μυστήριο που έπρεπε ν’ ανακαλύψει. Αυτή είχε περίεργα γκρι μάτια και μεγάλα σαρκώδη χείλη.

Με μιας ξέχασε και το ταξίδι στο Βερολίνο και τη μάνα του. Χάθηκε πάνω της. Την πρόλαβε στην πόρτα και της πρότεινε να καθίσει.

«Ο καφές», της είπε, «θέλει τον χρόνο του. Αλλιώς δεν απολαμβάνεις το άρωμά του».

Ιδιαίτερα γοητευτικός όπως πάντα, την έπεισε. Συστήθηκαν και στο λίγο της συνάντησης είπαν τα βασικά.

Μυριζόταν πάντα τις ευκαιρίες. Δε δίσταζε να τις αρπάζει. Είτε επαγγελματικές, είτε προσωπικές. Η Εστέλ πήγαινε στην Αθήνα αναζητώντας περισσότερα για βυζαντινά νανουρίσματα που της άρεσαν. Ήταν μουσικός κατά μία έννοια. Το πρώτο που πέρασε από το μυαλό του, να κάνουν μαζί το ταξίδι. Από τη μια θα έβγαζε την υποχρέωση στη μάνα του κι από την άλλη θα αναμετριόταν με την εαυτό του για την κατάκτησή της. Της το πρότεινε γνωρίζοντας ότι δε θα εισέπραττε άρνηση.

~~

Εδώ και λίγη ώρα ταξιδεύουν. Θα περνούσαν πολύ περισσότερες μαζί. Ο Νικήτας παρατήρησε τον χώρο. Ήδη απ’ έξω το μικρό φολκς – βαγκεν τον εντυπωσίασε. Πάνω του διάφορα σχήματα. Τατουάζ αυτοκινήτου. Ο ουρανός του γαλαξίας. Σκούρος μπλε με άσπρα στίγματα που αναπαριστούσαν αστέρια. Θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια. Τότε που του ‘χαν χαρίσει ένα μικρό τηλεσκόπιο και παρατηρούσε κάθε βράδυ το φεγγάρι.

Μπροστά στο καπό ήταν σχεδιασμένη μια γυναίκα. Έδινε την εντύπωση ότι θα ξεκολλούσε από την άψυχη λαμαρίνα. Ότι σηκωνόταν και του έτεινε το χέρι. Αμυγδαλωτά μάτια, λεπτή μύτη, φιλήδονα χείλη. Έντονο στήθος, καλοσχηματισμένο και τόσο μεγάλο, όσο είναι απαραίτητο. Μακρύς, λεπτοί μηροί και υπέροχες γάμπες. Ένα από τα φετίχ του. Οι πόρτες του σκαραβαίου γεμάτες με διάφορα σχήματα. Παρέπεμπαν σε μυστηριακές λατρείες ή μουσικά συγκροτήματα. Η ταπετσαρία στο εσωτερικό ντυμένη με πολύχρωμα αφρικάνικα μοτίβα.

Κουβεντιάζανε για τα ενδιαφέροντά τους. Για όλα εκείνα που τους άρεσαν. Σε άλλα βρίσκανε κοινά, σε άλλα όχι. Οι δυο τους, κόσμοι διαφορετικοί. Αταίριαστοι. Δυο κόσμοι που όμως κατακτούσαν ο ένας τον άλλο κι ας μην ήξεραν τη συνέχεια. Απλά έλκονταν.

Η Εστέλ είχε επιλέξει CD με ρυθμούς της μπάντας της. Μέταλλο που ανεβάζει την αδρεναλίνη και διεγείρει τις αισθήσεις. Ο Νικήτας δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοια ακούσματα. Ξαφνιάστηκε, μα προσαρμόστηκε γρήγορα. Η φωνή που ακουγόταν, του είπε, ήταν δική της. Αν έλλειπαν τα κρουστά, θα ορκιζόταν ότι βρίσκεται σε όπερα. Υπέροχη κι ευέλικτη μαζί. Πέρναγε εύκολα και με φυσικότητα από τις ακραία υψηλές νότες στις ζεστές, μεστές και δυνατές της λυρικής έκφρασης, για να καταλήξει σε κάτι βαθύτερο. Λες και άκουγε τη Βαλκυρία του Βάγκνερ.

~~

Είχε απορροφηθεί. Δεν πρόσεξε ένα μικρό πλάσμα στο πίσω κάθισμα. Ένα μαλτέζ. Χώραγε στην παλάμη του. Το αντιλήφθηκε όταν κάποια στιγμή πρόβαλε τη μουσούδα του ανάμεσα στους δυο. Μία κοίταζε το Νικήτα, μία την Εστέλ. Μάλλον παραξενεύτηκε με τον καινούργιο. Ούτε ο Νικήτας περίμενε συνταξιδιώτη. Αν και δεν είχε ποτέ του σκυλί, εντούτοις τα πήγαινε καλά μαζί τους. Τούτο ‘δω όμως, τον κούμπωνε. Ήταν εξαιρετικά μικρό. Το ένιωθε απρόβλεπτο. Άπλωσε το χέρι του και το πήρε. Το χάιδεψε λίγο. Νευρικό στην αρχή, ηρέμησε. Ποτέ κανένας δεν αρνήθηκε ένα χάδι.

«Ο καθένας μας από τη στιγμή που γεννιέται, μέχρι τον θάνατό του αυτό αποζητά», σκέφτηκε.

Εν προκειμένω τον εξυπηρετεί κιόλας. Ξέρει ότι για να κατακτήσει μια γυναίκα, πρέπει πρώτα να το καταφέρει με ό,τι εκείνη αγαπά. Ίσως αν δεν υπήρχε ο Corto, θα ‘πρεπε να τον εφεύρει.

Καθώς κουβέντιαζαν ένας τροχονόμος τους έκανε σήμα. Σταμάτησαν. Η Εστέλ έμοιαζε εκνευρισμένη. Του ζήτησε να τη βοηθήσει βρίσκοντας τα χαρτιά του αυτοκινήτου στο ντουλαπάκι. Ο Νικήτας έσκυψε, το άνοιξε και πριν προλάβει να τ’ αντικρίσει, ξεχείλισαν από μέσα δεκάδες κουμπιά. Σε κάθε μορφή.

Άλλα στρόγγυλα κλασσικά, άλλα τετράγωνα, άλλα πλαστικά. Του έκαναν εντύπωση εκείνα που αναπαριστούσαν ζώα. Τέτοια κουμπιά δεν είχε ξαναδεί. Αυτός ήξερε μόνο τα γνωστά και τα μανικετόκουμπα. Τούτα ήταν φτιαγμένα από κόκκαλο. Σκαλισμένα στο χέρι, εκπληκτικές μινιατούρες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ethnic εκθέματα.

Το κεφάλι ενός λιονταριού έκανε επίδειξη τους κυνόδοντές του, βαμμένο πορφυρό. Ήταν βέβαιος ότι μόλις πήρε το γεύμα του. Ένας πύθωνας κουλουριασμένος. Ένας bonobo που δεν ήξερε αν του χαμογελά ή ετοιμάζεται να τον κατασπαράξει. Ένα βατραχάκι καταπράσινο με όλες τις ανατομίες του εμφανείς. Ανάμεσα σ’ όλα κι ένα κουμπί – νεκροκεφαλή.

Ένιωσε κάπως άβολα. Αλλιώς περίμενε το ταξίδι όταν της το πρότεινε. Όλα αυτά που συνάντησε από τη μία διέγειραν τη φαντασία του κι από την άλλη τον φόβισαν. Ο φόβος όμως, λένε, είναι αφροδισιακός στον έρωτα. Μπορεί να σε παραλύσει, να σε εξάψει και στο τέλος να σε κορυφώσει όπως η έκρηξη ένα ηφαίστειο.

Ο Νικήτας την ακολούθησε μαγεμένος. Δε σκέφτηκε τίποτα απ’ όλα αυτά. Ήταν πάντα κυνηγός, κυρίαρχος. Τώρα ένιωσε κάτι σε θήραμα. Δεν ήξερε πώς να το χειριστεί, αλλά δεν ήθελε να ψάξει και ευκαιρία εγκατάλειψης. Η Εστέλ ήταν μια ολοζώντανη πρόκληση. Απ’ το κορμί μέχρι το είναι της. Όσο τον φόβιζε, άλλο τόσο τον τραβούσε.

~~

Είχε βραδιάσει. Ήπιαν έναν καφέ. Νεροζούμι για να σε κλέψουν κι όχι να σε στυλώσουν. Πέρναγαν από ‘να σημείο που ήταν γεμάτο δέντρα. Πυκνό δάσος κομμένο στη μέση. Απόκοσμο με το φεγγάρι πάνω τους σε πανσέληνο. Η βραδινή συννεφιά σχημάτιζε δράκους στον ορίζοντα που χανόταν όπως εμφανιζόταν. Του πρότεινε να δει ένα αγαπημένο της φωτογραφικό άλμπουμ. Απ’ έξω έγραφε στα λατινικά: «Αnatomia Study» (Μελέτη Ανατομίας). Το άνοιξε και στην πρώτη σελίδα διάβασε ένα μικρό κείμενο σε μορφή ερωταπάντησης.

«Quid, putas, est medicina et intergalactic interventus fiat vitae et salutis? Tamquam magicis? Quae est principium. Aspice» (Πώς νομίζεις ότι η ιατρική έφτασε στο σημείο να κάνει διαγαλαξιακές επεμβάσεις και να σώζει ζωές; Ως δια μαγείας; Ετούτη εδώ είναι η απαρχή. Κοίταξέ την).

Δαγκώθηκε. Το σκοτάδι, το περιβάλλον, το ταξίδι που εξελισσόταν περίεργα και έξω από τους σχεδιασμούς του, τον πάγωσαν. Άρχισε να ξεφυλλίζει. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισε, το σκίτσο μιας καρδιάς. Σκισμένη στα δυο. Προχώρησε παρακάτω. Ανατομία πνευμόνων και δυο λόγια για τη λειτουργία τους. Υποσημείωση για το τι συμβαίνει σε περίπτωση ασφυξίας. Τρίτη σελίδα, ανατομία αναπαραγωγικού συστήματος. Αρσενικού και θηλυκού. Λειτουργίες των όρχεων, του προστάτη, της κλειτορίδας. Δε θέλησε να συνεχίσει. Προτίμησε να αυτοκυριαρχηθεί. Είχε πολύ δρόμο ακόμη μέχρι το τέλος του ταξιδιού του. Φυσικού και αισθητού.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε ο Cosmonaut, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Ο γιατρός κάπνιζε ρώσικα Belo»

Eίχε μάθει το πρόγραμμά του απ’έξω. Σταματούσε τη δουλειά στις 18:30 μ.μ. απαρέγκλιτα. Έκλεινε τρεις φορές την πόρτα του ιατρείου του στην οδό Στροντμιέσκι 39, στο κέντρο της Βαρσοβίας, έφτιαχνε το κασκόλ του με ένα τίναγμα του χεριού του και έφευγε για το παρκαρισμένο του Ζastava P1100. Περνούσε μπροστά από τη στάση του λεωφορείου και κατευθυνόταν από την ίδια πάντα διαδρομή, στο κομψό του σπιτάκι, παράμερα απ’όλα τα άλλα, 30 λεπτά έξω από τη Βαρσοβία, στην οδό Ujadowski 48, καπνίζοντας σε όλη τη διαδρομή σαν φουγάρο. Ο παλιόφιλος ο Ross Ronski…

Tη στιγμή που ο Ross ξεκλείδωνε το κόκκινό του Zastava στις 18:31 μ.μ., ο Eugene Levy άνοιγε την πόρτα του συνοδηγού και καθόταν στο κάθισμα που ξερνούσε κίτρινο χρώμα. «Γεια σου Marion», του είπε. Η αρχική απορία του Ross Ronski, έγινε σιγά-σιγά κατανόηση μέσα στα θαμπωμένα από το κρύο ματογιάλια του. Δεν είπε τίποτε, μόνο κάθισε στο λαμπρά επικαλυμμένο με αστραφτερό πλαστικό δικό του κίτρινο κάθισμα. Έβγαλε από την τσέπη του ένα Belomokanal και άρχισε να καπνίζει. Τυπικό για έναν τύπο σαν τον Marion. Ένα ρώσικο Belo έχει την περιφέρεια 7,92 χιλιοστών, ίσο με την περιφέρεια των σφαιρών που παίρνει ένα ρώσικο τουφέκι 901 vitonska.

To αμάξι κατακόκκινο, απ’ έξω, χωρίς ίχνος σκόνης στο ταμπλό, με το πλαστικό ακόμη στα καθίσματα να τρίζει, θα μπορούσε να είχε μόλις ξεπεταχτεί από το εργοστάσιο, αν ο καλός γιατρούλης δεν το είχε αγοράσει τέσσερα χρόνια πριν. Μύριζε τσιγάρο έντονα, όμως η ταπετσαρία ήταν καθαρή. Το κίτρινο χρώμα των καθισμάτων ήταν πολύ έντονο ακόμη και για ένα μουντό μαρτιάτικο απόγευμα.

Ο μπαγάσας ο Mariοn κρατιόταν καλά για την ηλικία του. Βέβαια, δεν δυσκολεύτηκε και ιδιαίτερα στη ζωή του. Είχε προσπαθήσει να κρύψει αυτά τα γαλαζωπά μάτια κουραδονυφίτσας κάτω από τα πλαστικά γυαλιά πρεσβυωπίας του, χωρίς αποτέλεσμα. Η πονηριά των χαρακτηριστικών του γινόταν ακόμη εντονότερη. Είχε παχύνει λίγο στην περιοχή της κοιλιάς και του είχαν πέσει τα περισσότερα από τα μαλλιά του, όμως δεν υπήρχε απολύτως καμία αμφιβολία. Ήταν ο ίδιος, ο Herrn Doctor, ο τρόμος των Μπλοκ, ο δικός του Φένριρ που είχε καταπιεί και τον ήλιο και το φεγγάρι και συθέμελα όλον τον κόσμο του.

Ξεκίνησε χωρίς να μιλάει κανείς τους, του πρόσφερε ένα Belo και άρχισαν μαζί το κάπνισμα. Ο γιατρός τσίνισε, όταν η καύτρα του Eugene έπεσε λίγο στο πανωφόρι και λίγο στο δάπεδο του αυτοκινήτου. Μα τι στην ευχή, σε λίγο θα γέμιζαν αίματα.

Ο δρόμος άδειος σχεδόν. Ανύπαρκτα τοπία, τίποτε που να μπορεί το μάτι να ξεκουραστεί. Ο θόρυβος της μηχανής τραχύς και το τρίξιμο των καθισμάτων, ενοχλητικότατο. Ο Eugene Levy ανακάθισε στη θέση του, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Ross. Θα έπρεπε να τον προσέξει, αν μη τι άλλο, την είχε ξαναπατήσει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο γράφτηκε απ’ την Σκαθαροζουμη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΚι ίσως με ξαναδείς μονάχα στ’ όνειρό σου
Επόμενο άρθροΟι ράγες κυλούν παράλληλα
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.