Οι ράγες κυλούν παράλληλα

1
971

Χειμώνας του ’50

O Δόκτωρ Ρόνσκι και η φθαρμένη δερμάτινη βαλίτσα του επιβιβάστηκαν στο τρένο. Τους τελευταίους τρεις χειμώνες επισκεπτόταν τακτικά τη γειτονική πρωτεύουσα, για το ψυχιατρικό συνέδριο. Τα τραύματα του πολέμου, οι πληγές βαθιές, αποτυπωμένες σε τοίχους και θλιμμένες μορφές. Κι εκεί, στον τοίχο απέναντι απ’ το βαγόνι, με κόκκινη μπογιά γραμμένες λέξεις, από αυτές που δύσκολα ξεχνιούνται.

« Όπλα βαριά που δόθηκαν σε χέρια νεαρά,
απαλό το δέρμα, κι αρχίζει να σκληραίνει.
Το κρύο βυθίζεται μέσα, παγώνει το αίμα, δεν τρέχει, δεν κυλά…

Μονάχα βλέμματα κενά, ν’ αναζητούν ακόμη
εκείνα τα χέρια τα νεανικά για να τους βάλουνε φωτιά,

μα γίνηκαν στάχτη που στον άνεμο γυρνά…»

Το τρένο σφύριξε, τα βαριά σκουριασμένα σίδερα έτριξαν. Η διαδρομή μεγάλη. τον ηρεμούσε που κάποιος άλλος είχε το τιμόνι, αφού ο Ρος δεν κατάφερε να χωρέσει τη ζωή του σε δυο ράγες.

~~

Έφτασε στον ξασπρισμένο από τα χιόνια σταθμό του Βερολίνου. Οι κινήσεις του όπως κάθε άλλη φορά καθορισμένες: Θα περπατούσε στους παγωμένους δρόμους μέχρι το πανδοχείο, όπου θ’ ανέβαινε στο δωμάτιο για να ρίξει μερικά ξύλα στην σόμπα –περιμένοντας άσκοπα να σπάσει η αποπνικτική υγρασία που έλουζε το δωμάτιο. Ύστερα, τον περίμενε η θέση του στο μικρό συνοικιακό καφέ, μια ζεστή σοκολάτα και λίγη βότκα από το φλασκί του πιθανότατα.

Ένιωθε το χιόνι να τυλίγεται γύρω απ’ τα πόδια του σε κάθε βήμα. Από ένα σημείο κι έπειτα ήταν σαν να πατούσε γυαλιά σπασμένα. Ενώ διέσχιζε το δρόμο της Έμμα Χέροεκ, δυτικά του σταθμού, προσπάθησε να διακρίνει -μικραίνοντας τα κουρασμένα του μάτια- τι ήταν αυτό που κινούνταν προς το μέρος του με ασταθή πορεία.

Ήταν ένα αυτοκίνητο. Μόνο σαν έφτασε πολύ κοντά ο οδηγός τράβηξε το χειρόφρενο του προπολεμικού αυτοκινήτου. Τα παλιά λάστιχα δεν βοήθησαν την κακή αυτή στιγμή.

Ο οδηγός έτρεμε. Καταριόταν τα σπασμένα του δάχτυλα που δεν του επέτρεψαν να σταματήσει εγκαίρως. Πήρε τρεις βαθιές ανάσες, άνοιξε την πόρτα κι έσπευσε να δει αν ο άτυχος περαστικός είχε τραυματιστεί.

Ο Ρος ήταν κουλουριασμένος στο χιόνι και βογκούσε. το σίδερο που προεξείχε από τη μούρη του αυτοκινήτου είχε τραυματίσει το γόνατό του, ευτυχώς όχι πολύ. Ο οδηγός τον βοήθησε να σηκωθεί. Έπειτα παρατήρησε τα έντονα πολωνικά χαρακτηριστικά του. Καταράστηκε για μιαν ακόμη φορά τον διοικητή Κράμερ, που ακόμη και από τον τάφο είχε φροντίσει να τους ξεκάνει όλους… αυτούς.

Βαστώντας τον Ρος από τον ώμο και τινάζοντας τους πάγους από το κοτλέ πανωφόρι του, συστήθηκε ως Γιούτζην Λέβι. Επέμεινε να τον μεταφέρει στο τοπικό νοσοκομείο. Η αυτοκαταστροφική πλευρά του Ρος αντιστάθηκε αμέσως στην πρόταση. Ζήτησε ευγενικά να τον αφήσει στο πανδοχείο του, όπου θα φρόντιζε μόνος το επιπόλαιο τραύμα του.

Μόλις άνοιξε τη βαριά μεταλλική πόρτα αναθυμιάσεις μπογιάς και τσιγάρου γέμισαν τα ρουθούνια του. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στο πίσω κάθισμα. Αμέτρητοι καμβάδες κάτω από ένα μάλλινο ριχτάρι. Τα δερμάτινα καθίσματα γεμάτα πιτσιλιές κάθε χρώματος και μεγέθους -εναρμονισμένα με την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα.

Ο Γιούτζην μετακινούσε καμβάδες από τη θέση του συνοδηγού.

«Συγγνώμη για την ακαταστασία, δεν περίμενα πως θα είχα παρέα στην βόλτα μου».
«Μην ανησυχείτε» απάντησε ο Ρος, «είμαι κι εγώ ιδιαιτέρως ακατάστατος.»
«Να σας προσφέρω ένα τσιγάρο; Πάντα καταπραΰνει τον πόνο το άτιμο!»
«Ναι, φυσικά. Σας ευχαριστώ πολύ.» απάντησε κι έβγαλε τον αναπτήρα απ’ την τσέπη του.

Ήθελε να καπνίσει απ’ όταν πάτησε το πόδι του στον σταθμό. Η κασετίνα του είχε αδειάσει και δεν στάθηκε ν’ αγοράσει τ’ αγαπημένα του αμερικάνικα τσιγάρα. Τώρα όλο απόλαυση κατέβαζε τον καπνό βαθιά στο στήθος του. Το πόδι του απ’ τον πόνο και το κρύο είχε μουδιάσει και δεν το ‘νοιωθε πια.

«Να υποθέσω πως είστε ζωγράφος, κύριε Λέβι;» ρώτησε ο Ρος.
«Πράγματι, σωστά υποθέσατε!» απάντησε εκείνος. «Μ’ όλους αυτούς τους καμβάδες που μπλέκονται στα πόδια σας θα ‘πρεπε να ‘μουνα, αν όχι ζωγράφος, τρελός ή μανιακός συλλέκτης!»

Ο Ρος γέλασε:
«Αν ήσασταν τρελός, θα είχατε χτυπήσει σίγουρα τον σωστό άνθρωπο. Ψυχίατρος είμαι. Μόλις έφτασα από την Βαρσοβία για το συνέδριο.»

«Σας εύχομαι να περάσετε όμορφα, παρά την ατυχία. Πραγματικά λυπάμαι τόσο πολύ. Βλέπετε είχα ένα… ατύχημα κι εγώ, με τα δάχτυλα μου, στον πόλεμο. Είναι σπασμένα όλα και δυσκολεύομαι με τ’ αμάξι. Ίσως πρέπει να σκεφτώ σοβαρά να το πουλήσω ή τουλάχιστον να…»
«Εδώ! Στρίφτ’ αριστερά!» είπε ξαφνικά ο Ρος.

Με δυσκολία ο Γιούτζην έστριψε. Το αμάξι πατινάρισε για μια στιγμή, αλλά σχεδόν αμέσως επανήλθε. Ρούφηξε μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του.

«Συγγνώμη που δεν σας ειδοποίησα νωρίτερα, νόμιζα… Ξέρετε, νόμιζα πως γνωρίζατε τη διαδρομή», είπε ο Ρος.
«Τη γνωρίζω. Ξεχάστηκα.»
«Εγώ φταίω… Κι όσο για το πόδι, μη σας νοιάζει, θα περάσει. Δεν είναι…»

Ο Ρος σταμάτησε να μιλάει. Έτσι όπως πήρε απότομα τη στροφή ο Γιούτζην, είχε σηκωθεί το μανίκι του και ξεπρόβαλαν πέντε αριθμοί, πέντε καταραμένοι αριθμοί. Ανατρίχιασε. Μπορεί ο ίδιος να μην κατάφερε να χωρέσει τη ζωή του σε δυο ράγες, σκέφτηκε, αλλά του Γιούτζην και τόσων ακόμα ανθρώπων την χώρεσαν σε βαγόνια και θαλάμους.

Οι αναμνήσεις της φρίκης αναπόφευκτες. γράμματα, λέξεις, αριθμοί. Πάντα θα υπάρχει κάτι να τις ζωντανεύει.

Είχαν φτάσει έξω από το πανδοχείο. Οι δυο άντρες αποχαιρετίστηκαν κι ο καθένας συνέχισε την πορεία του, στις δικές του ράγες.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο γράφτηκε απ’ τη Λιλί, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής. Με τις ίδιες περσόνες, από άλλη οπτική γωνιά, η Σκαθαροζουμη έγραψε κάτι εντελώς διαφορετικό.

«Ο γιατρός κάπνιζε ρώσικα Belo» (η δεύτερη ιστορία της ανάρτησης) http://sanejoker.info/2016/12/synergeio-road-trip2.html

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΟι θύτες έγιναν θύματα
Επόμενο άρθροΌσα μπαίνουν κι όσα βγαίνουν

Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.